“Αντί Στεφάνου” του Γιάννη Μακριδάκη

“Αντί Στεφάνου” του Γιάννη Μακριδάκη

Γυρνώ και ξαναγυρνώ στα κείμενα του Μακριδάκη, επειδή θέλω να σταθώ απέναντί-τους και να δω πόσο αυτή η τακτική παραγωγή και η αιρετική ματιά συνεχίζει να παράγει. Κατά τη γνώμη-μου, ο συγγραφέας είναι πάντα επίκαιρος γιατί έφτιαξε το στυλ-του, κατάφερε να γράψει βιωματικά, χωρίς να εγκλωβίζεται στο εγώ-του, και έδωσε το δικό-του στίγμα, χωρίς να γίνει τυποποιημένος. Παρακολουθώ τα βιβλία-του χρόνια τώρα (Ανάμισης ντενεκές” -2008, “Η δεξιά τσέπη του ράσου” -2009, Ήλιος με δόντια”-2010, “Λαγού μαλλί” -2010, “Η άλωση της Κωνσταντίας” -2011, “Το ζουμί του πετεινού” -2012, “Του Θεού το μάτι” -2013) -μπορεί να έχω γράψει για όλα τα λογοτεχνικά-του!- και αναζητώ ό,τι καινούργιο βγάλει, έστω κι αν δεν μου αρέσουν όλα εξίσου.
Τσάι του βουνού:
Γιάννης Μακριδάκης
“Αντί Στεφάνου”
εκδόσεις Εστία
2015
          Το νέο βιβλίο του Μακριδάκη θα μπορούσε να προκαλέσει συζητήσεις βασισμένες σε δύο χαρακτηριστικά-του, συζητήσεις από τις οποίες η μία θα ήταν αισθητική κι η άλλη ιδεολογική. Ή αλλιώς, ένα θέμα που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας γράφει και ένα θέμα, εξωκειμενικό θα έλεγα, που σχετίζεται με το αν δικαιούμαστε να κρίνουμε ένα βιβλίο για τις θέσεις-του.
          Ας ξεκινήσουμε με τα εντός του κειμένου:
Ο Στέφανος, κατόπιν παράκλησης και χρηματοδότησης του Ελληνοαμερικάνου θείου-του ορίζεται νεκροθάφτης στο νησί και προλαβαίνει να κηδεύσει μόνο τη μάνα-του. Έκτοτε, οι ιδιαιτερότητες που φάνταζαν ιδιορρυθμίες στους συντοπίτες-του, όπως ότι καλλιεργεί μόνος-του οικολογικά και τρέφεται μόνο με φυτικά στοιχεία, χωρίς καθόλου κρέας, εντείνονται. Όχι μόνο διακηρύσσει ότι θα ήθελα να θάψει τη μάνα-του στο περιβόλι-του, ώστε το σώμα-της να γίνει κοπριά για τα φυτά-του, αλλά και αφοδεύει πάνω στο χώμα του τάφου-της, φυτεύοντας πάνω ξυλαγγουριές που τρέφονται και μεγαλώνουν αισίως.
Αφηγητής, τουλάχιστον από τη μέση και μετά, είναι ο Μάνος Σιδέρης, ή Αμφίαρτος, ο νεαρός θεολόγος του νησιού, που ακούει τις κατηγορίες εναντίον του Στεφάνου, μέσα-του τον υπερασπίζεται και παρά τρίχα να πάρει τη θέση-του ως νεκροθάφτης. Το κείμενο ως αισθητικό γεγονός διέπεται από βαθιά γνώση της γλώσσας που φλερτάρει με τον προφορικό λόγο του λαού αλλά και τον δόκιμο λόγο του μορφωμένου, τηρεί έναν αξιοπρόσεκτο ρυθμό που δεν κάνει κοιλιά και συνδέει έντεχνα τα γεγονότα του σαρανταήμερου με το παρελθόν και τις επεξηγηματικές-του πληροφορίες. Από την άλλη, η γλώσσα με την οποία γράφει ο Μακριδάκης (και εδώ, αλλά κυρίως εδώ) είναι μια εμφανής μεταφορά της παπαδιαμαντικής ιδιολέκτου, με την απλή καθαρεύουσα, με την κυριαρχία των μετοχών, με τις παρενθετικές προτάσεις που απλώνονται σε πολλές σειρές, με το ύφος που θυμίζει έντονα τον Σκιαθίτη διηγηματογράφο.
Η πρώτη απορία αφορά στο κατά πόσο μια τέτοια εμφανής και σκόπιμη μίμηση προσφέρει υπηρεσίες στη νουβέλα και γενικότερα στη λογοτεχνία-μας. Σε τι αποσκοπεί πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας που φτιάχνει τα κείμενά-του με τέτοια αναγνωρίσιμα υλικά; Για να δείξει τη φυσιολατρική-του ιδεολογία με μια ανάλογη φωνή; Ή αντίθετα, για να δείξει πως και ο κόσμος του Παπαδιαμάντη περιείχε το κακό και το μισανθρωπικό; Για να ξαναφέρει ηθογραφικά μονοπάτια στο δικό-του νησί; Ή για να αντιστρέψει την εξιδανίκευση της ηθογραφίας με νέες, αντισυμβατικές πράξεις;
Ως προς την ιδεολογία του Μακριδάκη βλέπουμε πάλι την οικολογική ευαισθησία, το κήρυγμα για υγιεινή διατροφή, την καταγγελία της υποκρισίας της κοινωνίας, την αποστασιοποίηση από τις κομφορμιστικές αντιλήψεις των Ελλήνων. Στο “Αντί Στεφάνου” προβάλλεται ωστόσο και μια καινούργια αιχμή, που βάλλει ανοικτά εναντίον του ιερού και της εξύψωσης των νεκρών ως κομματιού μιας παγιωμένης παράδοσης. Η αφόδευση πάνω στον τάφο και η χρήση του σώματος ενός προσφιλούς νεκρού σαν οποιοδήποτε άλλο σεσηπός οργανικό στοιχείο, που θα μπορούσε δυνητικά να γίνει κοπριά για την αναγέννηση της υπόλοιπης φύσης, έρχεται να υποβάλλει μια καρναβαλοποίηση της κατεστημένης τάξης.
