Παπαδιαμαντικά

Αυτό με τη σύγκριση κάθε βιβλίου μου, είτε λόγω γλώσσας είτε λόγω θέματος με τα έργα του Παπαδιαμάντη έχει καταντήσει πια τελείως τετριμμένο, ανιαρό όσο και ανυπόστατο. άλλος με καλή πρόθεση με αναγάγει στο επίπεδο του μεγάλου διηγηματογράφου, άλλος με κακή πρόθεση με χαρακτηρίζει μιμητή της τέχνης του. Κανείς άραγε δεν έχει σκεφτεί ότι είναι πιθανό να υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει και ζουν ακόμη έξω από την αστική ισοπεδωτική και ισοπεδωμένη πραγματικότητα και γλώσσα, έχουν δε αυτούς τους τρόπους να λένε τις ιστορίες τους και ούτε να μιμηθούν, ούτε να μοιάσουν σε κανέναν είχαν ποτέ τους στόχο;
Τόση στενομυαλιά και τόσο περιορισμένη αντίληψη της ζωής και της πραγματικότητας από ανθρώπους που ασχολούνται με την τέχνη του λόγου, ειλικρινά δεν την περίμενα πριν την γνωρίσω από πρώτο χέρι.

Σημειώνω ότι δεν αναφέρομαι σε ανθρώπους που σε κάποια στιγμή έγραψαν απλά ότι τους θύμισε τον Παπαδιαμάντη αλλά σε ανθρώπους που επιχειρηματολογούν και φλυαρούν επ’ αυτού παράγοντας θεωρίες ανυπόστατες και άχαρες.

