Μάνα μια μέρα θα σε κάνω μπαξέ…

Μάνα μια μέρα θα σε κάνω μπαξέ, της είπα και της έδωσα το βιβλίο σου. Δικό της αντίτυπο, καταδικό της, καθώς με τα βιβλία που αγαπάω γίνομαι απίστευτα κτητική και δεν τα δανείζω πουθενά, τα χαρίζω μονάχα, της το δίνω λοιπόν τυλιγμένο σε μορφή δώρου, κάτι που μου φάνηκε λίγο μακάβριο να είμαι ειλικρινής, αλλά απόδιωξα τη σκέψη και της χαμογέλασα με νόημα.

Η μητέρα μου περπατάει τα 85 και δεν ακούει καλά. Σήμερα άκουσε αλλά νόμισε ότι δεν άκουσε. Έσμιξε ελαφρά τα φρύδια και με κοίταξε με ένα βλέμμα κενό σαν να μην έβλεπε και όχι σαν να μην άκουγε, μετά έγειρε πίσω στην πολυθρόνα και ξετύλιξε το βιβλίο. «Αααα Μακριδάκης επιτέλους!» μου είπε και το πρόσωπό της άστραψε. «Μπράβο και δεν είχα τι να διαβάσω».

Η αλήθεια είναι πως δύο χρόνια τώρα της πήγαινα διάφορα βιβλία και μου τα έδινε πίσω παρατημένα ή μισοδιαβασμένα και όλο με ρώταγε «ο Μακριδάκης δεν έβγαλε καινούργιο βιβλίο να μου φέρεις;» φανατική αναγνώστριά σου όπως βλέπεις! Περιμένω τις εντυπώσεις της εναγωνίως! Ελπίζω να μην την κάνω μπαξέ νωρίτερα από ότι υπολόγιζα…

Μ.Σ.

Αντί Στεφάνου 5η αναγνωστική απόκριση

Ο αναγνώστης Κώστας Τ. έστειλε την 5η κατά σειρά αναγνωστική απόκριση:

Ο συγγραφέας έχει αναμφίβολα αφομοιώσει πολλές κινηματογραφικές κωμωδίες για την επαρχιώτικη ζωή. Οι ήρωές του συνθέτουν εναργέστερα τον νεοελληνικό χαρακτήρα από την εμβριθέστερη κοινωνική ανάλυση και αποτελούν έναν πολυδιάστατο καθρέφτη, όπου μέσα του όλοι μπορούν να κοιτάζονται και να αναγνωρίζουν τις καλές ή κακές πλευρές του εαυτού τους. Απομυθοποιεί τα σοβαρά και ανατρέχει άναρχα, αλλά έλλογα, τα ευτράπελα.

«Δεν ευδοκίμησε τελικά ως νεκροθάφτης στη θέση του Ευταξία ο Στέφανος ο Λαδικός. Μονάχα μια κηδεία πρόλαβε να διεκπεραιώσει και αυτή ήταν της μητέρας του…»

(…)

Τα όσα κωμικοτραγικά επακολούθησαν την κηδεία και την ταφή της Πάτρας Λαδικού, αναγκάζουν τους κατοίκους του νησιού να τοποθετήσουν νεκροθάφτη αντί Στεφάνου τον θεολόγο καθηγητή Μάνο Σιδέρη, τον επονομαζόμενο Αμφίαρτο …

Στη  νουβέλα του αυτή ο συγγραφέας προσεγγίζει ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά και φιλοσοφικά. Η γραφή είναι σφικτή, συνεκτική και νευρώδης. Ο Γιάννης Μακριδάκης στήνει παιχνίδια στον εαυτό του και στον αναγνώστη. Σφριγηλή και λαγαρή γλώσσα με πρωτεϊκή αφήγηση που ελίσσεται διαρκώς. Εντυπωσιάζει η φρεσκάδα του Μακριδάκη και η γονιμότητα του.

Μια νουβέλα που αφηγείται τη σχάση ανάμεσα στο ιερό και το γελοίο, στο σύστημα της τοπικής κοινωνίας και το οικοσύστημα της φυτοκοινωνίας. Η διπλή ανάγνωση της νουβέλας πείθει για τη συγγραφική ικανότητα να χτίζει πολυώροφα κτίσματα. Προσφέρει άφθονο υλικό για σκέψη σε όλους τους σημερινούς ανήσυχους αναγνώστες.

Με τις νουβέλες του ο Γιάννης Μακριδάκης επιχειρεί να αφυπνίσει, χρόνια τώρα, τους νεοέλληνες, από τον βαθύ, χωρίς ενύπνια, ύπνο τους.

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό. Γύρισα γεμάτος όμορφες στιγμές από τις συναντήσεις με τόσους ανθρώπους. Αναγνώστες, θεατές, συνοδοιπόρους. Επίσης με ένα σάκο γεμάτο βιβλία που μου δώρισαν, όπως κάθε φορά τόσοι και τόσοι δημιουργοί. Τους ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Βρήκα και στο σπίτι να με περιμένουν κι άλλα βιβλία και περιοδικά που κατέφθασαν ως δώρα ταχυδρομικώς αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι πήγα αμέσως στο χωράφι και έμεινα εκεί ώσπου να πέσει ο ήλιος. Είδα λοιπόν να με περιμένουν τα φυτά ολάνθιστα, ρόκες, ραπάνια, λαχανίδες, όλα τα ανθάκια τους μαζί άσπρα και κίτρινα γέμισαν το τοπίο, μεγάλη η ανάπτυξη μέσα σε μια βδομάδα, ρυθμοί που θα τους ζήλευε και ο σόιμπλε και η κριστίν λαγκαρντ αλλά και ο σταθάκης αν μπορούσαν να τους αντιληφθούν αλλά κυρίως αν γνωρίζανε τι πα να πει αληθινή ανάπτυξη!