Ο Μπαχτίν, μιλώντας για τον Ραμπελαί, θέτει την ανατροπή του “πάνω” με το “κάτω” σε περίοπτη θέση μέσα στο νεοφανέν είδος του μυθιστορήματος. Όπως στο καρναβάλι, το ανίερο παίρνει τη θέση του ιερού, το τρελό του λογικού, το λαϊκό του αστικού, το χαμηλό του υψηλού, το μιαρό του καθαρού, το ανάποδο του ευθέος. Έτσι, και ο Στέφανος εισάγει καινά δαιμόνια, θεωρώντας την αφόδευση φυσιολογική λειτουργία της φύσης και τη σήψη των νεκρών ανάλογα φυσική διαδικασία σε μια συνεχώς ανανεούμενη οικολογική αλυσίδα.
Κι εδώ αναρωτιέμαι; Μπορούμε ως αναγνώστες να κρίνουμε και να κατακρίνουμε το όχημα με το οποίο διάλεξε ο συγγραφέας να αλώσει τα ως τώρα καθορισμένα κοινωνικά θέσφατα; Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις ιδεολογικές παρωπίδες του μεταπολεμικού διπολισμού, όταν έκριναν και στιγμάτιζαν το όποιο λογοτέχνημα με μόνο κριτήριο την κομματική-του θέση; Ή πρέπει να μείνουμε στην άλλη άκρη και να αγνοήσουμε το ιδεολογικό φορτίο της νουβέλας και να μείνουμε μόνο στο κλειστό λογοτεχνικό σύμπαν-της; Νομίζω ωστόσο ότι ο ίδιος ο νουβελογράφος δεν θέλει να αγνοηθεί το προκλητικό μηνυμά-του, αλλά να συζητηθεί, ρητά ή άρρητα, υποδόρια ή ανοικτά.
Το μήνυμα λοιπόν του συγγραφέα είναι ότι ο άνθρωπος δεν ανήκει σε μια ανώτερη βαθμίδα σε σχέση με τα άλλα όντα της πανίδας και της χλωρίδας της γης και επομένως ως νεκρός δεν πρέπει να καλύπτεται από ιερές, παραδοσιακές, μυστηριακές αντιλήψεις, αλλά να θεωρηθεί το ίδιο σαπίσιμος, το ίδιο χρήσιμος ως οργανική ύλη. Κι εδώ αρχίζουμε τη συζήτηση. Η αντιμετώπιση του νεκρού σώματος είναι υλιστική, σύμφωνα με την οποία, είτε μιλάμε για ένα κουφάρι άψυχου ζώου είτε για τη σορό της μητέρας, είναι το ίδιο. Έτσι, αποδεχόμαστε πως η τροφική αλυσίδα, οι ντετερμινιστικοί νόμοι της φύσης, ο αέναος κύκλος της ζωής υποβιβάζουν και τον άνθρωπο στην ίδια μοίρα, καταργώντας έτσι κάθε αρχή του Διαφωτισμού και της ουμανιστικής θεωρίας. Με αυτή τη σκοπιά, ο άνθρωπος δεν είναι αξία, το άτομο δεν είναι αναντικατάστατη οντότητα αλλά άλλο ένα νούμερο, το ανθρώπινο είδος μετράει ως σύνολο και όχι η μεμονωμένη προσωπικότητα.
Από την άλλη, στέκεται ο καθιερωμένος τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη ζωή και τον θάνατο. Είναι ο τρόπος του Ανθρωπισμού που έχει ενθρονίσει την υλικοπνευματική οντότητα που ονομάζεται “άνθρωπος” σε τέτοια θέση ώστε να μην μπορεί να κινδυνεύσει είτε είναι ζωντανός, με δικαιώματα και ελευθερίες, είτε νεκρός με τον ανάλογο σεβασμό. Υπάρχουν δηλαδή στις ανθρώπινες κοινωνίες συνεκτικοί δεσμοί που μας συνδέουν με τον νεκρό, όχι ως ψυχρή ύλη αλλά ως ανάμνηση μιας ζωής που συνδέθηκε με τη δική-μας; Προχωράω περισσότερο αυτή τη γραμμή λογικής. Αν ο νεκρός είναι μια ακόμα οργανική ύλη, τότε μήπως και ο ζωντανός δεν αποτελεί αυταξία ως άνθρωπος, αλλά άλλη μία αναλώσιμη μονάδα που μπορεί να θανατωθεί μπροστά σε μια ανώτερη έννοια όπως η φύση;
Το κείμενο του Μακριδάκη, τον οποίο έχω πολλές φορές εγκωμιάσει, έρχεται να κλονίσει το ουμανιστικό αυτό όραμα και να καρναβαλοποιήσει την κοινωνική τάξη. Και φυσικά ο συγγραφέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί για την ανατρεπτική-του δράση, αλλά μόνο να κριθεί για το πόσο αυτή η νέα αντίληψη είναι πιο προοδευτική, πιο ουσιαστική, πιο τελεσφόρα. Η γνώμη-μου είναι ότι υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε μια υλιστική νομοτέλεια και τον υποβιβάζει στην ίδια μοίρα με την υπόλοιπη έμβια ή άβια ύλη.
[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 28/4/2015 και εδώ κοσμείται με εικόνες από: eleftherovima.wordpress.com, gr.depositphotos.com,www.politischios.gr, agroselida.blogspot.com, www.geeksofdoom.com, yiannismakridakis.gr, www.khanacademy.org και stin-st-taxi.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Ιστορικά…

