Χαίρε Ζωή

Λαμβάνω πολλά μέηλ από ανθρώπους που με ρωτούν γιατί δεν γράφω πια στο φβ ή γιατί εξαφανίστηκα από την αρθρογραφία εδώ, αλλά και στο thepressproject, όπου έγραφα κάποτε συχνά.

Η απάντηση είναι ότι βαρέθηκα. Επί πέντε χρόνια έγραψα πάρα πολλά κείμενα για το σύστημα, για το οικοσύστημα, για την μετακαταναλωτική κοινωνία στην οποία είναι ανάγκη πάσα να μεταβεί ο καθένας από μας για να αποφορτιστεί το σύστημα που εκπροσωπούμε πριν εκραγεί και μας πάρει μαζί του, για το αδιέξοδο στο οποίο έφτασε το προσφυγικό θέμα, για το επίσης αδιέξοδο στο οποίο έφτασε το οικονομικό θέμα, και για το τέλος της χώρας και της κοινωνίας μας, που θα γίνει σύντομα ορατό, λόγω της εκποίησης των φυσικών μας πόρων που θα οδηγήσουν στην απόλυτη φτώχεια και στην εκπόρνευση τους εγκλωβισμένους κατοίκους αυτής της πατρίδας, ιθαγενείς, πρόσφυγες και μετανάστες. Έγραψα τραγικά πολλά κείμενα, τόσο που βρέθηκε κιόλας κάποια ερευνήτρια αναγνώστρια με πολλά κουράγια, να τα μαζέψει, να τα ομαδοποιήσει, να τα κάνει βιβλίο συλλογή, έτσι μου διαμήνυσε, χαρά στο κουράγιο της, λέω εγώ και ότι όλα είναι τελείως μάταια.

Δεν έχω τίποτε άλλο να πω λοιπόν, γι’ αυτό δεν αρθρογραφώ πια. Τώρα αναμένω στωικά την τελική φάση του δράματος και απλά κάθομαι ολημερίς στον φυσικό αγρό “μου”, ξαπλώνω ανάμεσα στα φυτά, κουβεντιάζω μαζί τους και τα συναναστρέφομαι σχεδόν αποκλειστικά, πηγαίνω βόλτες στα χωράφια και στο βουνό και συλλέγω τροφή, απολαμβάνω δηλαδή γενικώς όσο μπορώ το δώρο της Ζωής στην απόλυτη διάστασή του διότι είμαι πολύ απαισιόδοξος για το κοινό μας σύντομο μέλλον.

Γι’ αυτό φροντίζω να γίνομαι σιγά σιγά μέρος αναπόσπαστο του φυσικού αγρού που με τρέφει, χώμα κι εγώ μια μέρα εδώ, αφού δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψω για κανέναν λόγο.

Κοπιάστε

Το φυσικό αγρόκτημα “Σπουδαία τα λάχανα” βρίσκεται σε οργασμό αυτή την εποχή της πρώιμης άνοιξης

Τριγύρω μνημόνια, μπλόκα αγροτών παραδομένων στο σύστημα, πρόσφυγες που έρχονται και αποκλείονται εδώ, μια ευρωπαϊκή ένωση που διαλύεται και μια Ελλάδα που πεθαίνει ως κράτος αφού έχει ήδη απονεκρωθεί από χρόνια ως κοινωνία αλλά το κομματάκι της γης, το οποίο φροντίζω είναι από μόνο του ένα μικρό οικοσύστημα, με μυριάδες ζωές εντός του να αλληλοσυμπληρώνονται.

Εδώ και δυο τρεις μέρες με τούτες τις λιακάδες τις λαμπερές και ζεστές άρχισαν να σκάνε μύτη τα σπαράγγια από τη γη και ο φυσικός καλλιεργητής αλλά και οι επισκέπτες του αγρού αποκτούν ένα τέλειο χαμόγελο όταν τα συναντούν άξαφνα μες στα πόδια τους.

Αν τα σπαράγγια όμως έχουν μια λεπτή και ευγενική γεύση, έχουμε και τις βομβίτσες ουρανίσκου, οι οποίες φύονται μόνες τους πια, κατά τούφες, ανάμεσα σε όλα τα φυτά που έχουν ανθίσει πλέον και δεν είναι άλλες από τα πάμπολα φρέσκα σκορδάκια, τα καθημερινά συμπληρώματα κάθε ωμής μας συνταγής.

Σήμερα την ώρα που έκοβα σαλάτα και έβγαζα σκορδάκια, είχα πλησιάσει με το δάχτυλο και ένα σπαράγγι και σκεφτόμουν να το τραβήξω από τη γη, χτύπησε το τηλέφωνο και με πληροφόρησαν από τις εκδόσεις της Εστίας ότι μέσα σε αυτή την ανύπαρκτη αγορά βιβλίου, ο Ανάμισης ντενεκές πάει ξανά τυπογραφείο για την 11η έκδοσή του (12η χιλιάδα) και η Πρώτη Φλέβα έρχεται πολύ σύντομα κι αυτή.

