Η αποκατάσταση ενός ιστορικού λάθους

 

Το τέμπλο του Αγίου Ιωάννη Αγίου Γάλακτος επιστρέφει συντηρημένο στην αρχική του θέση

Δεξί Βημόθυρο κατά τη διάρκεια της συντήρησης
Δεξί Βημόθυρο κατά τη διάρκεια της συντήρησης

Το μικρό και απομακρυσμένο από τη πόλη χωριό Άγιο Γάλας έχει το μοναδικό προνόμιο να διατηρεί τέσσερα ξυλόγλυπτα τέμπλα (Αγιογαλούσαινα, Αγία Παρασκευή, Αγία Βαρβάρα, Άγιος Θαλλέλαιος) από τα οποία τα δυο (Αγίου Θαλελαίου και Αγιογαλούσαινας) είναι τα παλαιότερα που σώζονται στη Χίο με χρονολογίες 1711 και 1721 αντίστοιχα. Ένα ακόμα ξυλόγλυπτο τέμπλο βρισκόταν στο ναό του Αγίου Ιωάννη στον ομώνυμο εγκαταλελειμμένο οικισμό που ιστορικά, οικονομικά και διοικητικά εξαρτιόταν από το μεγαλύτερο οικισμό, ανεβάζοντας τον αριθμό στα πέντε τέμπλα.

Ο οικισμός του Αγίου Ιωάννη βρίσκεται νοτιοανατολικά του Αγίου Γάλακτος και ο ναός του τιμάται στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Το κτίσμα του ναού είναι αρκετά κακοποιημένο από νεώτερες προσθήκες (τέσσερις τσιμεντένιες κολώνες στις γωνίες και ένα τσιμεντένιο δοκάρι που περιτρέχει το ναό) αν και πρόσφατα αφαιρέθηκαν τα επιχρίσματα που το κάλυπταν. Στο εσωτερικό το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο του ήταν το ξυλόγλυπτο τέμπλο, που αναφερόταν ως αξιοθέατο και στο φυλλάδιο της νομαρχίας Χίου για το πεζοπορικό μονοπάτι Αγίου Γάλακτος- Αγίου Ιωάννη.

Διασωθέντα κομμάτια του τέμπλου
Πεταμένα παλιά στασίδια και ξύλινοι δοκοί
Αριστερό βημόθυρο πριν τη συντήρηση

Το τέμπλο αυτό βρισκόταν σε κακή κατάσταση αλλά ήταν δυνατή η συντήρησή του. Λόγω άγνοιας της ιστορικής και καλλιτεχνικής του αξίας, πετάχτηκε και αντικαταστάθηκε από άλλο, επίσης ξύλινο. Ο κ. Γιάννης Μακριδάκης σε μια επίσκεψή του στον εγκαταλελειμμένο οικισμό, στα πλαίσια των εργασιών του για το “Κέντρο Χιακών Μελετών Πελινναίο”, εντόπισε τα πεταμένα εκτός του ναού απομεινάρια του παλιού τέμπλου και τα μετέφερε στα εργαστήρια της τότε 3ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Η πράξη αυτή που θα πρέπει να αποτελεί στάση ζωής για όποιον ενδιαφέρεται για τη διάσωση των πολιτιστικών τεκμηρίων της Χίου, δεν εκτιμήθηκε ως τέτοια από κάποιους κατοίκους του χωριού, με αποτέλεσμα ο κ. Μακριδάκης να δεχτεί απειλές για τη σωματική του ακεραιότητα αν ξαναπήγαινε στο χωριό. Εκτός των παραπάνω κάποιοι έφτασαν στο σημείο να τον θεωρήσουν ως υπεύθυνο και για κάποιες κλοπές εικόνων που είχαν συμβεί παλαιότερα στη περιοχή.

Κάτω Κεταμπέδες δεσποτικών εικόνων Χριστού – Αγ Ιωάννη Θεολόγου

Πριν τη συντήρηση
Μετά τη συντήρηση

Σήμερα το τέμπλο του Αγίου Ιωάννη (όσα τμήματά του σώθηκαν) αφού συντηρήθηκε από τους συντηρητές της Εφορείας αρχαιοτήτων Χίου θα επανατοποθετηθεί στο ναό. Αργότερα, οι κάτοικοι του Αγίου Γάλακτος θα τελέσουν τα θυρανοίξια του ναού “με πάσα εκκλησιαστική μεγαλοπρέπεια”. Μεταξύ των παρισταμένων στην ιεροτελεστία, ίσως να είναι και εκείνοι που ξήλωσαν, πέταξαν και αντικατέστησαν με άλλο το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Ίσως να περηφανεύονται κιόλας για την αποκατάσταση του τέμπλου, αλλά να ψέγουν την αρμόδια υπηρεσία πως άργησε να ολοκληρώσει τη συντήρηση και επανατοποθέτηση, ξεχνώντας τις δικές τους ευθύνες.

Μακάρι οι κάτοικοι του Αγίου Γάλακτος να έχουν αντιληφθεί πραγματικά την αξία των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου τους. Η επανατοποθέτηση του τέμπλου είναι ένα αισιόδοξο δείγμα, που μακάρι να συνεχιστεί με την επαναφορά στην αρχική του μορφή του ναού της Αγίας Βαρβάρας “της μικρής” που βρίσκεται στην αρχή του ίδιου μονοπατιού.


Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο προέρχονται από το αρχείο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χίου. Από τη θέση αυτή ευχαριστούμε το προσωπικό και τη διευθύντρια της Υπηρεσίας κυρία Όλγα Βάσση για την ευγενή παραχώρηση.