Η επενδυτική αριστερά έγινε κυβέρνηση στις 25/1/15 με προεκλογική δέσμευση ότι δεν θα ακολουθήσει τις πρακτικές και την εθελόδουλη πεπατημένη των προηγούμενων.
Πρώτη της βέβαια κίνηση ήταν η πρόταση και εκλογή του Προκόπη ως ΠτΔ, προφανώς για να σπάσει το ηθικό και να εξευτελίσει όσους βουλευτές της το έλεγε η καρδούλα τους για συνέπεια λόγων και πράξεων.
Κατόπιν, στις 20/2/15 υπέγραψε την παράταση του προϋπάρχοντος Μνημονίου και την υποχρέωση να κλείσει θετικά την Αξιολόγησή του για να λάβει νέα δανεικά με τα οποία θα πληρώνει τα παλιά.
Έκτοτε ζούμε όλοι μία ανιαρή θεατρική παράσταση με τίτλο “Μια δημιουργική ασάφεια”, τόσο ανιαρή ώστε αν και κάνουν τα πάντα οι κυβερνητικοί ανόητοι ή απλώς πολιτικοί απατεώνες για να την κάνουν όσο πιο αγωνιώδη μπορούν, το αποτέλεσμά της είναι γνωστό διότι έχει ήδη υπογραφεί. Ολοκλήρωση του υφιστάμενου Μνημονίου και υπογραφή ενός ακόμη νέου Ομοίου.
Ας μην ξεχνάμε και ότι ανάμεσα σε όλα αυτά οι συκοφάντες της Αριστεράς που κυβερνούν πήραν με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου όλες τις οικονομίες των Κοινών Ταμείων των Πολιτών και τις έδωσαν προς αποπληρωμή δόσεων

Αυτά τα ολίγα θα γράψει η Ιστορία για την ομάδα του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος ήρθε την κατάλληλη περίοδο και υπό τις πλέον ώριμες συνθήκες για να γίνει ηγέτης της ελληνικής αλλαγής πορείας, η οποία θα σήμαινε και παγκόσμια αλλαγή στον καπιταλισμό αλλά ήταν πολύ λίγος. Δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε που ήταν λίγος αλλά τον κατηγορούμε για τις πρακτικές και τις αποφάσεις του.

ΥΓ
Να μην ξεχάσουμε και ότι την υπογραφή της 20ης Φεβρουαρίου μάς την παρουσίασε η κυβέρνηση της επενδυτικής αριστεράς ως νίκη, όπως ακριβώς παρουσίααν και οι προηγούμενοι κάθε τους υποχώρηση και δίνοντας άλλοθι στους οπαδούς της να κανιβαλίσουν, να συκοφαντήσουν και να εξυβρίσουν κάθε νοήμονα πολίτη

Οι μεγάλοι μου Δάσκαλοι

Μόλις επέστρεψα από την πρόσφατη μικρή περιοδεία μου, βρήκα μια μεγάλη έκπληξη να με περιμένει.
Ο μπάρμπα Στέλιος Λεωνής, κοντά στα 90 χρόνια του πια, εξέδωσε το βιβλίο με τα τοπονύμια και τις γενεαλογίες του χωριού του και το παρουσιάζει μεθαύριο Σάββατο στη Χίο, μου είχε αφήσει δε και μήνυμα ότι θέλει να συμμετέχω κι εγώ στο πάνελ της παρουσίασής του!
Δεν μπορώ να αρνηθώ τίποτε στον αγαπημένο μου μπάρμπα Στέλιο. Αυτός και ο αδερφός του ο Παναγής είναι οι δύο πιο μεγάλοι μου δάσκαλοι στη ζωή και το εξομολογούμαι πρώτη φορά αυτό έχοντας πλήρη γνώση του λόγου μου.
Ο Στέλιος, μεσανατολίτης και έγκλειστος στα Σύρματα στο Ντεκαμερέ και την Ασμάρα, εξόριστος κατόπιν εδώ στον Άη Στράτη και τη Μακρόνησο ήταν για μένα ο άνθρωπος που μου έμαθε τη σύγχρονη Ιστορία μέσα από τις μαρτυρίες του, με δίδαξε την Αξιοπρέπεια, την Πίστη στην Ιδέα και στο τέλος έγινε η αφορμή για να εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο τους Συρματένιους.
Ο αδερφός του ο Παναγής, ζώντας και μιλώντας πάντοτε στη σκιά του Στέλιου, ίδιας πορείας ζωής άνθρωπος κι αυτός, λαϊκός καλλιτέχνης στην ξυλογλυπτική, βαθιά φιλοσοφημένος, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου μίλησε πριν από 15 χρόνια για τη σημασία του να ζεις κοντά στη γη, του να κάθεσαι σε μια πέτρα, του να μιλάς με τα φυτά και τα δεντρά, του να πιάνεις το χώμα κάθε μέρα στα χέρια σου, ήταν ο άνθρωπος που ονόμαζε Έργο ένα ξυλόγλυπτο αλλά και μια ξερολιθιά και ένα μπαξέ, όλα Έργα του τα έλεγε και δεν ξεχώριζε το ένα από το άλλο ως πιο σπουδαίο ή λιγότερο.
Τα δυο αδέρφια λοιπόν, οι δυο αγαπημένοι μου γέροντες με έχουν επηρεάσει συνδυαστικά στη ζωή και στην τέχνη μου όσο κανένας άλλος.
Τους έχω ηχογραφήσει δεκάδες φορές, τους έχω εκδώσει στο Πελινναίο με τη μορφή άρθρων, τους έχω εκδώσει ηχητικό cd, τους έχω κάνει βιβλίο και τελευταία τον Στέλιο τον έκανε και ταινία μικρού μήκους ο Γ. Μπακόλας εμπνευσμένος από ένα μικρό μου αφήγημα βασισμένο πάνω σε μία δική του μαρτυρία.
Το Σάββατο λοιπόν ώρα 8μμ θα μου δοθεί η ευκαιρία να τους ευχαριστήσω δημόσια κατά την παρουσίαση του βιβλίου του μπάρμπα Στέλιου στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου. Να τους ευχαριστήσω που ήταν τόσο σημαντικοί για μένα στη ζωή και που με έμαθαν από κοινού πώς κερδίζεται και πώς διατηρείται η Αξιοπρέπεια…