Αντί Στεφάνου: Αντι-ουμανισμός διά χειρός Μακριδάκη

Το νέο βιβλίο του Μακριδάκη θα μπορούσε να προκαλέσει συζητήσεις βασισμένες σε δύο χαρακτηριστικά του, συζητήσεις από τις οποίες η μία θα ήταν αισθητική κι η άλλη ιδεολογική. Ή αλλιώς, ένα θέμα που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας γράφει και ένα θέμα, εξωκειμενικό θα έλεγα, που σχετίζεται με το αν δικαιούμαστε να κρίνουμε ένα βιβλίο για τις θέσεις του. Ας ξεκινήσουμε με τα εντός του κειμένου: Ο Στέφανος, κατόπιν παράκλησης και χρηματοδότησης του ελληνοαμερικάνου θείου του ορίζεται νεκροθάφτης στο νησί και προλαβαίνει να κηδεύσει μόνο τη μάνα του. Έκτοτε, οι ιδιαιτερότητες που φάνταζαν ιδιορρυθμίες στους συντοπίτες του, όπως ότι καλλιεργεί μόνος του οικολογικά και τρέφεται μόνο με φυτικά στοιχεία, χωρίς καθόλου κρέας, εντείνονται. Όχι μόνο διακηρύσσει ότι θα ήθελε να θάψει τη μάνα του στο περιβόλι του, ώστε το σώμα της να γίνει κοπριά για τα φυτά του, αλλά και αφοδεύει πάνω στο χώμα του τάφου της, φυτεύοντας πάνω ξυλαγγουριές που τρέφονται και μεγαλώνουν αισίως. Αφηγητής, τουλάχιστον από τη μέση και μετά, είναι ο Μάνος Σιδέρης, ή Αμφίαρτος, ο νεαρός θεολόγος του νησιού, που ακούει τις κατηγορίες εναντίον του Στεφάνου, μέσα του τον υπερασπίζεται και παρά τρίχα να πάρει τη θέση του ως νεκροθάφτης. Το κείμενο ως αισθητικό γεγονός διέπεται από βαθιά γνώση της γλώσσας που φλερτάρει με τον προφορικό λόγο του λαού αλλά και τον δόκιμο λόγο του μορφωμένου, τηρεί έναν αξιοπρόσεκτο ρυθμό που δεν κάνει κοιλιά και συνδέει έντεχνα τα γεγονότα του σαρανταήμερου με το παρελθόν και τις επεξηγηματικές του πληροφορίες. Από την άλλη, η γλώσσα με την οποία γράφει ο Μακριδάκης (και εδώ, αλλά κυρίως εδώ) είναι μια εμφανής μεταφορά της παπαδιαμαντικής ιδιολέκτου, με την απλή καθαρεύουσα, με την κυριαρχία των μετοχών, με τις παρενθετικές προτάσεις που απλώνονται σε πολλές σειρές, με το ύφος που θυμίζει έντονα τον σκιαθίτη διηγηματογράφο. Η πρώτη απορία αφορά το κατά πόσο μια τέτοια εμφανής και σκόπιμη μίμηση προσφέρει υπηρεσίες στη νουβέλα και γενικότερα στη λογοτεχνία μας. Σε τι αποσκοπεί πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας που φτιάχνει τα κείμενά του με τέτοια αναγνωρίσιμα υλικά; Θέλει να δείξει τη φυσιολατρική του ιδεολογία με μια ανάλογη φωνή; Ή αντίθετα, να δείξει πως και ο κόσμος του Παπαδιαμάντη περιείχε το κακό και το μισανθρωπικό; Να ξαναφέρει ηθογραφικά μονοπάτια στο δικό του νησί; Ή να αντιστρέψει την εξιδανίκευση της ηθογραφίας με νέες, αντισυμβατικές πράξεις; Ως προς την ιδεολογία του Μακριδάκη βλέπουμε πάλι την οικολογική ευαισθησία, το κήρυγμα για υγιεινή διατροφή, την καταγγελία της υποκρισίας της κοινωνίας, την αποστασιοποίηση από τις κομφορμιστικές αντιλήψεις των Ελλήνων. Στο “Αντί Στεφάνου” προβάλλεται ωστόσο και μια καινούργια αιχμή, που βάλλει ανοικτά εναντίον του ιερού και της εξύψωσης των νεκρών ως κομματιού μιας παγιωμένης παράδοσης. Η αφόδευση πάνω στον τάφο και η χρήση του σώματος ενός προσφιλούς νεκρού σαν οποιοδήποτε άλλο σεσηπός οργανικό στοιχείο, που θα μπορούσε δυνητικά να γίνει κοπριά για την αναγέννηση της υπόλοιπης φύσης, έρχεται να υποβάλλει μια καρναβαλοποίηση της κατεστημένης τάξης. Ο Μπαχτίν, μιλώντας για τον Ραμπελαί, θέτει την ανατροπή του “πάνω” με το “κάτω” σε περίοπτη θέση μέσα στο νεοφανέν είδος του μυθιστορήματος. Όπως στο καρναβάλι, το ανίερο παίρνει τη θέση του ιερού, το τρελό του λογικού, το λαϊκό του αστικού, το χαμηλό του υψηλού, το μιαρό του καθαρού, το ανάποδο του ευθέος. Έτσι, και ο Στέφανος εισάγει καινά δαιμόνια, θεωρώντας την αφόδευση φυσιολογική λειτουργία της φύσης και τη σήψη των νεκρών ανάλογα φυσική διαδικασία σε μια συνεχώς ανανεούμενη οικολογική αλυσίδα. Κι εδώ αναρωτιέμαι: Μπορούμε ως αναγνώστες να κρίνουμε και να κατακρίνουμε το όχημα με το οποίο διάλεξε ο συγγραφέας να αλώσει τα ως τώρα καθορισμένα κοινωνικά θέσφατα; Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις ιδεολογικές παρωπίδες του μεταπολεμικού διπολισμού, όταν έκριναν και στιγμάτιζαν το όποιο λογοτέχνημα με μόνο κριτήριο την κομματική του θέση; Ή πρέπει να μείνουμε στην άλλη άκρη και να αγνοήσουμε το ιδεολογικό φορτίο της νουβέλας και να μείνουμε μόνο στο κλειστό λογοτεχνικό σύμπαν της; Νομίζω ωστόσο ότι ο ίδιος ο νουβελογράφος δεν θέλει να αγνοηθεί το προκλητικό μήνυμά του, αλλά να συζητηθεί, ρητά ή άρρητα, υποδόρια ή ανοικτά. Το μήνυμα λοιπόν του συγγραφέα είναι ότι ο άνθρωπος δεν ανήκει σε μια ανώτερη βαθμίδα σε σχέση με τα άλλα όντα της πανίδας και της χλωρίδας της γης και επομένως ως νεκρός δεν πρέπει να καλύπτεται από ιερές, παραδοσιακές, μυστηριακές αντιλήψεις, αλλά να θεωρηθεί το ίδιο σαπίσιμος, το ίδιο χρήσιμος ως οργανική ύλη. Κι εδώ αρχίζουμε τη συζήτηση. Η αντιμετώπιση του νεκρού σώματος είναι υλιστική, σύμφωνα με την οποία, είτε μιλάμε για ένα κουφάρι άψυχου ζώου είτε για τη σορό της μητέρας, είναι το ίδιο. Έτσι, αποδεχόμαστε πως η τροφική αλυσίδα, οι ντετερμινιστικοί νόμοι της φύσης, ο αέναος κύκλος της ζωής υποβιβάζουν και τον άνθρωπο στην ίδια μοίρα, καταργώντας έτσι κάθε αρχή του Διαφωτισμού και της ουμανιστικής θεωρίας. Με αυτή τη σκοπιά, ο άνθρωπος δεν είναι αξία, το άτομο δεν είναι αναντικατάστατη οντότητα αλλά άλλο ένα νούμερο, το ανθρώπινο είδος μετράει ως σύνολο και όχι η μεμονωμένη προσωπικότητα. Από την άλλη, στέκεται ο καθιερωμένος τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη ζωή και τον θάνατο. Είναι ο τρόπος του Ανθρωπισμού που έχει ενθρονίσει την υλικοπνευματική οντότητα που ονομάζεται “άνθρωπος” σε τέτοια θέση ώστε να μην μπορεί να κινδυνεύσει είτε είναι ζωντανός, με δικαιώματα και ελευθερίες, είτε νεκρός με τον ανάλογο σεβασμό. Υπάρχουν δηλαδή στις ανθρώπινες κοινωνίες συνεκτικοί δεσμοί που μας συνδέουν με τον νεκρό, όχι ως ψυχρή ύλη αλλά ως ανάμνηση μιας ζωής που συνδέθηκε με τη δική μας; Προχωράω περισσότερο αυτή τη γραμμή λογικής. Αν ο νεκρός είναι μια ακόμα οργανική ύλη, τότε μήπως και ο ζωντανός δεν αποτελεί αυταξία ως άνθρωπος, αλλά άλλη μία αναλώσιμη μονάδα που μπορεί να θανατωθεί μπροστά σε μια ανώτερη έννοια όπως η φύση; Το κείμενο του Μακριδάκη, τον οποίο έχω πολλές φορές εγκωμιάσει, έρχεται να κλονίσει το ουμανιστικό αυτό όραμα και να καρναβαλοποιήσει την κοινωνική τάξη. Και φυσικά ο συγγραφέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί για την ανατρεπτική του δράση, αλλά μόνο να κριθεί για το πόσο αυτή η νέα αντίληψη είναι πιο προοδευτική, πιο ουσιαστική, πιο τελεσφόρα. Η γνώμη μου είναι ότι υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε μια υλιστική νομοτέλεια και τον υποβιβάζει στην ίδια μοίρα με την υπόλοιπη έμβια ή άβια ύλη.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Διαβάστε περισσότερα στο:
Πηγή: www.in2life.gr

