Μια νέα αφήγηση

Την ερχόμενη Παρασκευή 10 Οκτωβρίου θα βρεθώ στο 3ο Εναλλακτικό Φεστιβάλ Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας στο Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικού.

Οι διοργανωτές του μου απηύθυναν τιμητική πρόταση να κάνω την εναρκτήρια διάλεξη του Φεστιβάλ και να δώσω το στίγμα γύρω από το θέμα “Μια νέα αφήγηση”

Σας περιμένουμε εκεί στις 19.00

Στη Χίο με τον Γιάννη Μακριδάκη

 

Πέρασα το Σαββατοκύριακό μου στη Χίο όπου πήγα για να γνωρίσω τον Γιάννη Μακριδάκη που θαυμάζω και εκτιμώ ειλικρινά. Ήθελα να κάνουμε μια συνέντευξη εν όψει και της βραδιάς στη Στοά του Βιβλίου στις 16 Οκτωβρίου, όπου ο Μακριδάκης θα μιλήσει για όλα και εγώ θα συντονίσω την συζήτηση. Ηταν ένα μαγευτικό Σαββατοκύριακο που με επηρέασε τόσο βαθειά ώστε νομίζω πως ήδη με μεταμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό…

του Αρη Δαβαράκη από toportal.gr

Γράφω πετώντας πάνω από την Ελλάδα, τα νησιά και τα πελάγη της, επιστρέφοντας στην Αττική μετά από ένα πολύ φωτεινό διήμερο στη Χίο που το έχει καταγράψει ο εγκέφαλος μου σαν μια δυνατή φλασιά. Πέταξα για τη Χίο για να συναντήσω έναν από τους πολύ λίγους αληθινούς και ουσιαστικούς λογοτέχνες που έχουμε – με επτά βιβλία ήδη στην «ιστορία» του. Θα σας μιλήσω για την ουσία αυτής της συνάντησης σε άλλα κείμενα που θα γραφτούν τις επόμενες μέρες. Αυτή τη στιγμή είμαι τόσο φορτισμένος από την αληθινή χαρά που ένοιωσα αυτές τις 50 περίπου ώρες που μου ανοίξανε καινούργιους ορίζοντες και με οδήγησαν σε άλλης τάξεως συνειρμούς καθώς βρέθηκα παρέα με έναν άνθρωπο τόσο καθαρό, αληθινό, με μια σκέψη διαυγέστατη που πάει πολύ βαθειά.

Αλλά ούτε για τον Γιάννη και το πώς είναι φτιαγμένος δεν θέλω ακόμα να σας μιλήσω (δικό του καλούπι, μοναδικό, το κατάστρεψε μετά ο δημιουργός του). Έφτασα το βραδάκι της Παρασκευής και ήρθε να με πάρει από το αεροδρόμιο παρέα με μια κοινή μας φίλη που αγαπάμε και οι δυό – την Ζωή Κανελλοπούλου – η οποία παρ’ ότι  έχουμε χρόνια που δεν βλεπόμαστε συχνά, είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους επανασυνδέεσαι σε λιγότερα από τρία λεπτά και είναι σαν να ήσασταν και την προηγούμενη μέρα παρέα. Η Ζωή με φιλοξένησε στο σπίτι της στη Βολισσό. Εκεί κοιμόμουνα και είχα την βάση μου τις λίγες ώρες που δεν ήμουν με τον Γιάννη στο μούρκι.

Το Σάββατο και η Κυριακή που τις έζησα  στο «μούρκι» του Γιάννη (όπου μούρκι λένε στη Χίο ένα καλλιεργήσιμο χωράφι με δικό του πηγάδι κι’ ένα μικρό σπιτάκι με τα απολύτως απαραίτητα για να μπορεί κανείς να κοιμάται εκεί) ήταν από τις πιο γεμάτες και ευτυχισμένες μέρες της πρόσφατης ζωής μου. Ο Μακριδάκης έχει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία που αφορά «τον καταναλωτή» από τη μία και τον αληθινό, ελεύθερο και ολοκληρωμένο άνθρωπο που είναι μέρος του οικοσυστήματος το οποίο τον τρέφει ενώ ο ίδιος ασχολείται, καθημερινά όμως και με μεγάλη αφοσίωση, με το χώμα και τα φυτά που του παρέχουν την καθημερινή τροφή του.

