Συνυπάρξεις

Όσο κι αν φούντωσε η αγκιναριά, η σπαραγγιά βρήκε τον τρόπο να ξεπεταχτεί από μέσα της

Ο γατούλης αποζητεί το χάδι του Ερμή

και ο Ερμής δεν τον απογυρίζει ποτέ

Πού να ξέρουν όλα αυτά τα αθώα της ανθρώπινης ασυνειδητότητας πλάσματα ότι υπάρχει κίνδυνος πυρηνικού πολέμου και αφανισμού όλων μας, λόγω ανοησίας του “ανώτερου”  πλάσματος

Έλληνες πρόσφυγες 1941-46

Και φτάνομε στο Πορτ Σάιτ και μας βάζουνε μες σε τσαντίρια. Στους τρεις μήνες απάνω έρχουνται δυο καράβια, γιατί ήμαστε πολλοί, μας βάζουνε μέσα και τραβήξαμε για το Κονγκό. Στο Κονγκό ήτανε πάλι καταυλισμός αλλά ήτανε σπιτάκια μεμονωμένα και μια φαμέλια είχε δυο κάμερες. Ήμαστε μια χαρά εκεί. Κάτσαμε κοντά τρία χρόνια. Κάθε πρωί μας φέρνανε τρόφιμα, μας στέλνανε και οι ντόπιοι πολλά πράγματα γιατί ήμαστε κοντά στην πόλη. Κάμανε ένα κτήριο σχολείο και είχαμε έναν Σαμιώτη δάσκαλο, είχε πολλούς μαθητές αλλά μας είχανε μόνο και χορεύαμε εκεί, πηγαίναμε στην πόλη ντυμένοι τσολιάδες. Από δω έφυγα τρίτη τάξη και πήγα εκεί μέχρι την πέμπτη, αλλά διψήφια διαίρεση δεν ήξερα να κάμω. Πηγαίναμε κάθε μέρα στο σχολείο αλλά τις πιο πολλές φορές χορεύαμε. Η μάνα μου έραβε κουστούμια, όλα τα τσολιαδίστικα των παιδιών που βάζανε στους ρόλους η μάνα μου τα ραβε και κονομούσε, καλά ήτανε. Εμένα πότε Βέλγο με ντύνανε και βαστούσα τη βέλγικια σημαία, πότε τσολιά ήμουνα και βαστούσα την ελληνική σημαία, πότε χόρευα τα κορίτσια όλα.. Άμα ήτανε καμιά γιορτή μάς πηγαίνανε στην πόλη μέσα και παρελάζαμε. Οι ντόπιοι μας αγαπούσαν όλοι. Είχε Έλληνες, Βέλγους και μαύρους που ήτανε δούλοι..

Γιάννης Ξυντάρης

 

Στο Σουέζ σταμάτησε το τρενο, λίγο πιο κάτω από το κανάλι κι από κει με φορτηγά περάσαμε το κανάλι, ένα ένα αυτοκίνητο στην απέναντι όχθη. Ονομαζοτανε η περιοχή Σινά. Όταν φθάσαμε εκεί, πάρα πολύς κόσμος, υπήρχε ένας καταυλισμός από αντίσκηνα πολύ μεγάλα, δυο δυο μαζί ενωμένα μόνο με κουβέρτες και κρεβάτια μέσα. Πρέπει να ήμαστε δυο τρεις χιλιάδες πρόσφυγες εκεί αλλά ο καταυλισμός ήταν πάρα πολύ ωραίος. Εκεί ονομαζότανε Πηγές του Μωυσέως. με αυτή τη διεύθυνση αλληλογραοφύσαμε…

Ιουλία Ευαγγελινού

 

Εφτάσαμε στο Χαλέπι. Εκεί μας περιμένανε φορτηγά, μας βάλανε απάνω και μας μεταφέρανε σε ένα στρατόπεδο που είχε μια πελώρια πύλη σιδερένια που το βράδυ έκλεινε. Ένας μεγάλος αυλόγυρος και απάνω, γύρω γύρω ήτανε μεγάλες αίθουσες με κρεβατάκια, διάδρομος μεγάλος και κάτω μαγειρεία. Στρατώνας ήταν αλλά δεν υπήρχαν στρατιώτες, μόνο φρουροί μαύροι. Εκεί μείναμε πάρα πολύ καιρό…

Εύχαρις Κοκκάλη

 

Ύστερι μας λένε θα φύγετε, θα σας ρίξουνε σε χωριά. Έρχεται ένα φορτηγό μπαίνομε μέσα, μας πήγε σε ένα χωριό, λεγότανε Άχνα. Πάμε στο χωριό, κατεβαίνομε από το αυτοκίνητο, χτυπά η καμπάνα, ήβγαν οι χωριατίνες.”Τι είναι, τι είναι; Προσφυγοπούλες ήρκανε”. Τότε, όση ώρα στο λέγω, ήρτε όλο το χωριό. Και τι δεν μας εφέρανε. Κρεβάτια, καρέκλες. Εγέμισα το σπίτι καρέκλες, επέφταν τα παιδιά μου. Εκεί είχανε από αυτό το μαμούνι που κάμνει το κουκούλι, πολύ μαμούνι και φαίνανε το μετάξυ, μου δώκανε και εμένα να κάμω των παιδιών πουκαμισάκια, μας περιποιηθήκανε ο κόσμος”

Σταματία Βαλιδάκη

Αποσπάσματα μαρτυριών που μάζεψα την περίοδο 2000-2004 και δημοσιεύονται στο βιβλίο Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, 1941-46, εκδόσεις Πελινναίο 2006 και Εστία 2010.

Ζωή της πλάκας

Φυσικά η βάση όλων αυτών που συμβαίνουν είναι η μαζική συσσώρευση των σύγχρονων ανθρώπων σε μεγαλουπόλεις και μητροπόλεις, με ταυτόχρονη μετάλλαξή τους σε καταναλωτές. Δηλαδή σε αριθμημένα γρανάζια που περνούν τη ζωή τους με μοναδικό ιδανικό να κυκλοφορούν το χρήμα, να τρέχουν καθημερινά και ολημερίς γύρω από τον εαυτό τους με στόχο να βρουν τον καλύτερο τρόπο για να πάρουν ο ένας χρήμα από τον άλλον.

Ζωή της πλάκας. Ζωή δίχως καμιά αξία. Απαξιωμένοι άνθρωποι, καταναλωτές χυδαίοι και ανυποψίαστοι δολοφόνοι και αυτόχειρες με την κάθε μικρή τους καθημερινή κίνηση, ακόμη και με κινήσεις που κάποτε όριζαν την αυτοσυντήρηση, σήμερα οι καταναλωτές αυτοκτονούν, όπως πχ τρώγοντας και πίνοντας, δηλαδή καταναλώνοντας, όπως οι ίδιοι λένε πια τις φυσικές αυτές λειτουργίες τους.

Απαξιωμένες ζωές, αριθμημένα χειραγωγημένα γρανάζια, απαξιωμένα σκοτώνονται, απαξιωμένα εκφυλλίζονται καθημερινά και ζουν σαν νεκροί, σε μια παράλληλη πραγματικότητα ενός συστήματος χυδαίου, απάνθρωπου, δολοφονικού των πλασμάτων, απομυζητικού των φυσικών πόρων και εντελώς ανόητου, με αξίες ευτελείς, μακριά από τον μοναδικό Λόγο ερχομού στη Ζωή του κάθε πλάσματος

Όποιος σέβεται τη Ζωή του βάζει τέλος στην Ύβρη της σπατάλης της που διαπράττει, έστω και τώρα, έστω και την ύστατη ώρα. Απεγκλωβίζεται με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος, αλλάζει πορεία και αξιακό σύστημα, γίνεται ένα με το Οικοσύστημα και αλλάζει μαζί του κι ο κόσμος

 

ΥΓ

Οι Βέλγοι τιμούν τα θύματα με εκδηλώσεις επί της Πλατείας Χρηματιστηρίου. Κανονική Μονόπολη η ζωή των καταναλωτών της πολιτισμένης ουμανιστικής Δύσης.

Ντροπή

Αυτές τις μέρες γνώρισα από κοντά ένα ζευγάρι Γάλλων αναγνωστών μου, οι οποίοι διάβασαν την Άλωση της Κωσταντίας και θέλησαν να έρθουν με τα τρία τους παιδιά για διακοπές του Πάσχα στη Βολισσό.

