Ημερολόγιο ανέργου

Σήμερα έλαβα ταχυδρομικώς εξ Αθηνών, από τον Χριστόφορο Κάσδαγλη το βιβλίο το οποίο επιμελήθηκε, “το ημερολόγιο ενός ανέργου”. Περιέχει και ένα δικό μου κείμενο μέσα. Δεν συμμετέχω συνήθως σε ομαδικά συγγραφικά πονήματα αλλά αυτό ήταν κάτι τελείως διαφορετικό διότι οι συγγραφείς του είναι τελείως διαφορετικοί από τους συνήθεις.

Αυτά και ευχαριστώ τον Χριστόφορο και τις εκδόσεις Καστανιώτη για την αποστολή του αντιτύπου

Ο σπόρος ο καλός και το εύφορο χώμα

 

του Άρη Δαβαράκη

 

1 εικόνα

Πολλή ζέστη αδέρφια. Θές να βρεις τρόπο να το σκάσεις από την Αθήνα και από τα τόσα της προβλήματα και να μεταφερθείς εκεί που οι «καταναλωτές» γίνονται άνθρωποι (για να θυμηθούμε τον Γιάννη Μακριδάκη που ζει στη Χίο, ξυπνάει με την ανατολή του ηλίου και ασχολείται με το μποστάνι του και τους πολύτιμους σπόρους του – τους κληρονομημένους από μια πολύ αθώα και διατροφικά υγιέστατη εποχή). Διάβασα το τελευταίο του βιβλίο «Του Θεού το μάτι» και μετά το ξαναδιάβασα. Με ηρεμεί ο τρόπος που γράφει (γιατί είναι πραγματικός λογοτέχνης) αλλά και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τη ζωή γύρω του και μέσα του. Δείχνει για τη ζωή και για ότι την «συνθέτει», για κάθε ζωντανό πλάσμα,  έναν σεβασμόπολύ σπάνιο στην εποχή μας και έχει καταλάβει, νωρίτερα από τους πολλούς,  ότι αυτή η ζωή που κάνουμε εμείς εδώ στις πόλεις και τα περίχωρά τους δεν είναι ζωή –είναι, στην ουσία, παραίτηση.

Πολλοί είναι αυτοί που ενοχλούνται από αυτές τις απόψεις και τις χαρακτηρίζουν μέχρι και «σνομπίστικες» γιατί, λένε, δεν μπορεί κανείς να ζει φυτεύοντας κολοκυθάκια και ντοματούλες σε κάποιο εξοχικό χωράφι, ο «αγώνας» σου λένε είναι εδώ, στην Ρωμαϊκή Παλαίστρα του ανταγωνισμού και της αλληλοφαγωμάρας. Εγώ δεν είμαι πια καθόλου βέβαιος ότι καταλαβαίνω τι εννοούν οι υπερασπιστές του mainstream τους οποίους ο Μακριδάκης ονομάζει«καταναλωτές» και όχι απλά ανθρώπους. Όσο και αν στ’ αυτιά  πολλών από μας αυτές οι απόψεις ακούγονται από ακραίες ως και «φανατικές», δυστυχώς (και ευτυχώς) κρύβουνε μέσα τους τον πραγματικό σπόρο που φέρνει καρπό αληθινό για την ουσία  -και όχι για το περιτύλιγμα.

Τα πράγματα, αν το καλοσκεφτείς, είναι απλά. Αν υπάρχει καθαρή καρδιά και μυαλό καθαρό, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αλλοιώς – σε άλλα επίπεδα ποιότητας και ουσίας. Άντε όμως τώρα να μετατοπίσεις τον ενδιαφέρον των περισσότερών από μας από την «ποιότητα» μιας μπλούζας Ralph Lauren, στην ποιότητα μιας κατακόκκινης καλής ντομάτας που γεννήθηκε από το σπόρο που φυτεύτηκε προσεχτικά στη γη, χωρίς χημικά και άλλες εκσυγχρονισμένες παλαβομάρες. Χρειάζεται πολλή δουλειά για αρκετές γενιές για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ξαναδεί με βλέμμα καθαρό την ζωή πέρα από το οικονομικό κέρδος, μετρώντας το κέρδος σε άλλη μονέδα, πνευματικότερη και γειωμένη.