Ν. Σαραντάκος: Αντί Στεφάνου ο Γιάννης Μακριδάκης

Ο σπουδαίος και ανεξάρτητος κριτικός νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Σαραντάκος γράφει στον προσωπικό του ιστότοπο για το νέο βιβλίο μου (και όχι μόνο):

Το Σάββατο που μας πέρασε, είχα τη χαρά να πάω σε μια παρουσίαση όπου συμμετείχε ένας αγαπημένος μου συγγραφέας, ο μοναδικός πια που τα βιβλία του τα αγοράζω αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν. Στο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στην οδό Μάρκου Μουσούρου στο Μετς, ο Γιάννης Μακριδάκης παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίο, Αντί στεφάνου (ή ίσως Αντί Στεφάνου, θα εξηγήσω πιο κάτω).

Πριν προχωρήσω στο βιβλίο, δυο λόγια για τον χώρο της εκδήλωσης -το βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στο οποίο έγινε η παρουσίαση, έχει μόνο ένα χρόνο ζωής, ενώ κατά σύμπτωση περίπου συνομήλικο είναι και το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου όπου είχα κάνει τη δική μου παρουσίαση τον περασμένο μήνα -και το βρίσκω πολύ αισιόδοξο σημάδι σε τέτοιους καιρούς κρίσης να ανοίγουν καινούργια βιβλιοπωλεία στις γειτονιές -ενώ επίσης θα το έχετε προσέξει κι εσείς ότι γίνονται όλο και περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων τα τελευταία χρόνια και μάλιστα όχι μόνο σε δυο-τρία σημεία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στις συνοικίες όπως βέβαια και σε άλλες πόλεις.

Ο Μακριδάκης βέβαια ζει στη Χίο και στο χτήμα του, αλλά έρχεται στην Αθήνα μερικές φορές το χρόνο και τούτη τη φορά είχε έρθει για την παρουσίαση του καινούργιου του βιβλίου (κυκλοφόρησε στις 16 του μηνός), για το θεατρικό έργο «Ανάμισης ντενεκές» που βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημά του αλλά και για να πάρει μέρος στο φόρουμ «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη», μια και εκτός από λογοτέχνης έχει αναπτύξει και έναν έντονο προβληματισμό για ζητήματα αποανάπτυξης και για τις φυσικές καλλιέργειες.

Το βιβλίο εγώ το είχα αγοράσει την προηγούμενη μέρα και φυσικά είχα αρχίσει να το διαβάζω, αλλά μ’ άρεσε τόσο πολύ που το σταμάτησα ύστερα από καμιά δεκαριά σελίδες, επειδή δεν ήθελα να το διαβάσω βιαστικά. Το έχω ξανακάνει αυτό, αλλά σπάνια -και δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία του Μακριδάκη διαβάζονται μονοκοπανιά. Μετά την παρουσίαση, το διάβασα με ρέγουλα, κι εδώ θα σας πω μερικές εντυπώσεις.

Έχω παρουσιάσει παλιότερα από το ιστολόγιο το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, που είχε κυκλοφορήσει πρόπερσι, τη νουβέλα Του Θεού το μάτι. Νουβέλα είναι και τούτο εδώ το καινούργιο, αν και λίγο μεγαλύτερη σε έκταση από τις προηγούμενες (140 σελίδες αντί για 100) και κάπως διαφορετική από πολλές απόψεις.

Μια διαφορά, ας πούμε, είναι ότι τούτη τη φορά η δράση δεν μνημονεύει κάποιο γεγονός της εξωτερικής επικαιρότητας (ενώ, ας πούμε, το Λαγού μαλλί αναφερόταν στο διάγγελμα του Καστελλόριζου, η Δεξιά τσέπη του ράσου στον θάνατο του Χριστόδουλου, ή του Θεού το μάτι στις εκλογές του 2012). Εκτυλίσσεται σαφώς η δράση στην εποχή μας, αλλά χωρίς συγκεκριμένες αναφορές.

Πιο σημαντική διαφορά του νέου βιβλίου είναι η γλώσσα του -αντί για τη χειμαρρώδη κουβεντιαστή αφήγηση σε ρωμαλέα ιδιωματική δημοτική, που χαρακτήριζε τα περισσότερα από τα προηγούμενα έργα, το ‘Αντί στεφάνου’ (ή Αντί Στεφάνου) είναι γραμμένο σε μικτή γλώσσα, που θυμίζει σε μερικά την καθαρεύουσα των προπολεμικών επαρχιακών εφημερίδων, αν και δεν λείπουν φυσικά οι ιδιωματικές εκφράσεις και οι εκφράσεις της καθομιλουμένης.

Ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου, που λυπάμαι που ξέρω μόνο το μικρό του όνομα, ο Γιώργος, κατά την παρουσίαση χαρακτήρισε τη γλώσσα ‘λάιτ καθαρεύουσα’. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξομολογήθηκε ότι είχε ξεκινήσει πολλές φορές να γράφει το βιβλίο και δεν μπορούσε να το προχωρήσει, και μόνο όταν του ήρθε η έμπνευση να χρησιμοποιήσει αυτή τη μικτή γλώσσα μπόρεσε να βρει το εργαλείο για να προχωρήσει η αφήγηση και τα μηνύματά της. Μας είπε μάλιστα ότι σε ένα πρώτο σχεδίασμα η καθαρεύουσα ήταν ακόμα πιο βαριά, αλλά, ακούγοντας τις συμβουλές της εκδότριας και άλλων φίλων, την αλάφρυνε κάπως, πετυχαίνοντας, κατά τη γνώμη μου, τη σωστήν αναλογία. Αλλά κρίνετε και μόνοι σας, από την αρχή του έργου.