Περί Απλεπιστημίου 2015

Το Απλεπιστήμιο ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια και “φοίτησαν” σε αυτό περί τους 200 ανθρώπους. Στόχος του είναι οι μετέχοντες σε αυτό, μέσα από συζητήσεις και δράσεις βιωματικές να έρχονται σε άμεση επαφή με την φυσική τους υπόσταση και τη θέση τους ανάμεσα στα άλλα φυσικά πλάσματα καθώς και τον ρόλο τους ως προς τους φυσικούς πόρους.

Το Απλεπιστήμιο κατά τα δύο χρόνια του βίου του έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη της Ελλάδας παρουσιάζοντας την φιλοσοφία του και προωθώντας στην κοινωνία την αλλαγή πορείας, δηλαδή την είσοδό μας στην μετακαταναλωτική-μετακαπιταλιστική εποχή, όπου θα κυριαρχεί ο σεβασμός στον πραγματικό πλούτο, δηλαδή στην κάθε μορφής ζωή και στους φυσικούς πόρους που αποτελούν αγαθά κοινοκτημοσύνης όλων των πλασμάτων του οικοσυστήματος και όχι εμπορεύματα προς εκμετάλλευση και ιδιωτικοποίηση.

Τα “εργαλεία” που το Απλεπιστήμιο προτείνει σε κάθε “καταναλωτή” ο οποίος έχει νιώσει το αδιέξοδο, την αυτοκαταστροφή και τελικά την Ύβρη της καταναλωτικής του καθημερινής διαβίωσης και νιώθει έτοιμος να αλλάξει “πίστα”, είναι η φυσική ζωή, η φυσική διατροφή και η φυσική καλλιέργεια. Μέθοδες και στάση ζωής που αποτελούν την φιλοσοφία και την “διδασκαλία” του Απλεπιστημίου, οι “φοιτητές” του οποίου έχουν στόχο την κατ’ έτος πρόοδό τους “εις κατώτερα” έως ότου φτάσουν στην ρίζα τους, την αναγνωρίσουν και αρχίσουν να ζουν δυναμώνοντάς την.

Το Απλεπιστήμιο κατά τα δύο προηγούμενα χρόνια γινόταν στη Βολισσό και ξεκινούσε την πρώτη Τετάρτη μετά τον Δεκαπενταύγουστο, είχε δε διάρκεια 5 μέρες. Οι συμμετέχοντες κατασκήνωναν εντός του Προσκοπικού Κατασκηνωτικού Κέντρου στον Μάναγρο και άλλοι έμεναν σε δωμάτια στο χωριό.

Φέτος οι Πρόσκοποι που διαχειρίζονται το Κατασκηνωτικό Κέντρο, για δικούς τους λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν με μη αποδοχή των όσων το Απλεπιστήμιο πρεσβεύει αλλά και για λόγους προφανούς εμπάθειας, αποφάσισαν να μας στερήσουν τη δυνατότητα χρήσης του χώρου, τον οποίον βεβαίως συνέχισαν να παραχωρούν έναντι του αντιτίμου, το οποίο ζητούν (και πληρώναμε και εμείς κατά τα παρελθόντα έτη αυξημένο 7ευρώ/άτομο/νύχτα), σε άλλους για άλλες δράσεις.

Δεν ασχολούμαι περαιτέρω με ανθρώπους τέτοιου επιπέδου συνειδητότητας, οπότε ενημερώνω τους φίλους, αναγνώστες και ενδιαφερόμενους ότι το Απλεπιστήμιο δεν έχει τρόπο και χώρο να φιλοξενήσει τόσους ανθρώπους φέτος στη Βολισσό. Ευχαρίστως όμως θα συν-υπάρξουμε και θα συν-δράσουμε με όσους βρεθούν και φέτος εδώ, όπως κάνουμε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η διαμονή όσων θα έρθουν ειδικά για τις μέρες του Απλεπιστημίου, αναγκαστικά θα γίνει σε ενοικιαζόμενα σπιτάκια του χωριού ή σε δωμάτια της γύρω περιοχής ή (κάποιων, λίγων λόγω περιορισμένων κατάλληλων μερών) σε ελεύθερη κατασκήνωση.