Καλή αντάμωση λοιπόν στη γη και στη λογοτεχνία. Κερνάω σπαράγγια, σκορδάκια και λέξεις, κοπιάστε

 

Να ένας συγγραφέας

Καλό λογοτεχνικό βιβλίο για εμένα είναι εκείνο το βιβλίο που:

όταν το διαβάζω οι λέξεις του γραπώνουν τη φαντασία μου με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να μου αποσπάσει την προσοχή,
έχει όμορφες λέξεις, προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν στίχος,
έχει λέξεις διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιώ στην καθημερινότητα μου,
όταν σταματάω την ανάγνωση πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται την ιστορία του,
ανυπομονώ να τελειώσω ό, τι κάνω για να αφεθώ στις λέξεις του,
όταν το ξαναπιάνω στα χέρια μου δεν έχω ξεχάσει τίποτα από τις προηγούμενες σελίδες,
έχει μια δόση αλήθειας πίσω από το μύθο,
μου μαθαίνει κάτι καινούριο,
μένει στη μνήμη.
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο πιο δύσκολα βρίσκω ένα βιβλίο που περιέχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όταν όμως το βρίσκω το εκτιμώ περισσότερο. Δεν ξέρω αν φταίω εγώ που δεν συγκεντρώνομαι πια τόσο εύκολα ή ο συγγραφέας που δεν με βοηθά να συγκεντρωθώ.
Αφορμή όλων αυτών των σκέψεων είναι “Η δεξιά τσέπη του ράσου” του Γιάννη Μακριδάκη που εκδόθηκε το 2009. Είχα ακούσει/ διαβάσει καλά λόγια για τον συγγραφέα που ζει στη Χίο οργώνοντας τον κήπο του και γεμίζοντας λευκές κόλλες χαρτί, άλλωστε διαβάζω τις λέξεις που αφήνει στο μπλογκ του. Ανυπομονούσα να διαβάσω κάποιο από τα βιβλία του και έτυχε να ξεκινήσω με τον εν λόγω τίτλο. Από τις πρώτες λέξεις της ολιγοσέλιδης νουβέλας κατάλαβα ότι ξεκινώ ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ειδικά αν κάποιος έχει ζήσει τη ζωή σε ένα μοναστήρι θα καταλάβει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.
Η ιστορία περιγράφει τις σκέψεις ενός πραγματικού καλόγερου που ζει αποκομμένος από τον κόσμο, με στερήσεις, νηστεία, προσευχή και διακονήματα. Ενδιαφέρεται ελάχιστα για ό,τι συμβαίνει στα εσωτερικά της εκκλησίας και για τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι και αυτή η μοναξιά που προστέθηκε στη ζωή του στο μοναστήρι που δεν αντέχεται, να μη νιώθεις μια ανάσα δίπλα σου. Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου φαίνεται να μην τον απασχολεί ιδιαίτερα καθώς το γεγονός αυτό τον βρίσκει να γιατροπορεύει την εγκυμονούσα σκυλίτσα του, η Σίσσυ, τη μόνη συντροφιά του στο έρημο παραθαλάσσιο μοναστήρι του ακριτικού νησιού. Ο θάνατός της αλλά και η προσπάθεια να κρατήσει στη ζωή τα κουτάβια που άφησε πίσω της λίγο πριν ξεψυχήσει γίνονται η μοναδική έγνοια του. Αυτή η μοναδική έγνοια του ήρωα γίνεται συνάμα και η μόνη έγνοια του αναγνώστη. Κι όταν ένας συγγραφέας καταφέρνει να αφαιρέσει όλες τις δικές σου έγνοιες να τις κάνει ασήμαντες και να σε παρασύρει μέσω της ανάγνωσης των λέξεων στο δράμα της φαντασίας του, τότε αυτός σίγουρα είναι ένα καλός συγγραφέας και νιώθεις καλά στην ιδέα ότι υπάρχει και γράφει τέτοιες ιστορίες.
Εξαιρετικό βιβλίο και είμαι σίγουρη ότι και τα υπόλοιπα που έχει εκδώσει θα είναι αντάξια του.

