Έκτακτη επίσκεψη

Ο Γιάννης Μακριδάκης στο βιβλιοπωλείο της Εστίας!
Αυτό το ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΜΑΪΟΥ ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης θα βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (ΔΙΔΟΤΟΥ 19 και ΔΕΛΦΩΝ) από τις 11 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα για να μιλήσει με το κοινό και να υπογράψει βιβλία.

Όμορφα ταξίδια.

Γιάννη, καλημέρα από το Όουλου της Φιλανδίας.

Πριν λίγες μέρες έφτασε το βιβλίο σου εδώ και σου στέλνω κάποιες
φωτογραφίες.

Να είσαι καλά,

Γ.

 

 

Επίσης έλαβα ειδήσεις από άλλον αναγνώστη, ναυτικό, ότι το βιβλίο είναι μέσα στο βαπόρι στην Κορέα και περιμένουν σειρά να το διαβάσουν όλο το πλήρωμα!  …

Όμορφα ταξίδια

Προστασία υδροβιότοπου χειμάρρου Μαλαγκιώτη

Στην παραλία Λιγαρωπή (κατά κόσμον Μαγεμένα) της Βολισσού εκβάλει ο μεγαλύτερος σε μήκος χείμαρρος της Χίου, ο γνωστός Μαλαγκιώτης που πηγάζει από το Πελινναίο Όρος και στην διαδρομή του ποτίζει φυτά, ζώα και πετεινά, στην δε έξοδό του προς τη θάλασσα δημιουργεί έναν εξαιρετικής σημασίας και κάλλους υδροβιότοπο με καλαμιές και νεροπούλια.

Αυτό λοιπόν το τοπίο, το οποίο σε άλλα μέρη οι άνθρωποι προστατεύουν, φωτογραφίζουν και διαφημίζουν, όντες περήφανοι για την ομορφιά του τόπου τους, εμείς εδώ στην Βολισσό το θεωρούμε βάσανο και κάθε χρόνο μεταφέρουμε με μπουλντόζες και φορτηγά τόνους μπάζων και βράχων για να το αποξηράνουμε και να το μπαζώσουμε, ώστε να μπορούν να περνούν συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν μάλλον την εντύπωση ότι είναι οι ίδιοι υπεράνω της φύσης και θέλουν να πηγαίνουν στους μπαξέδες τους και στα εξοχικά τους περνώντας από την παραλία και από τον ποταμό, αντί να πάνε από τους υφιστάμενους δρόμους.
Σημειωτέον ότι επί σειρά ετών λειτουργούσε στην περιοχή του υδροβιότοπου και “επιχείρηση” θερινής “διασκέδασης”, την οποίαν σφράγισε ως μη νόμιμη ο Δήμος Χίου μόλις το περασμένο καλοκαίρι, με ό,τι συνεπαγόταν η λειτουργία της για την επιβάρυνση του τοπίου όλα αυτά τα χρόνια. Τα απομεινάρια της εν λόγω “επιχείρησης” είναι ακόμη σκορπισμένα ως σκουπίδια πλέον στην παραλία. Ρόδες, τσιμεντένιες βάσεις ομπρελών, σωλήνες χωμένες στα βότσαλα να εξέχουν επικίνδυνα και διάφορα άλλα απορρίμματα συνθέτουν το σκηνικό της αδιαφορίας μας για την περιοχή.
Στις φωτογραφίες που παραθέτω, επέλεξα να μην δείξω αυτά τα απομεινάρια που κυριαρχούν στο τοπίο, το βρομίζουν και το καθιστούν επικίνδυνο και απωθητικό αλλά μόνον τον υδροβιότοπο στην εκβολή του Μαλαγκιώτη κατά την 18η Μαίου 2016, καθώς και την επί τόπου δράση ενημέρωσης για τον σεβασμό των φυσικών πόρων, που κάναμε με τα παιδιά της Ε΄ και Στ’ τάξης της 3ου Δημοτικού σχολείου Βροντάδου, τα οποία επισκέφθηκαν την περιοχή μαζί με τους δασκάλους τους εκείνη την ημέρα.
Λόγω του ότι πάλι έρχεται καλοκαίρι και πάλι άρχισαν να ακούγονται στην Βολισσό οι γνωστές συγκεκριμένες φωνές που θέλουν τον υδροβιότοπο μπαζωμένο και τον χείμαρρο να μετατρέπεται σε δρόμο αποκλειστικά για την ιδιωτική εξυπηρέτησή τους και μόνον, υπενθυμίζω στην Δημοτική Αρχή με αυτό το μικρό κείμενο την ύπαρξη του εν λόγω μόνιμου κατ’ έτος προβλήματος που υφίσταται στην περιοχή και ζητώ από τον Δήμαρχο Μανώλη Βουρνού να μεριμνήσει επιτέλους προσωπικά και έγκαιρα για την τελική επίλυση της χρονίζουσας αυτής υπόθεσης, με γνώμονα την προστασία του υδροβιότοπου.

Το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης (ΒΗΜΑ 15/5/16)

Δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή 

Γιάννης Μακριδάκης
Η πρώτη φλέβα.
Νουβέλα
Εκδόσεις Εστία,
σελ. 128, τιμή 12 ευρώ
Ενας άντρας και μια γυναίκα: δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή ο οποίος θα εντάξει εν συνεχεία τις αφηγήσεις τους σ’ ένα ενιαίο κείμενο με εναλλασσόμενη διάταξη. Οι ομιλητές δεν έχουν επιλεγεί τυχαία. Εζησαν, μεγάλωσαν και άσκησαν το επάγγελμά τους την ίδια εποχή, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960 και τερματίζοντας τη δράση τους περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, γνώρισαν έναν άπειρο αριθμό ανθρώπων και ταξίδεψαν σε πλήθος τόπους: ο άντρας βρέθηκε λόγω της ναυτοσύνης του στα πέρατα του κόσμου αλλά λάτρεψε τη Βραζιλία και την Ιαπωνία, η γυναίκα δεν άφησε μέρος στην Ελλάδα που να μην επισκεφθεί (η δόξα της πάντως έφτασε μέχρι το Παρίσι) αλλά ρίζωσε για το μεγαλύτερο διάστημα του επαγγελματικού της βίου στην Κρήτη.
Κανένας από τους δυο δεν πρόλαβε ή δεν επέτρεψε στον εαυτό του να πλήξει με τη δουλειά: ο άντρας δεν βαρέθηκε ποτέ τα καράβια, η γυναίκα δεν βαρέθηκε ποτέ να δέχεται αρσενικούς επί πληρωμή στο σπίτι της, πολλώ δε μάλλον που δεν ανέχθηκε πάτρωνα και υπήρξε πάντοτε αυτεξούσια. Και να αίφνης το σημείο τομής των δύο αφηγήσεων που διαπλέκει ο Γιάννης Μακριδάκης στο καινούργιο βιβλίο του: ο άντρας δεν εννοεί να σταματήσει να δοκιμάζει πόρνες από λιμάνι σε λιμάνι, νιώθοντας την ίδια ένταση σε κάθε νέα συνάντηση, η γυναίκα δεν εννοεί να σταματήσει να αλλάζει αρραβωνιαστικούς όσο πέφτει επαγγελματικά στο κρεβάτι. Αμφότεροι δεν εννοούν ούτε μία στιγμή να αποβάλουν το πνεύμα της διαρκούς περιπλάνησης, και δεν θα στεριώσουν ό,τι κι αν συμβεί πουθενά: ο άντρας θα προχωρήσει σ’ έναν αποτυχημένο γάμο μόνο μετά την επαγγελματική του αποστράτευση, η γυναίκα θα τρέξει μακριά από όλους τους αρραβώνες της για να ζήσει στο τέλος μόνο με την πληρότητα της μοναξιάς της.
Ο Μακριδάκης δεν είναι άσχετος με τη χρήση του ντοκουμέντου (θυμίζω το βιβλίο τουΣυρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι: Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή) και ξέρει τη δύναμη που πηγάζει από τον λόγο της μαρτυρίας - ακόμα περισσότερο που εδώ δεν έχει ιστοριογραφικούς περιορισμούς και διαθέτει κάποια (δεν ξέρω πόση ακριβώς) μυθοπλαστική ευχέρεια μαζί με μια μεγάλη (αυτή είναι ολοφάνερη) σκηνοθετική άνεση.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νουβέλας του, η οποία έχει χρονικό ανάπτυγμα μυθιστορήματος, δεν είναι η ίδια η μαρτυρία (αν πρόκειται εν τέλει περί μαρτυρίας) αλλά οι χαρακτήρες των δύο ομιλητών: αταλάντευτα μοναχικοί, έξω από κάθε σκιά και μιζέρια, έτοιμοι να αντλήσουν και τον παραμικρό ζωικό χυμό, θα ζωγραφίσουν με τα πιο ζωηρά χρώματα την καθημερινότητά τους (μια καθημερινότητα σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης) χωρίς να σπαταλήσουν ούτε μία στάλα από όσα γενναία τους προσφέρθηκαν.
Κι ας σημειωθεί ότι ο Μακριδάκης δουλεύει ωραία και με τη γλώσσα των προσώπων του: με κάποια ίχνη από την επαγγελματική ή την κοινωνική τους αργκό, με την αταξία και το χαλαρό ύφος που επιβάλλει η προφορικότητα, με τις μικρές μεταπτώσεις ή αναστολές που απαιτεί το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης καθώς και με το φίλτρο του λελογισμένου αισθήματος στο οποίο εκ των πραγμάτων καταφεύγει όποιος έχει μετρήσει κατά πώς ήθελε τα χρόνια του.

Αμφισβητώντας τον μικροαστισμό

 

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων //

 

 

 «Η πρώτη φλέβα», Γιάννης Μακριδάκης, Νουβέλα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Από όσο γνωρίζω το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, είναι ένα έργο που ιδιαίτερα βασίζεται, μα και προβάλει, στοιχεία λαϊκού πολιτισμού και τρόπου ζωής και σκέψεων απλών ανθρώπων.

Άλλωστε σημαντικό τμήμα του συγγραφικού έργου του συγκεκριμένου συγγραφέα έχει να κάνει και με έρευνα λαογραφικού υλικού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και τούτου του βιβλίου. «Πρώτη φλόγα» που θα μπορούσε να σημαίνει πρώτη καταγραφή για να αναπτυχθεί (στο μέλλον;) όλο το υλικό που προσφέρεται μέσα από τις δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις –ενός ηλικιωμένου ναυτικού και μιας επίσης ηλικιωμένης πόρνης.

Και οι δυο ΄έδρασαν’ μέσα στην εικοσαετία 1960 – 1980 και οι αφηγήσεις τους έχουν ως κεντρικό τους άξονα τον πληρωμένο έρωτα.

Ο ναυτικός περιγράφει τις διάφορες εκδιδόμενες γυναίκες που γνώρισε στα λιμάνια του κόσμου –από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία- μα παράλληλα φωτίζει και τη ζωή των ναυτικών (κάποιων έστω) κατά τη διάρκεια υπερπόντιων ταξιδιών.

Η πόρνη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των ‘σπιτιών’ εκείνης της εποχής, στους πελάτες και γενικά στον κοινωνικό της περίγυρο.

Και οι δυο, τώρα που αφηγούνται το παρελθόν τους, ζούνε μόνοι –ή δεν θέλησαν ή απέτυχαν να φτιάξουν σχέσεις ουσίας και να στήσουν οικογένειες.

Και οι δυο δείχνουν πως ότι ζήσανε και ότι κάνανε υπήρξε μια συνειδητή τους επιλογή κι έτσι θα μπορούσε όλη η νουβέλα να αναγνωστεί και ως ένα ντοκουμέντο αμφισβήτησης της κυρίαρχης μικροαστικής άποψης που εδραιωνότανε εκείνη την εικοσαετία.

Η δομή το έργου αφήνει τμήματα της μιας αφήγησης να εισέρχονται σε τμήματα της άλλης, αλλά στην ουσία η καθεμιά τους υπάρχει ανεξάρτητα και αν κάτι της συνδέει είναι αυτό που πιο πάνω παρατήρησα –η αμφισβήτηση του μικροαστισμού.

Πέρα από αυτό –με την όποια αξία μπορεί να έχει ως αρχειακό υλικό- η νουβέλα αξίζει να διαβαστεί και ως επίτευγμα γλωσσικής ενσάρκωσης προφορικού λόγου δυο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Δεν μπορώ να γνωρίζω (μήτε και ο συγγραφέας προσφέρει αυτή τη πληροφορία) αν οι δυο μονόλογοι στηρίζονται σε αυθεντικές μαρτυρίες, αλλά ακόμα κι αυτό να έχει συμβεί, σε τίποτε δε μειώνεται η ικανότητα του Μακριδάκη να ‘μιμείται’ τη γλώσσα ανθρώπων που στην ουσία έζησαν στο περιθώριο της κεντρικής αστικής νοοτροπίας.

Πέρα, όμως, από αυτό ας μου επιτραπεί να εκφράσω μια απορία.

Γιατί ένας συγγραφέας που όχι μόνο με τα λογοτεχνικά κείμενά του, αλλά και με πολλαπλές άλλες συγγραφικές προτάσεις του παίρνει θέση σε ζητήματα οικολογίας και μιας πλατιάς αντίληψης πολιτικής συνείδησης, στρέφεται στη συγκεκριμένη εποχή που ζούμε όχι στα άμεσα και καίρια και καυτά ζητήματα που απασχολούν το τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στην αναπαράσταση του τρόπου σκέψης ανθρώπων που ίσως πλέον όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως φορείς ιδεολογίας να μην υπάρχουν;

Να μην υπάρχουν; Μήπως όμως η αντισυμβατικότητά τους να είναι μια πρόταση διεξόδου στο αδιέξοδό μας;

Δεν έχω πειστεί. Παρόλα αυτά … Αναρωτιέμαι.

Απάντηση απορίας

Αγαπητέ Μάνο η απάντηση στο ερώτημά σου δίνεται στις νουβέλες της εποχής της κρίσης (Λαγού μαλλί, Το ζουμί του πετεινού, Του Θεού το μάτι) με αποκορύφωμα στο Αντί Στεφάνου

Με εκτίμηση

ΓΜ

Πηγή

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (http://dreamersandco.com)

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ, ΤΟΥ ΓΙΆΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΆΚΗ (ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕΣΤΊΑ, 2009) ΉΤΑΝ ΈΝΑ ΑΠΌ ΤΑ ΒΙΒΛΊΑ ΠΟΥ ΕΊΧΑ ΚΑΙΡΌ ΣΤΙΣ ΛΊΣΤΕΣ ΜΟΥ ΑΛΛΆ ΣΥΧΝΆ ΚΆΤΙ ΓΙΝΌΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΆΦΗΝΑ. ΉΡΘΕ ΌΜΩΣ Η ΚΑΤΆΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΉ, ΤΟ ΔΙΆΒΑΣΑ ΚΑΙ ΚΑΤΆΦΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΛΑΎΣΩ. ΈΝΑ ΒΙΒΛΊΟ ΠΟΥ ΕΚΦΡΆΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΤΡΌΠΟ ΤΟΝ ΦΌΒΟ ΤΗΣ ΑΠΏΛΕΙΑΣ, ΤΟ ΦΌΒΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΆ ΑΛΛΆ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΊΣΤΗ ΣΕ ΚΆΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Τον Βάφτισαν Βικέντιο, μα γρήγορα αποδείχθηκε πως η καλογερική ήταν βαριά κι αυτός ανήψητος.

Ο Βικέντιος, ένας άνθρωπος μακριά από τις προκαταλήψεις που μπορεί να έχουμε για τις θρησκείες και τον κόσμο του κλήρου. Ένας άνθρωπος που μου έβγαλε απίστευτη ανθρωπιά και ζεστασιά, ζει σε ένα απομονωμένο μοναστήρι της Χίου παρέα με τη σκυλίτσα του τη Σίσσυ. Η επικείμενη γέννα της θα φέρει όμως μεγάλες αλλαγές και στη ζωή του. Ο απρόσμενος χαμός του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου θα γίνει τη ημέρα που η Σίσσυ θα γεννήσει τρία κουταβάκια μετά από μια πολύ δύσκολη γέννα που μάλιστα θα της στοιχίσει τη ζωή.

Δεν ήτανε γραφτό σου να τη δεις την άνοιξη που έρχεται ολοταχώς, μικρή μου, δεν ήτανε γραφτό μας να πορευτούμε άλλο μαζί σε τούτο τον κόσμο. Πάλι μονάχος μου θα μείνω εδώ, στο βράχο ετούτο, σε ποιόνε να μιλήσω και σε ποιόνε να τα πω τα βάσανα της μοίρας μου;

Και εδώ είναι που ο Γιάννης Μακριδάκης παίρνει αφορμή από τον θάνατο της σκυλίτσας και του Αρχιεπίσκοπου και παραλληλίζει τα δύο γεγονότα με τη ζωή του Βικέντιου. Ο αναγνώστης βιώνει με τον πιο δυνατό τρόπο την προσπάθειά του Βικέντιου να κρατήσει στη ζωή τα μικρά κουταβάκια της Σίσσυ, γιατί ξέρει πως αν δεν κρατήσει έστω και ένα από αυτά στη ζωή, θα οδηγηθεί και ο ίδιος στο θάνατο.

Ο χαμός της σκυλίτσας όμως θα του στοιχίσει περισσότερο από αυτόν του Αρχιεπισκόπου, καθώς βιώνει την απώλεια αυτή σαν να ήταν ανθρώπινη. Αυτό που αισθάνεται είναι τόσο έντονο που καθυστερεί να κατεβάσει τη σημαία της εκκλησίας μέχρι να τη θάψει στην αυλή:

Δε μου λες, παπά, πότε περιμένεις να κατεβάσεις τη σημαία, ο Αρχιεπίσκοπος πέθανε, δεν το μαθες εσύ ακόμα;

Θα ‘ρθει κανένας χριστιανός, μέρα που είναι, να προσευχηθεί για την ψυχή του Αρχιεπίσκοπου και είναι ντροπή έτσι που την έχεις γιορτερή.

Η προσπάθεια του για να αντέξει στη ζωή έστω και ένα από τα τρία κουταβάκια, θα τον οδηγήσει σε τέτοιο σημείο που το πώς θα κάνει τη λειτουργία είναι δευτερεύουσας σημασίας, αρκεί στη δεξιά τσέπη του ράσου να τα έχει συνέχεια κοντά του, συνέχεια υπό την εποπτεία του, συνέχεια πάνω του.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Πήρε τα κουτάβια από την κουβέρτα και τα ‘χωσε και τα δύο στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Αυτό που με ενθουσίασε στο βιβλίο είναι ταδιαφορετικά επίπεδα πένθους που το χαρακτήριζαν, αλλά και το πως διαφοροποίησε το προσωπικό από το συλλογικό πένθος· υπό μια έννοια ο Βικέντιος είχε αφήσει να εννοείται το προσωπικό του ως συλλογικό πένθος.

Οι χαρές δεν ταιριάζουνε στους καλόγερους.

Η δεξιά τσέπη του ράσου, μάς δίνει μια άλλη προσέγγιση στο θέμα του θανάτου αλλά και στον πόνο που αυτός προκαλεί, παράλληλα όμως μας δείχνει και την άλλη όψη του νομίσματος, που είναι η ζωή και η προσπάθεια για να την διεκδικήσουμε, όπως ακριβώς κάνει και ο Βικέντιος, στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Πηγή