Επίσης επειδή το χωριό μέχρι τις 23 Αυγούστου θα είναι πλήρες λόγω δύο ιστιοπλοϊκών αγώνων που θα περάσουν ή θα εκκινήσουν από εδώ, το Απλεπιστήμιο θα μετατεθεί μερικές μέρες και θα γίνει την εβδομάδα 24-28 Αυγούστου και παρακαλώ όποιους θα έρθουν να με ενημερώσουν στο μέηλ akridaki@gmail.com.

Γιάννης Μακριδάκης: “Στροφή στη φυσική διαβίωση, καλλιέργεια και διατροφή”

 

Γιάννης Μακριδάκης: “Στροφή στη φυσική διαβίωση, καλλιέργεια και διατροφή”

Γιάννης Μακριδάκης: "Στροφή στη φυσική διαβίωση, καλλιέργεια και διατροφή"

 

Μπορείτε να φανταστείτε μια ζωή χωρίς υπέρμετρο καταναλωτισμό, με μηδενική παραγωγή απορριμμάτων, όπου ο καθένας θα παράγει και θα τρώει τα προϊόντα της Φύσης, σύμφωνα με τη φυσική ροή του χρόνου και χωρίς χημικά λιπάσματα, χωρίς άσκοπη χρήση των φυσικών πόρων και πρόβλεψη για την αναπλήρωσή τους;
 

Του Θεοδόση Δανάμπαση

Αυτή είναι η εικόνα της μετακαπιταλιστικής εποχής, όπως την παρουσίασε ο υπέρμαχός της συγγραφέας, ακτιβιστής και παραγωγός Γιάννης Μακριδάκης, στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ερμούπολης, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του “Αντί στεφάνου”, που οργάνωσε η “Δημοτική Κίνηση Πολιτών”.
Ένα μίνι πρόλογο του βιβλίου έκανε ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου “Βιβλιοπόντικας” Γιώργος Παπαδήμος, ενώ την παρουσίαση του βιογραφικού του συγγραφέα ανέλαβε το μέλος της “Κίνησης Πολιτών” και τοπική σύμβουλος της Άνω Σύρου Σοφία Παπασπυρίδωνος, η οποία και ανέφερε πως η πρώτη γνωριμία της με τον Γιάννη Μακριδάκη δεν ήταν κάποιο από τα προηγούμενα βιβλία του αλλά η ακτιβιστική του δράση για το περιβάλλον.
Η αρετή της λιτότητας, το αυθύπαρκτο της Φύσης και το ατελές του πολιτισμού
Στη συνέχεια ανέλαβε δράση ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος μίλησε αρκετή ώρα ώστε να αναλύσει την ιδεολογία που διέπει τον τρόπο ζωής του.
Με τη λιτότητα στη δαπάνη των φυσικών πόρων να χαρακτηρίζει την ίδια του τη ζωή, την ευζωία που του προσφέρει η μόνη αυθύπαρκτη και αληθινή έννοια που είναι το ίδιο το φυσικό περιβάλλον και την χυδαιότητα του ατελούς πολιτισμού που παράγει περίσσια απορρίμματα και “καταναλωτές”, ο Γιάννης Μακριδάκης μίλησε για την αναγκαιότητα το άτομο (αρχικά) και μετά η κοινότητα (συνολικά) να επανασυνδεθεί με την φυσική του/της οντότητα, να πάψει να είναι “απομυζητής” του πλανήτη και να αλλάξει πορεία ζωής, όχι ακολουθώντας τις επιταγές του παρελθόντος αλλά προς ένα νέο μέλλον, με “επανάστηση” – όπως την αποκάλεσε ο συγγραφέας – του αξιακού του/της συστήματος.
Κάνοντας λόγο για τον καπιταλισμό που βαίνει προς το τέλος του, τον δίκαιο και ίσο διαμοιρασμό των φυσικών πόρων (των αρχέγονων αυτών αγαθών κοινοκτημοσύνης όλων των φυσικών πλασμάτων) που δεν μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν και αναφερόμενος στους τρόπους που η ανθρωπότητα μπορεί να βάλει στοπ στην αυθαίρετη εξέλιξη (η μόνη εξέλιξη είναι η φυσική, αργή πορεία και όχι ο γιγαντισμός) μέσω της α) φυσικής διαβίωσης, β) φυσικής καλλιέργειας και γ) φυσικής διατροφής, ο Γιάννης Μακριδάκης κατέληξε ότι μόνο έτσι θα αλλάξει η αυτοκαταστροφική πορεία του σύγχρονου ανθρώπου, που βλέπει τους νέους να πεθαίνουν γρηγορότερα από τους μεγάλους.
Όλη αυτή η ανάπτυξη του σκεπτικού του συγγραφέα λειτούργησε ως τον πρόλογο για την παρουσίαση κάποιων πτυχών του τελευταίου βιβλίου του με τίτλο “Αντί στεφάνου” και την απαρχή μιας συζήτησης με το κοινό, που καταχειροκρότησε τον Γιάννη Μακριδάκη με το πέρας της παρουσίασης.

Έκθεση εικόνων

Του ύφους ή του βάθους

Του ύφους ή του βάθους

ΚΥΡΙΑΚΗ, 17 ΜΑΙΟΥ 2015 00:00
E-mailΕκτύπωση

altΓια τη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη Αντί στεφάνου (εκδ. Εστία).