Δεν θέλω όμως να πω περισσότερα γιατί στην ουσία όλο αυτό το διήμερο γινόταν ένα διάλογος μεταξύ μας, είτε με λόγια, είτε με την παρατήρηση του τρόπου της ζωής του, είτε με την ιεροτελεστία της μεσημεριανής σαλάτας που τρώγεται ωμή και περιέχει ό,τι φυτρώνει το χωράφι – αντί για μια κλασική «συνέντευξη» μαζί του. Μόλις είναι έτοιμη θα την αναρτήσω φυσικά εδώ –αλλά ίσως μου χρειαστούν μια-δυό μέρες για καταφέρω να μεταφέρω την ουσία αυτής της συνάντησης σ’ ένα κείμενο.

Το αεροπλάνο προσγειώνεται και πρέπει να κλείσω τον φορητό μου υπολογιστή. Να σας θυμίσω όμως πριν πως την Πέμπτη 16 Οκτωβρίου στις 8 το βράδυ θα συντονίσω μια πολύ ζωντανή και ενδιαφέρουσα εκδήλωση γύρω από το έργο και την κοσμοθεωρία του, φίλου μου πια, Γιάννη Μακριδάκη,

Στη Στοά του Βιβλίου, στο αίθριο, στις 8 ή ώρα. Ο Μακριδάκης θα εξηγήσει όσο πιο απλά γίνεται πώς και γιατί οδηγήθηκε στην καλλιέργεια της γης ενώ είναι ένας σπουδαίος λογοτέχνης, ήδη αναγνωρισμένος, με σημαντική ανταπόκριση από ένα μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού.

Πέρασε η αεροσυνοδός και μου έκανε παρατήρηση. Δίκιο έχει!

Πριν το κλείσω όμως μόνο δυό μικρές Φρασούλες: Ευχαριστώ Γιάννη Μακριδάκη για όλα, αυτά που ξεκίνησαν και αυτά που έρχονται.

Ευχαριστώ Ζωή Κανελλοπούλου για την φιλοξενία και την αγάπη.

Προσγειωθήκαμε.

Τέλος!

 

Λέσχη Ανάγνωσης ΕΡΤ 3

Γιάννης Μακριδάκης, Ήλιος με δόντια / Οι αναγνώσεις μας (1ος χρόνος)