Δεν ευδοκίμησε τελικά ως νεκροθάφτης στη θέση του Ευταξία ο Στέφανος ο Λαδικός. Μοναχά μία κηδεία πρόλαβε να διεκπεραιώσει και αυτή ήταν της μητέρας του. Διότι η Πάτρα, εκ του Κλεοπάτρα, Λαδικού, το γένος Κουμά, η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε, όταν ήταν ακμαία, υπό των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου, απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών, πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με τη γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού, τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της. Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαΐου, και ξεψύχησε ήσυχα. Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Είχε και ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη της, το οποίο αν και κατά κόρον ερμηνεύτηκε ως αδιάψευστο τεκμήριο του ότι έφυγε από τη ζωή ικανοποιημένη, ίσως να ήταν τελικά μόνον επιτιμητικό αφού, όπως πικρόχολα αποφάνθηκε και ο περιπτερούχος καπετάν Παράσχος Ψιλάκης κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι του απογοητευμένος από την απολύτως πλέον διακριτή κοινωνική της νήσου παρακμή, η μακαρίτισσα ίσως προείδε λόγω μιας πιθανής προθανάτιας έκλαμψης τα όσα αλλοπρόσαλλα επακολούθησαν την έξοδο αυτής.

Αρχικά βέβαια το ύστατο αυτό μειδίαμά της στάθηκε αφορμή να αναζωπυρωθούν, άμα τη αναγγελία της εκδημίας της από την πένθιμη κωδωνοκρουσία του Προδρόμου, όπως συνηθιζόταν παραδοσιακά να αγγέλλεται κάθε επιδρομή του Αρχάγγελου στη νήσο, όλες οι φήμες οι παμπάλαιες, οι ευρισκόμενες από εικοσαετίας και πλέον φαινομενικά σε ύφεση εξαιτίας της απρόσμενης τότε επανάκαμψης από την Αμερική, και μάλιστα ως ζάμπλουτου, του αδελφού αυτής Σιλβέστρου, η παρουσία του οποίου έκτοτε, κυρίως όμως η περιουσία του, αποθάρρυνε κάθε επίδοξο κακεντρεχή σχολιαστή της Πάτρας.

Από το απόσπασμα που παραθέτω (οι δυο πρώτες σελίδες του βιβλίου) φαίνεται θαρρώ και το είδος της γλώσσας αλλά και το μπρίο και το υποδόριο χιούμορ της αφήγησης -μπρίο και χιούμορ για να θιγεί ένα θέμα που, όπως και να το κάνουμε, χαρμόσυνο δεν είναι: ο θάνατος. Γιατί αυτό είναι το βασικό θέμα του βιβλίου, που πολύ αποτελεσματικά το εξυπηρετεί το εύρημα του νεκροθάφτη γιου.

Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα νησί, που είναι πιο μικρό από τη γενέθλια Χίο του συγγραφέα, και όπου ζει ο Στέφανος, «κοιλάρφανος γιος του θανόντος άγουρου Φανή, εκ του Στεφανή, Λαδικού, ο οποίος έπεσε στο αμπάρι του βαποριού και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου μπάρκου του, ως νεαρός λοστρόμος και άρτι νυμφευμένος τότε με την Πάτρα», που παράτησε την ιατρική όπου είχε εισαχθεί προκαλώντας τον θαυμασμό των συντοπιτών του, και ασχολείται με φυσικές καλλιέργειες, σε ένα χτήμα μικρό αλλά χαρισματικό, τις Ρογδιές, που είναι ιδιοκτήτης του εξ αδιαιρέτου μαζί με τον αδελφό της μητέρας του, τον θείο του που καζάντισε μετανάστης στην Αμερική και έρχεται στο νησί κάθε καλοκαίρι και πολύ αντιπαθεί τον ανεπρόκοπο ανεψιό του ο  οποίος, άκουσον άκουσον, έχει επηρεαστεί από κάτι γιαπωνέζικες θεωρίες και καλλιεργεί χωρίς να σκάβει τη γη -αφού είναι φυσικός καλλιεργητής.

Και αυτό είναι το δεύτερο θέμα του βιβλίου, η φυσική καλλιέργεια, που τις αρχές της τις αναπτύσσει ο Μακριδάκης μέσω του Στέφανου, που μπορεί να νοηθεί ως άλτερ έγκο του, χωρίς όμως το βιβλίο να φαίνεται καθόλου… στρατευμένο. Και η φυσική ζωή συνυφαίνεται με τον θάνατο, αφού, όπως είπε ο συγγραφέας κατά την παρουσίαση, όποιος ασχολείται με το χρήμα πεθαίνει έντρομος και το χρήμα που έχει μαζέψει το δίνει στους γιατρούς, ενώ όποιος νιώθει τη φυσική του υπόσταση έχει θάνατο ζωογόνο.