Πηγή

Οι λαϊκοί ήρωες του Γιάννη Μακριδάκη

altΕννιά έργα του Γιάννη Μακριδάκη συστήνουν τη λαϊκή ματιά (εκδ. Εστία).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το τελευταίο μυθοπλαστικό έργο του Xιώτη συγγραφέα Η πρώτη φλέβα (2016) συνεχίζει μια λογοτεχνική παράδοση οκτώ πεζών, που ξεκίνησε το 2008. Αν τα δει κανείς συνολικά, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν σαφείς (και συνειδητοί) άξονες που τα διαπερνούν, άξονες που συν-ορίζουν συγκεκριμένες ιδεολογίες, ματιές, κοσμοαντιλήψεις οι οποίες ξεκινούν από τη Χίο και τον τοπικό πολιτισμό και φτάνουν ώς τη φυσιολατρία και τον τρόπο ζωής που αυτή υπαγορεύει.

alt

Όλα όμως αυτά θα έμεναν στο επίπεδο των ιδεών, θα μετατρέπονταν δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση σε δοκίμια, σε ημερολόγια σκέψεων, σε μαρτυρίες και καταγραφές απόψεων, αν δεν χύνονταν στο καλούπι της λογοτεχνίας και δεν ενσαρκώνονταν στους χαρακτήρες των βιβλίων του πεζογράφου. Κάθε έργο του περιστρέφεται γύρω από ένα λαϊκό πρόσωπο, το οποίο πολλές φορές είναι και ο αφηγητής της ιστορίας. Έτσι, η ιστορία που αυτό αφηγείται, η ζωή του και η θέαση του κόσμου, η δράση που αναρριχάται πάνω στο είναι του γίνονται η μυθοπλαστική σκαλωσιά για να αναδειχθούν οι ιδέες του Γιάννη Μακριδάκη.

alt

Οι δέκα χαρακτήρες του, αν υπολογίσει κανείς ότι στην τελευταία νουβέλα έχουμε δύο, επιλέγονται από τις τάξεις του λαού και ως εκ τούτου έχουν συνήθως περιορισμένη μόρφωση, αν και δεν παύουν να σκέφτονται βαθιά την πραγματικότητα με τους δικούς τους όρους, με τη θυμοσοφία του απλού πολίτη, με την κοινωνική παιδεία της ζωής και της βιοπάλης. ΣτονΑνάμιση ντενεκέ (2008) συναντάμε έναν φυγόδικο των βουνών, στη Δεξιά τσέπη του ράσου (2009) έναν ταπεινό μοναχό σε μοναστήρι της Χίου, στον Ήλιο με δόντια (2010) έναν σαλό δήθεν ιερέα, στο Λαγού μαλλί (2010) έναν μπερδεμένο ψαρά, στην Άλωση της Κωνσταντίας (2011) μια ηλικιωμένη Ρωμιά της Πόλης, στο Ζουμί του πετεινού (2012) έναν ανεξάρτητο ταβερνιάρη-αγρότη όπως και στο Του Θεού το μάτι (2013), όπου ο γέρο-Πεπόνας ζει αυτάρκης σε αγαστή σχέση με τη φύση, στο Αντί στεφάνου (2015) έχουμε έναν νεκροθάφτη και στην Πρώτη φλέβα (2016) διαβάζουμε την αφήγηση εναλλάξ ενός ναυτικού και μιας πόρνης.

alt

Στα περισσότερα έργα οι ίδιοι οι χαρακτήρες αυτοαναλύονται είτε με προσωπική αφήγηση, είτε με τη δική τους οπτική γωνία που δίνεται έμμεσα από τον αφηγητή. Είτε λοιπόν έχουμε τη δική τους «εστίαση» είτε (και) τη δική τους «φωνή», το εκάστοτε κείμενο αποδίδει τη λαϊκή ψυχή που έρχεται αντιμέτωπη με την politically & socially correct κοινή γνώμη και παγιωμένη νοοτροπία. Δεν είναι βέβαια σπάνιες οι φορές όπου ένας «μορφωμένος» αφηγητής, λίγο περισσότερο υποψιασμένος, αναλαμβάνει να παρουσιάσει τους λαϊκούς πρωταγωνιστές (ο ερευνητής στον Ανάμιση ντενεκέ, ο Νικόλαος Τρούμπης στο Ήλιος με δόντια, ο δάσκαλος στο Αντί στεφάνου κ.λπ.), μα και πάλι η στάση του, παρόλο που μένει λίγο αποστασιοποιημένη, είναι εντέλει (το λιγότερο) συμπαθής απέναντι στον αλλόκοτο κεντρικό χαρακτήρα.

alt

Καθένας από αυτούς τους απλοϊκούς ήρωες, που αντιπροσωπεύει το πιο αυθεντικό κομμάτι του λαού, μαζί ατόφιο και γνήσιο, θυμόσοφο και αντισυμβατικό, αντιστρατεύεται μια παγιωμένη κατάσταση την οποία ο μέσος αλλοτριωμένος άνθρωπος θεωρεί φυσική. Ο παράνομος φυγάς στέκεται απέναντι στη νομιμότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών, ο μοναχός απέναντι στην επίσημη Εκκλησία, ο ιερέας απέναντι στην κοινωνική κατακραυγή, ο ψαράς και ο αγρότης απέναντι στην οικονομική καταδυνάστευση, η κωνσταντινουπολίτισσα πεθερά στοιχίζεται με παγιωμένες εθνικιστικές αξίες για να τις ναρκοθετήσει άθελά της, ο ταβερνιάρης-αγρότης απέναντι στον καταναλωτισμό κ.λπ. Έτσι, άλλοτε ο Γιάννης Μακριδάκης βάζει τον λαό να αγκαλιάζει παλιές παραδοσιακές αντιλήψεις που έχουν ήδη φθαρεί, για να τις υπονομεύσει, κι άλλοτε τον βάζει να στέκεται με μια θαυμαστή αυθεντικότητα απέναντί τους, για να καυτηριάσει τον βολεμένο αστικό τρόπο ζωής, που έχει συνηθίσει στην απληστία, στην υποταγή στο χρήμα, στο επίσημο κοινωνικό μοντέλο χωρίς αντιστάσεις και πολιτισμικά αναχώματα.

alt

Με άξονα αυτόν τον λαϊκό άνθρωπο, που είναι διαφορετικός κάθε φορά, με την ντοπιολαλιά του και την εγχώρια ιδιοσυγκρασία του, ο διαβήτης της αφήγησης ανοίγεται σε κοινωνικά και πολιτικά θέματα, που δεν είναι θεωρίες αλλά απτή καθημερινότητα. Ένας είδος νεο-ηθογραφίας ξανασυστήνει τη φύση και το χωριό, αποκαθηλώνοντας τις βολικές ανέσεις και τη βιοτική επανάπαυση της πόλης. Η αυτάρκεια του φυσικού χώρου, η λιτότητα και η αναζήτηση της ουσίας πίσω από το φαίνεσθαι, η παράδοση, η μαγεία της λαϊκής ψυχής, η οποία γράφει μυθιστορήματα χωρίς να έχει γράψει ούτε μια λέξη, η αντικομφορμιστική ματιά του απλού ανθρώπου, που δεν στοιχίζεται πάντα με τη μαζική κουλτούρα, όλα αυτά ακούγονται δυνατά μέσα από τα λόγια και τις πράξεις των χαρακτήρων του Γιάννη Μακριδάκη.