Γιάννης Μακριδάκης, Ήλιος με δόντια
Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2010
2-11-2011
Βιβλίο 2ο
Μαρία Ντόντση
«Τίποτε δεν σε κάνει τόσο κακό
όσο η δυστυχία».
ΣΤΑΝΤΑΛ
«Ω μητέρα / με τα πολλά πρόσωπα / σ’ εσένα βαδίζω /
που με εξαίσιο τρόπο / τρέφεις θηρία».
ΜΑΡΙΑ ΛΑ’Ι’ΝΑ
Μια ιστορία, αναζητώντας την χαμένη αθωότητα, τις ελάχιστες εγγυήσεις των σχέσεων, που έχουν κι αυτές χαθεί, με απώτερο αίτημα την ανεύρεση της Αγάπης. Μέσα σ’ ένα κλίμα θανάτου, έξοδοι του κεντρικού ηρώα, υπογραμμίζουν την αποξένωση από το περιβάλλον του, πράγμα που εντονότερα το αισθητοποιεί η εχθρική στάση των τρίτων απέναντι του κι ας αναζήτα συνεχώς απεγνωσμένα την παρουσία του Άλλου, χωρίς να μπορεί να συναντήσει τον διπλανό του. Η μόνωση αποτελεί για τον ηρώα συνθήκη ύπαρξης, αλλά και η καταδίκη του να κινείται μέσα σε μια άβυσσο, χωρίς ανάπαυση και διέξοδο.
Από την πρώτη σελίδα βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα συνεχές παραλήρημα, σ’ έναν λόγο πληθωρικό, προσπαθώντας ο ήρωας να βρει τη συνεχεία της μνήμης του τέλους της ιστορίας του, μεταδίδοντας μας την επιθανάτια αγωνία του. Μια ζωή καμωμένη από λιγοστό φως, μισοσκόταδο και σκοτάδι. Οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους δίνουν τον τόνο, έντονα χρωματισμένες από το γεγονός, ότι δεν είναι η προοπτική της ζωής, αλλά του θανάτου που δεσπόζει. Τις χαρακτηρίζει δυστυχία, σκληρότητα κι απανθρωπιά. Βλέπεις και το φως, πνοές τρυφερότητας και συμπόνιας, που δεν αλλάζουν όμως την ασφυκτική ατμόσφαιρα του μισούς και της σκληρότητας.
Ο ήρωας αφού χόρτασε γκρεμούς, δικαιώνεται ως απών πια.
Χριστίνα Βουμβουράκη
Μια φορά και ένα καιρό περιδιάβηκα μια παιδική ζωγραφιά. Μια ζωγραφιά με φρούρια και δράκους, με βασιλιάδες και πολεμιστές. Μα το πιο θαυμαστό: με ζωές σαν… όχι σαν μπομπίνες, όχι. Σαν χρωματιστές αποκριάτικες κορδέλες. Ναι! Κολλημένες γερά μεταξύ τους. Που αν τις φυσήξεις, αργά ή γρήγορα, ουπς! Μεμιάς ξετυλίγονται άγαρμπα ή με χάρη, αναλόγως την περίπτωση, αλλά χωρίς να ξεκολλούν η μια από την άλλη.
Μια ζωγραφιά με σκοτάδια φωτεινά. Και με έναν με ήλιο να φτύνει τα δόντια του χαιρέκακα στο πλήθος. Γιατί αυτό που αγαπάμε, αυτό πιο πολύ να μας κάνει ευάλωτους; Ποντίκια εμείς, και αυτό· το τυρί στη φάκα μας. Κλαπ!
Ακολούθησα τα πετραδάκια που βρήκα στο δρόμο αφημένα:
  • τον πανηγυρικό θάνατο της μάνας και την «αναποφάσιστη» Σμύρνη
  • τις πομπές του πατέρα και το βρακί των «παστρικών»
  • το άχτι (φτου) στους Εγγλέζους και τα εκτεθειμένα φοιτητικά οπίσθια
  • τον χαμένο πίσω από τα δάκρυα βασιλιά και την απολεσθείσα ημερομηνία απόφασης
  • τον μονομερή εορτασμό της απόλυσης από το στρατό και το σινιάλο στο πουθενά
Ανηφόρες και κατηφόρες, ο δρόμος μακρινός. Και να που έφτασα σε ένα κλειστό δωμάτιο. Λήψη εσωτερική: Ρασοφόρος εξομολογείται μπροστά σε καθρέφτη ντουλάπας: «Ναι εγώ είμαι αυτός. Ο Κωνσταντής  με το όνομα». Κι όμως, να που δεν είσαι αυτό που νόμιζα και αυτό που ξέχασες δεν το ήξερες ποτέ. Όχι, δεν φταις. Και δεν πειράζει.
Ελένη Παπαστεργιάδου
Ο ήρωάς μας αποδέχτηκε  από νεαρή ηλικία τη διαφορετικότητά του, σε σημείο ενοχοποίησης. Είχα την αίσθηση, καθ’ όλη την διάρκεια, μιας εικόνας  ενός «παιδιού ως το τέλος»  που το χτυπούν βίαια με διάφορα αντικείμενα και δεν αισθάνεται τίποτα! Έχει παραδοθεί σε κάθε ρατσιστική εκδήλωση, που είναι πεπεισμένος ότι το αξίζει. Η απόρριψη που νιώθει είναι τόσο μεγάλη, όσο και η ανάγκη του για αγάπη και στοργή. Αφού λοιπόν δεν την εισπράττει, τη χαρίζει απλόχερα παντού με κάθε τίμημα. Με την απέραντη από αγάπη ψυχή του, συγχωρεί το άδικο κάθε στιγμή που το νιώθει.