Τις αρχές αυτές προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή στο νεκροταφείο ο Στέφανος, και βέβαια πολύ γρήγορα σοκάρει τους συντοπίτες του και αποπέμπεται από το πόστο του νεκροθάφτη χωρίς να αξιωθεί να κάνει δεύτερη κηδεία -που έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε κάμποσο να περιμένει αφού, εξαιτίας του μικρού αριθμού των κατοίκων και της μακροζωίας τους, μια-δυο κηδείες τον χρόνο γίνονται στο νησί.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που πιάνει τα τρία τέταρτα της συνολικής έκτασης, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και μας παρουσιάζει τη σύγκρουση του νεόκοπου νεκροθάφτη με τους περισσότερους συντοπίτες του. Στο δεύτερο, η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη και μαθαίνουμε ποιος είναι ο αφηγητής: ένας ξενομερίτης, καθηγητής θεολόγος στο γυμνάσιο του νησιού, που μάλιστα είναι φίλος του Στέφανου και βλέπει με πολλή συμπάθεια τις θεωρίες του -συμπάθεια όμως που δεν τολμά να εκφράσει, από τον φόβο της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Και, μην έχοντας άλλον αρτιμελή και νέο αντικαταστάτη του αποπεμφθέντος νεκροθάφτη τους, οι νησιώτες διαλέγουν αυτόν ακριβώς, τον καθηγητή, και τον πείθουν να αναλάβει και συμπληρωματικά καθήκοντα αντί για τον Στέφανο -ή αλλιώς, αντί Στεφάνου, κι έτσι καταλαβαίνουμε γιατί ο τίτλος διαβάζεται διπλά.

Το βιβλίο το χάρηκα, πιστεύω πως θα το χαρείτε κι εσείς.

Αντί Στεφάνου, 4η αναγνωστική ανταπόκριση

Η Σοφία Π. απέστειλε την 4η αναγνωστική ανταπόκριση:
(…)
Διάβασα το βιβλίο και το διασκέδασα πραγματικά. Όντως είναι πιο κωμικό, σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό απ’ τα υπόλοιπα που έχω διαβάσει ως τώρα αν και, ή ακριβώς επειδή, πραγματεύεται δυο από τις πιο δυσάρεστες για τη σύγχρονη επικρατούσα καταναλωτική κουλτούρα  καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ύφος ήταν μάλλον εκείνο που τα ανέτρεπε όλα. Εκεί που με σοβαρή έκφραση διαβάζεις συγκεντρωμένος τις μακρόσυρτες προτάσεις προσπαθώντας να μη χάσεις τον ειρμό, ξεπετάγεται ενώπιον των οφθαλμών σου ως δια μαγείας ή ορθότερα μαεστρίας το κωμικοτραγικόν της υπόθεσης.
Η πνευματική αταραξία του Στεφανου, η «απόκοσμη ηρεμία» του, οι πολυπολιτισμικές του γνώσεις,  η νηφαλιότητά του, η αρμονική και ειρηνική του συνύπαρξη με το περιβάλλον του, κάνει τους γύρω του να φαντάζουν γελοίες καρικατούρες, χαρακτήρες που μιλούν και κινούνται γρήγορα, ασθματικά, γεμάτοι άγχος και επιτήδευση. Υστερικά τηλεφωνήματα, ένας παπάς με δεμένο το ράσο στη ζώνη να τρέχει φουριόζος απ’ το τρισάγιο στον καυγά, ιντριγκαδόροι υστερόβουλοι μαγαζάτορες, μια τυπική ελληνική μικρή κοινωνία….
Δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά μου φάνηκε εσκεμμένα σημειολογικά ιερόσυλο και ταυτόχρονα βαθιά θρησκευτικό. Όπως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά έτσι και το σαρκίο δεν κάνει τον άνθρωπο. Ο Στέφανος το ξέρει. Οι συγχωριανοί του επίσης. Ο συνειρμός όμως της σκηνής  της «βεβήλωσης» του συμβόλου παραείναι καταφανής για τους τελευταίους για να τον παραβλέψουν. Κι ο ίδιος ο θεολόγος ψεύδεται ότι γνωρίζει αυτή τη λεπτομέρεια της ιστορίας γιατί προφανώς δείχνει ανέτοιμος να την αξιολογήσει, δημοσίως τουλάχιστον…. (Αν εξαιρέσουμε τα «ακράδαντα» επιχειρήματα του Χτύπου που τόσο συμπάθησα!!!)
Όμως ο Στέφανος δεν κρατάει  τα προσχήματα. Θα ήταν κι αυτό περιττή σπατάλη ενέργειας. Κοντά στη γη βλέπει τη συνεχή εναλλαγή της νεκρής ύλης σε ζωή και το αντίστροφο, αντιλαμβάνεται το σώμα και τις λειτουργίες του σα μέρος αυτού του κύκλου. Έχει συμφιλιωθεί με την φθαρτή πλευρά της φύσης του. Συμπεριφέρεται όπως ζει, φυσικά. Με απλότητα αποκαθιστά την αποσύνθεση, την αφόδευση, το θάνατο ως αναπόσπαστα μέρη της ζωής που ο αποστειρωμένος ατσαλάκωτος αισθητικά πολιτισμός μας κρύβει πίσω απ’ τη λαμπερή βιτρίνα.
Η φαινομενικά ανάλαφρη αφήγηση άφηνε στο τέλος θεολογικούς προβληματισμούς. Τι είναι τελικά ιερό ή ηθικό; Ιεροσυλία είναι η αδιαφορία για ένα σύμβολο ή η αδιαφορία για την ουσία της ύπαρξης; Συνίσταται στην ίδια την πράξη ή μάλλον στην πρόθεση; Η συνειδητοποίηση από τον άνθρωπο της φυσικής του υπόστασης εξαρτάται περισσότερο απ’ την πνευματική του καλλιέργεια παρά από τη διαβίωσή του στο ίδιο το φυσικό περιβάλλον; Κάποια ερωτήματα ήταν πιο άβολα: Είναι λοιπόν αναγκαίο να «βεβηλώσει» ο άνθρωπος της μετακαταναλωτικής εποχής κάθε προσκόλληση στη «νεκρή» ύλη; Να αποβάλλει απόψεις και παραδόσεις που στηρίζονται σε δεισιδαιμονίες και τον κρατούν απλά μακριά απ’ το θαύμα της ζωής όπου ο θάνατος είναι απλά ένα στάδιο της διαρκούς μεταμόρφωσης των πάντων; Να αφήσει πίσω του εκείνη την εποχή που εξυμνεί την ύλη στην πλαστική της ακινησία και αποφεύγει ως ταμπού την άλλη πλευρά της φύσης της, εκείνη της αέναης μεταβολής; Τιμάμε τη μνήμη ενός νεκρού καλύπτοντας με λευκά μάρμαρα την εικόνα της αποσύνθεσης του σώματός του ή γιορτάζουμε κι αυτή την αποσύνθεση με τη μετουσίωσή του σε νέα ζωή;
Ο Στέφανος είναι απενοχοποιημένος.  Εμείς; Ο ίδιος ο αφηγητής δεν παίρνει θέση σα να αναρωτιέται κι αυτός (όπως κι εγώ): Μήπως είναι εντέλει τόσο απλό  να γίνει ακόμη κι ο ίδιος ο θάνατος εύπεπτος;
Κι αυτές ήταν απλά οι πρώτες εντυπώσεις….
Να είσαι καλά!
Σ.Π.