Άνθρωποι θαυμαστοί, αφού με τα παιδιά τους στα σπάργανα ακόμη και μέχρι που έφθασαν σε ηλικία σχολική, τριγυρνούσαν τον κόσμο με ένα βαν, παραιτημένοι από τις εργασίες τους. Έφτασαν από τη Γαλλία μέχρι την Κίνα διαμένοντας για αρκετό χρόνο σε όλες σχεδόν τις χώρες της διαδρομής. Πήγαν επίσης στην Λατινική Αμερικήκαι και σε διάφορα άλλα μέρη του πλανήτη.

Η Ελλάδα όμως, στην οποίαν πρώτη φορά ήρθαν τώρα, τους έχει μείνει ήδη αξέχαστη. Διότι πουθενά, σε καμιά χώρα του κόσμου δεν τους συνέβη ό,τι έπαθαν εδώ. Αρχικά το βαπόρι που τους έφερνε από τον Πειραιά στη Χίο, έπαθε βλάβη μόλις έφτασε στη Σάμο και μετά από 12ωρο ταξίδι, λίγο πριν φθάσουν στον προορισμό τους, τους ξαναγύρισαν πίσω στον Πειραιά για να επισκευαστεί η βλάβη και να τους επιβιβάσουν σε άλλο πλοίο το επόμενο απόγευμα. Κάνοντας λοιπόν οι άνθρωποι κατάκοποι από το μάταιο ταξίδι Πειραιά-Σάμο-Πειραιά ενώ πήγαιναν Χίο, μια βόλτα στην Αθήνα περιμένοντας να έρθει η ώρα του νέου τους απόπλου, έπεσαν θύματα κλοπής πορτοφολιού μέσα στο μετρό και έχασαν όλα τα μετρητά και τις τραπεζικές κάρτες και τις ταυτότητες, διαβατήρια και ό,τι άλλο είχαν μέσα.

Τώρα βρίσκονται στη Βολισσό και είναι γελαστοί και χαρούμενοι από την ομορφιά του τόπου. Τους κερνάμε πορτοκάλια, αυγά, πρασινικά, ό,τι μπορούμε κάθε μέρα για να ξεπλύνουμε την ντροπή και να ισοφαρίσουμε την ασυνειδητότητα των θλιβερών του άστεος.

Δυστυχώς αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και έρχονται και χειρότερα, το είπε και ο υπουργός που τα κομίζει. Από το 2010 το γράφω ότι θα καταλήξουμε μια χώρα όπως αυτές που λέμε τριτοκοσμικές, με τις κλοπές να αναγράφονται στους παγκόσμιας κυκλοφορίας τουριστικούς οδηγούς, με τους ιθαγενείς να προσφέρουν διάφορα προϊόντα τους στους περαστικούς τουρίστες ζητώντας από αυτούς σαπούνι και τσιγάρα (όπως έκαναν οι ιθαγενείς της Αφρικής στα ελληνικά βαπόρια) ή λίγα ευρώ όσο κυκλοφορεί “φυσικό” χρήμα, και με τα παιδιά των νεοελλήνων και των προσφύγων και μεταναστών που θα ζουν εγκλωβισμένοι εδώ να προσφέρουν υπηρεσίες σεξοτουρισμού τριγύρω από την Ακρόπολη και άλλες καλές πιάτσες. Όλα αυτά φυσικά αν δεν μας προλάβει η γενίκευση του τρίτου παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει.

Νεουρόζ σήμερα

Νέα μέρα στην κουρδική γλώσσα και παράδοση. Εαρινή ισημερία, ερχομός της άνοιξης.

Πριν χρόνια βρέθηκα στη μεγαλύτερη γιορτή του Νεουρόζ, στο Ντιάρμπακιρ της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Στην Ούρφα και στο Μάρντιν, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Συρία, όπου τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη ο πόλεμος και όλα δούλευαν ρολόι καπιταλιστικό και το κινητό μου έπιανε σήμα συριακών εταιριών τηλεφωνίας.

Σκηνικό σαν 15.000 Ειδομένες δίχως αντίσκηνα στην ολοήμερη γιορτή του Ντιάρμπακιρ. Περί τα 2.000.000 άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε έναν αχανή κάμπο, όπου έφτανε η ματιά έβλεπε ανθρώπους. Λιγοστές χημικές τουαλέτες για όλους. Βρώμα, βούρκος, λασπουριά, δυσωδία απέξω.

Μια στημένη με ξύλα και σίδερα σκηνή εκδηλώσεων σε ένα σημείο του πάρκου-κάμπου, επί της οποίας έβγαζαν φλογερούς επαναστατικούς λόγους διάφοροι και μετά τραγουδούσαν και χόρευαν όλοι μαζί.

Οι Κούρδοι τρώνε και χορεύουν σαν Κρητικοί, αυτό κατάλαβα τότε. Και ότι πολύ σύντομα, μετά από τον εορτασμό κάποιου Νεουρόζ θα αρχίσει η επανάσταση για ανεξαρτητοποίηση του Κουρδιστάν, παρ’ όλο που οι πλέον εκπαιδευμένοι Κούρδοι δεν την επιθυμούν, τόσο ήταν όμως το πάθος των ανθρώπων εκεί. Το ίδιο το Νεουρόζ είναι γιορτή επαναστατική άλλωστε, είναι η εξολόθρευση ενός μυθικού τυράννου και η απελευθέρωση του λαού από την καταπιεστική εξουσία του. Το ίδιο το Ντιάρμπακιρ ήταν πόλη αμιγώς κουρδική άλλωστε, οι μόνοι Τούρκοι που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν τη γλώσσα τους ήταν οι στραιωτικοί και οι αστυνομικοί. Όλοι οι άλλοι μιλούσαν κουρδικά, έβλεπαν κουρδικό κανάλι στην τηλεόραση το σήμα του οποίου λάμβαναν από την Δανία μέσω δορυφόρου, είχες γενικά την αίσθηση ότι δεν βρίσκεσαι στην Τουρκία. Η ατμόσφαιρα της καθημερινότητας ήταν πολεμική άλλωστε, τα μαχητικά αεροπλάνα από τη βάση του Ντιάρμπακιρ δεν σταματούσαν λεπτό να πετούν πάνω από την πόλη, ιδίως τα απογεύματα.

Από το αεροδρόμιο Μεντερές της Σμύρνης άρχισαν οι διπλοί και τρίδιπλοι έλεγχοι σε όσους επιβιβαζόμασταν για Ντιάρμπακιρ. Εκατομμύρια Κούρδοι από όλα τα μήκη και πλάτη της αχανούς όμορφης χώρας έσπευδαν για εκεί, να γιορτάσουν τη Νέα Μέρα μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους τους. Το Ντιάρμπακιρ ζούσε στον ρυθμό του Νεουρόζ. Όλα τα αυτοκίνητα, φορτηγά, λεωφορεία, κάθε λογής όχημα αλλά και μυριάδες άνθρωποι παζή κατευθύνονταν κορνάροντας και κραυγάζοντας προς τον κάμπο λίγο έξω από την πόλη όπου ήταν στημένο το πανηγύρι. Ξημέρωνε από τις 4 εκεί, λόγω που είναι πολύ ανατολικά αλλά έχει την ίδια ώρα με μας για λόγους προφανώς πολιτικούς και νύχτωνε νωρίς. Έμενα με μια οικογένεια Κούρδων σε ένα διαμέρισμα κάποιου από τα ομοιόμορφα μπλοκ πολυκατοικιών που χτίστηκαν στο κέντρο της πόλης για να στεγάσουν όσους “έφυγαν” από τα χωριά οικειοθελώς αλλά και μη. Στρωματσάδα κοιμόμασταν 14 άνθρωποι σε ένα τριάρι και τρώγαμε στο πάτωμα σταυροπόδι τις πίτες και τα λαχματζούν, τις ομελέτες και τα κοκκινιστά καυτερά αρνιά που ετοίμαζε κάθε πρωί η μάνα που ήτανε χαρούμενη από την οικογενειακή αυτή σύναξη. Ο Μαχμούτ, ο γιος της, μόλις είχε λάβει άδεια ορκωμοσίας από τον τουρκικό στρατό και είχαν διπλή γιορτή στο σπίτι τους με την έλευσή του. Είχαν να τον δουν πολύν καιρό διότι έκανε φυλακή στην Άγκυρα επειδή υπήρξε λιποτάκτης, λόγω που δεν ήθελε να καταταγεί στον τουρκικό στρατό. Τον είχαν συλλάβει κάποτε όμως, τον δίκασαν, τον φυλάκισαν και κατόπιν τον έστειλαν να υπηρετήσει. Πήρε λοιπόν την άδειά του ταυτόχρονα με το Νεουρόζ και ήρθε στο σπίτι. Είχα στην τσέπη του και ένα φύλλο πορείας δυσμενούς μετάθεσης για Κύπρο, όπου έπρεπε να παρουσιαστεί την μεθεπομένη της γιορτής. Κοιμόμασταν εγώ και αυτός, ως τιμώμενα πρόσωπα, ο φιλοξενούμενος και ο στρατιώτης, σε μια κουκέτα, πάνω ο Μαχμούτ και από κάτω εγώ. Σκεφτόμουν όλη νύχτα προτού με πάρει ο ύπνος ότι κοιμάμαι παρέα με έναν Τούρκο στρατιώτη της Κύπρου και κατεδαφίζονταν μέσα μου όλα τα στερεότυπα που είχε ως τότε προσπαθήσει να μου οικοδομήσει το κοινονικοπολιτικό κατεστημένο στο οποίο μεγάλωσα και ζούσα.