Εξαιρετική η περιγραφή που κάνει κατά τον βομβαρδισμό: «τα έφτυνε όλα καταπάνω μου σαν χαλασμένα δόντια» (κορυφαία στιγμή για μένα). Αυτή τη θεατρική σκηνή, που με πόνεσε, απάλυνε μέσα μου η ζωγραφιά της Στεφανίας! Ιδιαίτερα τα πλοκάμια του χταποδιού που αγκαλιάζουν τον Κωνσταντή με στοργή!
Μαρία Τριανταφυλλίδου
Εξαιρετικός ο συγγραφέας!
σκέψεις στο ΘΕΜΑ, στην ΠΛΟΚΗ
Ένα ιστορικό-ηθογραφικό μυθιστόρημα.
Χαρακτήρες μοναχικοί, βαθιά συναισθηματικοί, αξιοπρεπείς στη διαφορετικότητά τους. Συνεπείς στο ένδυμα που τους δόθηκε πετυχαίνουν ακόμη και την αποστασιοποίηση από τη μομφή που ίσως να τους καταμαρτυρείται.
Μου «μίλησαν» τα σημεία:
«Σα στρίψαμε όμως στην πλατεία του Φρουρίου με τη μαρμαρένια βρύση και μπήκαμε στη μεγάλη στριφογυριστή γαλαρία της πύλης, εκεί που δεν είχε πια σπίτια με μέγαιρες στα παράθυρα παρά μονάχα ντουβάρια με πέτρες και χώματα, στάθηκε η κυρία Μάγδα στα σκοτεινά, λίγο πριν την έξοδο στο φως της Χώρας, και με περίμενε κοιτώντας ίσια μπροστά, δίχως καθόλου να στρίψει κατά μέσα. όταν έφτασα πλάι της λαχανιασμένος και μουσκεμένος από τα δάκρυα και τις μύξες, σήκωσε μόνο το χέρι της, χάιδεψε το κεφάλι μου δίχως να πει λέξη, αναστέναξε και με κοίταξε στοργικά. Τα μεγάλα της μάτια ήτανε υγρά και φεγγοβολήσανε στο απόφωτο που έφτανε ως εκεί. Με μια απότομη κίνηση βγήκε γοργά από την πύλη και δεν ξαναγύρισε να δει κατά πίσω. Την κατάπιε το φως της Χώρας.», ιδιαίτερα όταν τα παραπάνω αποτελούν κομμάτι μιας αφήγησης, μιας ανάμνησης. Απέραντη η μοναξιά, συντροφευμένα τα συναισθήματα «…δίχως αυτόν αλλά γιʼ αυτόν».
Μία φράση που δικαιώνει τον Κωνσταντή, τη Μάγδα, τον Ιωακείμ, την κυρά Δέσποινα, το Νικόλα, το Νικόλα…
Εξαιρετική εντύπωση μου έκανε η ΤΕΧΝΙΚΗ του συγγραφέα:
  • Κρατά τελείως καθαρή την άρθρωση της ιστορίας του.
  • Με έμμεσες νύξεις-τεχνάσματα διατηρεί το ενδιαφέρον συνεχώς αποκαλύπτοντας τις εκπλήξεις απανωτές στο τέλος.
  • Χρησιμοποιεί μια γλώσσα ιδιότυπη, κάπως ιδιωματική, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί       «προφορική» «χτίζοντας» έναν ιδιότυπο χαρακτήρα, ιδιαίτερα του πρωταγωνιστή της ιστορίας, που αλλάζει, όμως, όταν αλλάζει και το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί. Θεωρώ ότι είναι μια τεχνική που μεταχειρίζεται ο συγγραφέας για να μιλήσει απλά, απλοϊκά, ελεύθερα, χωρίς φραγή, για να μην έχει ο ίδιος, όχι την ευκαιρία, αλλά την υποχρέωση να κρίνει ή να κριτικάρει την εξέλιξη της ιστορίας και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σʼ αυτήν. Μπαίνει πολύ καλά στο «πετσί» του χαρακτήρα που χρησιμοποιεί. Ο τύπος της κουβέντας για τον Κωνσταντή έχει εκείνα τα γυναικεία χαρακτηριστικά της «ελαφράς» αφήγησης που κάνει πειστικό τον πρωταγωνιστή του. Ωστόσο, η γλώσσα γίνεται πιο στιβαρή, προσαρμόζεται, όταν αλλάζουν οι ρόλοι και παίρνει άλλο πρόσωπο, ο Νικόλας, το κουβάρι για να το ξετυλίξει.
  • Επίσης, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς να παρεμβάλλει άλλους, ούτε καν ως απλή παράθεση διαλόγου, παρά περνάει από το φίλτρο του ενός, του αφηγητή, τις δράσεις ή τις δραστηριότητες των άλλων που συμμετέχουν στην αφήγηση. Απευθύνεται στον αναγνώστη-ακροατή απευθείας σε δεύτερο πρόσωπο και τον βάζει έμμεσα να συμμετέχει ως ακροατής, λες και δε γίνεται αλλιώς παρά να ακούει όσα του διηγούνται τα πρόσωπα της ιστορίας.
  • Η παρεμβολή της γνωμάτευσης του γιατρού είναι ένας ευφυής τρόπος να ερμηνεύσει τις επιλογές του συγγραφέα, αλλά και να συμπυκνώσει την πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας.
  • Ακόμη και η ολιγόλογη ιστορική αναφορά στο τέλος της μυθιστορίας, ως καταληκτικό κομμάτι της, δείχνει τη συνέπεια του συγγραφέα και την απόφασή του να υπηρετήσει αντικειμενικά το θέμα του.
Ματενίδης Νικόλαος
ΜΕΡΟΣ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑΣ. Η ΜΑΣΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ.