Και τα εννιά του μυθοπλαστικά έργα συστήνουν ένα έργο εν εξελίξει, όπου ο ένας λαϊκός ήρωας παίρνει τη σκυτάλη από τον άλλο, για να διακηρύξει έναν ξεχασμένο τρόπο σκέψης… και ζωής.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

Πηγή

Ο Καλλιτέχνης και η αναγνώριση

Βρήκα ένα παλιό κειμενάκι μου για το τι εστί καλλιτέχνης και αναγνώριση του έργου του, Είπα λοιπόν να το δημοσιεύσω εδώ για να μην είναι σκόρπιο από δω κι από κει. Το έχω γράψει πριν αρκετό καιρό, αλλά τώρα που το ξαναδιαβάζω δεν θέλω να αλλάξω ούτε λέξη:

Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης αν δεν είσαι εκ του φυσικού “αλλόκοτος” σε σχέση με την κοινωνία της εποχής σου, δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης δηλαδή αν ζεις συμβατικά, αν έχεις συναναστροφές “συστημικές”, ήτοι με την εξουσία και τα λογής κυκλώματα της ματαιότητας και της ματαιοδοξίας, τέλος, δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης αν αποκτάς βιώματα διαμεσολαβημένα.
Οι μεγάλοι καλλιτέχνες αναγνωρίζονται μετά τον θάνατο όχι τον δικό τους, αλλά της μεγάλης πλειονότητας των συγχρόνων τους, οι οποίοι συνήθως τους φθονούν (οι ομότεχνοι) ή δεν είναι ακόμη έτοιμοι ως συνειδήσεις να τους εκτιμήσουν (οι φιλότεχνοι), πλην μιας μικρής μειοψηφίας ανθρώπων (ομοτέχνων και φιλοτέχνων), που νιώθουν και διαισθάνονται τις αξίες, είναι δε σε επίπεδο προσωπικής συνειδητότητας πολύ ψηλό, δίχως απωθημένα ανικανοποίητου εγωισμού. Μετά τον θάνατο των συγχρόνων του, μαζί και του καλλιτέχνη συνήθως, αλλάζει εποχή η ανθρωπότητα, έρχονται οι επόμενες γενιές που έχουν πια την ικανότητα να δουν από το μέλλον “πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν ο άνθρωπος”, όπως συνήθως λένε, απελευθερώνεται και το έργο του από την ανθρώπινη μικρότητα δημιουργού και αποδεκτών μιας και δεν υφίσταται στη μέση το σαρκίο, και λάμπει έτσι το διαμάντι πεντακάθαρο.

Όλοι όλοι αντάμα

Σήμερα στη θάλασσα ήτανε πολύ σουρεάλ η κατάσταση

Στη μια άκρη της παραλίας εγώ να κάνω μπάνιο, στην άλλη άκρη της παραλίας τα στρατά να κάνουνε πόλεμο κανονικό, να ρίχνουνε φωτοβολίδες και μετά ριπές με πολυβόλα και να γαζώνουνε το νερό, και στη μέση ένας αλβανικής καταγωγής συγχωριανός να τραβάει συρτή για κάνα λαβράκι και να παραπονιέται που με τα “μπάπα μπούπα έχουνε φύγει τα ψάρια”!

Στις φωτογραφίες δεν θα μπορέσετε μάλλον να διακρίνεται και πολλά (στην 1η κάντε μεγέθυνση και ίσως διακρίνετε στο βάθος τις ριπές, στη 2η φαίνεται η φωτοβολίδα που πέφτει, στην 3η ο παραπονιάρης ψαράς) διότι δεν έχω τα μέσα να κάνω καλό ρεπορτάζ, αλλά ο πολεμικός τουρισμός μπορεί να ανθίσει τέτοιαν εποχή στην περιοχή μας, σας το εγγυόμαι. Την περασμένη βδομάδα με τον Παρμενίωνα ήταν εξίσου εντυπωσιακά. Άλλο πράγμα όμως. Δεν είχε ριπές στη θάλασσα να σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη όταν κολυμπούσες. Είχε αραγμένα αποβατικά που κατεβάζανε τανκς στην παραλία και ελικόπτερα από πάνω να κατεβάζουνε υπουργούς. Άλλο πράμα σας λέω. Του χρόνου φροντίστε να κλείσετε εγκαίρως τις διακοπές στον Μάναγρο Βολισσού.

Το μόνο κακό είναι ότι ενώ σε όλη την Ελλάδα έχει βρέξει και βρέχει του πνιγμού, νερά για μας, εδώ στο Βόρειο Αιγαίο, δεν έχει. Έχουμε καλοκαίρι ξηρό και ζεστό ακόμα. Και έτσι δείχνει δυστυχώς να πηγαίνει η κατάσταση, αφού ούτε αυτό το χαμηλό που σκάει μύτη από σήμερα στα δυτικά, θα καταφέρει να περάσει το Αιγαίο. Οι σπορές θα γίνουνε τον Νοέμβρη. Πέρσι μέχρι παραμονή χριστουγέννων ποτίζαμε…

 

Ψιλικά

1. Φέτος αποφάσισα για πρώτη φορά να οργανώσω ένα εργαστήρι λογοτεχνικής αφήγησης, το οποίο υιοθετήθηκε από το Ομήρειο πνευματικό κέντρο του Δήμου και έχω μετανιώσει ήδη από το τρίτο κιόλας “μάθημα”, που δεν το έκανα απόφαση τόσα χρόνια. Έχουμε μια καταπληκτική ομάδα ανθρώπων που συμμετέχουν, μιλάμε για την τέχνη του λόγου με αφορμή τα γραπτά μας, κάνουμε ασκήσεις συγγραφής και διαβάζουμε στην ομάδα τα πονήματά μας, ακούμε τον σχολιασμό των άλλων, έχουμε φτιάξει ένα μπλογκ στο οποίο μπαίνουμε μόνον εμείς και ξαναδιαβάζουμε τα γραπτά μας, γενικώς είναι δύο ενθουσιώδεις ώρες κάθε Πέμπτη απόγευμα. Μετά παίρνουμε δουλειά για το σπίτι. Συγγραφής αλλά και ανάγνωσης. Έχουμε και τα αυτιά και τα μάτια μας ανοιχτά όλη την εβδομάδα για να λαμβάνουμε την λογοτεχνία που ζει και κυκλοφορεί ελεύθερη στην κοινωνία γύρω μας και να την καταθέτουμε στο εργαστήρι. Στο τέλος της περιόδου ίσως μας εκδώσει το Ομήρειο και ένα μικρό βιβλίο με δείγματα από τα έργα των “μαθητών”.  Μια δημιουργική και όμορφη λοιπόν χειμερινή πρόταση.