“Αντί Στεφάνου”, του Τάσου Γέροντα

Ἡ πρώτη μου ἐπαφή μέ ἔργο τοῦ συγγραφέα Μακριδάκη ἔγινε τό 2009. Εἶχα βρεθεῖ σέ γνωστό βιβλιοπωλεῖο τῆς Θεσσαλονίκης (καί ὄχι μόνο), τό ὁποῖο ἐκτιμῶ ἐπειδή τά παιδιά πού δουλεύουν ἐκεῖ γνωρίζουν καί ἀγαποῦν τό βιβλίο. Περιδιαβαίνοντας τούς διαδρόμους εἶδα ἕνα λεπτό βιβλίο μέ τόν ἀσυνήθιστο τίτλο «Ἡ δεξιά τσέπη τοῦ ράσου» ἀπό τίς πολύ καλές ἐκδόσεις Ἑστία. Αὐτά πού διάβασα στό ὀπισθόφυλλο μέ ἔπεισαν νά ἀποκτήσω τό βιβλίο. Ἡ ἀνάγνωσή του ἦταν μιά ἀποκάλυψη γιά μένα! Ξαναδιάβασα τό βιογραφικό τοῦ συγγραφέα γιά νά βεβαιωθῶ πώς εἶχα δεῖ καλά. Ἕνα παιδί γεννημένο τό 1971 ἔγραφε σάν τόν Παπαδιαμάντη! Δύο χρόνια ἀργότερα, πάλι τυχαῖα, βρέθηκε μπροστά μου τό βιβλίο του «Ἡ ἅλωση τῆς Κωσταντίας». Τί νά σᾶς πρωτοπῶ γιά τό βιβλίο αὐτό; Μόνον τοῦτο: ἀπορροφημένος τό διάβαζα μέχρι πού ἔφτασα μερικές σελίδες πρίν τό τέλος. Ἐκεῖ διάβασα κάτι καί αὐθόρμητα ἔκλεισα μέ πάταγο τό βιβλίο φωνάζοντας βουρκωμένος ΑΣΤΟΔΙΑΛΟΡΕΜΑΚΡΙΔΑΚΗ. Δέν ἐξηγῶ περαιτέρω. Ὅσοι ἔχετε διαβάσει τό βιβλίο, μέ καταλαβαίνετε. Οἱ ὑπόλοιποι, ὅταν τό διαβάσετε, θά μέ καταλάβετε.

Τό χαρακτηριστικό τῆς γραφῆς τοῦ Μακριδάκη εἶναι πώς εὔκολα μπορεῖ νά σέ ὁδηγήσει σέ μία κατάσταση ὅπου μονώνεσαι ἔναντι τῶν ἐξωτερικῶν ἐρεθισμάτων καί «βιώνεις»τό ἔργο. Ἐγώ προσωπικά «ἀκούω» τά δρώμενα, τίς ἀφηγήσεις, τούς διαλόγους. Ἔτσι ἡ ἑκάστοτε γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ ὁ Μακριδάκης μοιάζει ἀπολύτως ταιριαστή μέ τό μέρος πού ἔχω μεταφερθεῖ. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐξαντλητικά μακροπερίοδος γραφή στό «Λαγοῦ μαλλί» δέν κουράζει, ἀλλά βοηθάει περισσότερο νά βιώσω τόν καϋμό, τό πνεῦμα τῶν ναυτικῶν.

Ἐννοεῖται πώς μετά τήν Κωσταντία ἄρχισα νά ἀγοράζω ὅλα τά προηγούμενα βιβλία τοῦ Μακριδάκη, παράλληλα μέ τά ἑπόμενα. Καί κάθε φορά ζοῦσα τό ἴδιο φαινόμενο: μεταφορά στό ἐκεῖ καί στὀ τότε, συμμετοχή στά δρώμενα μέ τήν ἐσωτερική ἀκοή.

Κάπως ἔτσι ἔφτασα νά ἔχω τά βιβλία τοῦ Μακριδάκη σέ ξεχωριστό ράφι τῆς βιβλιοθήκης, μαζί μέ τούς ἄλλους δύο σύγχρονους πού ἐξίσου θαυμάζω καί διαβάζω ἀνελλιπῶς: τόν Ἰσίδωρο Ζουργό καί τόν Γιῶργο Σκαμπαρδώνη.

Τελευταῖο του πόνημα τό «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ». Ἐπίτηδες μέ κεφαλαῖα γράμματα. Ἐπειδή τό ΣΤΕΦΑΝΟΥ μπορεῖ νά ἀναφέρεται στόν πρωταγωνιστή Στέφανο ἀλλά καί σέ στεφάνι κηδείας. Στή νουβέλα αὐτή ὁ πρωταγωνιστής Στέφανος εἶναι ἕνας 45χρονος ἄνεργος, ἀνύπαντρος νησιώτης, ὁ ὁποῖος, χάρη στίς μεθοδεύσεις τοῦ πλούσιου θείου ἀπό τήν Ἀμερική, καταλαμβάνει τή θέση τοῦ νεκροθάφτη στό νησί. Πρῶτος καί τελευταῖος πελάτης, ὅπως ἀπό τήν πρώτη παράγραφο μαθαίνουμε, εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Στέφανου. Αὐτός ὁ θάνατος φέρνει στήν ἐπιφάνεια παλιές ἀλλά ὄχι ξεχασμένες ἱστορίες τῆς μικρῆς κοινωνίας. Μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου εἶναι ψόγος τῆς μικροψυχίας τῆς κοινωνίας. Ψόγος ἄλλοτε εὐθύς, ὠμός καί ἄλλοτε συγκαλυμμένος. Ἡ γραφή, οἱ περιγραφές τοῦ πρώτου και μεγαλύτερου μέρους τοῦ βιβλίου μᾶς ἀποκαλύπτουν, μᾶς ἀποδεικνύουν πόσο εὔκολοι εἴμαστε στή χλεύη τοῦ διαφορετικοῦ, ἐν προκειμένῳ τοῦ Στέφανου. Μόνο στό δεύτερο μέρος (ὅπου καί μαθαίνουμε ποιός εἶναι ὁ ἀφηγητής) ὁδηγούμαστε καί σέ μιά ἐναλλακτική θεώρηση τοῦ διαφορετικοῦ. Ἐπίσης οἱ περιγραφές τῆς σύγκρουσης τοῦ «διαφορετικοῦ» Στέφανου μέ τίς «παραδόσεις» τοῦ χωριοῦ (κοινωνικές, θρησκευτικές) μᾶς παροτρύνουν νά σκεφτοῦμε καί ἴσως νά ἀναθεωρήσουμε τίς ἀπόψεις μας γιά τίς συγκρούσεις αὐτές στή σημερινή κοινωνία. Εἰδικά οἱ ἰδέες τοῦ Στέφανου γιά τήν φροντίδα καί τή χρήση τοῦ μητρικοῦ τάφου ἔρχονται σέ ἄμεση καί εὐθεία σύγκρουση μέ τά προφανῆ πού πιστεύουμε.

Νά σᾶς πῶ δύο σημεῖα πού μοῦ ἄρεσαν: ἡ φράση «χειλέων ἀσεβῶν πλήν ὅμως ὄχι ἀλάλων» χρησιμοποιήθηκε πολύ εὔστοχα γιά νά δείξει πώς στήν περίπτωση τῆς μάνας τοῦ Στέφανου οἱ ἀσεβεῖς μόνον ἄλαλοι δέν ἔμειναν. Τό δεύτερο εἶναι ὁ καλυμμένος ἐπαρχιώτικος ρατσισμός ὅπως ἀποκαλύπτεται στήν ἀναφορά στούς Ἀλβανούς.

Στό βιβλίο αὐτό ὁ Μακριδάκης χρησιμοποιεῖ τήν ἁπλή καθαρεύουσα, μέ στοιχεῖα ἄλλοτε καθημερινοῦ λόγου («νά πάει καλά ἡ δουλειά καί νά στεριώσει») καί ἄλλοτε λόγια («ἐν συγχύσει διατελῶν»). Χρησιμοποιεῖ πάλι μακροπερίοδο λόγο, στόν ὁποῖο εἶναι πολύ καλός, μέ πολλές δευτερεύουσες προτάσεις. Βέβαια, τόσο ὁ μακροπερίοδος λόγος ὅσο καί ἡ καθαρεύουσα ἀπαιτοῦν τήν μέγιστη δυνατή προσοχή τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νά μήν χαθεῖ ἡ παραμικρή λέξη ἀπό τήν πλούσια νουβέλα.

Ὅσοι ἔχουν διδαχθεῖ τήν καθαρεύουσα καί τήν θυμοῦνται, θά διαπιστώσουν πώς ἐδῶ δέν εἶναι πάντα σωστή ἡ χρήση της. Ἄραγε ὀφείλεται σέ ἐλλιπῆ γνώση τοῦ Μακριδάκη, ὁ ὁποῖος λόγῳ ἡλικίας δέν τήν ἔχει διδαχθεῖ ἤ ἔγινε ἐπί τούτου, γιά νά χλευαστεῖ ἀκριβῶς ἡ χρήση της; Προσωπικά τείνω πρός τό δεύτερο, δεδομένης τῆς μέχρι τώρα πολύ σωστῆς χρήσης τῆς κάθε λαλιᾶς πού ἔχει χρησιμοποιήσει ὁ Μακριδάκης. Τό ἀποδεικνύει ἄλλωστε μέ τίς ἀπολαυστικές περιγραφές τοῦ κουτσομπολιοῦ. Γιά σκεφτεῖτε το λίγο: κάτι τόσο ἁπλό καί καθημερινό ὅπως τό κουτσομπολιό νά τό περιγράψεις στήν καθαρεύουσα! Δέν εἶναι τόσο εὔκολο ὅσο φαντάζει.

Σ’ αὐτό τό βιβλίο ὅμως, περισσότερο ἴσως καί ἀπό τή δεξιά τσέπη τοῦ ράσου, θεωρῶ ἐπιβεβλημένη τή χρήση τοῦ πολυτονικοῦ καί μειονέκτημα τό ὅτι δέν ἔγινε. Ἡ ἐκτεταμένη χρήση τῆς δοτικῆς χάνει μέρος τῆς ὀμρφιᾶς της λόγῳ τῆς ἀπουσίας τῆς ὑπογεγραμμένης. (βλ. Σελίδες 16 καί 34).

Διαβάστε κάποιους παραλληλισμούς. 45 ἐτῶν ὁ Στέφανος, παράτησε τίς σπουδές στήν ἰατρική καί ἀσχολεῖται μέ τούς ἀγρούς, εἶναι ὀπαδός τῆς βιολογικῆς καλλιέργειας καί τοῦ σεβασμοῦ πρός τήν γῆ καί τά γενήματά της. 44 ἐτῶν ὁ Μακριδάκης, παράτησε τό ἐπάγγελμα τού μαθηματικοῦ (ἄν ποτε τό ἄσκησε) καί ἀσχολεῖται μέ τούς ἀγρούς καί εἶναι ὑπέρμαχος τῆς βιολογικῆς καλλιέργειας. Πολλές οἱ ὁμοιότητες γιά νά εἶναι τυχαῖες. Εὔκολα παρασυρόμαστε νά ταὐτίσουμε τόν ἥρωα μέ τόν συγγραφέα. Κι ὅμως δέν εἶναι ἔτσι! Ὁ Μακριδάκης, ἀντίθετα μέ τόν Στέφανο, εἶναι μαχητής. Ἀντίθετα μέ τόν Στέφανο, ὄχι μόνο δέν ὑφίσταται ἀδιαμαρτύρητα τήν περιφρόνηση τοῦ περίγυροῦ του ἀλλά μαχεται γιά τίς ἀπόψεις του. Δέν εἶναι ἕνας μοναχικός σιωπηλός καλλιεργητής ἀλλά ἕνας δραστήριος πολίτης μέ διατυπωμένες καί καλά τεκμηριωμένες ἀπόψεις. Ἄρα, χωρίς νά ἀποκλείσουμε τό ἐνδεχόμενο νά ἔχει δώσει στόν Στέφανο κάποια ἀπό τά χαρακτηριστικά του, σίγουρα μποροῦμε νά ἀποκλείσουμε τήν ταύτισή τους.

stefanou.jpg

Κι αὐτό τό βιβλίο, ὅπως ὅλα τά προηγούμενα τοῦ Μακριδάκη, εἶναι ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἑστία. Πολύ προσεγμένη ἔκδοση, ὄμορφο ἐξώφυλλο, καλό χαρτί, καλή γραμματοσειρά, ἀλλά μέ μία ἀβλεψία! Τούς ξέφυγε κάτι στήν σελιδοποίηση πού μέ δυσκόλεψε μέχρι νά τό ἀντιληφθῶ. Ἡ σελίδα 124 πρέπει νά διαβαστεῖ πρίν ἀπό τήν 123.

 

Πηγή

Μαθητικές επισκέψεις

Πέρσι ήρθε σε μια εκδήλωση στην Αθήνα ένας άνθρωπος και μου είπε ότι είναι καθηγητής και θα ήθελε να φέρει τους μαθητές του στη Βολισσό με την ευκαιρία της 3ημερης εκδρομής τους και να μιλήσουμε περί φυσικής υπόστασης, καλλιέργειας, σπόρων κλπ. Βεβαίως δέχτηκα και όταν έφτασε η ώρα, τους ανέμενα με πολύ χαρά.
Μόλις έφθασαν τα δύο πούλμαν στο χωριό και σταμάτησαν εκεί που τους είχα πει για να κατευθυνθούμε περπατώντας στο χτήμα, κατέβηκαν δυο καθηγητές πρώτοι πρώτοι και μου δήλωσαν ορθά κοφτά ότι τα παιδιά είναι κουρασμένα και πεινάνε και ότι δεν είναι η ώρα κατάλληλη για να πάμε στα χωράφια αλλά προτιμούν να πάμε στην ταβέρνα να τα πούμε εκεί!
Για να μην τους προσβάλω και επειδή ο καθηγητής που μου το είχε ζητήσει ήταν κι αυτός μαζί και με παρακάλεσε, πήγα μαζί τους στην ταβέρνα. Εκεί, μόλις φτάσαμε, μια καθηγήτρια με πλησίασε και με ρώτησε με ύφος κάπως απαξιωτικό και πλήρες περιεργείας “τι είστε εσείς και ήρθαμε να σας βρούμε;”!!
Κατόπιν του φαγητού, τα παιδιά ήθελαν καφέ, όπως μου δήλωσαν οι καθηγητές τους και ζήτησαν να πάμε στην καφετέρια στο λιμανάκι του χωριού και να τους μιλήσω εκεί! Πήγα λοιπόν και εκεί, οπότε βρέθηκα σε λίγο να στέκω εμπρός σε καμιά δεκαριά παιδιά, αφού όλα τα υπόλοιπα είχαν διασκορπιστεί στις δύο καφετέριες και στο λιμάνι και να μιλάω ως τελείως άσχετος για ζητήματα που δεν ενδιέφεραν κανέναν, πλην του καθηγητή που μου είχε ζητήσει να έρθουν, ο οποίος τραβούσε και βίντεο! Για να μας μείνει αξέχαστη αυτή η ηλιθιότητα!

Χτες λοιπόν, μετά την περσινή εμπειρία το χειρίστηκα τελείως αλλιώς.
Μόλις έφτασαν στο χωριό τα πούλμαν με τους μαθητές, μου τηλεφώνησε η διευθύντρια του σχολείου και μου είπε με ύφος διεκπεραίωσης ότι το πρόγραμμά τους έχει παραβιαστεί διότι δυο παιδιά πήγαν στο νοσοκομείο (ο ένας πονούσε στο νύχι και ο άλλος έριχνε πέτρες στη θάλασσα και νόμισε ότι εξαρθρώθηκε ο ώμος του, όπως με πληροφόρησε κατόπιν άλλος καθηγητής απελπισμένος) και ότι είναι πεινασμένοι και μου ζήτησε “ελάτε να μας βρείτε εδώ που έχουμε σταματήσει να τους πείτε αυτά που θέλετε”!!!!

Της είπα λοιπόν ότι δεν χρειάζεται να χάνουμε τον χρόνο μας και εγώ και αυτοί, να ενημερώσει τα παιδιά ότι αν κάποια, έστω και 5, έστω και 1, θέλουν μετά το γεύμα να τους κάνω μια μικρή ξενάγηση στο χτήμα και να μιλήσουμε για τη φύση, τα φυτά, τους σπόρους κλπ, θα είμαι στη διάθεσή τους. Φυσικά η διευθύντρια δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο και τα παιδιά κάθισαν στην πλατεία του χωριού και έφαγαν παγωτά και πατατάκια.

Αυτές είναι οι μέχρι στιγμής εμπειρίες μου από μαθητικές εκδρομές, από μαθητές και από εκπαιδευτικούς. Στο εξής θα θέτω όρο εξαρχής για επίσκεψη ολιγομελών ομάδων μαθητών και όσων καθηγητών έχουν συνειδητοποιήσει τον εαυτό τους ως πλάσμα της φύσης και τον ρόλο τους ως δασκάλων.

Απλεπιστήμιο και σχολεία αποεκπαίδευσης

Πορεία στον όλεθρο

Λόγω της μετακόμισης στο χωράφι για την συνήθη συμβίωση με τα φυτά, δεν έχω συχνή επαφή με το διαδίκτυο, ήτοι με την ενημέρωση και την επικοινωνία.
Ανέβηκα πριν λίγο στο χωριό και μπήκα να διαβάσω την τρέχουσα εσωτερική επικαιρότητα και έφριξα. Κι άλλη πράξη νομοθετικού περιεχομένου οι αριστεροί. Ό,τι χαρακτήριζαν “ξεφτιλίκι” των ακροδεξιών, το πράττουν τώρα οι ίδιοι. Και οι πρώην, γελοιοποιούνται ακόμη περισσότερο καταγγέλλοντας παραβίαση του Συντάγματος!
Το κόλπο όμως είναι σε πλήρη εξέλιξη. Η Ελλάδα, που δήθεν κέρδισε χρόνο με την υπογραφή παράτασης του μνημονίου στις 20 του Φλεβάρη, θα φτάσει στον Ιούνιο με τις τσέπες να κρέμονται έξω, θα οδηγηθεί εντελώς εξαθλιωμένη σε συμφωνία.
Η επενδυτική αριστερά ως κυβέρνηση, όπως και η ακροδεξιά πριν, ταύτισε τα προσωπικά συμφέροντα των μελών της και κάποιων πατριδοκάπηλων τυχοδιωκτών που την απαρτίζουν με το συμφέρον της χώρας και αδίστακτα την οδηγεί προς τον όλεθρο.
Οι δρόμοι μετά από αυτή την άθλια πολιτική, είτε οδηγήσουν άτακτη χρεοκοπία, είτε σε άτακτη υποχώρηση με αποδοχή και εφαρμογή παλαιών και νέων μνημονίων, είτε σε προσκόλληση στην Ρωσία, την Κίνα ή αλλού, όλοι έχουν κοινό παρανομαστή το άδειο ταμείο, δηλαδή την επερχόμενη πλήρη μετατροπή της χώρας σε ειδική οικονομική ζώνη, των κατοίκων της σε φτηνά απαξιωμένα εργατικά γρανάζια και των φυσικών της πόρων σε πλήρη εκποίηση, γεγονός που σημαίνει ολοσχερή περιβαλλοντική καταστροφή, όπως συμβαίνει σε κάθε αποικία.
Είτε πάμε σε εκλογές είτε σε δημοψήφισμα, είτε το πρόταγμα είναι έξοδος από την ευρωζώνη, είτε είναι συμβιβασμός και υποταγή, είτε η επενδυτική αριστερά διασπαστεί σε φιλοευρωπαίους και αντιευρωπαϊστές “φιλορώσους”, “φιλοκινέζους” κλπ, το βέβαιο είναι ότι λόγω έλλειψης ρευστού θα επέλθει κοινωνική αναταραχή και κανιβαλισμός, με τους νεοναζί να βγαίνουν ξανά από τις τρύπες τους και να κάνουν πλιάτσικο συνειδήσεων, όπως συνέβη και στην Ευρώπη του μεσοπολέμου.

Η Ο.Ε.Τουρκίας βραβεύει Δήμο και Λαίλαπα Χίου!

Μπορεί ο αθλητισμός να έχει εμπορευματοποιηθεί, ωστόσο τα ιδεώδη και οι αξίες του παραμένουν αναλλοίωτες δια μέσου των αιώνων, αποδεικνύοντας ότι ο ενώνει τους λαούς!

Η Ολυμπιακή Επιτροπή της Τουρκίας αποφάσισε να τιμήσει με το βραβείο fair play 2014 την ομάδα της Χίου Λαίλαπας και τον Δήμο της Χίου για την διοργάνωση του περσινού ποδοσφαιρικού αγώνα Λαίλαπας-Καρσίγιακα, ο οποίος ήταν η συνέχιση της προ 83 ετών αναμέτρησης μεταξύ των δύο αυτών ομάδων που είχε διακοπεί τότε στο 3ο λεπτό λόγω καταρρακτώδους βροχής.

H έμπνευση της διεξαγωγής του συγκεκριμένου αγώνα ήταν του συγγραφέα και φυσικού καλλιεργητή, Γιάννη Μακριδάκη, και για τούτο είναι εκ των επισήμων προσκεκλημένων προκειμένου να παραστεί στην Κωνσταντινούπολη, στη βράβευση της ομάδας και του Δήμου.

Σημειώνεται ότι η δημοτική αρχή της Χίου δεν έχει εγκρίνει το αίτημα των δημιουργών του ντοκιμαντέρ για το συγκεκριμένο αγώνα, για την προβολή της ταινίας στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο της πόλης, με αποτελέσμα να εκκρεμεί από το περασμένο φθινόπωρο, .

Ο λόγος της καθυστερημένης απάντησης από την πλευρά του Δήμου, οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρχε η πρόθεση να συστηθεί επιτροπή αποτελούμενη από το Δήμαρχο και αντιδημάρχους με σκοπό να εγκρίνουν το υλικό του ντοκιμαντέρ.

84 χρόνια μετά!

Το ματς Λαίλαπας – Καρσιγιακά είχε διακοπεί στο 3ο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου στις 7 Δεκεμβρίου του 1930. Τη χρονιά εκείνη η κυβερνήσεις των Ελευθερίου Βενιζέλου και Κεμάλ Ατατούρκ έκαναν για πρώτη φορά μετά την Μικρασιατική καταστροφή μία προσπάθεια συνεργασίας. Η προσέγγιση των δύο χωρών ήταν αποτέλεσμα της συμφωνίας της Ελλάδας να καταβάλει 425.000 λίρες Αγγλίας ως αποζημίωση για τους Τούρκους που έφυγαν από τη χώρα και σε αντάλλαγμα η Τουρκία αναγνώριζε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ως μόνιμους κατοίκους.

Η υποδοχή της τουρκικής αποστολής έγινε σε πανηγυρικό κλίμα στη Χίο την προηγούμενη του αγώνα, με την προκυμαία να έχει στολιστεί με σημαιάκια των δύο χωρών και τους διοργανωτές να παραθέτουν επίσημο γεύμα στην ομάδα και τους παράγοντες της διοίκησης.

Περισσότεροι από 1.500 θεατές βρέθηκαν στο γήπεδο στην περιοχή Μεζάρια, ωστόσο η καταρρακτώδης βροχή είχε ως συνέπεια την αναβολή του αγώνα, με το ματς να μένει ανοικτό για για 84 χρόνια!

Η ιδέα για την συνέχιση του αγώνα ήρθε στον Γιάννη Μακριδάκη το 2006 στη διάρκεια της έρευνας που έκανε για τη συγγραφή του βιβλίου του «10.516 μέρες, ιστορία της νεοελληνικής Χίου, 1912-1940». Εκείνη την περίοδο το σωματείο δεν ήταν ενεργό. Η σπίθα όμως είχε ήδη μπει και όταν το 2009 μία ομάδα ανθρώπων προχώρησαν στην επανίδρυση του σωματείου, η ιδέα του Γιάννη Μακριδάκη έγινε πραγματικότητα, χάρη στον προπονητή της ομάδας, Μιχάλη Κωττάκη. Ο τελευταίος πέρα από το προπονητικό έργο ανέλαβε τόσο μία σειρά διοικητικών αρμοδιοτήτων, όσο και την προσέγγιση της διοίκησης της Καρσίγιακα Σπορ, η οποία είναι επαγγελματικό σωματείο και αγωνίζεται στη Β’ Εθνική κατηγορία Τουρκίας.
Η επανάληψη του αγώνα έγινε το Σάββατο 10 Μαΐου 2014.

http://www.gazzetta.gr/football/article/729954/i-oetoyrkias-vraveyei-dimo-kai-lailapa-hioy

Επίπεδο

Α. Τσίπρας: «παραμένουν, βεβαίως, τέσσερα σημεία διαφωνίας στα πεδία των εργασιακών σχέσεων, στο ασφαλιστικό, στην αύξηση του ΦΠΑ αλλά και στη φιλοσοφία για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Θέλω να είμαι σαφής: Δεν πρόκειται εδώ για αδυναμία τεχνικής προσέγγισης αλλά για πολιτική διαφωνία, που, όμως, όλοι γνώριζαν εκ των προτέρων στο βαθμό που αναγνώριζαν και εξακολουθούν να αναγνωρίζουν ότι ο συμβιβασμός που επιδιώκουμε θα σέβεται τη σαφή εντολή του ελληνικού λαού έτσι όπως αυτή εκφράστηκε στις εκλογές του Ιανουάριο»

Αυτές είναι οι διαφορές μεταξύ δεξιάς και επενδυτικής αριστεράς. Η διεκδίκηση λίγης αλυσίδας παραπάνω στα πόδια και η εκποίηση του πραγματικού πλούτου, δηλαδή των αρχέγονων αγαθών κοινοκτημοσύνης όλων των πλασμάτων, στο όμομα του “Λαού”.
Τα σύγχρονα ζητήματα του οικοσυστήματος (συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου φυσικά, ως φυσικό ον) είναι πολύ προχωρημένα και πολύ φιλοσοφημένα για τους παρωχημένους και προσκολλημένους στον αδιέξοδο καταναλωτισμό πολιτικούς εκπροσώπους της ανθρωπότητας που απομυζεί το Είναι της καθημερινά και πεθαίνει (αυτοκτονεί) πρόωρα.