Τώρα που θυμάμαι, εάν είχαμε κι’ άλλους σαν εμένα στη χώρα, θα μας έβαζαν όλους σ’ ένα σπίτι.
Σαν τις «παστρικές», τους ευλογούντες, κι’ αυτούς που είχαν το μίασμα του κομμουνισμού.
Ήταν θέμα αριθμητικής.  Βεβαίως.
Παιχνίδια παίζει η μνήμη μου.  Τότε που έπρεπε να ανατρέψω και στάθηκα μετέωρος έξω από τα τείχη του φρουρίου, χρειάστηκε ένα σκίρτημα ψυχίατρο ίδιο αυτό που μ’ έκανε να αδιαφορώ και για την πομπή του βασιλιά.
Αμαρτία θα πάρω, τι θύμησες είναι αυτές; Τότε που επισκέφτηκα το ψυχιατρείο για να ευλογήσω τους αρίστους. Βλέπω να βάζουν μέσα μια γυναίκα που φώναζε ότι οφείλει την ζωή της στην καλοσύνη των ξένων. Θεός φυλάξει, να εξαρτάσαι από τους ξένους;   Α πα πα.
Στεφανία Βελδεμίρη
Δεν χωνεύω καθόλου τους παπάδες. Λατρεύω όμως τους τρελούς. Έτσι διάβαζα τις αναμνήσεις του παπά σχεδόν με μισή καρδιά. Με του που κατάλαβα για τα καλά ότι έχω να κάνω με τρελό, μόνο που δεν πήγα να πάρω ράσο. Αγαπώ να αλλάζω γνώμη όταν υπάρχει λόγος και αυτή η αλλαγή από αντιπάθεια σε συμπάθεια μου άρεσε πολύ. Ήταν ωραία. Δεν ξέρω αν μου αρέσει η «παιδική»  ματιά της Ιστορίας, που είναι όμως τόσο έξυπνα διατυπωμένη, έτσι που καθώς την διαβάζω,  «βγαίνω»  από τον Κωσταντή και βλέπω τον συγγραφέα μπροστά στον υπολογιστή του. Μου αρέσουν οι ωμές παιδικές αναμνήσεις, αρκεί να μην είναι τυλιγμένες στο χρυσόχαρτο εξυπνάδας του ενήλικα. Ίσως αν δεν υπήρχε το ιστορικό κομμάτι της χώρας να μην μου έβγαινε και τόσο αυτό το συναίσθημα. Το βιβλίο, αφού το ολοκλήρωσα, μου άρεσε. Ίσως να μην ήθελα να είναι τόσο επεξηγηματικό στο τέλος. Έμοιαζε σε κάποια σημεία με λυσάρι. Οι ιστορίες των ανθρώπων είναι τόσο πιο συγκλονιστικές από τα ιστορικά γεγονότα και, μα την αλήθεια, αυτό το δίνει πολύ δυνατά το βιβλίο.
Δεν ξέρω κατά πόσο είναι νορμάλ, αλλά επειδή συχνά ζωγραφίζω… τις λέξεις που αγαπάω, στέλνω μια ζωγραφιά μου, που έγινε μόλις ακούμπησα κλειστό, διαβασμένο το βιβλίο στο τραπέζι.
Χριστίνα Κελεσίδου
Διάβασα το βιβλίο με μεγάλη ευχαρίστηση και ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος. Συμφωνώ με όλα αυτά που γράψανε οι συναναγνώστες μας και δεν θα ήθελα να  επαναλάβω η να προσθέσω κάτι ακόμη πάνω στην τεχνική του συγγραφέα. Αυτό όμως που μου άφησε το βιβλίο  είναι ένα δίδαγμα που πήρα,  ότι θα πρέπει να προσέχουμε πολύ τις ματιές μαςγιατί οι ματιές μας προέρχονται κατευθείαν από την ψυχή μας και οι άνθρωποι γύρω μας τις αντιλαμβάνονται. Ας προσέχουμε λοιπόν και ας είναι οι ματιές μας πιο τρυφερές, συμπονετικές και γιατί όχι με αγάπη για όλους τους συνανθρώπους μας!
Κύριε Καλιεντζίδη καλησπέρα,
αισθάνομαι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω για την χθεσινή συνάντησή μας στη λέσχη καθώς επίσης και για το «δώρο»  που μας κάνατε με τη παρουσία του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη και τη συζήτηση που ακολούθησε.  Είναι πολύ ωραίο να διαπιστώνεις ειδικά στην παρούσα κατάσταση ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δουλεύουν με  μεράκι, κέφι  και καλή διάθεση και δημιουργούν πολιτισμό αθόρυβα μεν αλλά πολύ ουσιαστικά. Σας αξίζουν συγχαρητήρια.
Όσον αφορά το βιβλίο που διαβάσαμε τα περισσότερα από τα σχόλια που ακούστηκαν με βρίσκουν σύμφωνη. Θα  ήθελα να σημειώσω επιπλέον ότι είναι ιδιαίτερα συγκινητικό που ένας τόσο νέος συγγραφέας, με το μυθιστόρημά του «Ήλιος με δόντια»,  περιγράφει εκπληκτικά και πολύ ανθρώπινα την ιδιαιτερότητα του ήρωά του σε μια κοινωνία και μια εποχή που δεν έζησε, αλλά την μεταφέρει τόσο αξιόπιστα και τόσο αληθινά. Μπράβο στον κύριο Μακριδάκη, που «έσκυψε»  με τόσο ενδιαφέρον και τρυφερότητα και απέδωσε, με μιαν ευφυή τεχνική γραφή, γεγονότα ιστορικά, παντρεμένα με σοβαρά  κοινωνικά προβλήματα όπως η ομοφυλοφιλία και η περιθωριοποίηση.
Με εκτίμηση
Χριστιάνα Βέλλου