2. Με πήρε τηλέφωνο προχθές ο Δημητρός. Ο άνθρωπος από τον οποίον εμπνεύστηκα το Ζουμί του Πετεινού και του το έχω αφιερώσει. Στο βιβλίο λέω την ιστορία του Παναγή που ζούσε καταγής. Μια ζωή μέσα στα περιβόλια, στους κήπους και στα ζωντανά. Δεν είχε πάρει χαμπάρι την κρίση την οικονομική, ώσπου άκουσε μια μέρα από κάτι πελάτες στην ταβέρνα του πως η Ελλάδα θα ξεπουλήσει τα νερά και τη γη της για τα δάνεια και έπαθε κρίση νευρική, πέταξε το τασάκι στα μούτρα της εκφωνήτριας των ειδήσεων και έσπασε την τηλεόραση. Ο Δημητρός λοιπόν με πήρε τηλέφωνο προχθές. Τα μαθες Καλόγερε, με ρώτησε ξαναμμένος, στην Αθήνα γίνεται χαμός. Τι γίνεται, του λέω, είμαι έξω, δεν έχω μάθει τίποτα. Ανεργία, μου λέει! Και αρχίζει η γλώσσα του ροδάνι μετά. Να κάνουμε τον Σταυρό μας εμείς εδώ που έχουμε τη γη και μπορούμε και σπέρνουμε, ακούς Καλόγερε; Οι ανθρώποι θα ξαναγυρίσουνε στη γη πολύ γρήγορα, να μου το θυμηθείς. Εμείς μόνο τον Σταυρό μας να κάνουμε και να σπέρνουμε, άντε καληνύχτα. Και μου ‘κλεισε το τηλέφωνο.

3. Σήμερα στη βόλτα μου συνάντησα δυο ανθρώπους του χωριού. Τριγύρω από χθες ακούγονται εκκωφαντικοί ήχοι από οβίδες που ρίχνει ο στρατός στη θάλασσα. Μου λέει λοιπόν ο ένας από αυτούς. Κάθε μπουμ που ακούς, ανεβαίνει το χρέος που πρέπει να πληρώσουνε τα παιδιά μου. Άσε τη ζημιά που κάνουνε στο περιβάλλον. Δεν καταλαβαίνουνε. Τα ρίχνουνε λέει μες στη θάλασσα. Μα η θάλασσα είσαι εσύ βρε βλάκα. Αυτά μου είπε ο ένας. Ο άλλος μου είπε τα εξής: Αυτοί θα μας σκοτώσουνε. Κάτι πρέπει να κάνουμε αλλά τι. Η κατάσταση είναι τραγική. Διότι και να φύγει το πεδίο βολής από εδώ, θα πάει κάπου αλλού. Δηλαδή να μη σκοτώνει τα ψάρια εδώ και να τα σκοτώνει πιο κει; Αυτό να πετύχουμε; Το θέμα είναι Γιάννη ότι όλα αυτά που κάνουνε είναι τελείως παρωχημένα. Είναι της εποχής του 40. Δεν χρειάζονται πια να γίνονται τέτοιες ασκήσεις. Αφού έχουνε προσομοιωτές και μπορούνε να ασκηθούνε χωρίς να καταστρέφουνε και χωρίς να ξοδευόμαστε. Αλλά θέλουνε να πετάνε στη θάλασσα τα πυρομαχικά για να αγοράζουμε άλλα, αυτό θέλουνε μόνο. Και να δείχνει ο κάθε υπουργός ότι κάτι κάνουνε. Άντε τώρα βγες και πες να καταργηθούνε αυτές οι ασκήσεις. Αυτά μου είπε ο άλλος και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος. Δύο στα δύο είχα πάντως σήμερα. Ήτανε η τυχερή μου μέρα μάλλον

4. Τον τελευταίο καιρό ξυπνάω κάθε πρωί στις 5 και γράφω μια ιστορία. Τη δουλεύω αργά, ανάμεσα σε περπατήματα, σε ποτίσματα, σε φυτέματα, σε βοτανίσματα και την απολαμβάνω. Δεν ξέρω αν θα αξιωθώ να την φέρω εις πέρας κάποια στιγμή. Ελπίζω πως ναι, και ότι θα τα καταφέρω πριν από τον 3ο πόλεμο, που τον φέρνουν ολοένα και πιο κοντά οι ανόητες και αδιέξοδες πολιτικές των καπιταλιστών. Αλλιώς μπορεί να εκδοθεί ολόκληρη ή ημιτελής μεταπολεμικά, όλο και κάποιος θα βρεθεί να την ξεθάψει μια μέρα. Αλλά και να μη βρεθεί, δεν πειράζει

 

Επισκεπτήριον

Φίλες και φίλοι τις τελευταίες μέρες ο γράφων το παρόν ιστολόγιο νιώθει πολύ έντονη την παρουσία σας. Παρόλο που ζω αυτό τον καιρό χωρίς άλλη φυσική ανθρώπινη παρουσία σε ένα καλύβι πέτρινο 12 τετραγωνικών μέτρων εντός μικρού αγρού φυσικής καλλιέργειας με την ονομασία “Σπουδαία τα λάχανα”, δέχομαι τον μεγαλύτερο από ποτέ αριθμό επισκεπτών, έστω και μέσω της τεχνολογίας, σε τούτον εδώ τον διαδικτυακό οίκο μου, και χαίρομαι πολύ για αυτό. Όπως και για την ανταπόκριση και την επικοινωνία.

Ο πολεμικός τουρισμός και οι καταστροφές που άφησε πίσω του ο Παρμενίωνας έχουν κινήσει το ενδιαφέρον περιβαλλοντικών εταιριών και δημοσιογράφων. Θα γίνουν έτσι ελπίζω και άλλες δημοσιεύσεις αλλά και οι κατάλληλες κινήσεις προς τα υπουργεία για να σταματήσει να λειτουργεί πεδίο βολής στην περιβαλλοντικά ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Η ωραία ιδέα των τροφόβεργων είχε κατά την ημέρα που αναρτήθηκε 3.647 αναγνώσεις και με χαροποίησε πολύ αυτό. Διότι δείχνει την αυξημένη ευαισθησία και φροντίδα πολλών ανθρώπων για τα πετεινά του ουρανού. Είπαμε, είναι η συνείδησή μας τα πουλιά, είναι το μάτι του Θεού από πάνω μας. Έτσι λέει ο Θόδωρος ο Πεπόνας, στου Θεού το μάτι.

Τέλος, το διήγημα Γρανάδα το διάβασαν μέχρι στιγμής λίγοι περισσότεροι από 8.000 άνθρωποι και έλαβα πολύ συγκινητικά μέηλ και τηλεφωνήματα. Είναι αυτό δύναμη για μένα. Να ξέρω πως υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω που νιώθουν τη ζωή όπως περίπου κι εγώ. Κάποιοι μου έγραψαν και μου είπαν ότι έχουν την αίσθηση πως είμαι σε διαδικασία συγγραφής κάποιας νέας ιστορίας. Μ’ άρεσε αυτή η αμεσότητα, η αναγνωστική διαίσθηση, η επικοινωνία και η σύνδεσή μας.

Σας ευχαριστώ για όλα αυτά

Ας νιώσουμε όλοι εφήμεροι

Γρανάδα

Στεκόμουν μπροστά στον διευθυντή και είχα ανοίξει τα μάτια μου διάπλατα. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τράπεζες και δεν ήξερα τα χούγια τους. Ιδίως τα τελευταία, μετά από τα λεγόμενα κάπιταλ κοντρόλς και φοβόμουνα ότι είχε έρθει η ώρα μου να τα μάθω κι εγώ από πρώτο χέρι και να πνιγώ αβοήθητος στα βουρκιασμένα τους ύδατα. Φάνηκε όμως απρόσμενα τότε ο Ναύαρχος και με έσωσε. Μου έριξε ένα σωσίβιο και πιάστηκα με τη μία, δίχως πολλές – πολλές ερωτήσεις και ανασκαλέματα, μη τυχόν και χαλάσει το πράμα.

Είχα πάει πρωί πρωί στην τράπεζα για να διεκπεραιώσω μία απλή, όπως νόμιζα στην αρχή υπόθεση, αλλά στην πορεία της με είχανε ζώσει τα φίδια, κρατούσα μικρό καλάθι για την επιθυμητή έκβασή της και προετοιμαζόμουνα αποβραδίς ψυχικά για το αδιέξοδο που ίσως θα ανέτελλε το πρωί εξαιτίας της. Διότι μ’ έβαλαν σε υποψίες κάποιοι φίλοι, που ήτανε γνώστες καλοί των καπιταλιστικών συνηθειών της εποχής μας. Μου είχανε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Δεν μπορείς να κάνεις αλλαγές δικαιούχων, ούτε να κλείσεις τραπεζικό λογαριασμό, ούτε να ανοίξεις καινούριο αν δεν είναι τακτικής μισθοδοσίας, αυτοί είναι περιορισμοί που ισχύουν από τα κάπιταλ κοντρόλς ρε άσχετε, πού ζεις ρε παιδάκι μου εσύ τόσα χρόνια. Έτσι μου είχανε πει και ήμουνα αγχωμένος. Λόγω που το προηγούμενο ακριβώς απόγευμα, πληροφορήθηκα ότι χρειάζομαι επειγόντως έναν τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον να είναι το όνομά μου πρώτο στη σειρά των δικαιούχων και συνειδητοποίησα τότε ότι αν και έχω διανύσει κοντά μισόν αιώνα ζωής, ο μοναδικός μου λογαριασμός δεν πληροί αυτή την ανούσια, όπως θα πίστευα  μέχρι χθες, προϋπόθεση. Δεν είχε περάσει όμως ποτέ απ’ τον νου μου η σκέψη ότι έχει κάποια σημασία η σειρά με την οποία είναι γραμμένα τα ονόματα στην πρώτη σελίδα του βιβλιαρίου που χρησιμοποιώ για τις συναλλαγές μου, γι’ αυτό και δεν είχα σκεφτεί καν αν είναι ανούσια ή όχι. Χτες όμως αναγκάστηκα να το σκεφτώ. Και συμπέρανα ότι τίποτα τελικά δεν είναι ανούσιο, πόσω μάλλον αθώο, ιδίως όταν έχει σχέση με τους ναούς του καπιταλισμού.

Στεκόμουνα λοιπόν μπροστά στον διευθυντή ασάλευτος, λες και αν κουνιόμουν ή αν έλεγα καμιά λέξη παραπάνω θα δυσχέραινα τη θέση μου. Του είχα πει μόνον ό,τι ακριβώς ήθελα. Συν έναν μικρό πρόλογο, που τον έκανα για να τονίσω το απολύτως αθώον του αιτήματός μου και για να μην του μείνει ουδεμία αμφιβολία γι’ αυτό. Είχα κερδίσει χρόνο στο σχολείο και μπήκα στο πανεπιστήμιο στα δεκαεφτά και μισό κύριε διευθυντά, του είπα και αυτός με κοιτούσε σαν να είμαι κάποιος καθυστερημένος που μπήκα στο γραφείο του για να ζητήσω ελεημοσύνη. Του έτεινα τότε το βιβλιάριο για να καταλάβει ότι κάποια υπόθεση έχω και να με ακούσει ως το τέλος. Η μάνα μου τότε άνοιξε αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό, του είπα στα γρήγορα και έβαλε πρώτο όνομα το δικό της και μετά το δικό μου. Άφησα το βιβλιάριο πάνω στο γραφείο του και συνέχισα. Τώρα όμως χρειάζομαι επειγόντως έναν λογαριασμό που να είμαι πρώτο όνομα εγώ, για να μου καταθέσουν μια αμοιβή από τον πολιτιστικό οργανισμό του δήμου για το εργαστήρι λογοτεχνίας που κάνω κάθε βδομάδα. Ο διευθυντής γλύκανε. Πήρε στα χέρια του το βιβλιάριό μου και κοίταξε τα ονόματα. Άρχισε να πατάει τα πλήκτρα του υπολογιστή του. Μα έχετε ήδη έναν τραπεζικό λογαριασμό με πρώτο όνομα το δικό σας, μου είπε και ξανακοιτάζοντας στην οθόνη του υπολογιστή διάβασε: Μακριδάκης Ιωάννης, Κουφουδάκης Ιωάννης οι συνδικαιούχοι. Είναι βέβαια μηδενικός ο λογαριασμός αλλά υπάρχει.

Ο «κύριος Γιάννης» Κουφουδάκης, ο επονομαζόμενος Ναύαρχος έχει πνιγεί από χρόνια. Ένα πρωί στη Μπέλα Βίστα, που πήγε για μπάνιο ενώ είχε φάει πιο πριν την αγαπημένη του τυρόπιτα. Έπαθε καρδιακή προσβολή μόλις μπήκε στη θάλασσα και πάει αυτός, να ‘ταν κι άλλος. Τον θάψαμε άκρη άκρη στο ταπεινό νεκροταφείο της Παναγιάς της Αγιοδεκτινής, που δέχεται τους Αγίους και δέχτηκε στις αγκάλες της και τον άγιον εκείνον άνθρωπο. Στην κηδεία του πήγαμε πεντέξι ανομάτοι όλοι κι όλοι, εγώ, η Στάθια και άλλοι τρεις τέσσερις, αλλά παρέστη και ο λιμενάρχης με τη μεγάλη του στολή, την επίσημη. Ήρθε με το τζιπ της υπηρεσίας και με σοφέρ έναν ένστολο υπαξιωματικό για να αποδώσει τις δέουσες τιμές στον νεκρό. Τον «κύριο Γιάννη» τον Ναύαρχο.

Τον είχα γνωρίσει πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια. Ήτανε ο τρελός της πόλης. Φορούσε συνήθως κοστούμια ή μία στολή Ναυάρχου με διάφορα ψεύτικα παράσημα στο πέτο και τριγυρνούσε στους δρόμους περιποιημένος και πεντακάθαρος πάντοτε. Δεν πείραζε κανέναν, μόνο τον πείραζαν κάποιοι αδιαφόρετοι για να γελάνε μαζί του. Διότι συστηνόταν με ύφος σοβαρόν ως Ναύαρχος Χίου, Ψαρών, Οινουσσών και πασών των Θαλασσών και είχε ένα μόνιμο κόλλημα με την Αργεντινή. Συνεχώς προγραμμάτιζε ένα ταξίδι για εκεί, αλλά ποτέ του δεν πήγε. Για την ακρίβεια, από την Αργεντινή είχε έρθει κάποτε, για να μείνει μόνιμα στο νησί. Τότε που σκοτώθηκε εκεί, σε τροχαίο δυστύχημα η κοπέλα με την οποίαν ήταν ερωτευμένος. Έχασε το μυαλό του από τον αβάσταχτο πόνο και άρχισε να λέει και να κάνει λολάδες. Τον έβγαλαν στη σύνταξη πριν την ώρα του από το πολεμικό ναυτικό της Αργεντινής, όπου υπηρετούσε ως μόνιμος, αγνώστου βαθμού, υπαξιωματικός. Έκτοτε αναγορεύτηκε μόνος του Ναύαρχος και συνέχισε να πορεύεται στη ζωή με αυτόν τον βαθμό. Ήρθε πίσω στο νησί και ζούσε σε ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης μονήρης, με την σύνταξη που ελάμβανε αδιαλείπτως κάθε μήνα από την άλλη άκρη του κόσμου. Έως ότου η Αργεντινή πτώχευσε. Και ο Ναύαρχος άρχισε να τα βγάζει πέρα πολύ δύσκολα. Τον πήρε η κάτω βόλτα για την ακρίβεια. Η στολή Ναυάρχου κουρελιάστηκε, τα κοστούμια του βρόμισαν. Οι αδιαφόρετοι και οι κακοί που τον τσιγκλούσαν για να γελούν πλήθυναν, ένας ψυχίατρος τον έστειλε στο Δαφνί και τον πλακώσανε στα φαρμάκια. Κάναμε ενέργειες οι λιγοστοί του φίλοι και τον γυρίσαμε πίσω. Πήγε ο Λεωνίδας και τον ξανάφερε. Από τότε τον είχαμε στον νου μας περισσότερο και τον φροντίζαμε όσο μπορούσαμε και όσο μας επέτρεπε εκείνος. Διότι ήταν περήφανος και δεν δεχότανε τίποτα απολύτως. Ζούσε στο ερειπωμένο πια σπίτι του, δίχως ανέσεις, δίχως ηλεκτρικό, δίχως θέρμανση. Κάτι χειμωνιάτικα πρωινά που είχε κρύο πολύ, ερχότανε στο γραφείο του Πελινναίου και καθόταν στον καναπέ όσην ώρα εγώ δούλευα. Δεν έβγαζε άχνα. Χρήματα δεν έπαιρνε ποτέ από κανέναν, όσο κι αν τα είχε ανάγκη. Η σύνταξή του, όποτε ερχόταν πια από την Αργεντινή, είχε κατέβει στα 50 ευρώ και το βοήθημα της Πρόνοιας ήταν κι αυτό λίγα ευρώ κάθε δίμηνο. Γυρνούσε ο «κύριος Γιάννης» στους δρόμους και δεν θύμιζε σε τίποτα τον Ναύαρχο του πρόσφατου παρελθόντος. Μόνον όταν ερχότανε πότε πότε στο κέφι και τραγουδούσε τις άριες, ιδίως την Γρανάδα που του άρεσε πιο πολύ, έλαμπε η μούρη του και αναγάλιαζε η ψυχή μας να τον ακούμε. Ήταν υψίφωνος ο «κύριος Γιάννης», ένας τενόρος εξαίρετος, με ταμπεραμέντο αργεντίνικο και σταματούσε όλη η ζωή και οι δραστηριότητες τριγύρω, μαζευόντουσαν οι περαστικοί και τον χαζεύανε εκστασιασμένοι όποτε άρχιζε να τραγουδάει τις άριες. Ιδίως την Γρανάδα.