Να μην τα πολυλογώ. Μπαίνει και η άνοιξη και δεν χρειάζεται να την χάνουμε με γραψίματα εγώ και με διαβάσματα εσείς. Η φύση έξω μάς καλεί πιο δυναμικά από κάθε άλλη εποχή, να γίνουμε ένα μαζί της. Περάσαμε πολύ ωραία στο Ντιάρμπακιρ εκείνες τις μέρες όλοι, φάγαμε, ήπιαμε, πήγαμε βόλτα στον καημένο τον Τίγρη ποταμό που τον κατάντησαν ρύακα από τα φράγματα, δεθήκαμε μεταξύ μας, συγκινηθήκαμε, γιορτάσαμε, χορέψαμε, βγάλαμε οικογενειακές φωτογραφίες χαμογελαστοί αλλά μόλις το αεροπλάνο μου προσγειώθηκε στην Σμύρνη και λίγο πριν το αεροπλάνο του Μαχμούτ απογειωθεί από τα Άδανα για Κύπρο, ο ίδιος, κατευθυνόμενος προς το αεροδρόμιο και λόγω προφανώς που η ψυχή του δεν ήθελε ακόμη με κανέναν τρόπο να υπηρετήσει τη θητεια του στον τουρκικό στρατό, τράκαρε με το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε ακαριαία.

Το μαντάτο του με βρήκε μόλις έφτασα πίσω στο νησί και με συγκλόνισε. Την τελευταία πλήρη μελών οικογενειακή φωτογραφία των ανθρώπων που με φιλοξένησαν στο Ντιάρμπακιρ την είχα ακόμη μέσα στη μνήμη της μηχανής μου, δεν είχα προλάβει να την ξεφορτώσω στον υπολογιστή. Νομίζω ότι από τότε, πάνε οχτώ χρόνια, δεν την ξανάπιασα τη φωτογραφική μηχανή, ίσως να είναι ακόμη μέσα στην κάρτα της ο Μαχμούτ και το Νεουρόζ στο Ντιάρμπακιρ.

Καλή μας άνοιξη λοιπόν και να χαιρόμαστε κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία. Μόνον έτσι ζούμε ρουφώντας τις στιγμές και γινόμαστε ένα με το Θαύμα, μόνον έτσι εκτιμούμε την ύπαρξη τη δική μας και των άλλων πλασμάτων, μόνον έτσι νιώθουμε σε όλο του το μεγαλείο τον μοναδικό λόγο για τον οποίον ήρθαμε σε αυτή τη ζωή και δεν είναι άλλος κανένας από το να μετέχουμε και να συμμετέχουμε του Θαύματος που λαμβάνει χώρα κάθε στιγμή γύρω μας και μέσα μας και λέγεται Οικοσύστημα.

Κυκλοφόρησε σήμερα

Οι αναγνωστικές κρίσεις κ αποκρίσεις που θα μου στείλετε θα δημοσιεύονται εδώ επώνυμα ή με τα αρχικά σας, αναλόγως πώς επιθυμείτε

Αναγνωστικές αποκρίσεις
Απίστευτα καλογραμμένο, αληθινό, ζωντανό, δυνατό, βαθιά ανθρωποκεντρικό και βαθιά συναισθηματικό, σαν να επέστρεψες στην πηγαία ευαισθησία των πρώτων σου βιβλίων. Έσκυψες ξανά πάνω από τους ήρωες σου με τρυφερότητα και τους ψυχογράφησες τόσο βαθιά που πήραν σάρκα και οστά, ανάσα και θέρμη ζωντανού κορμιού και μαζί  τους ζωντάνεψε μια εποχή ολόκληρη και κόσμοι διάφοροι πολύχρωμοι κι εξωτικοί και κοινωνίες αλλιώτικες.
Τους πόνεσες τους ήρωες σου κι έτσι έγραψες ένα βιβλίο ευγενικό γύρω από ένα θέμα ακόλαστο. Ωμά, με πικρία αλλά και με χιούμορ βάζεις το δάχτυλο στην πληγή της ανθρώπινης ψυχής και το πιέζεις, χτυπάς στον προαιώνιο υπαρξιακό φόβο της προδιαγεγραμμένης  μοναχικής μας πορείας, πικραίνεσαι μα και τον ξορκίζεις, και θέτεις το δίλλημα: η μοναξιά ως επιλογή; Η μοναξιά ως τίμημα της ελευθερίας;
Μαρίνα Σ.

Αντώνης Μουντές
Το νέο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη “Η Πρώτη Φλέβα” … Ένας ναυτικός και μια πόρνη αφηγούνται ιστορίες απ’τις ζωές τους.. κι ο Γιάννης… μοναδικός όπως πάντα… αυθεντικός…. μας αφηγείται παράλληλα και την δική του ιστορία.. χαρίζοντας μας απλόχερα κομμάτια της δικής του ζωής… Μια σούμα, ψωμί με λάδι, πιπεριές που καίνε, φρέσκα σπαράγγια και κουκιά… Και λίγα γιαπρακόφυλα από τον άμπελο, για δώρο… Εκεί στο Ροδώνα στο κτήμα, που η απλότητα της φύσης αγγίζει το μεγαλείο της ψυχής….

Στο μυαλό ενός ναυτικού και μιας ιερόδουλης 

15:45 | 05 Μάιος. 2016
Κρυσταλία Πατούλη

Ο φυσικός καλλιεργητής και συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης στο νέο του βιβλίο Η Πρώτη Φλέβα, εισχωρεί στο μυαλό ενός ναυτικού και μίας ιερόδουλης, ψυχογραφώντας δύο διαφορετικούς χαρακτήρες: Τη Λόλα που βρίσκεται να δουλεύει στην Ντάπια των Χανίων από τη δεκαετία του ’60 έως και τη δεκαετία του ’80, και τον Γιώργη που ταξιδεύει την ίδια χρονική περίοδο από την Ιαπωνία μέχρι τη Βραζιλία συνάπτοντας περιστασιακές σχέσεις με ιερόδουλες. 

Κι αν οι δύο αυτοί μονόλογοι ξεδιπλώνονται διαδοχικά στις σελίδες της έκδοσης ως μοναχικές εξομολογήσεις, μοιάζει σαν να συνομιλούν μεταξύ τους σε μια δική τους γλώσσα, εξιστορώντας φουρτούνες, απαγωγές, αρραβώνες, βαφτίσια, αυτοκτονίες, έρωτες, καταλήγοντας αντιμέτωποι με τον τελικό απολογισμό ολόκληρου του βίου τους.

Ο “εξομολογητής” τους μεταμορφώνοντας τον αφηγηματικό τους λόγο σε λογοτεχνία, καταφέρνει να συνδέσει εφευρετικά τα βιώματα των δύο ηρώων του με μοιραίο τρόπο, αφού η πρώτη φλέβα είναι η ανήλικη νονά που θα αλείψει με λάδι το μικρό αγόρι – το οποίο περνά μόλις λίγα χρόνια – καθορίζοντας άθελά της σαν νεράιδα το άγνωστο σενάριο της ζωής του.