<<Όλα τα ταπεινα πλάσματα έχουν στο βλέμμα το Θεό την ώρα που φοβούνται>>

Πολλοί τον βλέπουν τον Θεό. Είναι καλό να (τον) επικοινωνούμε. Έλαβα γράμμα από κάποιον αναγνώστη. Είχε δώσει τίτλο την καταληκτική μου φράση σε προχθεσινό ποστ περί Θεού:
<<Όλα τα ταπεινα πλάσματα έχουν στο βλέμμα το Θεό την ώρα που φοβούνται>>

Φίλε Γιάννη, αν και σ’ έχω δει μόνο δυο φορές (πριν από ένα μήνα περίπου), αισθάνομαι πως μόνο φίλο μπορώ να σε αποκαλώ. Δεν ειναι βέβαια μόνο η εκ του σύνεγγυς επαφή, αλλά και η επαφή μέσα από τα βιβλία σου που μου δίνει την εντύπωση ότι σε ξέρω χρόνια (τα τελευταία 5-6 χρόνια). Ήθελα να σου γράψω τον τελευταίο μήνα, αλλά Θεοί, καιροί και δαίμονες συμμάχησαν εναντίον μου με διάφορους τρόπους. Αυτη η φρασούλα ήταν η αφορμή που σήμερα το αποφάσισα. Πραγματικά είναι θείο δώρο του λογοτέχνη να μπορεί να ντύνει με λέξεις τις αισθήσεις και είναι δώρο εξ ουρανού (για τον αναγνώστη) να ανακαλύπτει μια φράση που του αποκαλύπτει, του εκφράζει με λόγια, μια δικιά του υποβόσκουσα αισθηση, μια εντύπωση στα όρια της λήθης που δεν έχει πάρει σάρκα λεκτική και άρα δεν έχει γίνει συνείδητη. ‘Εχω δει λοιπόν κι έγώ το Θεό στο βλέμμα των ταπείνων πλάσματων την ώρα που φοβούνται. Το βλέμμα ενος άρρωστου σκύλου που είχα μικρός, λίγο πριν πεθάνει. Το βλέμμα ένος σπουργιτιου που είχε εγκλωβιστει στο κοτετσι μας και το επιασα για να το ελευθερώσω. Το βλέμμα μιας καρδερίνας κάποιου γείτονα, που την χρησιμοποιούσε ως δολομα στον κήπο του για να μαυλίσει κι άλλες. Σκεύτηκα να την ελευθερώσω κρυφά και όταν την πέταξα ψήλα διαπίστωσα ότι είχε τσακισμένα τα φτερά και δεν μπορούσε να πετάξει. Όταν την ξανάπιασα στα χέρια μου είδα το βλέμμα του Θεού μες τα μικρά της μάτια, αλλά ήμουν πολύ μικρός για να το αναγνωρίσω και ίσως να μην το αναγνώριζα ποτέ αν δεν ερχόσουν εσύ απόψε.
Καληνύχτα θα τα ξαναπούμε…

Αναδημοσίευση

Αναδημοσιεύω ένα εξαιρετικό άρθρο του Αντώνης Ανδρουλιδάκης. Με εκφράζει απόλυτα πλην της παραμέτρου ότι προσωπικά δεν εκτιμώ ούτε έχω σε καμία υπόληψη την επενδυτική αριστερά που κυβερνάει, απεναντίας είμαι βέβαιος ότι ήρθαν να επιτελέσουν αυτόν ακριβώς τον ανήθικο ρόλο σε πλήρη συνεννόηση και αγαστή συνεργασία με τους δανειστές, να στραγγίξουν δηλαδή όλα τα ταμειακά αποθέματα του κράτους σε ευρώ και να οδηγήσουν τη χώρα κακήν κακώς στην τελική υποδούλωση δίχως να υπάρχει ούτε αντιπολίτευση ούτε πολίτες που θα εξεγερθούν, να κάψουν δηλαδή και το σενάριο της εναπομείνασας δυνατότητας χρεοκοπίας εντός του ευρώ και να ξεβρακώσουν εντελώς τη χώρα και τους πολίτες της.
Επειδή στις 20 Φεβρουαρίου όλα αυτά φαινόταν αλλά οι μόνοι που δεν τα έβλεπαν και ίσως δεν τα βλέπουν ακόμη είναι οι οπαδοί της κυβέρνησης και επειδή έκτοτε προσωπικά τους βαρέθηκα και δεν γράφω πολιτικές αναλύσεις, ούτε έχει κανένα νόημα, βρήκα σε αυτό το άρθρο μαζεμένο το σύνολο της σκέψης μου και των όσων είχα τότε αποσπασματικά γράψει και οδήγησαν αρκετούς οπαδούς εκτός εαυτού τότε. Διαβάστε το λοιπόν. Καλημέρα