Λαγού μαλλί και ένα διήγημα…

παπανδρεου, καστελοριζο

Σαν σήμερα πριν από 4 χρόνια.

Είχαμε πλήρη άγνοια για το τι θα ακολουθήσει

Αυτή η εικόνα μού ενέπνευσε το κορυφαίο των έργων μου. Των λογοτεχνικών (διότι το κορυφαίο όλων είναι σε εξέλιξη και δεν είναι λογοτεχνικό αλλά το κτήμα της φυσικής καλλιέργειας)

Λαγού μαλλί.

Τώρα που μάθαμε, που καταλάβαμε και που κυρίως νιώσαμε, τώρα που τελείωσε το μεγάλο πλιάτσικο και ξεπουλήθηκε πλέον η χώρα, τώρα που οι αναξιοπρεπείς πατριδοκάπηλοι εντός και εκτός βουλής έκλεισαν αισίως, για λόγου τους, τον κύκλο τού “ναι σε όλα”, εκποιώντας και εκπορνεύοντας την Ελλάδα και τη ζωή μας, τώρα πλέον φαντάζουν ως μνημόσυνο του πάλαι ποτέ τσαγανού και της λεβεντιάς μας τα λόγια του καπτα Σίμου του Σφαντού, τα γραμμένα τον Μάη του 2010 σαν έμπαινε το σκαρί της Ελλάδας στη μεγάλη φουρτούνα.

“… τα λόγια τως και των γαδάρων οι κλανιές είναι το ίδιο πράμα, Νικολή, ίντα θα γίνομε, φιρί φιρί το πάνε να μας ξεκάτσουνε από το γιαλό, μα δε θα τως κάμω το χατίρι, θα το κάψω στα τελευταία, δε θα μου δώκουνε δεκάρα μα θα το βγάλω εκειδά, να του βάλω φωτιά να το κάψω. Δε θέλω τίποτι, ούτε μου δώκατε σ’ όλη μου τη ζωή που είμαι ψαράς, πούστηδοι, ούτε θα μου δώκετε, άμα τελειώσω την αποστολή μου θα του βάλω πυρκαγιά εκεινά να το κάψω”

Αξιοπρέπεια.

Ο καπτα Σίμος μιλάει για κάτι τελείως άγνωστο πια. Για την Αξιοπρέπεια που την τσάκισε σαν σήμερα πριν από 4 χρόνια ο Γ. Παπανδρέου στο Καστελόριζο και την αποτελείωσαν κατόπιν οι αιρετοί εκπρόσωποι των αναξιοπρεπών προσκυνημένων ελλήνων καταναλωτών της χώρας τους.

Τόση παρακμή, τέτοια κατάντια, ούτε πυρκαγιά δεν απολυμαίνει, ούτε πλημμύρα δεν ξεπλένει τις καταναλωτικές συνειδήσεις που φτάσανε μέσα σε δυο δεκαετίες και τρία μνημόνια στον πάτο τον κόσμο μας

Πριν καταλάβουμε και τι ρόλο έπαιζαν τα καθεστωτικά ΜΜΕ και κυρίως οι εφημερίδες του ΔΟΛ στην υπόθεση, τότε που ακόμα εργαζόταν στα Νέα η Μικέλα Χαρτουλάρη, μου είχε προτείνει να γράψω ένα διήγημα επί του γενικού θέματος “Ήμουν κι εγώ εκεί” και να διαλέξω ένα ιστορικό γεγονός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το οποίο να περιγράψω σαν αυτόπτης μάρτυρας. Είχα ήδη γράψει το Λαγού Μαλλί και ήμουν μέσα στην υπόθεση του ψαρά που περνούσε με το καϊκι του το πράσινο πίσω από τον ΓΑΠ εκεί στο Καστελόριζο την αποφράδα εκείνη μέρα. Οπότε έγραψα το παρακάτω διήγημα το οποίο δημοσιεύθηκε δυστυχώς στα Νέα εκείνον τον Αύγουστο του 2010. Διαβάστε το:


Εκεί ήµουνα, που να µην έσωνα, µα δεν επήρα χαµπάρι τίποτα, είχα από το πρωί µεγάλη σκοτούρα. Τους είδα βέβαια κουστουµαρισµένους να βολοδέρνουνε απάνω στο ντόκο, είδα και τους άλλους, µε τις µηχανές στα χέρια, να τρέχουνε από δω κι από κει µες στον ήλιο αλλά δεν έδωσα σηµασία. Είχα βούρλο στον κώλο, καταλαβαίνεις, καιγόµουνα.