Βίος και πολιτεία ενός “ανεπρόκοπου”

Μύρισε άνοιξη. Κάθισα στο χώμα ανάμεσα στα φυτά και τα ζούδια, κάτω από τις ανθισμένες ρόκες και τα ραπάνια, δίπλα στα ρεβίθια, τα κουκιά, τους αρακάδες, τα σέλινα, τα μαϊντανά, τα ραδίκια, τα σπανάκια, τα σέσκουλα, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, τα παντζάρια, τα πρώτα σπαράγγια που φάνηκαν και σε χίλια δυο άλλα ήμερα και άγρια είδη ζωής, έγινα ένα με τα παραπούλια των μπρόκολων, με τα κουνουπιδάκια και τις λαχανίδες, κοίταξα από χαμηλά τις αμυγδαλιές που είναι ολάνθιστες, τη γαζία που δεν λέει να σταματήσει να ευωδιάζει ακόμη και με τα στερνά των ανθρών της, τα φρουτόδεντρα που σκάνε δειλά τα μάτια τους, τα ξινά που είναι γεμάτα ακόμα καρπό και τις ελιές που δεσπόζουν, οριοθετούν και προστατεύουν το επιμέρους σύνολο, αφουγκράστηκα το Χάος για άλλη μια φορά αυτό το ανοιξιάτικο απόγευμα και ένιωσα απόλυτα ελεύθερος ως εν αρμονία ζώντας εντός Του, ως συνειδητή συνιστώσα της ισορροπίας Του, ως συμμέτοχος του Θαύματός Του. Ελεύθερος διότι δεν με φοβίζει πια διόλου το καταναλωτικό σύστημα, δεν με τρομάζει πλέον ο κόσμος του και δεν ελπίζω τίποτε από αυτόν, αφού ουσιαστικά δεν έχω πια καμία σχέση μαζί του και δεν πιστεύω στις ευτελείς του αξίες, δεν ασχολούμαι ούτε λεπτό της ημέρας μου με αυτές. .

Κάθισα στη γη και σήμερα για ώρες πολλές και θαύμαζα τη ζωή τριγύρω μου, άκουγα χαμογελαστός τη συναυλία των μελισσσών και των πετεινών του ουρανού, δεν κατανάλωσα τίποτε, δεν κυκλοφόρησα για μιαν ακόμη μέρα το χρήμα, δεν συνέβαλα διόλου στην ανάπτυξη και στην αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ, παρά έκατσα, ως ανεπρόκοπος, και άκουγα τα πουλιά όλη μέρα, μέχρι που έφυγε το φως και πήγανε να κουρνιάσουν.

Ένιωσα όμως ξανά να με πλημμυρίζει το απόσταγμα του βίου μου, βεβαιώθηκα δε για μιαν ακόμη φορά ότι αυτό το ολοζώντανο μικρό φυσικό κτήμα είναι το σπουδαιότερο έργο της ταπεινής πολιτείας μου.

Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ»