Μ’ αυτήν την επινόηση ο Μακριδάκης, ενώνοντας μυστηριακά τους ήρωές του στις δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος, ακροβατεί και ο ίδιος ανάμεσά τους χαράσσοντας ταυτόχρονα έναν δεύτερο διάλογο με τους αναγνώστες για το αρχαιότερο επάγγελμα σε σχέση με το επάγγελμα των ναυτικών, θέτοντας και πάλι ως ζητούμενο την συν – χώρεση της συν – ύπαρξης, όπως και στα περισσότερα λογοτεχνικά βιβλία του: τρία μυθιστορήματα και έξι νουβέλες σε σύνολο μέχρι στιγμής.

Υπό το εσωτερικό βλέμμα δύο ανθρώπων που έζησαν στο πετσί τους την πορνεία – είτε ως προσφορά, είτε ως ζήτηση – ο συγγραφέας πραγματεύεται την προσωπική όσο και την πολιτιστική διάσταση της πορνείας ενός παρελθόντος καιρού, στα βαπόρια, στα λιμάνια και στα «σπίτια», μέσα από αυτή τη διττή ιστορία που θέτει την τέχνη του λόγου σε πρώτο πρόσωπο:

Λόλα: «Ε, δεν το σκέφτηκα εγώ. Γνώρισα κάποιον. Συνήθως κάπως έτσι γίνεται. Αστυνομικός ήτανε. Έγινε, έγινε, τέλος πάντων. Το πρότεινε, δεν ήθελα, έγινε κάποια φασαρία, κάποιος εκβιασμός, έβαλε και χτυπήσανε τον γέρο μου, τον θείο μου τον Ηλία, το ‘μαθα εγώ, μου λέει θα συμβούνε χειρότερα΄και για να μη συμβούνε χειρότερα, είπα εντάξει. […]

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμιά κοπέλα που ήθελε να πάει να δουλέψει έτσι. Πάντα κάτι συνέβαινε. Άλλες ήτανε από αναμορφωτήρια, οι περισσότερες δηλαδή΄ άλλες ήτανε χωρίς γοενείς ή με γονείς, οι οποίοι ήτανε άσ’ τα και μην τα ρωτάς. Κάποιος βρισκότανε και γινόντανε […]

Εγώ ταξίδευα στην Αφρική, ταξίδευα στην Αυστραλία. Ο έρωτας δεν είναι μόνο σακρικός, είναι και πνευματικός. Ήτανε το μυαλό μου αλλού πάντα. Πάντα. Έλεγα άντε να τελειώσει να φύγει. Κι όλες οι γυναίκες αυτό λέγανε. Δηλαδή της δουλειάς οι γυναίκες»

Γιώργης: «Όλα τα ‘κανα με τις γυναίκες, τίποτα δεν άφηκα. [...]

Τότε, άμα έπαιρνες μια κοπελιά για ένα βράδυ, μετά ήσουνα υποχρεωμένος να πηγαίνεις κάθε βράδυ μαζί της. Και λεφτά να μην είχες, σε δεχότανε, σε έπαιρνε, δε δεχότανε να πάρεις άλλη γυναίκα, δε σ’ άφηνε να πας με άλλη γυναίκα. Άμα έφευγε το βαπόρι, ερχόντανε όλες στον ντόκο με ανθοδέσμες και αποχαιρετούσανε τους ναυτικούς. Τότε, το ’61 μιλάμε, στην Ιαπωνία όλα τα κορίτσια από τα χωριά τα κατεβάζανε στα λιμάνια και τα πουλούσανε οι πατεράδες τους στα μπαρ. […]

Όπου καμπάνα και πουτάνα. Όλα τα λιμάνια γεμάτα πουτάνες. Αλλά οι πιο πολλές και οι πιο καλές ήτανε στη Βραζιλία, στην Ιαπωνία΄ αυτά ήτανε τα καλά μπάρκα για τους ναυτικούς. […]

Η κοπελιά αυτή που πήρα εκείνο το βράδυ ήτανε λοιπόν φαινόμενο και μάλιστα απίστευτο. Από τις έντεκα η ώρα περίπου μέχρι το πρωί στις πέντε την πήδηξα εννιά φορές, που είναι απίστευτο΄ όποιος θέλει το πιστεύει και όποιος θέλει δεν το πιστεύει».

* Αποσπάσματα από την Πρώτη Φλέβα του Γιάννη Μακριδάκη, Εκδόσεις Εστία

Πηγή

Υπομονή

Είχα περίπου έναν μήνα να κατέβω στην πόλη και πήγα χθες με λιακάδα, για να μπολιάσω με την ευκαιρία και μια μουριά ενός φίλου που την είχε αγοράσει πριν χρόνια αρσενική για να μην του λερώνει με τα μούρα την αυλή, αλλά η επιθυμία του να τρώει μαύρα μούρα τον έκανε να μετανιώσει και να την θέλει θηλυκή. Πήρα λοιπόν μερικά μπόλια από τη μαύρη μουριά τη γειτόνισσά μου, που με κερνάει κάθε Ιούνιο άπειρα μαύρα μούρα και τα έβαλα στο δέντρο του φίλου, έτυχε δε να είναι και τα γενέθλια της κόρης του την ίδια μέρα με το μπόλιασμα και συμφωνήσαμε όλοι ότι είναι καλό σημάδι και μάλλον θα έχει επιτυχία η δουλειά. Τώρα θα κάνουμε λιγάκι υπομονή και κατά την Κυριακή των Βαίων θα ξέρουμε.

Κάτι που μου έκανε εντύπωση στην πόλη που πήγα -πιθανότατα επειδή περνώ όλη μου την ημέρα με τα φυτά και τώρα την άνοιξη πηγαίνω συνέχεια στην ηρεμία του βουνού ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια και για αγρέλια, τα οποί ξεριζώνω και τα μεταφυτεύω σε γλαστριά για να τα μπολιάσω κάποτε κουρμαδοελιές- κάτι λοιπόν που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι στον πίνακα ανακοινώσεων της ΔΕΗ όλα τα χαρτιά τα οποία ήταν καρφιτσωμένα και τα διάβαζα αναμένοντας στην ουρά, έγραφαν κάτι για βία. Είχαν τίτλους όπως “διαχείριση έκτακτων καταστάσεων”, “αντιμετώπιση επίθεσης από πελάτη”, “αντίδραση σε περίπτωση ληστείας”. Σε μια στιγμή νόμισα ότι παίζουμε όλοι μαζί εκεί σε κάποια ταινία, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι έτσι έχει καταντήσει η ζωή στην κοινωνία των ανθρώπων. Ήταν όμως μια κυρία μπροστά μπροστά στο γκισέ που φωνασκούσε εκνευρισμένη προς την ταμία για κάποια διαφορά στα ποσά των λογαρισμών και με έκανε να καταλάβω ότι μάλλον η ζωή στις πόλεις βαδίζει ολοταχώς προς το να γίνει, αν δεν έχει γίνει ήδη, παρανοϊκή και αβίωτη. Υπομονή…

Μετά κατευθύνθηκα προς τον Κυνηγετικό Σύλλογο Χίου. Έιχα μαζέψει προ ημερών ενάμισι τσουβάλι άδεια φυσέκια κυνηγών από ένα σημείο του περιφερειακού δρόμου του χωριού, όπου στέκουν τα καμάρια της ανθρωπότητας και περιμένουν΄με τον καφέ ανά χείρας πότε θα φανεί κάνα πουλί για να του ρίξουν. Και μετά αφήνουν φυσικά τα άδεια φυσέκια τους εκεί όπου έπεσαν, δεν τους καίγεται καρφί να τα μαζέψουν, τόσο φυσιολάτρες είναι οι κυνηγοί μας, πετούν και το πλαστικό ποτήρι του καφέ μετά την τελευταία τζούρα και φεύγουν ευχαριστημένοι που έκαναν άλλη μια μέρα το χόμπυ τους και ήρθαν σε επαφή με τη φύση.

Ξεφόρτωσα λοιπόν τα τσουβάλια στα γραφεία του Κυνηγετικού Συλλόγου. Είχα σκοπό να μπω και να τα αδειάσω πάνω στο γραφείο του προέδρου αλλά λυπήθηκα την υπάλληλο που ήταν μόνη της εκεί θα τα μάζευε και έτσι της τα άφησα πεσκέσι τσουαβλάτα κάτω από την πινακίδα που έγραφε “παραλαβή αδειών”, της ζήτησα να πάρει τηλέφωνο τον πρόεδρο και να τον ενημερώσει για το θέμα, το έπραξε, με ευχαρίστησαν αμφότεροι, εκείνη και ο πρόεδρος δηλαδή, που έκανα τον κόπο και μάζεψα τόσα φυσέκια και τα κατέβασα κιόλας στην πόλη και έτσι έληξε δοξασμένα και άδοξα ο πρωινός μου ακτιβισμός.