Τα σκέφτομαι αυτά καθώς «την παλεύω» στην καθημερινότητα με έναν καινούργιο ενθουσιασμό που είχα δεκαετίες να τον νοιώσω. Είναι κυρίως η δουλειά για toportal.gr που, χωρίς να το επιδιώξω, με φέρνει κάθε μέρα και πιο κοντά σε ανθρώπους που σκέφτονται και αγαπούν, που δημιουργούν και αγαπούν, που αγωνιούν και αγωνίζονται επειδή αγαπούν. Δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά όλοι αυτοί, εδώ ήταν, ανάμεσά μας. Αλλά η μεγάλη δυσκολία που ζήσαμε και ζούμε τα τελευταία χρόνια, χωρίς να το επιδιώξει κανείς, χώρισε εύκολα την ήρα από το στάρι και είδαμε όλοι πιο καθαρά που υπάρχει φώς στα βλέμματα και τα χαμόγελα –για να οδηγηθούμε με ασφάλεια σε μιαν Ιθάκη όχι μυθική αλλά εφικτή στον ρεαλισμό. Όλη αυτή η θετική ενέργεια που «απελευθέρωσε» άθελά της η κρίση και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και στον παγκόσμιο καπιταλιστικό «μηχανισμό» είναι ενέργεια καθαρά αγαπητική.

Μέσα στις πολύ μεγάλες δυσκολίες ξανανιώσαμε εμείς οι «καταναλωτές» την τεράστια δυναμική και ιαματική ενέργεια της αγάπης που μετακινεί και βουνά, θεραπεύει ασθένειες βαθειά κρυμμένες στην ψυχή και στο σώμα και οδηγεί τον άνθρωπο να περπατήσει σωστά, στο δικό του μονοπάτι, με πίστη, αποφασιστικότητα και ελπίδα αδιαπραγμάτευτη για Φώς καθαρό.

Τελικά νομίζω ότι γράφω έτσι σήμερα επειδή είμαι επηρεασμένος πολύ θετικά από «Του Θεού το Μάτι» -που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της ΕΣΤΙΑΣ. Θυμήθηκα τα βασικά διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντάς το: Από την αγκαλιά της μάνας μου μέχρι του Νείλου τ’ αμμοχώραφα που εκθρέψανε τα 11 πρώτα χρόνια μου στον πλανήτη.

Κάνει πολλή ζέστη αλλά νοιώθω πραγματικά τόσο πολύ «καλά» γιατί δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι στα 61 μου χρόνια θα ξεκίναγα πάλι από την αρχή αυτό το ταξίδι της «ανακάλυψης», της εσωτερικής αλλά και της άλλης, της εξερεύνησης των μεγάλων μυστηρίων της ταπεινής μας καθημερινότητας που είναι φορτωμένη όλο το μεγαλείο του σύμπαντος. Έχω την αίσθηση ότι και αυτό το χρωστάω στην «κρίση».

Εδώ που τα λέμε, ακόμα και ο κατακλυσμός του Νώε, μια «μεγάλη ευκαιρία» δεν ήτανε;

- See more at: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.koinwnia&id=4445#sthash.ipQMbkcv.dpuf

Μια αναδημοσίευση

http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.koinwnia&id=4418

Μιας κ ζω με τα φυτά όλον αυτό τον καιρό και δεν δημοσιεύω κείμενα, πάρτε ένα που εκτίμησε κ αναδημοσίευσε ο Άρης Δαβαράκης, μου έστειλε δε το λινκ κ τον ευχαριστώ

Η ζωή ως απόρροια άλλων ζωών

Ώρες ώρες, κυρίως όποτε απογοητεύομαι που με βάζει κάτω η γη, σκέφτομαι πως ίσως να μην ήταν κι άσχημα να ζω ξανά στην πόλη. Να είμαι συγγραφέας που βγάζει χρήματα και πηγαίνει σούπερ μάρκετ, που τον καλούν και που πηγαίνει στις εκδηλώσεις, να πηγαίνω επίσης σε όποιες ακόμα εκδηλώσεις μ’ αρέσουν ακάλεστος και, κυρίως, να ζω και πάλι όπως παλιά, δίχως καμία ευθύνη της ζωής μου, ανάμεσα σε ομοίως απαλλαγμένους από πρωτογενείς ευθύνες “πολιτισμένους ανθρώπους”, με μόνο μας μέλημα “να περνάμε καλά”.