Ένα πρωί, στα τέλη του 2003 ήτανε, τον είδα να περπατάει στην αγορά. Ήμουν ερωτευμένος με την Στάθια, την είχα πρωτογνωρίσει τότε. Έκανε το διδακτορικό της στο νησί και συνήθιζε να πηγαίνει κάθε πρωί στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης του Κοραή να διαβάζει. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, του είπα, θέλω την βοήθειά σας. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, μου είπε, βεβαίως, ό,τι θέλετε, τι μπορώ να κάνω για σας; Έτσι μιλούσαμε πάντοτε μεταξύ μας, στον πληθυντικό του σεβασμού και της επισημότητος. Θέλω, του λέω, να έρθετε μαζί μου και να πάμε να κάνουμε καντάδα σε ένα κορίτσι. Βεβαίως, μου ξαναλέει, πότε θέλετε; Τώρα, του λέω. Πάμε, μου λέει, αν είμαστε έτοιμοι. Ανοίξαμε το βήμα μας και φτάσαμε, μπρος εγώ και πίσω εκείνος στη Βιβλιοθήκη. Μπήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς το αναγνωστήριο, όπου η Στάθια μελετούσε μόνη της, δεν υπήρχε άλλος κανένας εκεί. Οι υπάλληλοι μας είδαν και κάπως ταράχτηκαν, τους έγνεψα όμως να μην ανησυχούν. Φτάσαμε. Σταθήκαμε εμπρός στο κορίτσι που μελετούσε και μόλις σήκωσε τα μάτια της και μας είδε, έδωσα με το χέρι το σύνθημα σαν μαέστρος και άρχισε ο τενόρος μου στητός σαν παγώνι να ερμηνεύει έξω φωνή την Γρανάδα! Μαζεύτηκαν όλοι οι υπάλληλοι της Βιβλιοθήκης τριγύρω μας και απολάμβαναν εκστασιασμένοι αυτό που συνέβαινε. Η Στάθια είχε βουρκώσει.

Λίγο καιρό αργότερα, επειδή η κατάσταση του «κυρίου Γιάννη» επιδεινωνόταν, γύρισα φίλους και γνωστούς και έκανα έναν έρανο για τον Ναύαρχο. Μάζεψα αρκετά χρήματα, περί τα χίλια ευρώ. Ήξερα φυσικά ότι δεν θα πάρει ποτέ του λεφτά, ούτε καν από μένα. Δεν τον άφηνε η περηφάνεια του να λάβει βοήθημα. Πήγα λοιπόν στην τράπεζα και άνοιξα έναν λογαριασμό στο όνομά μου και στο δικό του και κατόπιν ζήτησα από τον τότε διευθυντή, όποτε έρχεται ο Ναύαρχος για να λάβει την πενιχρή του σύνταξη, να του δίνουν και συμπλήρωμα από τον καινούριο αυτόν λογαριασμό και να του λένε ότι έγινε μια αύξηση στην σύνταξή του και αυτά τα χρήματα είναι αναδρομικά από την Αργεντινή. Αυτό και γινόταν έκτοτε και ο «κύριος Γιάννης» λοιπόν είχε τα χρειαζούμενα να πορεύεται. Όποτε άδειαζε ο λογαριασμός, ξανάβγαινα στη γύρα για έρανο και του μάζευα κάμποσα ακόμα “αναδρομικά”, τα κατέθετα στο κοινό μας βιβλιάριο. Μια μέρα με είδε στον δρόμο. Δεν ήμουν στα πολύ καλά μου και δεν τον είχα αντιληφθεί. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, μου είπε πρώτος. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, του είπα κι εγώ ξαφνιασμένος και έκανα να χαμογελάσω. Τι έχετε, με ρώτησε, δεν σας βλέπω καλά. Προτού προλάβω να απαντήσω, έβγαλε από την τσέπη του ένα δεκάευρο και το τύλιξε διακριτικά στη φούχτα του. Μήπως έχετε οικονομικό πρόβλημα, με ρώτησε κάπως συνωμοτικά, μήπως μπορώ να σας βοηθήσω, ψιθύρισε. Αφέθηκα τότε σε ένα γέλιο ανακουφιστικό. Όχι κύριε Γιάννη, του είπα, σας ευχαριστώ πολύ για την πρόθεσή σας, δεν έχω οικονομικό πρόβλημα, μια χαρά είμαι. Αποχαιρετιστήκαμε με τον γνώριμο τρόπο μας. Γεια σας κύριε Γιάννη ο ένας, γεια σας κύριε Γιάννη ο άλλος και τραβήξαμε ο καθένας τον δρόμο του. Ήταν η δεύτερη φορά που προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Την πρώτη, τότε με το κορίτσι, πετύχαμε διάνα.

Σήμερα, στην τράπεζα ήταν η τρίτη. Ήρθε να με βοηθήσει πάλι κι ας έχουν περάσει περί τα δέκα χρόνια από τότε που πνίγηκε. Μα ήδη έχετε έναν αριθμό λογαριασμού, στον οποίον είστε πρώτο όνομα εσείς, Μακριδάκης Ιωάννης, Κουφουδάκης Ιωάννης οι δικαιούχοι. Τα λόγια του διευθυντή ηχούσαν μέσα στ’ αυτιά μου ξανά και ξανά όσην ώρα στεκόμουν εμπρός του, αλλά ο νους μου ταξίδευε στην Γρανάδα. Είστε καλά, θέλετε ένα ποτήρι νερό, καθίστε αν θέλετε, μου είπε κάπως θορυβημένος ο διευθυντής και συνήλθα. Τον ευχαρίστησα χαμογελώντας πικρά μέσα από τις αναμνήσεις μου, πήρα το βιβλιάριό μου και τον αριθμό του κοινού μας λογαριασμού με τον Ναύαρχο, τον οποίον μου έγραψε ο διευθυντής σε ένα χαρτί και βγήκα από το γραφείο του. Πήγα στο γκισέ να κανονίσω τα τυπικά του νέου μου, παλαιού βιβλιαρίου. Εκεί ο υπάλληλος με πληροφόρησε ότι δεν ισχύει τίποτα από όσα μου είχαν πει οι γνώστες του καπιταλισμού φίλοι μου χθες, τα περί περιορισμών στις αλλαγές στη σειρά ονομάτων των δικαιούχων του βιβλιαρίου και τα λοιπά που με άγχωσαν και με έκαναν να τρέξω πρωί πρωί και να χωθώ στο γραφείο του διευθυντή αντί να πάω κατευθείαν στο ταμείο και να κάνω τη δουλειά μου. Ήταν όλα μια πλάνη τελικά. Ήταν μια αφορμή για μνημόσυνο στον «κύριο Γιάννη» και στη ζωή μου που έφυγε.