Τελειώνοντας τις εργασίες μου στην πόλη και πριν επιστρέψω στο χωριό πέρασα και από το δημαρχείο και είπα στον σύμβουλο δημάρχου για τα περιβαλλοντικά αλλά και στον πολιτικό προϊστάμενο του δημοτικού φορέα διαχείρισης απορριμμάτων να δημιουργήσουν έναν δημοτικό ορνιθώνα στο χωριό και να βάλουν πιλοτικά κάποια σχολεία ή κάποιες γειτονιές να διαχωρίζουν τα οργανικά τους απορρίμματα στο σπίτι, να περνάει ένα φορτηγάκι του δήμου δυο φορές την εβδομάδα να τα παίρνει και να τα φέρνει στον ορνιθώνα για να τρώνε οι κότες. Ένα παιδί του χωριού να προσληφθεί ημιαπασχόληση καθημερινή για τάισμα, καθαριότητα, μάζεμα αβγών κλπ. Τα έξοδα της υπόθεσης είναι πολύ λίγα, ιδίως εμπρός στα έσοδα, τα οποία αφενός θα είναι το κέρδος της συμμετοχής των δημοτών στο πρόγραμμα, που θα έχει αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμα τη μείωση των απορριμμάτων, αφετέρου δε των οικονομικών κερδών από τα αβγά, το κρέας, την κουτσουλιά που θα πουλάει ο δήμος ή θα τα διαθέτει μέσω του κοινωνικού παντοπωλείου ή θα τα χαρίζει στους δημότες που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα.

Αντιδήμαρχοι, πρόεδροι, σύμβουλοι, προϊστάμενοι, όλοι συμφώνησαν με την πρότασή μου αλλά δεν νομίζω ότι θα την κάνουν πράξη, όπως τους έκοψα. Δεν πειράζει. Λέγε λέγε κάτι θα γίνει κάποτε, ο λόγος είναι σπόρος. Εδώ σήμερα μόλις, διάβασα άρθρο στον τοπικό τύπο που μιλάει για την ανάδειξη ενός νερόμυλου σε ένα γειτονικό χωριό, ζήτημα το οποίο όταν το θέταμε πριν 15 χρόνια μέσα από το Πελινναίο, μας χλεύαζαν “οικολόγους”, μας αποκαλούσαν τροχοπέδη στην ανάπτυξη του τόπου και μας απειλούσαν. Υπομονή λοιπόν και όλα θα γίνουν μια μέρα.

H ‘πολιτικοποίηση’ της επαρχίας στις νουβέλες του Γιάννη Μακριδάκη

Μελέτη – μεταπτυχιακή εργασία της Βασιλικής Καϊσίδου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης

 

Η δεξιά τσέπη του ράσου του Γιάννη Μακριδάκη

Η δεξιά τσέπη του ράσου του Γιάννη Μακριδάκη

Ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο: η ‘πολιτικοποίηση’ της επαρχίας

στις νουβέλες Λαγού μαλλί και Η δεξιά τσέπη του ράσου του Γιάννη Μακριδάκη

Από τα τέλη του 20ου αιώνα οι περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, στο συγκεκριμένο και το καθολικό έχουν ενταθεί. Φαινόμενα όπως η παγκοσμιοποίηση και η συνακόλουθη αποεθνικοποίηση, απελευθέρωση του κεφαλαίου και οι διεθνείς συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών, φέρνουν δυναμικά στο προσκήνιο τη διαλεκτική ανάμεσα στην ομογενοποίηση και τις τοπικές ιδιαιτερότητες στο πεδίο της οικονομίας, της πολιτικής αλλά και της κουλτούρας. Στο άρθρο αυτό σχολιάζονται μόνο οι πολιτιστικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης με τη βοήθεια του σχετικά πρόσφατου εννοιολογικού εργαλείου, glocalism. Η εξέταση αναπτύσσεται στο γόνιμο έδαφος της λογοτεχνίας, και συγκεκριμένα στο λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη. 

Λογοτεχνία τοπική και παγκόσμια

Ο υβριδικός όρος glocalization[i] (προκύπτει από τη σύνθεση των όρων global and local και μεταφράζεται στα ελληνικά ως «παγκοσμιοτοπικότητα» ή «πλανητοπικότητα»), είναι ένα διεπιστημονικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε αρχικώς στον επιχειρηματικό τομέα.[ii] Έκτοτε, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Roland Robertson, ο όρος αναφέρεται ευρύτερα στη διαδικασία με την οποία φαινόμενα τα οποία διαχέονται και διασπείρονται από τον ένα τόπο στον άλλο, προσαρμόζονται στη νέα τοπικότητα στην οποία φτάνουν.[iii]H συνεξέταση της λογοτεχνικής και διαδικτυακής δραστηριότητας του Μακριδάκη αποκαλύπτει τo σχετίζεσθαι του συγγραφέα με τη δυναμική ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο κατά τρόπο διττό: ως καλλιτεχνική δραστηριότητα και ως τμήμα της πολιτικής και ακτιβιστικής του δράσης. Η προοπτική αυτή αποκαλύπτει μια νέα ερμηνευτική του έργου του Μακριδάκη, η οποία υπερβαίνει τη σχέση του με τη λογοτεχνική παράδοση της ηθογραφίας και την ‘ελληνικότητα’ του έργου του—σημεία που έχουν επισημανθεί από την Κριτική ως τώρα. [iv]

Πιο συγκεκριμένα, η προσωπική του ιστοσελίδα (blog) αποκαλύπτει την σύνδεση του συγγραφέα με την έννοια του glocalization:

Από την Ινδονησία όπου οι πυρκαγιές κατακαίνε τα δάση εδώ κ δύο μήνες αφανίζοντας 8.000 είδη ζωής κ μολύνοντας την ατμόσφαιρα μέχρι την Εγνατία οδό όπου χθες πάλι μια αρκούδα έπεσε θύμα τροχαίου, η ανθρωπότητα δηλαδή ο καθένας μας, πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται. (Μακριδάκης, 2015)

Σε αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας βρίσκει αντιστοιχίες ανάμεσα στην ελληνική πραγματικότητα και απομακρυσμένες περιοχές, και πλαισιώσει τοπικά φαινόμενα μέσα στον παγκόσμιο ιστό. Παράλληλα, η Βενετία Αποστολίδου(2004) υποστηρίζει ότι η τοπικότητα είναι ένα επιμένον χαρακτηριστικό της νεοελληνικής πεζογραφίας. Όπως θα αναλύσω παρακάτω, οι νουβέλες του Μακριδάκη προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την εφαρμογή της έννοιας του glocalization, δεδομένου ότι το προσωπικό, το τοπικό, το εθνικό και το παγκόσμιο συνυφαίνονται ποικιλοτρόπως. Για να πάρει κανείς μια πρώτη γεύση από την ιδιαίτερη τεχνική του αρκούν τα παρακάτω: στη νουβέλα Λαγού Μαλλί (2013) ένας ναυτικός, (ο Σίμος) εσφαλμένα θεωρείται πως πλέει πίσω από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, στη μικρή νήσο Καστελόριζο, ενώ ο τελευταίος ανακοινώνει την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό οικονομικής στήριξης «Τρόικα»[v] με όρους αυστηρής δημοσιονομικής εξυγίανσης και μέτρων λιτότητας. Ακόμη, το καΐκι του Σίμου, το οποίο βρέθηκε να πλέει ακυβέρνητο σε τουρκικά νερά φέρνει στο προσκήνιο τις τεταμένες διεθνείς σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ενώ το ίδιο το καΐκι φλέγεται στην ψαρόσκαλα της Χίου, στο κέντρο της Αθήνας μαίνεται πυρκαγιά στο κτίριο της τράπεζας Marfin. Αντίστοιχα, στη νουβέλα Η δεξιά τσέπη του ράσου (2009) η σκυλίτσα του μοναχού Βικέντιου, Σίσσυ, γεννάει τρία κουταβάκια την ίδια νύχτα που ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Χριστόδουλος πεθαίνει.[vi] Τα ανωτέρω παραδείγματα αποκαλύπτουν την διαπλοκή του τοπικού, του εθνικού και του παγκόσμιου, η οποία θα διευκρινιστεί στη συνέχεια. Πρόκειται για τη «διαφορά μεγεθών» στην οποία έχει αναφερθεί ο Δημήτρης Παπανικολάου, η οποία, όπως θα φανεί, χρησιμεύει στην προβολή του μικρού, του τοπικού και του «ασήμαντου» (Παπανικολάου, 2011). 