Σκέφτομαι κάτι τέτοιες στιγμές απογοήτευσης που πηγάζουν από την δυσκολία να ζήσεις παράγοντας την ζωή σου σε κάθε πρωτογενές επίπεδο, ότι είναι πράγματι “βαριά η καλογερική” και ακόμα πιο βαριά κι ασήκωτη η ευθύνη τόσων ψυχών καθημερινά, φυτών και ζωντανών, τα οποία πρέπει να φροντίζεις για να ζούνε υγιώς, με άμεση συνέπεια να ζεις κι εσύ μαζί τους. Είναι πολύ βαριά η ευθύνη της ζωής και έχει τόσες παραμέτρους ενάντιες το Χάος το κυρίαρχο, που ούτε καν μπορείς να τις αντιληφθείς, όχι να αντισταθείς σ’ αυτές, να τις κατανικήσεις.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι, σιγά σιγά με την εξέλιξη την δήθεν, αφήσαν κατά μέρος την Ευθύνη και πήγανε να ζήσουνε όλοι μαζί ανεύθυνα, στριμώχτηκαν σε περιβάλλοντα αφύσικα για να περνούν πιο “άνετα” τον βίο τους, παράδωσαν κάθε μορφή ευθύνης της ζωής (τους) σε χέρια εταιριών που έφτιαξαν, κι αυτοί μονάχα μάθανε να εργάζονται σ’ αυτές και να καταναλώνουν. Το Χάος του οικοσυστήματος, το ακατανίκητο το νίκησαν νομίζουν. Επειδή επιλέξανε να φύγουν από κοντά του, να κρυφτούν εντός τσιμέντου και ασφάλτου και να κάνουνε πως δεν το βλέπουν, γενιά με τη γενιά δε, το ξεχάσανε κιόλας, ασχολούνται με άλλα πράγματα, ανώτερα απ’ αυτό (!) και το θυμούνται πια μονάχα σαν κάποιος δικός τους ή και οι ίδιοι αρρωσταίνουν. Την χαοτική πολυπλοκότητα της πραγματικότητας την καταπολεμήσανε οι άνθρωποι, φτιάχνοντας μίαν άλλη, ψεύτικη “πραγματικότητα” που την ονόμασαν “ρεαλισμό” και κλείνοντας εντός της τις ζωές τους, μίαν ατελή και χολή πραγματικότητα της οποίας οι φυσικοί πόροι είναι ο εξής ένας, το χρήμα και η ευθύνη του καταναλωτή μονάχα μία, η εξασφάλισή του με δουλειά ή με όποιους άλλους τρόπους.

Κι αυτά όλα προκύψανε σιγά σιγά μέσα από τους αιώνες διότι, είπαμε, είναι πολύ βαριά κι ασήκωτη η Ευθύνη της Ζωής. Κι έγινε πια τελείως ασυνήθιστο, τρελό για την ακρίβεια, για έναν καταναλωτή να ζει πλέον σαν άνθρωπος. Να είναι δηλαδή αφοσιωμένος καθημερινά σ’ άλλες ζωές, ταγμένος στο να ζουν γύρω του χίλια δυο άλλα πλάσματα για να ζει και εκείνος κατόπιν από δαύτα. Να βλέπει καθημερινά δηλαδή την ζήση του ως απόρροια άλλης ζήσης και όχι ως όπως την έχει συνηθίσει, ένα αξίωμα εγωιστικό και πλάνο, μία ζωή που στο πέρασμά της σκορπίζει αφειδώς τον θάνατο και αφανίζει πλάσματα.

Κάπως έτσι, κρατάνε βεβαίως πολύ λίγες στιγμές κάτι τέτοιες σκέψεις μου επιστροφής στην πρότερη “ζωή”. Διότι, όπως φαίνεται παρανοϊκό σε κάποιον καταναλωτή το να δίνει ζωή σε άλλους για να ζει απ’ αυτούς και ο ίδιος, έτσι ακριβώς είναι πλέον ανέφικτο και αδιανόητο για τον άνθρωπο που νιώθει κάθε πρωί την ζωή του ως συνέπεια άλλων ζωών, να ξαναγυρίσει σε μια ζωή καθημερινή αιτία θανάτου, σε μια κοινωνία δομημένη επί του δόγματος “ο θάνατός σου η ζωή μου” και που το δόγμα αυτό δεν αφορά μονάχα τους συν-καταναλωτές αλλά πρωτίστως όλα τα άλλα (αθώα και ανυποψίαστα) πλάσματα που ζουν παράλληλα με αυτήν. Μίας “ζωής” που σκοτώνει τη ζωή γύρω της και που ταυτόχρονα αυτοκτονεί μακροπρόθεσμα αλλά και καθημερινά.

Οι μάγκες δεν καταναλώνουν ούτε κατ..αναλώνονται

Από καιρού εις καιρό με πιάνει μια νοσταλγία να ακούω κάποια τραγούδια. Έβαλα λοιπόν το “πέντε μάγκες στον Περαία” και όσην ώρα έπαιζε αυτό το μοναδικό ρεμπέτικο, είπα να ξαναδιαβάσω τον σύντομο βίο του καλλιτέχνη που το έγραψε, του Γιοβάν Τσαούς του ανεπανάληπτου, που ήξερε όλους τους μουσικούς δρόμους και είχε στο μπουζούκι του ταστιέρα από κανονάκι, έτσι που κανείς, ούτε ο Μάρκος δεν μπορούσε να παίξει με αυτό.

Έπαιζε και έγραφε για το κέφι του και δεν τραγουδούσε επαγγελματικά, έτσι αναφέρει η Βικιπαίδεια και συνεχίζει ο βιογράφος: Πέθανε το 1942 από δηλητηρίαση (κατανάλωσαν με τη σύζυγό του ακατάλληλη τροφή, λόγω της πείνας στη γερμανική κατοχή).

Μέσα σε αυτή την παράγραφο υπάρχει όλο το ζουμί της ζωής, καλλιτεχνικής και ανθρώπινης και δεν είναι άλλο από τον αυθορμητισμό και την αξιοπρέπεια.

Η πραγματική τέχνη βγαίνει αυθόρμητα, από ανθρώπους με πάθος, ανθρώπους που ενθουσιάζονται, που έχουν τον Θεό μέσα τους δηλαδή, που δεν μπορούν να αυτολογοκριθούν, θα σκάσουν αν δεν εκφραστούν, δεν έχουν δεύτερες και τρίτες κλπ σκέψεις που τους δημιουργούν αναστολές, δεν τους ενδιαφέρει να είναι αρεστοί στα κυκλώματα και στην πλειονότητα των ανθρώπων, πόσω μάλλον στην “εξουσία” (!!!), δεν κάνουν εκπτώσεις αξιοπρέπειας διότι δεν έχουν καμίαν απολύτως ανάγκη την μικρότητα των ανθρώπων οι πραγματικοί καλλιτέχνες αφού ζουν σε άλλα επίπεδα, μακριά από τις ευτέλειες της ανθρώπινης ψυχής και πλάι στο μεγαλείο της, έτσι κάνουν τέχνη κάθε στιγμή διότι τέχνη είναι η ζωή η ίδια.