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ», σκέφτομαι τον δισήμαντο τίτλο του και δεν αποφασίζω αν θέλω να γράψω «αντί στεφάνου» ή «αντί Στεφάνου». Γιατί υπονοούνται και οι δύο εκδοχές. Ακόμη σκέφτομαι πόσα νοηματικά επίπεδα μπορεί να χωρέσει μια νουβέλα με λιγότερες από 130 σελίδες.
Κι όμως, στο σύγχρονο σύμπαν της ελληνικής λογοτεχνίας, που αρέσκεται στην ευκολία επιφανειακών παρατηρήσεων, έχουμε εδώ ένα μικρό «το δέμας» βιβλίο, που επιμένει να μας δείχνει τον πολυδιάστατο προβληματισμό του.
Μια σειρά αντιθέσεων και αναγκαστικών συμβιώσεων. Ανάμεσα στο σύμπαν και στον «μικρόκοσμο» της γήινης σφαίρας, την οποία κατοικούμε. Ανάμεσα στην φαντασιακή παντοδυναμία του ανθρώπου και στην αδυναμία των άλλων όντων, ταγμένων στην υπηρεσία των ορέξεών του. Ανάμεσα στο αστικό κέντρο και στην απομονωμένη ύπαιθρο. Και τέλος, σαν αποκορύφωμα των αντιτιθεμένων, η περίεργη συνύπαρξη – μέσα στον ίδιο μικρόκοσμο του ξεχασμένου από θεούς και ανθρώπους μικρού χωριού- του Στέφανου με όλους τους άλλους. Απέναντί του όλοι. Εν μέρει και με τη δική του βούληση. Σχηματικά, αν το φέρουμε στον νου μας, μοιάζει σαν να έχουμε ομόκεντρους κύκλους, σε φθίνουσα λογική, και μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ανάπτυξη αντιθέσεων. Στο κέντρο όλων τελικά ο ήρωας. Γύρω από το πρόσωπο του Στέφανου θα χτιστεί η ιστορία. Ενός περίεργου κατοίκου του μικρού οικισμού του νησιού (όλες οι ιστορίες του συγγραφέα διαδραματίζονται στον γενέθλιο τόπο του, τη Χίο), ο οποίος ζει μακριά απ’ όλους μια ζωή πιο πολύ δεμένη με τη φύση παρά με τους ανθρώπους-βιαστές της. Μυημένος σε ολιστικές αντιλήψεις που γνώρισε στα ταξίδια του (Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία) κι έχοντας παρατήσει τις συμβατικές ιατρικές του σπουδές, θα αφοσιωθεί στο όραμά του. Να δημιουργήσει καλλιέργειες απολύτως συμβατές με τον φυσικό χώρο, προκειμένου να διαθέσει τα προϊόντα του στους πένητες συνανθρώπους του. Να, όμως, που η ανατρεπτική διάθεση του συγγραφέα θα του αναθέσει το βαρύ καθήκον να υπηρετήσει τον τόπο του από το πόστο του νεκροθάφτη. Και μάλιστα με πρώτη του επείγουσα δουλειά να θάψει τη μητέρα του.
Ο Στέφανος, ωστόσο, έχοντας  μεγαλόπνοα σχέδια στο μυαλό του για μια ιδιόμορφη καλλιέργεια εντός νεκροταφείου, και αγνοώντας τα άλλα πραγματικά μεγαλόπνοα σχέδια του πλούσιου εξ Αμερικής θείου του, δέχεται και αναλαμβάνει να ανοίξει τον σχετικό τάφο. Μόνο που, σε αντίθεση με τις δικές του αγαθές προθέσεις, άλλα είναι τα σχέδια των υπολοίπων του χωριού. Δεν θα ταίριαζε στο ταπεινό τους νεκροταφείο ένας τεράστιος μαρμάρινος τάφος, κατόπιν ευγενικής χορηγίας του θείου, με το ανάλογο οικόσημο; Πώς να συμβιβαστούν με τον απλό σκαμμένο τάφο, τον προορισμένο να γίνει ιδιότυπος λαχανόκηπος, κατά τις βουλές του νέου νεκροθάφτη; Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Και πάντοτε το αποτέλεσμά της αποβαίνει σε βάρος του πλέον αδυνάτου. Όπως άλλωστε γίνεται με όλες τις προαναφερθείσες αντιθέσεις ξεκινώντας από τον σύμπαντα κόσμο και καταλήγοντας στον μικρόκοσμο που ζει ο Στέφανος.

Οπωσδήποτε λειτουργούν οι συμβολισμοί στη νουβέλα αυτή. Και από εκεί προκύπτει και ο προβληματισμός. Ένα κείμενο με μηνύματα που χτυπούν πολλές πόρτες; Κυρίως όχι. Και αυτό γιατί η συγγραφική δεινότητα του Γιάννη Μακριδάκη οδηγεί αλλού. Κατάφερε να κατασκευάσει ένα ζωντανό κείμενο, μακριά από διδαχές  και πιο κοντά σε μια φυσική ροή των πραγμάτων που συμβαίνουν  γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Που παρουσιάζονται με γερή δόση χιούμορ, το οποίο αποφορτίζει την πλοκή από κάποια φιλοσοφική διάθεση ( που θα ήταν ίσως αναμενόμενη) και μας κατευθύνει στην απόλυτη απόλαυση μιας ιστορίας που θα μας θυμίσει διακωμώδηση ή παρωδία της ζωής στην μικροκοινωνία του ελληνικού χωριού. Με τη συνδρομή της γλώσσας, που αποτελεί το τέλειο εύρημα του συγγραφέα. Μια γλώσσα που συνταιριάζει με την επιθυμία των κατοίκων να ανέλθουν σε επίπεδα ανώτερα των αναλογούντων στο ύψος τους, μια μικτή γλώσσα με επιλεκτική καθαρεύουσα, που αποζητά τάχα να αποκαθάρει τους φορείς της από τη συμπλεγματική τους κατωτερότητα.
Ένα απολαυστικό αφήγημα που θα μπορούσε να αποτελεί έναν ύμνο στον αγώνα κάποιων λίγων ιδεολόγων προς υπεράσπιση του φυσικού τρόπου ζωής. Δεν το κάνει, όμως, αυτό με ευθύ τρόπο -συνειδητά πιστεύω- κυρίως γιατί στοχεύει στην απόλαυση της ανάγνωσης, και μέσω αυτής στον όποιο προβληματισμό ήθελε προκύψει. Νομίζω πως αυτός είναι ο καταλληλότερος δρόμος για κάποιον που αγαπά τη γραφή και δεν τη βλέπει σαν μέσο για να ηθικολογήσει αλλά σαν αυθεντική αισθητική απόλαυση.
Τελικά η γραφή «αντί Στεφάνου» ή «αντί στεφάνου», δεν αποτελεί πρόβλημα. Ίσα ίσα εμπλουτίζει το βιβλίο με διάθεση παιγνιώδη, ακόμη από την ανάγνωση του εξωφύλλου.