Αντί Στεφάνου, 3η αναγνωστική ανταπόκριση

Η Μαρία Μ.. απέστειλε την 3η αναγνωστική απόκριση:
(…) Η ροή του λόγου σου ως συνήθως χειμαρρώδης, μ’ έκανε να μη θέλω να τ’ αφήσω από τα χέρια μου, δεν υπήρχε δηλαδή περίπτωση να μην το τελείωνα σήμερα. Μ’ άρεσε φοβερά το κομμάτι της σελίδας 40 που αναφέρεται στον άεργο προσωπικό χρόνο του Μιχαήλου Καπίκη λόγω της οικονομικής κρίσης, μου θύμισε τους συναδέλφους μου, ήταν σαν να διάβαζα το ψυχογράφημά τους! Σε κάποια σημεία γέλασα με την καρδιά μου (πολύ σημαντικό για μένα γιατί δεν είμαι ο τύπος που γελά εύκολα) αν και το όλο θέμα πιστεύω πως είναι δύσκολο για τους περισσότερους. Δεν ξέρω δηλαδή κατά πόσο ο κόσμος είναι έτοιμος να δεχθεί την αξία της ανθρώπινης κοπριάς και να μη χαρακτηριστεί το βιβλίο σου κοπρολαγνογράφημα. Προσωπικά, βρήκα πολύ ενδιαφέρον το θέμα και μάλιστα με μια διάσταση που δεν είχα ποτέ σκεφτεί παρόλο που ασχολούμαι ιδιαιτέρως με τα “κακά”. Για να σου δώσω να καταλάβεις, δεν εννοείται να κάνουν οι μπόμπιρες κακά και να μην ελέγξω την “παραγωγή” τους, γιατί το θεωρώ από τους πιο σημαντικούς δείκτες για την υγεία ενός οργανισμού.
Το κείμενο στη σελίδα 108, με τον “Αμφίαρτο” που αποποιείται τα τρόφιμα μαζικής παρασκευής και επεξεργασίας βιομηχανικής μ’ εκφράζει απόλυτα.
Το τέλος μου άφησε λίγο γλυκόπικρη γεύση.
Η γλώσσα μού ήταν απολύτως κατανοητή αν και μου έλειψε η ντοπιολαλιά που έχεις χρησιμοποιήσει σ’ άλλα βιβλία σου και ο τίτλος εξαιρετικά ευφυής και με περισσότερες της μια σημασίες. Αυτά τα ολίγα με όλη μου την αγάπη και τον θαυμασμό προς το πρόσωπό σου. Έχω αγαπήσει όλα τα “παιδιά” σου, αλλά όπως συνηθίζουν να λένε: δεν είναι όλα τα δάχτυλα ίδια. Αυτό λοιπόν που συνεχίζω να ξεχωρίζω με μικρή όμως διαφορά από την “δεξιά τσέπη του ράσου” και τώρα το “αντί Στεφάνου”, είναι ο “ήλιος με δόντια” (για μένα είναι ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια). Καλό ξημέρωμα και καλή αντάμωση!
ΥΓ
Κι άλλες δυο παρατηρήσεις: η πρώτη έχει να κάνει με τον χρόνο. Μ’ αρέσει που έχεις προσέξει ώστε ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως και στα άλλα βιβλία σου (η 8η Ιούνη του ’14 ήταν όντως Κυριακή). Η δεύτερη έχει να κάνει με την λοξή πορεία του Στεφάνου την ώρα της πορείας προς τον ενταφιασμό (θέλω πολύ κι εγώ να παρεκτραπώ σύντομα από την πορεία μου).
Μ.Μ.

Άλλη μια ευκαιρία

Το μεγάλο ζήτημα που προέκυψε με την πρώτη αριστερή ελληνική κυβέρνηση δεν είναι ότι υποχώρησε άτακτα στις απαιτήσεις των δανειστών υπογράφοντας μια συμφωνία η οποία σηματοδοτεί την πλήρη ευθυγράμμιση της χώρας στην παράταση επ’ αόριστον μιας αδιέξοδης, ανάλγητης και καταστροφικής πολιτικής. Δεν είναι καν ότι αθέτησε όλες τις προεκλογικές της εξαγγελίες και από την ακύρωση των μνημονίων με ένα νόμο και ένα άρθρο έφθασε στην παράταση αυτού του ίδιου του μνημονίου και της αξιολόγησης, περνώντας όμως δια της οδού των νταουλιών που θα έπαιζε και οι αγορές θα χόρευαν στους ρυθμούς της.