Κι έτσι οι επόμενοι από αυτούς άνθρωποι, οι απαλλαγμένοι από την εγωιστική μικρότητα και την ζηλοφθονία του ανταγωνισμού, πάντα τους θαυμάζουν, τους εξυμνούν, αναφέρουν ως κάτι άξιο λόγου ότι αυτοί δεν μετείχαν στα κυκλώματα ή ότι ζούσαν με τον τάδε ή τον δείνα ασυνήθιστο για τους πολλούς τρόπο ή ότι ήταν άνθρωποι που πράγματι έκαναν πράξη τα όσα πρέσβευαν, δεν ήταν ανακόλουθοι έργων και λόγων και, κυρίως, ότι έμειναν αξιοπρεπείς και αλώβητοι από το σύστημα μέχρι το βιολογικό τους τέλος, το οποίον βεβαίως, όσο περισσότερο αργήσει, όσο μεγαλύτερη δηλαδή σε διάρκεια είναι η βιολογική ζωή του καλλιτέχνη, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να τον κατανικήσει ο ανθρώπινος μικρός αδύναμος εαυτός του και να τον κάνει να ενδώσει σε τιμές, σε θέσεις, σε συναναστροφές και σε άλλες ανούσιες ευτέλειες. Όσο πιο μακράς διαρκείας είναι η βιολογική ζωή, τόσο πιο μεγάλο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο καλλιτέχνης βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανθρώπινη φύση του, με τον εαυτό του και με τις σειρήνες της κολακείας  (βραβεία, θέσεις κλπ) του συστήματος, που μόνον έχουν στόχο να τον κατεβάσουν στο επίπεδο των συγχρόνων του, να τον κάνουν όμοιόν τους, να τον ευτελίσουν, τόσο πιο πολλές είναι και οι πιθανότητες να ενδώσει αυτός, τόσο πιο ισχυρή, ατσαλένια θέληση, τόσο πιο συνειδητή, βαθιά ριζωμένη και απόλυτα τεκμηριωμένη στάση ζωής χρειάζεται να έχει για να παραμείνει στο ύψος του, να μην αυτοεξευτελιστεί αποδεχόμενος τον δήθεν θαυμασμό των ανθρώπων γύρω του.

Αυτό είναι το ένα που ένιωσα όταν για άλλη μια φορά διάβασα το βιογραφικό ενός “πρόωρα χαμένου καλλιτέχνη” ο οποίος δεν ήταν εντός των κυκλωμάτων της εποχής του.

Το δεύτερο έχει να κάνει με τον απόλυτο εξευτελισμό των σύγχρονων ανθρώπων, οι οποίοι εντελώς αυθόρμητα γράφουν ή λένε, και ως να μη συμβαίνει τίποτε διαβάζουν ή ακούν ότι ο τάδε άνθρωπος πέθανε από δηλητηρίαση επειδή κατανάλωσε ακατάλληλη τροφή. Οι άνθρωποι πια δεν λένε “τρώω” ή “πίνω” αλλά λένε “καταναλώνω”. Όλες οι φυσικές πράξεις και λειτουργίες που κρατούν στη ζωή ένα φυσικό πλάσμα άνθρωπο, έχουν αντικατασταθεί από τον όρο κατανάλωση, λες και είναι ο άνθρωπος πλέον μηχάνημα. Εκεί έχει κατατάξει το είναι του, τον εαυτό και τη ζωή του ο άνθρωπος, στην κατηγορία του μηχανήματος και το έχει αποδεχτεί αυτό χωρίς ούτε καν να του κάνει εντύπωση πια, χωρίς ούτε στιγμή να το σκέφτεται ως κάτι παράδοξο. Αυτή είναι η μέγιστη ύβρις και ο μέγιστος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της πλήρους μετάλλαξης του ανθρώπου σε γρανάζι του συστήματος που απομυζεί το οικοσύστημα καταναλώνοντας τους φυσικούς του πόρους αναίσχυντα. Αυτός είναι ο αναίσχυντος σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής, ο ταυτισμένος με την χυδαιότητα.

Προσωπικά σιχαίνομαι τους ανυποψίαστους πολιτισμένους καταναλωτές διότι είναι κατ’ εξακολούθησιν και καθ’ έξιν χυδαίοι εγκληματίες στην καθημερινότητά τους αφού ζουν καταναλώνοντας, σκοτώνοντας δηλαδή, αφανίζοντας κάθε άλλη μορφή ζωής στο πέρασμά τους με τη δική τους ζωή όλοι μαζί ως ερπυστριοφόρο ανάλγητο σύστημα πάνω από τον πλανήτη.

Και μόνον οι όροι, οι λέξεις “κατανάλωση” και “καταναλωτής” μού φέρνουν αναγούλα. Παλαιότερα μου έφερναν οργή και μίσος αλλά τώρα έχω πλέον ηρεμήσει, έχω πεισθεί ότι ο καθένας πληρώνει τις επιλογές του την τελευταία του ώρα, ανάλογα με το αν φρόντισε να ζήσει = οδεύσει προς έναν θάνατο ζωογόνο ή στείρο και έτσι έχω πλέον, όπως πολλάκις ανέφερα και εδώ κατά καιρούς, απόλυτη εμπιστοσύνη στο Χάος του σύμπαντος κόσμου.