(Διώνη Δημητριάδου)

Το Bookia προτείνει…

…Η δεξιά τσέπη του ράσου

Η δεξιά τσέπη του ράσου

 Η πρώτη σκέψη είναι ότι ο τίτλος περιέχει πολιτικό υπονοούμενο, «δεξιά», «τσέπη», «ράσο», «παπάς», «εκκλησία»… Ίσως και να περιέχει, με την έννοια ότι οποιαδήποτε κοινωνική δομή, δράση, στερεότυπο, έχει πολιτική διάσταση.

Όμως, μία τέτοια ανάγνωση θα μας στερούσε τη γοητεία τού κειμένου, την απλότητά του, τον τρόπο που ενεργεί στην ψυχή τού αναγνώστη.

Τα σημαντικά πράγματα για τη ζωή λέγονται με απλά λόγια, σαν σε παιδικό παραμύθι, με διδακτικό τρόπο αλλά χωρίς δασκαλίστικη διάθεση, χωρίς το δάχτυλο να κουνιέται στο πρόσωπο τού αναγνώστη.

Λοιπόν; Ποια απώλεια είναι πιο σημαντική; Ο θάνατος τού αρχιεπισκόπου στην πρωτεύουσα για την οποία θρηνεί όλο το έθνος ή ο θάνατος τού σκύλου ενός μοναχού που ζει εντελώς μοναχός στο μοναστήρι ενός απομακρυσμένου νησιού;

Χμ! Εξαρτάται από τη σχέση που έχει ο καθένας είτε με τον αρχιεπίσκοπο είτε με το σκυλάκι. Η ζωή που ζει ο καθένας και οι σχέσεις που δημιουργεί, ορίζουν το κόστος των απωλειών. Ως αναγνώστες όμως χωρίς σχέση με τη μία απώλεια ή την άλλη, τι θέση μπορεί να πάρουμε;

Ο συγγραφέας με παρέσυρε εκεί που προφανώς ήθελε. «Τελείωνε με τον αρχιεπίσκοπο, πες μου τι έγινε με το σκυλάκι», έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται καθώς διάβαζα το βιβλίο, ζώντας την αγωνία τού μοναχού για τα πλάσματα με τα οποία μοίραζε τη ζωή του. Αυτός, το σκυλάκι και το Θείο είτε ως Θεός είτε ως Φύση.

Η απλότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τής ιστορίας, όχι μόνον στη γλώσσα και στην αφήγηση αλλά και στη ζωή. Μία ζωή τόσο απλή όσο αυτή τού μοναχού, δεν μπορεί να περιγραφεί παρά με αντίστοιχα απλό τρόπο. Απλή ζωή στην καθημερινότητά της, στις έγνοιες, ακόμα και στον τρόπο που μετρούσε τις ημέρες.

Όμως, ο συγγραφέας, ανώδυνα φαινομενικά, δεν παραλείπει να στηλιτεύσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, τον εγωισμό και τη ματαιοδοξία, που κυριαρχούν, ίσως περισσότερο, σε ανθρώπους που τάχθηκαν να τις πολεμήσουν, στους ιεράρχες τής εκκλησίας που συγκρούονται μεταξύ τους για τη διαδοχή, στον ηγούμενο τού μοναστηριού που έβλεπε το μέλλον τού μοναστηριού μόνον έως το τέλος τής δικής του ζωής, αφήνοντάς το στην τύχη του, να ερημώσει από ανθρώπους διώχνοντας όσους δεν μπορούσε να ελέγξει, όσοι ήταν «ανώτεροί του», μένοντας τελευταίος και ολομόναχος ο μοναχός τής ιστορίας.

Δεν ταιριάζουν περισσότερα λόγια σε ένα τόσο όμορφο έργο. Αν ειπωθούν, το ακυρώνουν. Πες μου, τι μπορείς να πεις για τον Ήλιο όταν βγαίνει το πρωί; Τίποτα! Απλώς το ζεις. Τόσο απλά. Μην το χάσετε.