Το μέγα ζήτημα που προέκυψε είναι ότι η αριστερή κυβέρνηση διαχειρίστηκε την ήττα της με τρόπο που δεν αρμόζει στην αριστερά, με τρόπο που τσαλαπατάει και ακυρώνει το ήθος της αριστεράς, το συγκριτικό της πλεονέκτημα έναντι των ακροδεξιών αντιπάλων της. Διότι ο Τσίπρας και οι συν αυτώ, φερόμενοι αλαζονικά επέλεξαν να αντιμετωπίσουν τους πολίτες ως μία μάζα ηλιθίων ιθαγενών, που δεν έχουν κριτική ικανότητα, που δεν γνωρίζουν ίσως καν ανάγνωση και που χάφτουν ό,τι τους σερβιριστεί από τις κυβερνήσεις τους.

Αντί λοιπόν να κρατήσουν αξιοπρεπή στάση και να ενημερώσουν ειλικρινά και υπεύθυνα τους πολίτες, αντί να παραδεχθούν την αδυναμία και να περιγράψουν τις δυσκολίες και ίσως το αδιέξοδο εντός των ασφυκτικών χρονικών ορίων της παρούσης περιόδου, αντί να αιτηθούν ειλικρινά από τους πολίτες κατανόηση και υποστήριξη, επέλεξαν να συμπεριφερθούν όπως ακριβώς οι προγενέστεροι αυτών αναξιοπρεπείς, οι οποίοι πανηγύριζαν και μιλούσαν για νίκη της κυβέρνησής τους κάθε φορά που έδιναν γη και ύδωρ και αίμα και ιδρώτα στους δανειστές με την υπογραφή μίας ακόμη συμφωνίας.

Το ήθος της αριστεράς το τσαλαπάτησαν λοιπόν μέσα σε λίγες μόνο μέρες διακυβέρνησης ο Τσίπρας και ο κύκλος του με την απαράδεκτη στάση τους, επιτυγχάνοντας έτσι μονάχα να δώσουν τον λόγο σε φονταμενταλιστές κρετίνους οπαδίσκους τους αλλά και σε ιδιοτελείς και ανόητους που θέλουν μόνο να ελπίζουν σε κάτι και βαυκαλίζονται για να μην ακυρωθεί η ζωή τους, οι οποίοι εφόρμησαν κανιβαλιστικά επί όσων νοήμονων και αξιοπρεπών πολιτών τόλμησαν να αρθρώσουν το προφανές, το ότι καμία νίκη δεν υπήρξε δηλαδή, απεναντίας τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα λόγω της πλήρους αναγνώρισης του χρέους, λόγω της διαβεβαίωσης περί άρνησης μονομερών ενεργειών, λόγω της πλήρους ευθυγράμμισης στην απάνθρωπη και αντιπεριβαλλοντική πολιτική της ευρωζώνης.

Αυτή η τακτική που ακολούθησε η κυβέρνηση του Τσίπρα αποτελεί άλωση της αριστεράς από μέσα, αποτελεί προσβολή και κατασυκοφάντηση της αριστεράς και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια την πορεία της κοινωνίας σε αύξηση του ρυθμού εκφασισμού της.

Το μόνο που οφείλει να κάνει από εδώ και πέρα ο Τσίπρας αν θέλει να διορθώσει την αναξιοπρεπή του στάση και να ξεπλύνει την προσβολή που επεφύλαξε στους πολίτες αντί να ξεπλένει τις μνημονιακές κυβερνήσεις, όπως ακριβώς κάνει ως τώρα, αν θέλει να αναστρέψει την πορεία εκφασισμού της κοινωνίας και να επιτύχει συνειδητή αριστερή στροφή που όλα θα τα αλλάξει στην Ευρώπη στο μέλλον, είναι να εκμεταλλευτεί τον χρόνο των τεσσάρων μηνών παράτασης του μνημονίου, για να προβεί σε κινήσεις επί ενός εναλλακτικού πλάνου, ήτοι να ενημερώσει επακριβώς και με ειλικρίνεια τους πολίτες και να ζητήσει την υποστήριξή τους σε μια εξαρχής και με άλλους όρους προσπάθεια επανάκτησης της τσαλαπατημένης από τους προγενέστερους αλλά και από τον ίδιον πλέον, αξιοπρέπειάς μας, με άρνηση όλων των όρων των μνημονίων, με λογιστικό έλεγχο και διαγραφή του μη νόμιμου χρέους, με επανεκκίνηση της χώρας, με ό,τι κι αν σημαίνουν όλα αυτά. Εξάλλου το συντριπτικό ποσοστό του λαού που τον στήριξε τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησής του απαιτούσε ουδεμία υποχώρηση και πορεία μέχρι την τελική ρήξη.

Η ειλικρίνεια είναι χαρακτηριστικό των εχόντων ευφυία, ικανότητες και αυτοπεποίθηση, ενώ η κοροϊδία είναι χαρακτηριστικό των εχόντων έλειμμα πολιτισμού και βεβαίως των ανίκανων. Έχει ακόμη μια ευκαιρία ο Τσίπρας να επιλέξει πώς θέλει να τον γράψει τελικά η Ιστορία.