Τρέχα γύρευε τι μπορεί να νιώσει ένας καταναλωτής σαν ακούει τούτο το υπέροχο ρεμπέτικο του Γιοβάν Τσαούς. Η μαγκιά είναι γνώρισμα ανθρώπου ψυχωμένου, αξιοπρεπούς, όχι ευτελούς καταναλωτή, τόσο γελοίου που γράφει και που διαβάζει, δίχως να νιώθει τι σημαίνουν οι λέξεις, ότι ο Γιοβάν Τσαούς κατανάλωσε ακατάλληλη τροφή…

 

Γεια σου Γιώργη υπέροχε άνθρωπε..

Είδηση από το http://left.gr/news/prosorini-diatagi-anastolis-ton-ergasion-tis-ellinikos-hrysos-kerdise-katoikos-stis-skoyries

Προσωρινή διαταγή αναστολής των εργασιών της Ελληνικός Χρυσός κέρδισε κάτοικος στις Σκουριές

Μια μικρή αλλά συμβολική νίκη κέρδισε χθες το κίνημα ενάντια στο χρυσό στην Χαλκιδική  απέναντι στην καταστροφή του δάσους από την Eldorado αλλά και την απειλή της καθημερινής ζωής των κατοίκων . Η υπόθεση αφορά τον Γιώργο Καλύβα ο οποίος ζει στις Σκουριές στην τοποθεσία Λάκκος Καρατζά όπου βρίσκεται το μεγάλο ρέμα που τροφοδοτεί με νερό το σύνολο της ΒΑ Χαλκιδικής. Πρόκειται για το μοναδικό σπίτι στην καρδιά του δάσους των Σκουριών το οποίο συνιστά και σύμβολο αντίστασης στην Eldorado Gold.

Η εταιρεία το τελευταίο διάστημα πραγματοποιεί εντατικές εργασίες που στόχο έχουν την κατασκευή φράγματος εναπόθεσης τοξικών αποβλήτων, εργασίες όπου εκτός από την τεράστια αποψίλωση του δάσους έχουν άμεσες συνέπειες και στην ζωή του Γ. Καλύβα.

Συγκεκριμένα το τελευταίο διάστημα η εταιρεία κατασκεύαζε έναν περιφερειακό δρόμο πάνω από το ρέμα «Καρατζά» για να σταματήσει την κυκλοφορία που υπήρχε από κατοίκους προς την περιοχή αυτή . Ο δρόμος αυτός βρίσκεται ακριβώς πάνω από το κτήμα του κ. Καλύβα και, όπως καταγγέλλουν κάτοικοι,  φτιάχνεται χωρίς σωστές προδιαγραφές με αποτέλεσμα να πέφτουν βράχοι εντός του κτήματος του κ. Καλύβα. Λόγω της επικινδυνότητας που προέκυπτε καθημερινά από την κατάσταση αυτή ο Γ. Καλύβας κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα τα οποία θα εκδικαστούν στις 31 Ιουλίου. Χθες το Ειρηνοδικείο Αρναίας εξέδωσε προσωρινή διαταγή προς την εταιρεία να απομακρύνει από το σημείο διάνοιξης όλα τα υλικά που προκύπτουν από τη διάνοιξη του δασικού δρόμου, τα υλοτομηθέντα δένδρα, τους ευμεγέθεις λίθους και να τα εναποθέσει σε ασφαλή σημεία και σε ικανή απόσταση από την ιδιοκτησία του κ. Καλύβα.

Ένα παλαιότερο κείμενό μου για τον Γιώργη τον Καλύβα 

 

Μαγεία

Απόψε 12 Ιουνίου 2014 και ώρα 20.27 βρέθηκα στην παραλία βόλτα με τη Μελίνα και πέσαμε πάνω σε ένα εξαιρετικό θέαμα. Δεξιά μας έδυε ο ήλιος και αριστερά μας ανέτειλε ολοστρόγγυλο και τεράστιο το φεγγάρι. Όσο κρυβόταν η μια πύρινη σφαίρα τόσο εμφανιζόταν η άλλη. Τι να μπορέσει να καταγράψει ένα κινητό από όλη αυτή τη μαγεία. Προφανώς τίποτα

 

Ευχαριστώ για τις προσκλήσεις που μου απευθύνετε για τόσα και τόσα σημαντικά φεστιβάλ, οικογιορτές και άλλα υπέροχα έργα και συναντήσεις σε όλη την Ελλάδα.