Της Έλενας Μαρούτσου

Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μου είχε εκμυστηρευτεί πως ονειρευόταν μια συλλογή διηγημάτων που θα ήταν γραμμένα το καθένα σύμφωνα με το ύφος κάποιου γνωστού συγγραφέα. Οραματιζόταν, αν κατάλαβα καλά, μια ανθολογία όπου κάποιος θα έγραφε μια ιστορία με το στυλ του Πόε, ένας άλλος με το στυλ του Κέρουακ, κάποιος τρίτος με το αυτό του Μπουκόφσκι, κοκ. Αφορμή για να θυμηθώ αυτή μας την κουβέντα στάθηκε η νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη, Αντί Στεφάνου (εκδ. Εστία).

Διαβάζοντάς τη, μου γεννήθηκε η πεποίθηση πως ένα τέτοιο κείμενο θα ταίριαζε απόλυτα στην δυνητική αυτή ανθολογία, αν ο συγγραφέας του είχε βάλει κατά νου να γράψει με την πένα του Ροΐδη.

«Εγώ είμαι ο Στέφανος…»

Η νουβέλα έχει ως πρωταγωνιστή τον Στέφανο, έναν εκκεντρικό κάτοικο ενός μικρού νησιού που αναλαμβάνει καθήκοντα νεκροθάφτη και το πρώτο (και τελευταίο) πρόσωπο που θάβει στη σύντομη διάρκεια της θητείας του είναι η μάνα του.

Η νουβέλα στην οποία αναφέρομαι έχει ως πρωταγωνιστή τον Στέφανο, έναν εκκεντρικό κάτοικο ενός μικρού νησιού που αναλαμβάνει καθήκοντα νεκροθάφτη και το πρώτο (και τελευταίο) πρόσωπο που θάβει στη σύντομη διάρκεια της θητείας του είναι η μάνα του. «Εγώ είμαι ο Στέφανος», δηλώνει σε κάποια του συνέντευξη ο Μακριδάκης, που εκτός από συγγραφέας τυγχάνει, όπως και ο πρωταγωνιστής της νουβέλας, φυσικός καλλιεργητής. Ο Στέφανος, λοιπόν, αφού παράτησε την Ιατρική για να ταξιδέψει στην Κίνα, τις Ινδίες και την Ιαπωνία, εισήγαγε από τις χώρες αυτές «καινά δαιμόνια» ως προς τις μεθόδους καλλιέργειας της γης, «δαιμόνια» που κατόπιν έσπειρε στον τόπο του, για να θερίσει την κοροϊδία και τη δυσπιστία των συντοπιτών του και την οργή του πλούσιου εξ Αμερικής θείου του. Ο τελευταίος, ευεργέτης και σημαίνον πρόσωπο του νησιού, καταφθάνει μόλις πληροφορείται την παράξενη δράση του Στέφανου εντός του κοιμητηρίου – μια δράση που ενώ ο ίδιος θεωρεί ως απόλυτα εναρμονισμένη με τη φύση, έναν φόρο τιμής στην αλυσίδα ζωής και στη γη που μας τρέφει, η υπόλοιπη κοινότητα τραβάει τα μαλλιά της στο θέαμα της έσχατης αυτής ιεροσυλίας: ο Στέφανος αφοδεύει τακτικά πάνω στον τάφο της μητέρας του, που αντί για μάρμαρο καλύπτεται με χώμα. Τα κόπρανά του γιου γίνονται λίπασμα για τις ξυλαγγουριές που έσπειρε για να κεράσει τους πενθούντες στο μνημόσυνο.

alt
  Ο Γιάννης Μακριδάκης

Καινοτόμες κενώσεις

Κόπρανα αντί στεφάνου, μοιάζει να υπονοεί ο τίτλος, όχι για να σπιλωθεί η μνήμη αλλά για να τιμηθεί. Έτσι ο πρωταγωνιστής, εκτός από το έντερό του, μοιάζει να αδειάζει τις πράξεις από το παλιό τους συμβολικό νόημα και να τις ντύνει με ένα καινούργιο, και σύμφωνα με τον ίδιο (ίσως και σύμφωνα με τον συγγραφέα, αν θεωρήσουμε πως ταυτίζεται, όπως είπε, μαζί του) πιο ουσιαστικό νόημα, ένα νόημα που συνδέει με οργανικό τρόπο ζώντες και τεθνεώτες και μπολιάζει το θάνατο με ζωή.

Η ακραία ρήξη με την παράδοση στη διαδικασία επανανοηματοδήτησης του κόσμου, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μακρές φιλοσοφικές συζητήσεις, όμως η νουβέλα αυτή δεν βυθίζεται στα βαθιά νερά τέτοιων συλλογισμών γιατί την κρατάει στην επιφάνεια το σκωπτικό της ύφος και η γλώσσα, που όπως είπα, ξεκινώντας αυτό το κείμενο, θυμίζει εκείνη του Ροΐδη.