 

http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=140813

Τεκμήριο Λωβοκομείου

Διαβάζω ότι θα ξαναπροβληθεί το σήριαλ Το Νησί. Δεν το είχα δει ούτε τότε που προβλήθηκε για πρώτη φορά, ούτε τώρα θα το δω, δεν έχω άλλωστε τηλεόραση για περισσότερα από 15 χρόνια.
Θυμάμαι όμως την περίπτωση διότι τότε ασχολιόμουν με το Λωβοκομείο της Χίου, ένα Άσυλο Λεπρών με μακραίωνη ιστορία, το οποίο εδώ και μερικές δεκαετίες φθείρεται και λεηλατείται συστηματικά, αποτελεί δε έναν πλούσιο σε τεκμήρια χώρο ιστορικής μνήμης και έναν απίστευτης ενέργειας τόπο.
Η σχέση του Λωβοκομείου της Χίου με την Σπιναλόγκα ήταν μεγάλη, περισσότερο μια σχέση “ανταλλαγής” εξορίστων από τον έναν τόπο στον άλλο.
Η τοπική κοινωνία και οι αρχές δεν έδειξαν ποτέ κανένα απολύτως ενδιαφέρον για το σημαντικό ιστορικό αυτό Ίδρυμα του νησιού. Το αντιμετωπίζουν εδώ και δεκαετίες ως νεκρό χώρο και ως βάρος ασήκωτο που δεν θέλει κανείς να αναλάβει. Αρκούνται μόνο σε επιμνημόσυνες δεήσεις και σε κατά καιρούς συσκέψεις που δεν έχουν ποτέ καμία συνέχεια.
Προσωπικά ασχολήθηκα κάποτε λίγο πιο συστηματικά με το Ίδρυμα και έκανα μια έρευνα η οποία διήρκεσε λίγο περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Βρήκα λοιπόν σε μια συνοικία της Αθήνας μία ηλικιωμένη κυρία, η οποία είχε περάσει τα χρόνια της νιότης της ως ασθενής του Χάνσεν, τρόφιμη του Λωβοκομείου της Χίου και μάλιστα είχε γεννήσει και το παιδί της μέσα στο Ίδρυμα λίγο πριν αυτό κλείσει για πάντα και μεταφερθούν οι ασθενείς του στην Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω.
Η όλη πορεία της έρευνας αλλά και της μακροχρόνιας, δύσκολης και πεισμώδους προσπάθειάς μου να πείσω την εν λόγω κυρία να μου μιλήσει για τις αναμνήσεις της από τη ζωή της ως “λεπρή στο Λωβοκομείο Χίου”, θα μπορούσε να αποτελέσει μυθιστόρημα το οποίον όμως δεν με ενδιαφέρει να γράψω, τουλάχιστον προς το παρόν. Έτσι κρατάω στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου την εμπειρία της έρευνας αυτής, ως προσωπικό λάφυρό από τη ζωή. Έχω όμως και ένα ηχητικό αρχείο της συνάντησής μου με την κυρία, όταν κατάφερα επιτέλους και την έπεισα να με δεχτεί στο σπίτι της στην Αθήνα, αρχείο που κατά πάσα πιθανότητα θα υπάρχει και μετά από ενδεχόμενη κατάρρευση του μυαλού μου. Παρόλο που η αφήγήσή της δεν είναι ρέουσα, λόγω του ότι είχε απωθήσει από τη μνήμη της πολλές βασικές παραμέτρους και έπρεπε να την τσγκλάω συνεχώς κάνοντας αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής, που είχα γνωρίσει μέσα από την έρευνα των γραπτών τεκμηρίων, είναι νομίζω ένα ντοκουμέντο πολύ σημαντικό και χρήσιμο για την ιστορία και για το μέλλον του Ιδρύματος. Γνωστοποιώ λοιπόν εδώ την ύπαρξή του, για παν ενδεχόμενο.

Ο ρόλος του Έρωτα και της Λογοτεχνίας στην Ιστορία

Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 και ώρα 12 το μεσημέρι, σμήνος βρετανικών βομβαρδιστικών αεροσκαφών πέρασαν πάνω από το λιμάνι της Χίου και βομβάρδισαν το σουηδικό πλοίο Wiril, το οποίο βρίσκόταν στην υπηρεσία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και εκφόρτωνε σιτάρι και άλλα τρόφιμα για τον βασανισμένο από την πείνα της Κατοχής λαό του νησιού.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης αυτής των συμμάχων σκοτώθηκαν 18 άνθρωποι, οι περισσότεροι εργάτες που ξεφόρτωναν τα σακιά από το πλοίο, αλλά και ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής Χίου Βαστερχάουζερ και ο Σουηδός αντιπρόσωπος του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταυρού Νιλς Νίλσεν, ο οποίος είχε αυτοπροσώπως μεριμνήσει για την άφιξη του πλοίου στη Χίο.