Τζιτζίκια και σχόλιο από έναν κόσμο μακρινό

Από χθες το απόγευμα 8 Ιουνίου αρχίσανε δειλά δειλά να ακούγονται τα πρώτα τζιτζίκια. Κάποια στιγμή που κάθισα στο χωράφι και αφουγκράστηκα τη φύση ολόγυρα, συνειδητοποίησα ότι μέσα στον χάρτη των ακουσμάτων υπήρχε τόσην ώρα και το τερέρισμά τους. Λίγα ακόμη αλλά αισθητά. Σήμερα ήταν πολύ περισσότερα και κάθε μέρα θα αυξάνεται ολοένα ο πληθυσμός τους ώσπου θα κυριαρχήσουν των ήχων. Το τι λένε τα τζιτζίκια στον άνθρωπο, μέγιστο ζήτημα

Χτες επίσης μου έστειλε η νέα συγγραφέας της Εστίας Μαριλένα Παπαιωάννου την παρακάτω φωτογραφία. Δεν ξέρω πού και πότε γράφτηκε το σχόλιο, έχω πάρα πολύν καιρό να ασχοληθώ με βιβλία, με συγγραφείς, με “συγγραφείς” και γενικά όλον αυτό τον τομέα που ετεροφωτίζεται από τον όρο “νεοελληνική λογοτεχνία” και συνήθως τον απαξιώνει, δεν με ενδιαφέρει καθόλου ουσιαστικά, ούτε ποτέ με ενδιέφερε, είναι ένας κόσμος τελείως μακρινός και ξένος για μένα αλλά αναρτώ εδώ και αυτό το σχόλιο, όπως κάθε τι που μου στέλνουν, έτσι, για την ιστορία.

Ανεχώρησε η “κυρία Μάνια”

Η “κυρία Μάνια” ήταν για μένα ο άνθρωπος, στου οποίου την κρίση και την εμπειρία επί της λογοτεχνίας οφείλω την όποια ύπαρξή μου στα ελληνικά γράμματα. Ήταν εκείνη που διάβασε το πρώτο μου βιβλίο, τον Ανάμιση ντενεκέ και το πρότεινε στην κόρη της την Εύα προς έκδοση από την Εστία. Ήμουν ουσιαστικά η τελευταία της επιλογή από τον μακρύ κατάλογο των συγγραφέων της Εστίας όλα αυτά τα χρόνια που διηύθυνε τον εκδοτικό οίκο ή που, αποτραβηγμένη στο γραφειάκι της, στο βάθος του ιστορικού βιβλιοπωλείου, παρακολουθούσε τα πάντα γύρω από το χώρο των εκδόσεων και της λογοτεχνίας.

Νιώθω πολύ τυχερός που αξιώθηκα να ζήσω την βγαλμένη από μια άλλη Αθήνα ατμόσφαιρα του γραφείου της, να ακούσω τις απόψεις της και τις εμπειρίες της επί των προβληματισμών μου, τις συμβουλές της κάποιες φορές και να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους που την επισκέπτονταν συνεχώς εκεί. Θυμάμαι με γλύκα τα μεσημεριανά τσίπουρα και τις ρακές με τα ξηροκάρπια άλλοι όρθιοι, άλλοι στα σκαμπουδάκια κι άλλοι βυθισμένοι στις παλιές δερμάτινες πολυθρόνες, θυμάμαι τα περιστέρια, που ήξεραν πια την ώρα άφιξής της στο γραφείο και κατέβαιναν κι αυτά κατά σμήνη, συνοστίζονταν στον ακάλυπτο και στο κασαλίκι του μεγάλου συρόμενου παραθύρου περιμένοντας το σταράκι από τα χέρια της.