Giannis Makridakis, Sun with teeth / Our readings (1st year)

Giannis Makridakis, Sun with teeth 
                                                                                                              (possible title in translation)
                                                                              2-11-2011
                                                                                                                Book 2nd
                                                                       A suggestion of Anthi Karamanli
                                                                                                     The book has not been translated

Extracts of book reviews
translated by
Cristina Kelesidou
Maria Ntontzi
A story in search of his lost innocence, the minimum guarantees of relationships, which are also lost and a request to find Love. Within a deadly environment, the abandonment of the main character, highlight the alienation from his environment, which intense other people’s hostility towards him and he is continuously searching the presence of others, without being able to meet the person next to him. [...] When the hero is fulfilled with dangerous experiences and is justified when his isn’t there anymore.
Christina Voumvouraki
I followed the pebbles that I found on the road:
•  the solemn death of the mother and the ‘undecided’ Izmir
• father’s castigations and the pants of “prostitutes”
• the grudge to the Englishmen and the student’s exposed buttocks
• the king who is lost behind the tears and the lost decision date
• the unilateral celebration of the dismissal from the army and the signal to nowhere
Eleni Papastergiadou
Our hero accepted his diversity in such a young age, that he reached the point of self-incrimination. All the way until the end, I had the essence of an image of a “child who hasn’t grown up” that is violently hit with various objects and does not feel anything! He has surrendered to every racist event and has convinced himself that he’s worth it. [...]The description given during the bombing is excellent: “he spit everything at me like rotten teeth” (top moment for me).
Christina Kelesidou
I read the book with great interest and pleasure from beginning to end. But I the lesson that I got from it, is that we should be very careful about our glances because our eyes come straight from the soul and the people around us perceive everything. So let’s watch and let our eyes see more tender, compassionate and why not with love for all our fellow beings!
Christiana Vellou
  [...] Is particularly touching that a writer so young with the novel “Sun with teeth” describes surprisingly well the specificity of the hero in a society and a time that he hadn’t lived, but delivers it so reliably and so realistic. Congratulations to Mr. Makridakis, who “bowed” with both interest and affection and performed by an intelligent technical writing, historical events, synchronising them with serious social problems such as homosexuality and marginalization.