100 χρόνια μετά

Απόψε είδα τον Ανάμιση ντενεκέ στο θέατρο. Εξαιρετική δουλειά της Μαρίας Αιγινίτου και των συνεργατών της, υπέροχη η ερμηνεία του Χάρη Χαραλάμπους. Ένιωσα πολύ όμορφα, συγκινήθηκα και γέλασα πολύ, θυμήθηκα το πρώτο μου αυτό βιβλίο και το παρελθόν το δικό μου, το ερευνητικό αλλά και του Πέτικα, το ιστορικό.
Το Πελινναίο και η Χίος η ορεινή και πλήρης ψυχής και ενέργειας είχαν απόψε την τιμητική τους στο θέατρο Μεταξουργείο, όπως φυσικά και κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι τις 3 του Μάρτη
Θα είμαι και αύριο εκεί Τρίτη 24 Φλεβάρη 2015, εκατό χρόνια ακριβώς μετά το φονικό που έκανε ο Γιώργης ο Πέτικας, για λόγους έρωτα και τιμής στις 22 Φλεβάρη του 1915
Αν θέλετε να ακούσετε μια ακόμη εκδοχή της ιστορίας του, θεατροποιημένη και απίθανα δοσμένη, ελάτε να συναντηθούμε εκεί και να τα πούμε κιόλας από κοντά μετά από την παράσταση

Ραντεβού στο θέατρο Δευτέρα και Τρίτη στις 9μμ

Κρυσταλία Πατούλη

Η θεατρική διασκευή του Ανάμιση Ντενεκέ του φυσικού καλλιεργητή, ερευνητή και συγγραφέαΓιάννη Μακριδάκη, σκηνοθετικά, ίσως είναι η επιτομή της λεγόμενης πολυφωνικότητας του μεγάλου θεωρητικού Μιχαήλ Μπαχτίν που έλεγε πως μέσα σε ένα συγγραφικό έργο δεν υπάρχει μόνο η φωνή του συγγραφέα του αλλά και πολλές άλλες φωνές.

Σ’ αυτήν την παράσταση είναι σα να ζεις τη συγγραφή του βιβλίου.

Πως ο Μακριδάκης γράφοντας περνούσε από τη μια φωνή στην άλλη, κι άλλαζε ζωές και υπάρξεις, χαρακτήρες και προσωπικότητες, για να μπορέσει να αποδώσει τον κάθε ήρωα, τις σκέψεις και τη δράση του, τα συναισθήματά του, τις σχέσεις του με τους δικούς του και την κοινωνία, τη θέση του άντρα και της γυναίκας, τη δομή της οικογένειας αλλά και της κοινότητας, και μέσα από όλα αυτά την πλοκή του έργου;

Κορυφαίες φωνές, είναι αυτή του Γιώργη Πέτικα και κατά δεύτερον του ίδιου του ερευνητή του, που είναι και οι σημαντικότεροι ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι αν και ποτέ δεν συναντιούνται, βαδίζουν παράλληλα στα ίδια χνάρια, σε έναν άλλο χρόνο, στον ίδιο τόπο, για άλλο λόγο και σκοπό, με άλλο τρόπο.

Μέσα από τη ζωή του Πέτικα, ξεδιπλώνεται η ιστορία της Ελλάδας και της Χίου, όπως και η λαογραφία, η κοινωνία μιας άλλης ξεχασμένης εποχής που ο Γιάννης Μακριδάκης αναβιώνει στη φράση “Ήμασταν πλούσιοι, όλα τα είχαμε, μόνο λεφτά δεν είχαμε!”και οι θεατές στο άκουσμά της ξεκαρδίζονται, αντί να κλαίνε…

Το δράμα του πιο διαβόητου κυνηγημένου εγκληματία της Χίου, που οι αστυνομικές αρχές κατέληξαν να του φορτώνουν τελικά, όλα τα άλυτα μικρά ή μεγάλα εγκλήματα του νησιού, από τη λύσα τους που δεν κατάφερναν να τον συλλάβουν, παραμένει επίκαιρο ακόμα κι ως σύγχρονος προβληματισμός:

Να κυνηγάς κάποιον που διέπραξε αρχικά έναν φόνο, όχι για να κατανοήσεις πώς κατέληξε σε αυτόν, και βέβαια πως να φτιάξεις μια κοινωνία που δεν θα περνούν οι άνθρωποι σε ανάλογες απονενοημένες πράξεις, αλλά κυρίως για να τον τιμωρήσεις, να τον μπουντρουμιάσεις και εν τέλει να τον εξουσιάσεις και εκδικηθείς που ξεφτίλισε κάποιες από τις κοινωνικές δομές για την απουσία της αποτελεσματικότητάς τους όπως και την αχρηστία του ρόλου τους.

Η τιμωρία κάποτε έρχεται, όπως και στονΝτοστογιέφσκι, η λύση του δράματος όμως δεν φαίνεται να είναι αυτή.

Αντίθετα, φαίνεται να είναι η “συνάντηση” των μελλοντικών γενεών με τον ήρωα, μέσα στη σπηλιά που κρυβόταν ως φυγόδικος για χρόνια (μια σκηνή του βιβλίου που έλειψε στην παράσταση), στον Ανάμιση ντενεκέ, όταν ο συγγραφέας επιχειρεί το μέχρι στιγμής αδιανόητο:

Να σταθεί στον ίδιο βράχο που καθόταν ο φονιάς, ψάχνοντας το στίγμα του με άλλα μάτια, αντίθετα με όλους εκείνους που το διαστρέβλωσαν μέσα από σαθρούς θεσμούς, άκαμπτες κοινωνικές κατασκευές και κατασκευασμένες αξίες, που αφήνει μετέωρες μέχρι σήμερα τις απορίες για τη φύση ενός άντρα που τόλμησε να ερωτευτεί και να κάνει όνειρα για το μέλλον, αψηφώντας τα ήθη και έθιμα της εποχής του και τελικά όλους τους γραπτούς νόμους, δημιουργώντας έναν ζωντανό θρύλο στο όνομά του.

Μήπως το κάθε έγκλημα είναι το βαρύτερο σύμπτωμα και ο καθρέφτης μιας εκ βάθρων εγκληματικής κοινωνίας;

Για περισσότερα,  οι θεατές και οι αναγνώστες του μυθιστορήματος Ανάμισης ντενεκές, θα έχουν όπως μαθαίνουμε την ευκαιρία να συμμετέχουν σε συζήτηση μετά την παράσταση με τον συγγραφέα του έργου στις 23 και 24 Φεβρουαρίου στο θέατρο Μεταξουργείο, αλλά και στις 19 Φεβρουαρίου σε παρουσίαση του νέου του βιβλίου“Αντί Στεφάνου”, επίσης από τις εκδόσεις Εστία,  στο βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος στην πλατεία Καρύτση.