Θυμάμαι που έκανε εκείνο τεράστιο ταξίδι με ένα σαπιοκάραβο της άγονης γραμμής από την Λήμνο όπου έκανε διακοπές και ήρθε καταταλαιπωρημένη στη Χίο μαζί με την φίλη της την Ε.Ξ. για να με τιμήσουν στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου, ξαναγύρισαν δε στη Λήμνο με το επόμενο βαπόρι.

Θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκεί που συνειδητοποίησα ότι αν έμπαινες μαζί με την κυρία Μάνια από την κεντρική πύλη της έκθεσης, μέχρι να φτάσεις στο βάθος, όπου βρισκόταν συνήθως το περίπτερο της Εστίας, χρειαζόταν σχεδόν μισή μέρα περπάτημα και ορθοστασία αφού από κάθε περίπτερο στη διαδρομή έβγαιναν οι εκδότες και το προσωπικό για να την χαιρετίσουν, να της δηλώσουν τον σεβασμό τους, να την προσκαλέσουν να καθίσει μαζί τους λίγο, να της πουν τα εκδοτικά τους νέα και την ρωτήσουν την γνώμη της. Μου έκανε εντύπωση με πόσο σεβασμό υποκλίνονταν εμπρός της οι άνθρωποι του βιβλίου κι εκείνη πάντα με το γέλιο και την ατάκα του αυτοσαρκασμού στο στόμα έδειχνε κατά βάθος να απολαμβάνει τον άτυπό της τίτλο της μητέρας των εκδοτών

Πολλά ακόμα θυμάμαι από την σχέση μου με την κυρία Μάνια. Τα τηλεφωνήματα που κάπου κάπου μου έκανε, για να μου χτυπήσει καμπανάκι σχετικά με κάποιο πολιτικό μου σχόλιο ή για να μάθει αν γράφω και πότε θα της στείλω να διαβάσει κανένα χειρόγραφο. Πάντα μου έλεγε να κάτσω εκεί που κάθομαι, να μείνω στη Χίο, στο χωριό μαζί με τα φυτά και τα ζώα, μη τυχόν και διανοηθώ να πάω στην Αθήνα και στις συναναστροφές, έτσι μου έλεγε με τον γνωστό σαρκασμό της και το μάτι της έλαμπε, ήταν γνωστή σε όλους η αγάπη της για τα φυτά και τα ζώα, για τα πουλιά, τα λουλούδια.

Ποτέ δεν έχασε το χιούμορ της, ακόμη και τους σωματικούς πόνους με αυτοσαρκασμό και γέλιο γάργαρο τους αντιμετώπιζε, ακόμη και σε αυτή την τελευταία πολύ δύσκολη περίοδο του εγκλεισμού της στο σπίτι στο Ψυχικό, γελούσαμε στις κουβέντες μας, πρώτα απ’ όλα για τον τρόπο που κουβεντιάζαμε γελούσαμε, εγώ μιλούσα κι εκείνη έγραφε, πάντα όμως είχε κάτι να μου πει για να με εμπνέει, να με κάνει να συνεχίζω δίχως ταλάντευση, δίχως αμφιβολία τον δρόμο της αφοσίωσης στη γη και στη συγγραφή.

Η κυρία Μάνια, ο άνθρωπος που ουσιαστικά με έβαλε στα ελληνικά γράμματα ανεχώρησε χθες για άλλους τόπους. Τώρα την αναλαμβάνουν πια τα πουλιά, τα ζωντανά, τα φυτά και τα λουλούδια. Να της ανταποδώσουν την τόση αγάπη που τους πρόσφερε όλα αυτά τα χρόνια της ανθρωπινής της υπόστασης. Είμαι βέβαιος ότι θα ζει μιαν αιώνια άνοιξη πλέον αφού όλα αυτά τα πλάσματα θα χαμογελούν συνέχεια με τις ατάκες της κι έτσι θα γίνει και ο δικός μας κόσμος εδώ κάτω πολύ καλύτερος σύντομα

Καλό ταξίδι κυρία Μάνια, καλά να περνάς εκεί με τις ψυχούλες αυτές γύρω σου και κοίτα να με κάνεις πάλι γραφιά άμα ξανανταμώσουμε, δεν το μετάνιωσα, μ’ άρεσε και σ’ ευχαριστώ από την καρδιά μου.