Stefania Veldemiri

Του Θεού το μάτι του Γιάννη Μακριδάκη

karagiannmakridakis.jpg
Του Θεού το μάτι, νουβέλα, Γιάννης Μακριδάκης, εκδόσεις Εστία 2013

Τι περιμένει ο αναγνώστης ξεκινώντας να διαβάζει ένα μυθιστόρημα;
Θέλει να ξεφύγει λίγο από το καθημερινό ή αναζητά πιθανότητες που η τύχη του τις έχει στερήσει; Θέλει δράση ή μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση της ύπαρξής του;
Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα είναι τόσες όσος και ο αριθμός των αναγνωστών. Ο καθένας προσπαθεί να πληρώσει τις δικές του ελλείψεις… τα δικά του πάθη.
Διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία του Μακριδάκη δε πρόκειται ούτε να ζήσει μια παραμυθένια ιστορία σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον, ούτε να φιλοσοφήσει πάνω σε ζητήματα υπερφυσικά. Στα βιβλία του αυτά θα μπορέσει να δει τις διαφορετικές πλευρές της πραγματικότητας, της οποίας είναι κοινωνός, καθώς και να ψάξει δικές του ευθύνες ή παρελκύσεις από αυτό που ο ίδιος θεωρούσε προορισμό του. Αν και ο λόγος του δεν είναι καταγγελτικός… μολαταύτα το έργο του αποτελεί μια σκληρή αποτύπωση της κοινωνικής και πολιτικής σήψης.
Μέσα από την θεματολογία και την γλωσσική επιλογή, διαφοροποιείται από την τετριμμένη αντίληψη για το «σύγχρονο μυθιστόρημα». Άλλωστε- όπως και ο ίδιος έχει δηλώσει- δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα περί σύγχρονης ή παλαιάς μόδας.
Έντονα βιωματικός συγγραφέας, καταφέρνει να μας μιλήσει μέσα από εικόνες που όλοι λίγο πολύ έχουμε ζήσει. Με κεντρικό άξονα την φύση, πλάθει αυτά που η περιέργεια και το ερευνητικό του πάθος του προτάσσουν.
Ήρωες των ιστοριών του είναι άνθρωποι λοξοί… άνθρωποι του περιθωρίου… μοναχικοί τύποι- που παρόλα αυτά, μέσα από την κατρακύλα τους γίνονται θρύλοι… αποκτούν διαχρονικότητα και σημασιολογικό βάθος.
Η τρυφερότητα που διαπνέει το έργο του φαίνεται, τόσο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τους εκπεπτωκότες και τις στραβοτιμονιές τους, όσο και στον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο γενικότερα. Η αντίληψη του δεν προέρχεται μόνο από την εμπειρία… αλλά και από την βαθιά αγάπη του για τον άνθρωπο. Σε καμιά περίπτωση δεν αφήνει τον εαυτό του να ξεφύγει από το ισορροπημένο ύφος• η οργή που νοιώθει γίνεται- μέσα από την τέχνη- κατανόηση… κι ο πόνος ελπίδα.
Ακόμα και στους μονολόγους η πολυφωνικότητα και ο πλουραλισμός υπόκωφα δομούν το δικό τους προπύργιο- ακόμα κι αν ο αφηγητής μάχεται να διατηρήσει την παντοδυναμία του λόγου του.
Τέτοια είναι η περίπτωση της νουβέλας Του Θεού το μάτι. Ο αφηγητής μιλά σ’ ένα σκιάχτρο, εξιστορώντας του την προσωπική του ιστορία. Η πολιτική ιστορία της χώρας μας διαπλέκεται με την κηπουρική… η ιδεολογία με την φυσιολατρία και η πολιτική στάση με το λαϊκό πανθεϊστικό βλέμμα των ανθρώπων της υπαίθρου.
Ο κεντρικός ήρωας της μυθοπλασίας είναι ένας άντρας αμόρφωτος• κολλημένος στο κόμμα- στο οποίο για πολλά χρόνια ήταν ενταγμένος. Έχοντας μετατρέψει την πολιτική- κομματική του ταυτότητα σε ιδεολογικό τοτέμ και μη μπορώντας να προσαρμοστεί και να αφουγκραστεί την «νέα εποχή» και ό,τι αυτή φέρνει μαζί της… ξεκινά να πλάθει δικές του νοητικές κατασκευές, προσπαθώντας να εξηγήσει τα γεγονότα και φυσικά, να δικαιώσει το κόμμα και τις επιλογές του.
Βέβαια βρίσκει μπροστά του ουκ ολίγους σκοπέλους. Η γυναίκα με την οποία συζεί… φίλοι… γαμπροί… νύφες και γειτόνοι- είναι ο μεγάλος του πονοκέφαλος. Όλοι παρουσιάζονται με ψευδώνυμα παρμένα από ζώα της φύσης. Τα ψευδώνυμα φέρουν και κάποια χαρακτηριστικά (ενοχλητικά τις περισσότερες φορές) των ανθρώπων αυτών.
Το σκιάχτρο που «ακούει» την εξιστόρηση, είναι ο μοναδικός του σύντροφος. Σιγά σιγά αποκτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καθώς τον μαστορεύει ο αφηγητής. Δεν είναι εύκολο στην αρχή να καταλάβει κανείς τον ρόλο του σκιάχτρου. Με το πέρασμα, όμως, της αφήγησης υποψιαζόμαστε την ανάγκη του ήρωα και… κάθε σύγχρονου ανθρώπου… να μιλήσει και να ακουστεί από κάποιον. Οι άνθρωποι των μεγάλων πόλεων μπορεί- μέσω της τεχνολογίας- να έχουν λύσει τα προβλήματα της απόστασης… μπορεί να περηφανεύονται για τις κατακτήσεις τους… παρόλα αυτά, έχουν αποξενωθεί τελείως από τον πλησίον. Μπορεί η μεταμοντέρνα αντίληψη της ζωής και της καθημερινότητας να έχει διαποτίσει τις ψυχές και τα μυαλά μας… μέσα μας –όμως- νοιώθουμε την μοναξιά και την ερήμωση στην οποία έχουμε εκπέσει.