Κρυσταλία Πατούλη
5/2/15
Σκέψεις μετά την παράσταση που παρακολουθήσαμε με τους συμμετέχοντες του σεμιναρίου “Αφήγηση Ζωής”

Ανάμισης ντενεκές, του Γιάννη Μακριδάκη, στο Θέατρο Μεταξουργείο

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιστρέφει στο Θέατρο Μεταξουργείο. Μετά την επιτυχημένη παράσταση «Η άλωση της Κωνσταντίας» το 2012, παρουσιάζεται ο «Ανάμισης ντενεκές», το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα σε μορφή μονολόγου, σε σκηνοθεσία τηςΜαρίας Αιγινίτου.

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Μέσα από την έρευνα για τη θρυλική ζωή του Γιώργη Πέτικα ξετυλίγεται και η ιστορία της Χίου από την εποχή που ήταν ακόμα τουρκική ως τα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Μέσω της αφήγησης ο ηθοποιός πλάθει επί σκηνής τους ήρωες και τη δράση τους. Σαν παραμυθάς ζωντανεύει ανθρώπους και εικόνες ανεπιτήδευτα, με μοναδικό του εργαλείο το λόγο.

Γιάννη Μακριδάκη
ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ

Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Διαμόρφωση Σκηνικού Χώρου – Κοστούμι: Δανάη Ελευσινιώτη
Σχεδιασμός Φωτισμού: Ηλέκτρα Περσελή
Μουσική: Σωτήρης Καστάνης
Επιμέλεια Κίνησης: Βαγγέλης Τελώνης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ίρις Κανδρή
Ερμηνεύει ο Χάρης Χαραλάμπους

Θέατρο Μεταξουργείο, Ακαδήμου 14, τηλέφωνο κρατήσεων: 2105234382. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 από 20/1/15.

Το τρέιλερ της παράστασης εδώ

Περιπλανήσεις

Σήμερα είχε εξαιρετικές στιγμές η μέρα. Ήμουν καλεσμένος στο νέο, μικρό και όμορφο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, του Γιώργου και της Σωτηρίας στο Μετς, στον Αρδηττό καλύτερα.
Παλαιοί και νέοι αναγνώστες και φίλοι με τίμησαν. Ανάμεσά τους η μεταφράστριά μου στα γαλλικά, Monique Lyrhans , η οποία έτυχε να βρίσκεται στην Ελλάδα και ήρθε με τρεις ελληνομαθείς γαλλίδες φίλες της, μου είπαν δε ότι έχουν διαβάσει τα περισσότερα από τα έργα μου και συνεχίζουν ακάθεκτες (!), η κυρία Persefone Lazos, η εμψυχώτρια των νέων ανθρώπων, η οποία μου είπε το καταπλητκικό, ότι έστειλε στον γιο της, που εργάζεται σε γραφείο, εκείνο το κείμενό μου για το φορμάτ και την αλλαγή πορείας, για να τον αφυπνίσει και να του βάλει μέσα του την αμφισβήτηση της σύγχρονης ζωής, έλαβε όμως την απάντηση αυτού ότι το είχε ήδη διαβάσει διότι είχε κυκλοφορήσει ευρέως στους συναδέλφους του αλλά πορεία ο ίδιος δεν άλλαξε (!) και τέλος, με τίμησε με την παρουσία του και με την γνωριμία του ο αγαπητός, ο εξαίρετος Nikos Sarantakos, τον οποίον εκτιμώ απεριόριστα από το έργο του επί των λέξεων και της γλώσσας και τον οποίον θεωρώ λόγω των γνώσεων, της άοκνης πολυετούς εργασίας του και της κριτικής του ικανότητας τον πλέον σοβαρό και αξιόπιστο σύγχρονο κριτικό λογοτεχνίας, ανεξάρτητο συν τοις άλλοις, έξω από το “κύκλωμα” και αντικειμενικό, ο οποίος τοποθετήθηκε δημόσια επί του έργου μου και με συγκίνησε λέγοντας αφενός ότι το Αντί Στεφάνου, αφού είχε διαβάσει καμιά δεκαριά σελίδες, το διέκοψε από μεγάλη ευχαρίστηση, για να το απολαύσει σε μιαν άλλη στιγμή που θα είχε περισσότερη άνεση χρόνου, αφετέρου δε λέγοντας και ότι τα βιβλία μου είναι τα μόνα βιβλία Έλληνα συγγραφέα που αγοράζει πια, αμέσως μόλις κυκλοφορούν. Είναι λίγο άκομψο ίσως που το γράφω εγώ, αλλά το είπε δημόσια και όχι σε μένα προσωπικά, ίσως να έπρεπε να τον αφήσω να το γράψει εκείνος στην κριτική που ίσως θα μου κάνει, ελπίζω να μην τον απογοητεύσει το βιβλίο μου, αλλά δεν κρατήθηκα, χάρηκα πολύ και ήθελα να το μοιραστώ, “άνθρωπος είμαι κι εγώ και έχω αδυναμίες και όρια”, όπως λένε με κάθε ευκαιρία όλοι οι λοξοί μου ήρωες.
Σας ευχαριστώ όλους για την μεγάλη τιμή που μου κάνετε να διαβάζετε τα βιβλία μου, να έρχεστε στις εκδηλώσεις και να μου δωρίζετε τόσο απλόχερα τα συναισθήματά σας