Ροϊδης, Παπαδιαμάντης, Κενώ

Ξεκινώντας να διαβάζω τη νουβέλα, διατηρούσα όμως τις επιφυλάξεις μου. Γιατί η τριτοπρόσωπη αυτή αφήγηση θα έπρεπε να είναι στην καθαρεύουσα; (ή, για να είμαστε ακριβείς, σε αυτό το μίγμα καθαρεύουσας με λαϊκότροπες λέξεις α λα Παπαδιαμάντη). Δημιουργεί, βέβαια, ένα σκωπτικό αποτέλεσμα αλλά πώς δικαιολογείται η ύπαρξή της αφού τα τεκταινόμενα διαδραματίζονται στην σημερινή εποχή; Στην πορεία μου ανακάλυψα το εξής: Η αφήγηση δεν είναι τριτοπρόσωπη. Στην πραγματικότητα υπάρχει αφηγητής ο οποίος αρχικά παραμένει κρυφός κι εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος για να μας συστηθεί ως ο θεολόγος του σχολείου, ένας θεολόγος που έχει πρωτοδιοριστεί στην επαρχία κι ο οποίος συμπαθεί τον εκκεντρικό Στέφανο, οπότε στέκει κάπου ανάμεσα στο χορό και στον πρωταγωνιστή. Σε αυτόν το θεολόγο αναθέτουν οι αρχές του νησιού την προσωρινή αντικατάσταση του Στέφανου, να διοριστεί δηλαδή εκείνος στη θέση του νεκροθάφτη, εξ ου κι η διττή σημασία του τίτλου: Αντί στεφάνου αλλά και Αντί Στεφάνου.

Είναι φανερό πως ο Μακριδάκης, με αρκετά ήδη βιβλία στο ενεργητικό του, ως συγγραφέας κατέχει τα εργαλεία του. Η τεχνική της νουβέλας είναι άρτια.

Είναι φανερό πως ο Μακριδάκης, με αρκετά ήδη βιβλία στο ενεργητικό του, ως συγγραφέας κατέχει τα εργαλεία του. Η τεχνική της νουβέλας είναι άρτια. Εντούτοις, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για τη χρήση της επιτηδευμένης αυτής γλώσσας καθώς κάνει το αποτέλεσμα να μοιάζει με «μίμηση» κάτι άλλου. Θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί ως άσκηση ύφους (θυμίζοντας τις αντίστοιχες του Ρεϋμόντ Κενώ) και να διεκδικήσει μια θέση στη δυνητική ανθολογία που οραματίζεται ο φίλος μου, όμως αυτό το παιχνίδισμα μοιάζει να αποδυναμώνει την ουσία.

Επικίνδυνες αποστάσεις ασφαλείας

Σπάζοντας το κεφάλι μου να βρω γιατί ο συγγραφέας να διάλεξε μια φόρμα μιας άλλης εποχής για να τη φορέσει στη σημερινή (ακόμα κι οι θεολόγοι δεν μιλάνε πια έτσι), ανέτρεξα πάλι στα λεγόμενα του ίδιου. Σύμφωνα με αυτά, μόλις ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, σκάλωνε, και μόνο όταν άρχισε να χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα, ξεκλείδωσε η αφήγηση κι άρχισε να κυλάει. Επιχειρώντας μια αυθαίρετη ερμηνεία αυτού του «ξεκλειδώματος» (αυθαίρετη στο μέτρο που είναι κάθε ερμηνεία) θα έλεγα πως ο Μακριδάκης, ταυτιζόμενος με τον πρωταγωνιστή με τον οποίο μοιράζεται τόσο τη φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής, όσο και την δυσπιστία με την οποία τον έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν η κοινότητα του νησιού στο οποίο έχει επιλέξει να μένει, μπόρεσε με την καθαρεύουσα να αποστασιοποιηθεί από τα γραφόμενα. Το γαρ πολύ όμως της αποστασιοποίησης μπορεί να ευνοεί το χιούμορ, όμως απομακρύνει εν τέλει τον αναγνώστη ή έστω εμένα ως αναγνώστρια, που έκλεισα το βιβλίο, χωρίς οι εμφανείς αρετές του να μ’ έχουν στο βάθος αγγίξει.

* Η ΕΛΕΝΑ ΜΑΡΟΥΤΣΟΥ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός

Πηγή

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ»

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

2015-05-16 13:29

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ», σκέφτομαι τον δισήμαντο τίτλο του και δεν αποφασίζω αν θέλω να γράψω «αντί στεφάνου» ή «αντί Στεφάνου». Γιατί υπονοούνται και οι δύο εκδοχές. Ακόμη σκέφτομαι πόσα νοηματικά επίπεδα μπορεί να χωρέσει μια νουβέλα με λιγότερες από 130 σελίδες.

Κι όμως, στο σύγχρονο σύμπαν της ελληνικής λογοτεχνίας, που αρέσκεται στην ευκολία επιφανειακών παρατηρήσεων, έχουμε εδώ ένα μικρό «το δέμας» βιβλίο, που επιμένει να μας δείχνει τον πολυδιάστατο προβληματισμό του.

Μια σειρά αντιθέσεων και αναγκαστικών συμβιώσεων. Ανάμεσα στο σύμπαν και στον «μικρόκοσμο» της γήινης σφαίρας, την οποία κατοικούμε. Ανάμεσα στην φαντασιακή παντοδυναμία του ανθρώπου και στην αδυναμία των άλλων όντων, ταγμένων στην υπηρεσία των ορέξεών του. Ανάμεσα στο αστικό κέντρο και στην απομονωμένη ύπαιθρο. Και τέλος, σαν αποκορύφωμα των αντιτιθεμένων, η περίεργη συνύπαρξη – μέσα στον ίδιο μικρόκοσμο του ξεχασμένου από θεούς και ανθρώπους μικρού χωριού- του Στέφανου με όλους τους άλλους. Απέναντί του όλοι. Εν μέρει και με τη δική του βούληση. Σχηματικά, αν το φέρουμε στον νου μας, μοιάζει σαν να έχουμε ομόκεντρους κύκλους, σε φθίνουσα λογική, και μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ανάπτυξη αντιθέσεων. Στο κέντρο όλων τελικά ο ήρωας. Γύρω από το πρόσωπο του Στέφανου θα χτιστεί η ιστορία. Ενός περίεργου κατοίκου του μικρού οικισμού του νησιού (όλες οι ιστορίες του συγγραφέα διαδραματίζονται στον γενέθλιο τόπο του, τη Χίο), ο οποίος ζει μακριά απ’ όλους μια ζωή πιο πολύ δεμένη με τη φύση παρά με τους ανθρώπους-βιαστές της. Μυημένος σε ολιστικές αντιλήψεις που γνώρισε στα ταξίδια του (Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία) κι έχοντας παρατήσει τις συμβατικές ιατρικές του σπουδές, θα αφοσιωθεί στο όραμά του. Να δημιουργήσει καλλιέργειες απολύτως συμβατές με τον φυσικό χώρο, προκειμένου να διαθέσει τα προϊόντα του στους πένητες συνανθρώπους του. Να, όμως, που η ανατρεπτική διάθεση του συγγραφέα θα του αναθέσει το βαρύ καθήκον να υπηρετήσει τον τόπο του από το πόστο του νεκροθάφτη. Και μάλιστα με πρώτη του επείγουσα δουλειά να θάψει τη μητέρα του.

Ο Στέφανος, ωστόσο, έχοντας  μεγαλόπνοα σχέδια στο μυαλό του για μια ιδιόμορφη καλλιέργεια εντός νεκροταφείου, και αγνοώντας τα άλλα πραγματικά μεγαλόπνοα σχέδια του πλούσιου εξ Αμερικής θείου του, δέχεται και αναλαμβάνει να ανοίξει τον σχετικό τάφο. Μόνο που, σε αντίθεση με τις δικές του αγαθές προθέσεις, άλλα είναι τα σχέδια των υπολοίπων του χωριού. Δεν θα ταίριαζε στο ταπεινό τους νεκροταφείο ένας τεράστιος μαρμάρινος τάφος, κατόπιν ευγενικής χορηγίας του θείου, με το ανάλογο οικόσημο; Πώς να συμβιβαστούν με τον απλό σκαμμένο τάφο, τον προορισμένο να γίνει ιδιότυπος λαχανόκηπος, κατά τις βουλές του νέου νεκροθάφτη; Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Και πάντοτε το αποτέλεσμά της αποβαίνει σε βάρος του πλέον αδυνάτου. Όπως άλλωστε γίνεται με όλες τις προαναφερθείσες αντιθέσεις ξεκινώντας από τον σύμπαντα κόσμο και καταλήγοντας στον μικρόκοσμο που ζει ο Στέφανος.

Οπωσδήποτε λειτουργούν οι συμβολισμοί στη νουβέλα αυτή. Και από εκεί προκύπτει και ο προβληματισμός. Ένα κείμενο με μηνύματα που χτυπούν πολλές πόρτες; Κυρίως όχι. Και αυτό γιατί η συγγραφική δεινότητα του Γιάννη Μακριδάκη οδηγεί αλλού. Κατάφερε να κατασκευάσει ένα ζωντανό κείμενο, μακριά από διδαχές  και πιο κοντά σε μια φυσική ροή των πραγμάτων που συμβαίνουν  γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Που παρουσιάζονται με γερή δόση χιούμορ, το οποίο αποφορτίζει την πλοκή από κάποια φιλοσοφική διάθεση ( που θα ήταν ίσως αναμενόμενη) και μας κατευθύνει στην απόλυτη απόλαυση μιας ιστορίας που θα μας θυμίσει διακωμώδηση ή παρωδία της ζωής στην μικροκοινωνία του ελληνικού χωριού. Με τη συνδρομή της γλώσσας, που αποτελεί το τέλειο εύρημα του συγγραφέα. Μια γλώσσα που συνταιριάζει με την επιθυμία των κατοίκων να ανέλθουν σε επίπεδα ανώτερα των αναλογούντων στο ύψος τους, μια μικτή γλώσσα με επιλεκτική καθαρεύουσα, που αποζητά τάχα να αποκαθάρει τους φορείς της από τη συμπλεγματική τους κατωτερότητα.

Ένα απολαυστικό αφήγημα που θα μπορούσε να αποτελεί έναν ύμνο στον αγώνα κάποιων λίγων ιδεολόγων προς υπεράσπιση του φυσικού τρόπου ζωής. Δεν το κάνει, όμως, αυτό με ευθύ τρόπο -συνειδητά πιστεύω- κυρίως γιατί στοχεύει στην απόλαυση της ανάγνωσης, και μέσω αυτής στον όποιο προβληματισμό ήθελε προκύψει. Νομίζω πως αυτός είναι ο καταλληλότερος δρόμος για κάποιον που αγαπά τη γραφή και δεν τη βλέπει σαν μέσο για να ηθικολογήσει αλλά σαν αυθεντική αισθητική απόλαυση.

Τελικά η γραφή «αντί Στεφάνου» ή «αντί στεφάνου», δεν αποτελεί πρόβλημα. Ίσα ίσα εμπλουτίζει το βιβλίο με διάθεση παιγνιώδη, ακόμη από την ανάγνωση του εξωφύλλου.

 

Για το BOOK TOUR, Διώνη Δημητριάδου.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sto-vivlio-toy-gianni-makridaki-anti-stefanoy-ekdoseis-vivliopoleion-tis-estias/