Η τραγική αυτή επιχείρηση των βρετανικών δυνάμεων δεν αιτιολογήθηκε, ούτε διαλευκάνθηκε ποτέ. Ποτέ δεν κατατέθηκε στην Ιστορία ο λόγος για τον οποίον έλαβε χώρα. Ποτέ δεν ανακοινώθηκε κάτι επ’ αυτής, αν ήταν μια λανθασμένη ενέργεια, αν ήταν εσκεμμένη, αν υπήρξαν ανακριβείς πληροφορίες περί του φορτίου και του ρόλου του πλοίου στο λιμάνι της Χίου. Παρόλες τις φήμες και τις εικασίες των ερευνητών, το ιστορικό αυτό έγκλημα πολέμου παραμένει ακόμη ανεξιχνίαστο.

Εδώ έρχεται λοιπόν η λογοτεχνία και επιτελεί κάποιες φορές και ρόλο επεξήγησης και διαλεύκανσης της Ιστορίας. Αφού δεν ανέλαβε κανείς την ευθύνη του παράλογου βομβαρδισμού, την αναλαμβάνει εξολοκλήρου ο Κωσταντής Χάψας, ο ήρωας του Ήλιος με δόντια. Δεν είναι όμως αυτό το σημαντικό της υπόθεσης, αλλά το ότι μέσα από την λογοτεχνική εξιστόρηση προσωπικών και κοινωνικών συμβάντων της ιστορικής εκείνης περιόδου, ο Κωσταντής προσεγγίζει την καρδιά του ζητήματος και φτάνει στο να εξηγήσει το γιατί έγινε το κακό. Διότι πολλές φορές η Ιστορία δεν μπορεί να βασιστεί πια μονάχα επί γραπτών πηγών και ξύλινων ιστορικών ντοκουμέντων. Η Ιστορία δημιουργείται από ανθρώπους, που έχουν συναισθήματα και αυτά τα συναισθήματα καθόριζουν την πορεία Της. Η λογοτεχνία μπήκε λοιπόν σφήνα στην ιστορική έρευνα και έδωσε την απάντηση. Ο Νιλς ήταν ερωτευμένος με την Θάλεια, είχαν μάλιστα προγραμματίσει να κάνουν και τον γάμο τους επί του Wiril, μόλις τελείωνε η εκφόρτωση των σιτηρών στο λιμάνι της Χίου και έτσι, από την λαχτάρα του να τη δει και να την παντρευτεί, καθόσον ήταν μακριά της, επιβιβασμένος στο Wiril και γυρνούσε τα νησιά για να εκφορτώνει τρόφιμα, έφερε το βαπόρι δυο μέρες νωρίτερα στη Χίο, γεγονός το οποίο λησμόνησε να γνωστοποιήσει στους συμμάχους. Αυτά φυσικά δεν αναγράφονται σε καμία επίσημη ιστορική πηγή αλλά είναι αποδείξεις που προέκυψαν από το ψυχανέμισμα της ατμόσφαιρας των ημερών εκείνων, ισχύουν όμως απόλυτα και καθιστούν την τέχνη του λόγου πολύτιμο και καθοριστικό παράγοντα ιστορικής μελέτης.

Μια φορά μου τηλεφώνησε ένας ιστορικός εξ Αθηνών και μου είπε ότι έχει κάνει επί χρόνια μεγάλη έρευνα σε ελληνικά, σουηδικά, γερμανικά και βρετανικά αρχεία, περιοδικά, εφημερίδες και βιβλία σχετικά με τον βομβαρδισμό του Wiril και ότι διάβασε το Ήλιος με δόντια και κατέληξε στο ότι αυτή ακριβώς η αιτιολογία που περιγράφεται λογοτεχνικά, αυτή είναι η πιο πιθανή να ισχύει. Ο έρωτας του Νιλς με τη Θάλεια προκάλεσαν το ολοκαύτωμα. Τον ευχαρίστησα τον άνθρωπο που μπήκε στον κόπο να με ενημερώσει για το συμπέρασμα της ερευνητικής του εργασίας και δέχτηκα να του την παρουσιάσω, όπως με παρακάλεσε, όταν σε λίγο καιρό θα την κυκλοφορούσε σε βιβλίο. Βγήκε λοιπόν το βιβλίο του, μου το έστειλαν να το διαβάσω για να προετοιμάω την παρουσίαση, το διάβασα όλο από την αρχή ως το τέλος, διάβασα και τις παραπομπές, διάβασα και την εκτεταμένη βιβλιογραφία, εφημεριδογραφία, περιοδικογραφία, πουθενά ούτε μισή αναφορά στο Ήλιος με δόντια. Σαν να μην υπήρξε ποτέ το βιβλίο μου, σαν να μην είχε χρησιμοποιήσει ποτέ ο άνθρωπος αυτός το λογοτεχνικό μου έργο και το ιστορικό συμπέρασμα της λογοτεχνίας στην έρευνά του.