Eπανορίζοντας το παγκόσμιο μέσα από την εντοπιότητα

Αρχικά θα εστιάσω στην  άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην τοπικότητα και την παγκοσμιότητα, όπως διαγράφεται μέσα από τις δύο υπό εξέταση νουβέλες αλλά και στην επικράτηση της πρώτης έναντι της δεύτερης. Έπειτα θα αναφερθώ στην επαναδιευθέτηση του τοπικού και προσωπικού μέσα στο εθνικό και το παγκόσμιό, υποστηρίζοντας ότι για τον Μακριδάκη η προσωπική και εντόπια ενεργοποίηση στοχεύει στο να επηρεάσει την εθνική—και κατ’ επέκταση—την παγκόσμια  πολιτική δομή.

Η νουβέλα Λαγού μαλλί πλαισιώνεται από την κηδεία και τον νεκρόδειπνο του Σίμου, ενός μοναχικού και βαρύθυμου ναυτικού, του οποίου την ιστορία πληροφορούμαστε από τις αλληλοδιαπλεκόμενες αφηγήσεις των τεσσάρων φίλων και μοναδικών παρισταμένων στην κηδεία. Το έργο θεματοποιεί την παράλληλη ύπαρξη δυο αλληλένδετων κόσμων: του ‘μεγάκοσμου’ με τα μείζονα κοινωνικό-πολιτικά γεγονότα (η ελληνική οικονομική κρίση· η πορεία διαμαρτυρίας και οι παράπλευρες απώλειες) και του επαρχιακού μικρόκοσμου της ατομικότητας (η ζωή και ο περίγυρος του Σίμου). Η μεταφορά του πλοίου γλαφυρώς εκφράζει την αλληλόδραση του παγκόσμιου και του τοπικού στο πλαίσιο της ανεξέλεγκτης διεθνοποιημένης χρηματοπιστωτικής πολιτικής η οποία πλήττει την ελληνική οικονομία και αυτή με τη σειρά της επιδρά στην τοπική οικονομία της Χίου. Οι φίλοι του Σίμου θαρρούν πως βλέπουν το καΐκι του να πλέει πίσω από τον Γεώργιο Παπανδρέου κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για το επικείμενο «ναυάγιο» της Ελλάδας. Ο ίδιος ο Μακριδάκης σε συνέντευξή του εκφράζει την επίγνωσή για τον συγκερασμό του εντόπιου και του εθνικού και το προβάδισμα του πρώτου στην βιοθεωρία του:

[…] αντίκρισα στην τηλεόραση τον Πρωθυπουργό να ανακοινώνει από το Καστελόριζο την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και από πίσω του να περνάει αμέριμνος ένας ψαράς […]. Η σύγκρουση των δύο κόσμων. Ο καπετάνιος της χώρας ανακοινώνει μέτρα που αφορούν τον καπετάνιο του καϊκιού. Και ο καπετάνιος του καϊκιού […] καλείται να προσαρμοστεί και να ζήσει καλουπωμένος μέσα στα μέτρα που του θεσπίζει ο καπετάνιος της χώρας. Εκείνη τη στιγμή έγινε ξαφνικά στα μάτια μου φόντο το πρώτο πλάνο και ο ψαράς ήρθε μπροστά [δική μου έμφαση]. (Μακριδάκης, 2010: παρ. 4)

Λαγού μαλλί του Γιάννη Μακριδάκη

Λαγού μαλλί του Γιάννη Μακριδάκη

Ακριβώς αυτή η κλισέ μεταφορά του πλοίου παραπέμπει στο ακόλουθο παράδειγμα της εγγραφής του glocalization στη νουβέλα. Η πυρκαγιά στην τράπεζα Marfin, παρουσιάζεται ως το κάτοπτρο της τελετουργικής καύσης των υπαρχόντων του νεκρού, συγκεκριμένα του καϊκιού του Σίμου. Σύμφωνα με τον αφηγητή:

[…] τρεις άνθρωποι εκαήκανε στην Αθήνα, χιλιάδες ήτανε από κάτω, διαδήλωση […] ένα ντουμάνι, λες και καιγότανε το Δεσποινιώ μέσα στην τηλεόραση, αφού ο Πετρος τα ‘χασε, νόμιζε πως και από το παραθύρι και από την τηλεόραση την ίδια μαυρίλα έβλεπε, πως είχε απευθείας σύνδεση με τη ψαρόσκαλα το κανάλι, αλλά όχι, στην Αθήνα καιγότανε μια τράπεζα κι εκεί ένα τρεχαντήρι, στην Αθήνα ήτανε χιλιάδες μαζεμένοι, εκεί μόνο οι τέσσερις [η έμφαση δική μου], ανόματοι, οι τεθλιμμένοι συγγενείς. (91-91)

Αυτός ο παραλληλισμός ανοίγει έναν διάλογο ανάμεσο στο κέντρο και την περιφέρεια της Ελλάδας, ανάμεσα στο καΐκι ως το παραδοσιακό μέσο βιοπορισμού για τους ντόπιους, και τον σύγχρονο τραπεζοπιστωτικό μηχανισμό από τον οποίο εξαρτάται το μέλλον της χώρας τότε (2010) αλλά και τώρα.

Άλλωστε ο ίδιος ο Μακριδάκης είναι ένας συγγραφέας ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στο τοπικό επίπεδο της Χίου.[vii] Αντλεί τα λογοτεχνικά του θέματα από τα έθιμα, τις παραδόσεις και τις καθημερινές ασχολίες των ντόπιων, και χρησιμοποιεί την χιώτικη ντοπιολαλιά για να τονίσει την «ιθαγένειά» του. Ταυτόχρονα, αφοσιωμένος στον πολιτικό και οικολογικό ακτιβισμό, αποτελεί έναν φυσικό παραγωγό που διακηρύττει την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση και έναν φλογερό μαχητή ενάντια στον καταναλωτισμό, και την επιχειρηματική αξιοποίηση της Χίου. Ταυτόχρονα, διατείνεται πως «ερημίτης δεν είμαι. Μένω μακριά από τις πόλεις, διότι δεν αντέχω την έλλειψη κοινοτισμού που υπάρχει στις σύγχρονες κοινωνίες. Έχω, όμως, καθημερινή επικοινωνία με πολλούς ανθρώπους μέσω Διαδικτύου» (Μακριδάκης, 2012: παρ. 4). Αντίστοιχα, σε μία άλλη συνέντευξη δηλώνει πως «έχω μετατοπίσει το κέντρο βάρους μου από μια τοπική γραφή σε μια πιο οικουμενική και έχω αρχίσει να ταξιδεύω και περισσότερο» (Μακριδάκης, χ.η.: παρ. 6). Ο συγγραφέας φαίνεται να υποδηλώνει πως η τοπικότητα δεν είναι ασύμβατη με τις σύγχρονες εξελίξεις και την πολιτική δράση, αλλά μάλλον το αντίθετο: οι συλλογικές δράσεις των μικρών κοινοτήτων είναι το εφαλτήριο για κάθε αλλαγή και επέμβαση στον εθνικό και—συνακόλουθα—τον παγκόσμιο ιστό.

Η προβληματική του glocalization  αισθητοποιείται και στη νουβέλα Η δεξιά τσέπη του ράσου. Το προσωπικό δράμα (ο θάνατος της Σίσσυς, της σκυλίτσας του ντόπιου μοναχού, Βικέντιου) αντιπαρατίθεται ειρωνικά με την εθνική υπόθεση υψίστης σημασίας (τον θάνατο του θρησκευτικού αρχηγού της Ελλάδας, Χριστόδουλου) και επισκιάζει τη δεύτερη. Πιο συγκεκριμένα, ο μοναχός Βικέντιος, απορροφημένος στον θάνατο της Σίσσυς πληροφορείται καθυστερημένα τον θάνατο του αρχιεπίσκοπου. Ακόμη και τότε, παρουσιάζεται πλήρως αδιάφορος για τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις και ελάχιστα συμπάσχει με τους πενθούντες πιστούς. Περισσότερο αναλώνεται στον θρήνο για την αγαπημένη του σκυλίτσα και—μάταια—πασχίζει να κρατήσει στη ζωή τα τρία κουταβάκια που γέννησε. Ταυτόχρονα, η αναζήτηση του διαδόχου του αρχιεπίσκοπου παραλληλίζεται με την αγωνιώδη προσπάθεια του Βικέντιου να διατηρήσει εν ζωή τον «διάδοχο» της Σίσσυς, δηλαδή το μοναδικό κουτάβι που επιβίωσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο στηΔεξιά τσέπη του ράσου το τοπικό συμφύρεται με το εθνικό, το προσωπικό με το συλλογικό και το κοσμικό με το θρησκευτικό.

Από τα παραπάνω προκύπτει πως ο Μακριδάκης στα δύο υπό εξέταση έργα συνδυάζει το καθολικό (διεθνές, εθνικό) με το ατομικό (τοπικό, προσωπικό). Στόχος του είναι να αναδείξει την τοπικότητα μέσα από την ελληνική επαρχία, ως αφετηριακό σημείο για την κατανόηση της παγκοσμιότητας και την απόπειρα πολιτικής επενέργειας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Εντούτοις, αυτό που με ενδιαφέρει και θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια είναι η συσχέτιση της λογοτεχνικής έμφασης στην τοπικότητα στο έργο του Μακριδάκη με την πολιτική του ιδεολογία στο πλαίσιο της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης.

Η “τοπική γραφή” ως πολιτική πράξη

H διερεύνηση της συγγραφικής πρόθεσης θα αναπτυχθεί με βάση τον τρόπο ζωής και τις δηλώσεις του Μακριδάκη, με στόχο να υποδειχθεί ότι το πολιτικό του εγχείρημα για κοινωνική αλλαγή απαρτίζεται από και παράλληλα συντονίζει την τοπική δράση και τη λογοτεχνική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, η έμφαση στην τοπικότητα και ατομικότητα στις αφηγήσεις του μπορεί να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη τον πολιτικό ακτιβισμό του συγγραφέα.

Ο Μακριδάκης έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί από τους κριτικούς ως ο επίγονος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Έχει θεωρηθεί πως οι ευάριθμες αναφορές στο δίπολο αγροτική ευτυχία vs. αστική κατάπτωση και οι προσπάθειές για την αναζωογόνηση ενός ιδεαλιστικού παρελθόντος συμπορεύονται με τους τρόπους της ηθογραφίας. Μολαταύτα, μια εκ του σύνεγγυς ανάγνωση του έργου του, διαψεύδει το εν λόγω επιχείρημα. Υποστηρίζω ότι στο Λαγού μαλλί η μοναξιά και ο θάνατος του κεντρικού χαρακτήρα σε συνδυασμό με τις αντιξοότητες του επαρχιακού περιβάλλοντος, αποκαλύπτουν την επίγνωση του συγγραφέα για τη σκοτεινή πλευρά της ελληνικής επαρχίας, παρά την αφοσίωσή του στις μικρές κοινότητες και την αντι-αστική νοοτροπία του. Οι δηλώσεις του Μακριδάκη είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές  ως προς τα διαφορετικά συγκείμενα μέσα στα οποία θεματοποιεί την ελληνική ύπαιθρο και τους ανθρώπους της: «Δεν νομίζω ότι είναι ζήτημα νοσταλγίας ούτε ότι κάνω ηθογράφημα» (Μακριδάκης, χ.η.: παρ. 5) αλλά «Τα βιβλία μου είναι πολιτικά [δική μου έμφαση], το μόνο που πρεσβεύω και κάνω είναι η χρήση παλαιών αγνών υλικών με σύγχρονη προσέγγιση και αντίληψη» (Μακριδάκης, 2013, παρ. 22). Συνεπώς, καθίσταται φανερό ότι μέσω της βιωματικής γραφής επισημαίνει την οικολογική καταστροφή,[viii] καθώς και την πολιτικό-κοινωνική ανισότητα στην ελληνική επαρχία.  Η θεματική αυτή στηρίζεται την στρατηγική κινητοποίησης των αναγνωστών για την υιοθέτηση ενός βιώσιμου, «κατά φύσιν» τρόπου ζωής μακριά από την καταναλωτική μανία της εποχής. Την επιδίωξή του αυτή παραδέχεται εμμέσως και σε συνεντεύξεις, όπου δηλώνει πως μέσα από το έργο του επιδιώκει να φέρει στο φως την κρυφή ζωή της ελληνικής επαρχίας και να προωθήσει μία συγκεκριμένη κοσμοθεωρία.

Η συνύφανση της «θερμής ειδησεογραφίας» και της μυθοπλασίας στις νουβέλες του Μακριδάκη, στην οποία έγινε αναλυτικά αναφορά, είναι το έναυσμα για την εστίαση στη διασύνδεση ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα είναι ένα εργαλείο για να τοποθετήσει χρονικά τις ιστορίες του, να καταδείξει πως αναφέρεται στο παρόν της ελληνικής επαρχίας—η οποία έχει ακόμη παλμό και ζωή—και κατ’ επέκταση να κινητοποιήσει. Στο μέτρο που τα ιστορικά γεγονότα (εθνικής ή παγκοσμίου εμβέλειας) υποβαθμίζονται και παρωδούνται, η αλληλόδραση μυθοπλασίας και πραγματικότητας απλώς εμφατικοποιεί την επικράτηση των εννοιών του ατομικού και τοπικού. Μέσα από αυτές επιχειρείται η αμφισβήτηση και (πιθανώς) η ανατροπή του εθνικού και διεθνούς οικοδομήματος. Αξίζει να προσέξει κανείς το παράδειγμα του ασήμαντου ψαρά που συγκεντρώνει όλο το αφηγηματικό βάρος, δήθεν πλέοντας πίσω από τον Έλληνα πρωθυπουργό—ο οποίος προωθεί σκληρές μεταρρυθμίσεις κατά τα κελεύσματα της τριμερούς δομής οικονομικού και δημοσιονομικού  ελέγχου, Τρόικα). Ή την κωμική αδιαφορία του μοναχού Βικέντιου για τον θάνατο του θρησκευτικού εκπρόσωπου, Χριστόδουλου, και την έμφαση στην ψυχική οδύνη για την απώλεια του αγαπημένου κατοικίδιου. Ο συγγραφέας, εμφατικά τονίζει και δίνει τον λόγο στις περιθωριοποιημένες ατομικότητες της ελληνικής περιφέρειας.

Τέλος, με μια σύντομη αναφορά στο πολιτικό project του συγγραφέα θα υποδείξω τη σχέση του με την ενθάρρυνση του σχεδιασμού έργων μικρής κλίμακας με σκοπό την πρόκληση αλλαγών σε τοπικό και έπειτα εθνικό επίπεδο. Ο ακτιβιστής Μακριδάκης ενορχηστρώνει συλλογικές πολιτικές δράσεις στη Χίο και τα γύρω νησιά, και οραματίζεται μία μετα-καταναλωτική κοινωνία θεμελιωμένη στην ευημερία χωρίς πρόοδο και την από-ανάπτυξη (την επιστροφή σε μικρές αυτόνομες κοινότητες, συνεταιριστικές δομές παραγωγής κτλ.). Εντούτοις, δεν περιορίζεται στον μονολιθικό τοπικισμό αλλά, ως ενεργός συγγραφέας και blogger, ενθαρρύνει την εκ νέου δόμηση του αξιακού μας κώδικα και τη συλλογική δράση μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη λογοτεχνία. Ταυτόχρονα, μεταφράσεις συνεντεύξεων και πολιτικών του κειμένων κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες του εξωτερικού, ενώ το 2015 μεταφράστηκε στα γαλλικά το έργο του H άλωση της Κωσταντίας. Συνεπώς, τόσο η πολιτική δράση του Μακριδάκη όσο και η συγγραφική του—ως τμήμα της πρώτης—, ενώ δίνουν το προβάδισμα στην ελληνική επαρχία, ταυτόχρονα γνωρίζουν και στοχεύουν στην εθνική και ευρωπαϊκή διάδοση.

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης και των πολυεθνικών δυνάμεων, ο Μακριδάκης από την ευρωπαϊκή περιφέρεια απαρνείται τις σύγχρονες τάσεις στη λογοτεχνική θεματολογία—όπως ο κοσμοπολιτισμός, η μετανάστευση και η κινητικότητα—και προκρίνει τα αντίθετα μοτίβα: στατικότητα, τοπικότητα, παράδοση. Παρακολουθώντας την εγγραφή του glocal στις νουβέλες του, διαπιστώσαμε τον συγκερασμό του συγκεκριμένου με το καθολικό, όπως εκδηλώνεται μέσα από τα δίπολα παρελθόν – παρόν και ατομικό – εθνικό. Η έμφαση αυτή στην τοπικότητα μπορεί να ερμηνευθεί, όπως υποστήριξα, ως αντανάκλαση της πολιτικής του ατζέντας.

Γιάννης Μακριδάκης

Γιάννης Μακριδάκης

Ο Μακριδάκης, ενεργός συγγραφέας, blogger, ακτιβιστής και φυσικός παραγωγός δεν κοιτά πίσω, αλλά αγκιστρώνεται στο παρόν και το μέλλον. Ο τοπικός προσδιορισμός των έργων του αποτελεί μία σαφή πολιτική δήλωση και στοχεύει στην πολιτική και περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των αναγνωστών. Ελπίζοντας σε έναν κόσμο θεμελιωμένο στην αυτόνομη κοινοτική οργάνωση και την αυτάρκεια της φυσικής παραγωγής, ο Μακριδάκης με τα βιβλία του συνειδητοποιεί το αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος και προτείνει μια αλλαγή κατεύθυνσης: ένα εναλλακτικό modus vivendi, το οποίο και ο ίδιος—πρακτικά και θεωρητικά—εγκολπώνεται.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Αποστολίδου, Β. From the Underworld to Other Worlds: Political Attitudes Contemporary Greek Fiction. In Mackridge, P. (Ed.), Contemporary Greek fiction in a united Europe: from local history to the global individual. (H. Giannakakē & U. of O. E. H. R. Centre, Eds.). Oxford : European Humanities Research Centre, University of Oxford, 1-21.

Μακριδάκης. Γ. (8 Δεκεμβρίου 2013), Συνέντευξη στην Αυγή. Ανακτήθηκε 27 Δεκεμβρίου 2015 από http://yiannismakridakis.gr/?page_id=3968

Μακριδάκης, Γ. (8 Νοεμβρίου 2015). Εντύπωση αθωότητος. Ανακτήθηκε  27 Δεκεμβρίου 2015 απόhttp://yiannismakridakis.gr

Μακριδάκης, Γ. (χ.η.). Συνέντευξη στον Βασίλη Καλαμαρά (Ελευθεροτυπία). Ανακτήθηκε 28 Δεκεμβρίου 2015 από http://yiannismakridakis.gr/?page_id=218

Παπανικολάου, Δ. (3 Μαϊου 2011). Ο γέρος, η θάλασσα και το Μνημόνιο. Ανακτήθηκε 28 Δεκεμβρίου απόhttp://www.tanea.gr/news/culture/books/article/4621261/?iid=2

 

1 M. St Student in Modern Languages (Greek), University of Oxford.

[i] Θα χρησιμοποιήσω την αγγλική ορολογία (glocal, glocalism, glocalization) λόγω της διάδοσης και αναγνωρισιμότητάς της.

[ii] Δημιουργήθηκε από οικονομολόγους στην Ιαπωνία και αρχικά αναφερόταν στην πολιτισμική προσαρμογή ενός διεθνούς προϊόντος/υπηρεσίας σε εθνική/τοπική κλίμακα. Ένα άμεσα κατανοητό παράδειγμα είναι η πολυεθνική επιχείρηση MacDonalds με το ειδικά προσαρμοσμένο στα Ελληνικά έθιμα νηστίσιμο μενού της Σαρακοστής.

[iii] Βλ. Robertson, R. Glocalization: Time-Space and Homogeneity-Heterogeneity. In Featherstone, M., Lash, S., Robertson, R., & ebrary, I. (Eds.). (1995). Global modernities [electronic resource]. London: London. Και Robertson, R. (Ed.). (2014). European Glocalization in Global Context [electronic resource]. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

[iv] Βλ. το σχόλιο του Χ. Γιανναρά στην Καθημερινή εφημερίδα πως θα απένεμε στον Μακριδάκη «βραβείο ιδιωτικής αντίστασης […] για να σωθεί η ελληνικότητα, τώρα που τελειώνει ο Ελλαδισμός».

[v] Ο όρος «τρόικα» χρησιμοποιείται για να περιγράψει οποιουδήποτε είδους τριμερή συνεργασία. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κρίσης απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

[vi] Η πυρκαγιά στην τράπεζα Marfin έλαβε χώρα στις 5 Μάϊου 2010, κατά τη διάρκεια της μαζικότερης πορείας διαμαρτυρίας για τα νέα μέτρα λιτότητας και προκάλεσε τον θάνατο τριών υπαλλήλων. Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, έχασε την μάχη με τον καρκίνο στις 28 Ιανουαρίου 2008. Ο προσδιορισμός αυτών των ιστορικό-πολιτικών συμφραζομένων κρίνεται απαραίτητος για την πληρέστερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι αφηγήσεις του Μακριδάκη αναμειγνύουν μείζονα γεγονότα της ελληνικής επικαιρότητας με τις ήσσονος σημασίας ιστορίες των ηρώων της επαρχίας.

[vii] Επιμελείται και εκδίδει το τριμηνιαίο περιοδικό Πελίνναιο, ενώ το 1977 ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών.

[viii] Λόγου χάρη, όταν ο Σίμος θρηνεί για την μόλυνση της θάλασσας και την εξαφάνιση της θαλάσσιας ζωής.

Η Βασιλική Καϊσίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992, αλλά ζει στην Οξφόρδη όπου εκπονεί μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Είναι αριστούχος απόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας (ΜΝΕΦ) του Πανεπιστημίου Αθηνών, με προπτυχιακές και μεταπτυχιακές υποτροφίες και διακρίσεις για τις ακαδημαϊκές της επιδόσεις. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στον χώρο της Συγκριτικής Λογοτεχνίας και της Πολιτισμικής Κριτικής. Αυτή τη στιγμή ασχολείται με τη συγκριτική εξέταση Ισπανικής και Ελληνικής Λογοτεχνίας του 20ου αι. Παράλληλα, αρθρογραφεί για σχετικά με τη λογοτεχνία θέματα (κριτικές, αφιερώματα, αναλύσεις) σε διάφορους διαδικτυακούς ιστότοπους, ενώ άρθρα και μελέτες της έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο.

Πηγή

Φυσικός αγρός “Σπουδαία τα λάχανα”

Ένα διαρκές καθημερινό εργαστήρι φυσικής ζωής, φυσικής διατροφής, φυσικής καλλιέργειας.

Τα σαββατοκύριακα της άνοιξης ειδικές δράσεις. Σπορές, μπολιάσματα, τροφοσυλλογή, γνωριμία με τα φυτά και τον τόπο, γεύματα φυσικής διατροφής, ωμοφαγία, κατασκευή σπορείων, κατασκευή μπαλκονόκηπων, κατασκευή φυσικών αγρών. Μέγιστος αριθμός συμμετοχών για κάθε σαββατοκύριακο 10 άτομα. Για δηλώσεις συμμετοχής akridaki@gmail.com

Σημείον ελπίδας

Σήμερα πέρασα όλη τη μέρα μου παρέα με τα φυτά.

Στο μεσημεριανό πιάτο μαϊντανά, σέλινα, σέσκουλα, μαρούλι, αντίδι, σπαράγγια ήμερα, φρέσκο σκόρδο και κρεμμύδι, άνηθος, ελιές κουρμάδες, πιπεριά καυτερή, λεμόνι, ελαιόλαδο ψυχρής έκθλιψης και παξιμάδι κρίθινο.

Σκεφτόμουν όσο έτρωγα ότι σε όλη την Ευρώπη η ακροδεξιά ανεβαίνει αλλά η ελληνική κοινωνία που έρχεται σε επαφή καθημερινά με τους πρόσφυγες, δείχνει προς το παρόν να αγνοεί παντελώς τους θλιβερούς νεοναζί και αυτό είναι ένα σημείον υγείας και ελπίδας μέσα στην παρακμή μας.