 

Ακούστε εδώ: Luciano Pavaroti, Γρανάδα

 

Σημείωση: Στη μνήμη του “κυρίου Γιάννη” του Ναύαρχου έχω αφιερώσει το βιβλίο Ήλιος με δόντια, εκδ. Εστία, 2010

Σημείωση 2: Η αναγνώστρια ΚΠ μού έστειλε το εξής :

“Ο κύριος Γιάννης όταν ερμήνευε την Γρανάδα είχε μάλλον  στο μυαλό του τον μάριο λάντζα Mario Lanza – Granada
που στην ελλάδα είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος, τη μια πλευρά με τη Γρανάδα και στην άλλη με το Αριβεντέρτσι Ρόμα : Mario Lanza – Arrivederci Roma και τον ακούγαμε στο σπίτι όταν ζούσε ο πατέρας μου, μία από τη μια μία από την άλλη.
Κοίτα και τον μάριο λάντζα που τον τραγουδούσε στην ταινία, ήταν ναυτικός – ίσως και Ναύαρχος”
Ευχαριστώ την ΚΠ για την συμβολή της στην Γρανάδα και όλους εσάς που με διαβάζετε

Η πιο ωραία ιδέα

Προχθές που κατέβηκα στην πόλη συνάντησα την Σοφία. Βαστούσε μια φωτογραφική μηχανή με έναν φακό τεράστιο και κάτι προσπαθούσε να κάνει. Μάνα δύο αγοριών ηλικίας παιχνιδιού και εξερεύνησης, αλλά και υπερδραστήρια όσον αφορά στην διοργάνωση παιδικών εργαστηρίων για τη φύση και ειδικότερα για τα πουλιά, την κατανοούσα πάντοτε όταν την έβλεπα να είναι “αλλού”. Το ίδιο ακριβώς σκέφτηκα και προχθές, ότι είναι πάλι αλλού, αλλά την καλημέρισα και δεν βγήκα χαμένος.

Από το στόμα της άκουσα την πιο καταπληκτική ιδέα που έχω ακούσει στη ζωή μου μέχρι σήμερα γύρω από τα ζητήματα περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης παιδιών και μεγάλων. Μου είπε για τις τροφόβεργες!

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι εννοεί αλλά όταν μου εξήγησε έμεινα με το στόμα ορθάνοιχτο και της είπα να μου στείλει σχετικό φωτογραφικό υλικό, για να γράψω κάτι εδώ.

Οι τροφόβεργες λοιπόν είναι το αντίθετο από τις ξόβεργες. Ξέρετε ίσως τις ξόβεργες. Εκείνες τις βέργες από αγρελιά, τις οποίες οι κυνηγοί πασαλείβουν με μια κολλώδη ουσία, που παρασκευάζουν ταράζοντας με σάλιο, ζεστό νερό και μέλι τη σάρκα και το κουκούτσι του οξού, του κολλώδους καρπού του οξόδεντρου και φτιάχνοντας μια λευκή πηχτή κόλλα. Τα “στένουν” στα δέντρα και σε λεγόμενα “πόστα” και πάνε τα πουλιά και κάθονται πάνω, κολλάνε και δεν μπορούν πια να φύγουν.

Ο Άγγελος λοιπόν, 8 ετών και ο Αστέρης, 5 ετών σκεφτήκανε μια εκστρατεία εναντίον των ξόβεργων. Ένα πρωινό πήγανε  στο δάσος να φτιάξουνε ταϊστρες με την μαμά τους. Είχανε μαζί τους ταχίνι, σπόρους και διάφορα συμπράγκαλα χρήσιμα για τις κατασκευές τους. Εκεί όμως που παίζανε με όλα αυτά και με τα ξύλα, που πάντα κρατάνε στα χέρια τους, τους ήρθε μια ιδέα. Να βάλουνε το ταχίνι και τους σπόρους πάνω σε ξύλινες βέργες και έτσι να φτιάξουνε τροφόβεργες! Μαμά, μαμά να τις πάμε στα σχολεία για να μάθουν όλα τα παιδιά να βάζουνε τροφόβεργες και όχι ξόβεργες, είπανε ύστερα ενθουσιασμένα.

Έτσι, σε συνεργασία με την διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης οι τροφόβεργες του Άγγελου και του Αστέρη θα πάνε στα σχολεία του νησιού μέσα στον Οκτώβρη! Επίσης την Κυριακή 16/10/16 θα παρουσίασουν τις τροφόβεργες τους στο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στην Κλειδού, στα πλαίσια της 3ης Γιορτής Πουλιών Χίου.

 

 

Πρό(σ)κληση

Το άρθρο που ανέβασα για την περιβαλλοντική ζημιά την οποίαν προξένησε ο στρατός κατά τη διάρκεια της άσκησης Παρμενίων στον Μάναγρο της ΒΔ Χίου έφερε πλήθος τηλεφωνημάτων και μέηλ από ανθρώπους που ενδιαφέρθηκαν ποικιλοτρόπως για το θέμα.

Σκέφτηκα λοιπόν το εξής. Επειδή αυτά που είδατε και αυτά που έγιναν στην άσκηση Παρμενίων δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτά που θα γίνουν κατά το 5θήμερο 17-21 Οκτώβρη, που θα είναι σε εξέλιξη η άσκηση με πραγματικά πυρά στη θάλασσα της τοπικής Ταξιαρχίας, προκαλώ και προσκαλώ όποιον δημοσιογράφο ενδιαφέρεται να καταγράψει την καταστροφή και τον πόλεμο που κάνει μόνη της μια πτωχευμένη χώρα αδειάζοντας τόνους πυρομαχικά στη θάλασσα και καταναλώνοντας τόνους καυσίμων αλλά και όποιον υπεύθυνο κάποιας περιβαλλοντικής οργάνωσης έχει τη διάθεση να δει από πρώτο χέρι την καταστροφή του οικοσυστήματος, να έρθουν στην Βολισσό κατά το παραπάνω 5θήμερο και θα τους φιλοξενήσω προσωπικά.

Φυσικά ισχύει η πρότασή μου και για πολεμικό τουρισμό, την οποία κατέθεσα προ ημερών

Για επικοινωνία: akridaki@gmail.com, 6977000744