Τότε κατάλαβα ότι η λογοτεχνία είναι γραφή και είναι μεγαλόψυχη, ενώ η ιστορία είναι καταγραφή και είναι μικρόψυχη. Η λογοτεχνία γράφεται από ανθρώπους με ανοιχτή την ψυχή τους στον άνθρωπο, που βιώνουν τον πόνο των ανθρώπων οι οποίοι δημιουργούν την ιστορία της ζωής, ενώ η ιστορία καταγράφεται από ανθρώπους που δεν την βιώνουν αλλά την κοιτούν με μάτι ξύλινο και με ψυχή θεόκληστη, πάντοτε από κάποια μελλοντική αποστειρωμένη από την ανθρωπίλα των αισθημάτων θέση δήθεν ισχύος.

 

Διακύβευμα

Τώρα που και οι πλέον παραμυθιασμένοι ότι θα την έβγαζαν καθαρή νιώθουν το θανατηφόρο τσίμπημα του μαύρου καπιταλιστικού φιδού που μας τρώει ως κοινωνία εδώ και χρόνια, πλησιάζει η στιγμή που θα κατανοήσουν επιτέλους όλοι, ακόμη και οι πιο τραλαλά καταναλωτίσκοι του άστεως που μετακινούμενη εκ της πλατείας στο κοινοβούλιο και αντιστρόφως κάνουν πως κυβερνάνε τη χώρα, ότι το “μένουμε Ευρώπη”, όταν μεταφράζεται αποκλειστικά σε “μένουμε ευρώ”, σημαίνει επίσης αποκλειστικά ότι “μένουμε ως μελλοθάνατοι σε γερμανικής ιδιοκτησίας στρατόπεδο συγκέντρωσης εξαθλιωμένων ιθαγενών και προσφύγων”.
Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται αυτόνομη πορεία, έξω από το ευρώ και από την παγκόσμια καπιταλιστική λαίλαπα που καταστρέφει τον πλανήτη και τον έναν μετά τον άλλο όλους τους λαούς που την υιοθετούν.
Μονομερή διαγραφή χρέους, νέα κοινωνική σύμβαση για ανάπτυξη στηριγμένη στην καθαρή πρωτογενή παραγωγή, στο τοπίο, στους φυσικούς πόρους, στον πολιτισμό και στην μικρής κλίμακας επιχειρηματικότητα.
Αυτά βασικά πρέπει να τα κατανοήσει όποιο κομμάτι της πολιτικής σκηνής έχει απομείνει έστω και κατά ένα κύτταρό του υγιές και να τα θέσει άμεσα ως διακύβευμα της επόμενης μέρας.
Αλλιώς πάμε για 4ο Μνημόνιο και άλλον έναν μητσοτάκη και ζωή σε λόγου τους

Κυκλοφορία του χρήματος

Αύριο λοιπόν γενική απεργία. Μπορεί να γίνει μια μέρα κατά την οποία οι περισσότεροι από μας δεν θα “κυκλοφορήσουν” καθόλου το χρήμα. Η διακοπή κυκλοφορίας του χρήματος, όχι βέβαια μόνο για μία μέρα, είναι η μοναδική αντίσταση ενάντια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αύριο όμως είναι μια ευκαιρία μοναδική για να σκεφτούμε τι σημαίνει ουσιαστικά η κάθε φορά που αλλάζει χέρια το χρήμα.
Κατανάλωση φυσικών πόρων σημαίνει και μόνον αυτό.
Κάθε φορά που βάζουμε το χέρι στην τσέπη για να πληρώσουμε μια υπηρεσία ή ένα προϊόν, καταναλώνουμε φυσικούς πόρους, τους οποίους δεν αναπληρώνουμε ούτε στο ελάχιστο με τη ζωή μας στις πόλεις και συμβάλουμε αποφασιστικά στη ρύπανση, στη μόλυνση και στην απομύζηση του οικοσυστήματος.
Όλα τα άλλα που μάθαμε μέσα στο σύστημα ότι σημαίνει, είναι φούσκα, σύμβαση, επινόηση, πλάνη.
ΥΓ. Προσωπικά χρησιμοποιώ λίγο χρήμα ορισμένες μέρες του μήνα, τις περισσότερες δεν το πιάνω ούτε το βλέπω. Δεν το δαιμονοποιώ αλλά σας διαβεβαιώ ότι δεν μου λείπει καθόλου η επαφή μου μαζί του. Το υποκαθιστώ καθημερινά με τον πραγματικό πλούτο
ΥΓ 2
Χρειάζεται εκσυγχρονισμό ο σοσιαλισμός. Όχι πια ανθρωποκεντρισμό. Ο ανθρωποκεντρισμός μας έφερε στον ατομισμό. Χρειάζεται Οικουμενική προσέγγιση, ολιστική