Γράφει ο Ρεμπώ:

«Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, η ζωή μου ήταν μια
γιορτή, όπου άνοιγαν όλες οι καρδιές και
κυλούσαν όλα τα κρασιά. Μια βραδιά πήρα
την Ομορφιά στα γόνατά μου. Και τη βρήκα
πικρή. Και τη βλαστήμησα».

Μέσα από τα βιβλία του αλλά και την προσωπική του στάση, ο Γιάννης Μακριδάκης, προσπαθεί να μας δείξει εναλλακτικούς τρόπους ζωής. Πιο κοντά στη φύση, πιο κοντά στους ανθρώπους, πιο κοντά σ’ αυτό που αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο. Ακούραστος• πάει κόντρα στο κύμα. Στηρίζει τους νέους, μάχεται ενάντια στην αδικία και ενάντια στη λήθη, που απειλεί τις μικροιστορίες μας και τις ρίζες μας. Ιδρυτής και υπεύθυνος του Κέντρου Χιακών Μελετών Πελινναίο, επιμελητής των εκδόσεών του και διευθυντής του τριμηνιαίου περιοδικού Πελινναίο, δίνει το δικό τους στίγμα στο πολιτιστικό τοπίο της χώρας μας. Όσο κι αν η κοινωνική εξαθλίωση βαραίνει τις πλάτες όλων μας, ο πολιτισμός, η ιστορία, η αλληλεγγύη, πάντα θα μας κρατάνε πιο ανθρώπινους- προστατεύοντας μας από αυτό που ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς περιέγραφε με την φράση homo homini lupus.


Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος