Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (anagnostria.blogspot)

Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2010

Διερωτώμαι γιατί άργησα τόσο να ανακαλύψω αυτό το εξαιρετικό, μικρό βιβλίο (νουβέλα κατά τους εκδότες), ούτε θυμάμαι τώρα σε ποιο blog ή άλλη δημοσίευση το εντόπισα, για να ευχαριστήσω αυτόν που με την παρουσίασή του μ’ έκανε να το αναζητήσω.
Το βιβλίο με αιχμαλώτισε από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη αράδα που καρφώνεται στη σκέψη όπως περίφημες, εναρκτήριες φράσεις από γνωστά έργα (“Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς”-Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους”-Άννα Καρένινα κ.λπ.).
Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σαν θρεμμένα ποντικάκια“. Δεν μπορείς να μην συνεχίσεις μετά από μια τέτοια φράση, μετά από μια τέτοια αντίθεση. Μια αντίθεση που θα κρατήσει σ’ όλο το βιβλίο, που χωρίς να περιγράφεται, χωρίς να αναλύεται, απλώς σου υποβάλλεται μέσα από τις εικόνες και την εξέλιξη της ιστορίας.
Βρισκόμαστε σ’ ένα μικρομονάστηρο, στην Παναγιά τ’ Ακρωτηριού, χτισμένο πάνω σ’ ένα απόκρημνο βράχο, πάνω από τη θάλασσα, σ’ ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Όμως τόσο η τοποθεσία όσο και η καταγωγή του συγγραφέα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Χίο. Σ’ αυτό το απομονωμένο και ρημαγμένο απ’ τον χρόνο μοναστήρι ζει ο Βικέντιος, ο μόνος από τους μοναχούς που έχει απομείνει. Εξακολουθεί να τελεί τα μοναστικά του καθήκοντα, τις προσευχές, τις λειτουργίες, τις νηστείες, φροντίζει τα ζωντανά του μοναστηριού (μου άρεσε το “όρνιθες” που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην Κύπρο αντί του “κότες”), δέχεται πότε-πότε κόσμο που έρχεται να επισκεφθεί το μοναστήρι, αλλά η μοναξιά, ακόμα και για έναν καλόγερο, είναι αφόρητη. Αυτή τη μοναξιά έρχεται να συντροφέψει μια σκυλίτσα που του χάρισαν και που την ονόμασε Σίσσυ. Πόση τρυφερότητα και πόση αγνότητα κρύβει ο μοναδικός ερωτικός υπαινιγμός ότι το όνομα αυτό το είχε ένα κορίτσι που του άρεσε στα δεκαπέντε του χρόνια-δεκαεφτά χρονών μπήκε στο μοναστήρι! Η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο Βικέντιος με αγωνία παρακολουθεί τον επώδυνο τοκετό, μετά από τον οποίο η Σίσσυ πεθαίνει, το ίδιο βράδυ που από το ραδιόφωνο ο Βικέντιος ακούει ότι πέθανε και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η σελίδα (σ. 28) στην οποία αφενός ο εκφωνητής αναγγέλλει την άφιξη των επισήμων στο σπίτι του αποβιώσαντος Χριστόδουλου, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος ετοιμάζονται να κάνουν δηλώσεις και από την άλλη τα ειλικρινή δάκρυα και η σπαρακτική κραυγή του Βικέντιου καθώς αντικρίζει νεκρή τη σκυλίτσα, είναι από τις πιο ωραίες σελίδες που έχω διαβάσει εδώ και καιρό. Λίγο αργότερα κι ενώ αρχίζουν οι καυγάδες και οι ίντριγκες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου, ο Βικέντιος βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του και κουβαλάει μαζί του τα κουτάβια, αγωνιζόμενος να τα κρατήσει ζεστά και ζωντανά, ταΐζοντάς τα με σύριγγα. Τελικά θα κατορθώσει να σώσει μόνο το ένα.
Ο χαρακτήρας του μοναχού, απλός, αγαθός, γνήσια πιστός, η γλώσσα του Μακριδάκη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, το  τοπίο του μοναστηριού που θυμίζει τόσα ερημικά, ελληνικά ξωκλήσια, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτέχνημα. Νομίζω δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός γι’ αυτό το ευσύνοπτο βιβλίο από την καταληκτήρια φράση του: “Όμορφα πράγματα”.

Ρήγμα σιωπής

Η σιωπή μου όλον αυτό τον καιρό και όσον ακόμη θα ακολουθήσει είναι άκρως πολιτική, όπως ακριβώς και η αρθρογραφία και η λογοτεχνία μου. Διανύουμε εποχή ματαίωσης και απαξίωσης των πάντων, εποχή που όποιος έβλεπε καθαρά μπορούσε να την προβλέψει, όπως και τα όσα τραγικά έρχονται. Δεν έχω να πω τίποτε παραπάνω από όσα έχω πει από αυτό το ταπεινό βήμα και από κάποια άλλα εξίσου ταπεινά βήματα κατά τα τελευταία χρόνια, δεν έχω ούτε καν κουράγιο να αρθρώσω λέξη και να την ξανοίξω στη ματαιότητα, γι’ αυτό σιωπώ και αναμένω στωικά τη συνέχεια της χαώδους αλληλεπίδρασης όλων μας, φυσικών και καταναλωτικών πλασμάτων.

Δημοσιεύω όμως σήμερα, ως ρήγμα σιωπής, (με την άδεια των αποστολέων του) ένα υπέροχο συγκινητικό γράμμα που έλαβα και που με κάνει να νιώθω ότι τουλάχιστον κάτι έμεινε, τουλάχιστον κάτι έγινε. Τουλάχιστον νιώσαμε, ριγήσαμε, πονέσαμε, χαρήκαμε, γελάσαμε, ερωτευτήκαμε, γίναμε άνθρωποι και κάτι αφήσαμε πίσω μας καλό για να το βρουν οι άλλοι, όσοι είναι ανοιχτοί να νιώσουνε κι αυτοί.

Αξιότιμε κύριε Μακριδάκη ,

Είμαστε δυο μαθητές της Α τάξης Γυμνασίου στο Ηράκλειο Κρήτης,
μαθητές του τμήματος ένταξης για τυφλά παιδια .


Στο μάθημα Κινητικότητας η εκπαιδεύτρια μας Χαρά Κλινακη μας διάβαζε το βιβλίο σας ” η δεξιά τσέπη του ράσου ” ένα βιβλίο που αγαπούσε πολύ  και ήθελε να το διαβάσει και για μας. Ετσι κάθε εβδομάδα περιμέναμε να ακούσουμε τη συνέχεια της ιστορίας του Βικεντιου . Θέλουμε να σας πουμε δυό λόγια για τον πρωταγωνιστη του: Ο Βικεντιος είχε ωραίο χαρακτήρα και ηταν καλόψυχος και καλόκαρδος και πολυ μας άρεσε! Αντίθετα ο Μάρκος ηταν σκληρός και απότομος και κόντεψε να πετάξει τη Σισυ στη θάλασσα! Πολυ χαρήκαμε που την πρόλαβε ο Βικεντιος και την έθαψε με αγάπη και την ευλόγησε! Ηταν πολυ ωραία ιστορία και σας ευχαριστούμε που το γράψατε! Μας άρεσε πολυ η φραση ” τρελΑθηκες παπά; Το καγκουρό κανεις;
Με εκτίμηση
Γιώργος Δασκαλακης
Κων/νος Εφραίμ Τσαγγατακης
Μία ( αυτονήτη ίσως) διευκρίνηση¨:
Το mail αυτό ,μου το εκφώνησαν τα παιδια και μου ζητησαν να σας στο στείλω.Hτανε  μια ξεχωριστη εμπειρία  για τα παιδιά ,σιγά ,σιγά να περιμένουν και να αγωνιουν για την εκβαση της ιστορίας  αλλα και για μενα ,να μοιραζομαστε μαζι αυτή την διαδικασία  καθώς και οτι γιατι είναι για μένα  ενα αγαπημένο  βιβλιο που χαρακτηρίζει και  ( με)  φέρνει μέσα  μου (σ)τον τόπο των παιδικών  μου μνημών και σας ευχαριστώ και εγω για αυτή την πολύτιμη μεταφορά και  ”φύλαξη”.
Με εκτίμηση
Χαρά Κ.

Panama papers!

Κατά φωνή, που λένε και εδώ στο χωριό. Μόλις κυκλοφορεί η Πρώτη Φλέβα, να σου και ο Παναμάς στην καυτή διεθνή επικαιρότητα των οικονομικών σκανδάλων. Αυτό θα πει να είσαι μέσα στα πράγματα!

Πάρτε μια γεύση από έναν άλλον Πάναμα και Παναμά, αυτόν που έζησαν ο Γιώργης και η Λόλα, οι ήρωές μου στην Πρώτη Φλέβα που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις της Εστίας

Ο Γιώργης:

“…Το ’πιασα το βαπόρι στον Πάναμα· ήμαστε τέσσερα άτομα γι’ αυτό το βαπόρι, αλλά φτάσαμε πιο νωρίς και το περιμέναμε εκεί τέσσερις πέντε μέρες. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο για τους ναυτικούς που ήτανε κοντά στη διώρυγα και πηγαίναμε κάθε μέρα και βλέπαμε τα βαπόρια που περνούσανε. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εκεί. Είναι πολύ εντυπωσιακό, έτσι όπως το βλέπεις το βαπόρι και ανεβαίνει την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη λεκάνη, και βλέπεις και τη θάλασσα από κάτω· φαίνεται. Είσαι απάνω στο βουνό ανεβασμένος. Μπαίνει το βαπόρι μέσα στη δεξαμενή, κλείνει η πόρτα από πίσω, γεμίζει νερό από κάτω και ανεβαίνει το βαπόρι. Σε δέκα λεπτά έχει γεμίσει η δεξαμενή· μια στέρνα τεράστια είναι και ανοίγει η μπροστινή πόρτα και μπαίνει στην άλλη δεξαμενή το βαπόρι. Κλείνει η πόρτα η δεύτερη, ανεβαίνει η άλλη δεξαμενή. Και για να μη χτυπιέται το βαπόρι, το βαστάνε από τις δυο πάντες κάτι τρενάκια οδοντωτά και ανεβαίνουνε κι αυτά μαζί του το βουνό. Μετά μπαίνει το βαπόρι στη λίμνη μέσα. Προχωράει στις λίμνες. Τώρα σου λέω από τον Ειρηνικό στον Ατλαντικό όπως πάμε. Άμα φτάσεις στον Ατλαντικό, κατεβαίνεις. Μπαίνει στη δεξαμενή, χαμηλώνει η δεξαμενή, έρχεται στα ίσια με την άλλη, χαμηλώνει η άλλη, χαμηλώνει η άλλη, βγαίνεις όξω, φεύγεις. Το πρώτο μπάρκο μου ήτανε αυτό. Το πιο εντυπωσιακό. Πέρασα τον Πάναμα”.

Η Λόλα:

Και εβδομήντα πελάτες τη μέρα μπορεί να είχα. Δουλειά είναι, μπορείς να πεις όχι; Τι να ’κανα; Να γκρίνιαζα, αντί να ’λεγα κι ευχαριστώ που με προτιμούσανε οι άνθρωποι; Σάμπως έκανα και τίποτα σπουδαίο; Αφού δεν ήμουνα εκεί καν. Εγώ, σου λέω, ταξίδευα. Το σώμα μου ήταν εκεί αλλά το μυαλό και η ψυχή μου ήτανε αλλού. Σε άλλα μέρη ταξίδευα, όχι σε ανθρώπους. Άμα ταξίδευες σε έναν άνθρωπο που σου άρεσε, δεν έκανες τίποτα. Θα παραμυθιαζόσουνα ότι είναι αυτός ο άνθρωπος από πάνω σου. Ξέρεις τι ταξίδια είχα κάνει εγώ; Σε πόσα μέρη πήγα; Μέχρι τον Αμαζόνιο είχα φτάσει. Τι Ιαπωνία, τι Κίνα, τι στο Σινικό Τείχος πατούσα πάνω και ανέβαινα, τι στη διώρυγα του Παναμά έβλεπα τα βαπόρια που περνούσανε. Όποια μέρη έβλεπα σε φωτογραφίες στα περιοδικά, τα ’παιρνα βόλτα ύστερα με το μυαλό μου την ώρα της δουλειάς. Αγκομαχούσανε εκείνοι από πάνω μου, αλλά εγώ έλειπα από κει· μου λέγανε και λόγια διάφορα, αλλά εγώ τι να τους πω. Ναι, ναι, τους έλεγα και μέτραγα από μέσα μου αστέρια και φεγγάρια.