Διότι είχα αφηµένο το παραγάδι κάτω από τις πέντε το πρωί κι η ώρα κόντευε έντεκα, ντάλα ο ήλιος, µια ζέστη να λιγοθυµάς, κι αυτοί να τριγυρίζουνε απάνω στο µόλο και να παίρνουνε πόζες, µα είχα εγώ καιρό για να κάθοµαι να τους βλέπω; Αποσπερίς βέβαια είχε κυκλοφορήσει µια φήµη πως θα ‘ρθει ο Πρωθυπουργός στο νησί µα δεν έδωσα βάση, µου το ‘πε κι ο Μήτσος εκείνο το πρωί σαν πήγα στο µαγαζί του, πως θα ‘χοµε επίσηµες επισκέψεις και πως κάτι περιµένουνε να γίνει αλλά ούτε που κατάλαβα να σου πω την αλήθεια, δεν έκατσα να τ’ ακούσω προσεχτικά διότι βιαζόµουνα. Εχανε το σωληνάκι, τόση δα µια τρύπα είχε κάνει κι έσταζε το πετρέλαιο σταγόνα σταγόνα µες στο καΐκι, καλά που το πήρα χαµπάρι και πρόκαµα να βγω όξω, µεσοπέλαγα ήµουνα, µόλις το ‘χα καλάρει το παραγάδι κι ετοιµαζόµουνα να ‘ρτω γιαλό, να χταποδέψω κάνα δίωρο και να πά’ να το σηκώσω ύστερα, ό,τι που είχε αρχίσει να ροδίζει η αυγή ήτανε, αλλά σαν έσβησα τη µηχανή κι έριξα τη σαλαγκιά στη θάλασσα, µε πήρε η βρώµα του πετρέλαιου, ανοίγω και τι να δω, πληµµυρισµένο το καΐκι. Βρε από πού χάνει, βρε από δω, βρε από κει, είδα κι έπαθα αλλά το βρήκα. Ενα τόσο δα τρυπαλάκι ήτανε, το κέρατό του και κόντεψε να µου αδειάσει το τάγκι. Τι να κάµω, πήρα απάνω τη σαλαγκιά, έβαλα µπρος και ήρτα στο λιµάνι βλαστηµώντας.

Εκανε µπουνάτσες καλές εκείνες τις µέρες και δεν είχα καθισιό, δόλωνα, καλάριζα, λεβάριζα, ξεψάριζα, νετάριζα, ξαναδόλωνα και πάλι τα ίδια, φούριες µεγάλες, κάθε µέρα ώρα πέντε το πρωί ήµουνα έτοιµος για µόλα, µα άξιζε τον κόπο διότι είχα βρει καλή γαρίδα, ζωντανή από την ανεµότρατα και χτυπούσανε σα διαολεµένα τα λιθρίνια κι οι σαργοί, και κάτι µουρµούρια του κιλού, θερία, καλά µεροκάµατα είχε κείνες τις µέρες κι είπα να µην κάµω καθόλου κράτει, µπας και βγάλω τα σπασµένα του χειµώνα αλλά έπαθα τη ζηµιά και µου κόπηκε η ρέντα.

Μάτι ήτανε, είµαι σίγουρος. Και ξέρω και ποιος πούστης µ’ έφαγε. Ο Φραγκούλης ο Σκορπιός. Είµαι σίγουρος.

Δεν υπάρχει καµιά περίπτωση να ήτανε άλλος διότι αυτός είχε πάθει το ατύχηµα εκείνες τις µέρες και δε µπορούσε να πάει στη δουλειά, µε τα δεκανίκια περπατούσε και βλαστηµούσε όλη µέρα κι όλη νύχτα που χάνει τις καλές µπουνάτσες, ποιος σου ‘πε, ρε κερατά, να καβαλάς µηχανάκι στην ηλικία σου, λες και είναι πια η µεγάλη απόσταση για να πας από το σπίτι ίσαµε το καΐκι, αλλά όχι, εκείνος πήρε µηχανάκι, κοπάνησε λοιπόν κάτω και χάλασε τον αστράγαλό του, ξάπλα του ‘πε ο αγροτικός να κάτσει αλλά πού αυτός, ο κώλος του είχε καρφιά, έβλεπε τη θάλασσα κάλµα και σιχτίριζε. Και να σου τον κάθε πρωί να κατεβαίνει κούτσα κούτσα στο λιµάνι και να µετρά πόσα καΐκια λείπουνε, πόσοι επήγαµε στη δουλειά. Δεν έφευγε αν δεν εγυρίζαµ’ όλοι. Τον διάβολό µας είχαµε έβρει εκείνες τις µέρες που ήτανε ανάπηρος. Δεν επρολάβαινες να δέσεις και τσούκου τσούκου µε τα µπαστούνια ερκούντανε από πάνω σου ο κερατάς, κι όλο µες το µπουγέλο ήβλεπε, να δει την ψαριά, να τήνε φάει µε το µάτι του ο γρουσούζης. Μια δυο τρεις µου το ‘καµε και µετά πήρα µια µαξιλαροθήκη από τη γυναίκα κι ένα βρακολάστιχο παλιό και σκέπαζα το µπουγέλο σαν έµπαινα µέσα απ’ την µπούκα, τίποτα δεν είχε σήµερα, του ‘λεγα µόλις τον έβλεπα να περιµένει σαν τον γλάρο από πάνω µου, τσάµπα τα πετρέλαια τσάµπα και τα δολώµατα, µα δεν το ‘χαφτε ο διάολος, διότι ύστερα µ’ έβλεπε που σήκωνα το µπουγέλο για να το βγάλω όξω κι από τη δύναµη που έβαζα καταλάβαινε πόσα έχει µέσα, τον έβλεπα που ζύγιαζε µε το µάτι και κουνούσε την κεφαλή του µε ζήλεια, λες και του πήρα τα δικά του ψάρια, ναι, που να του βγει το µάτι, Θε µου, σχώρα µε. Εκείνη τη µέρα λοιπόν που ήµουνα µες στα νεύρα πρώτον µε τη ζηµιά και δεύτερον που θα µου τρώγανε οι σκουλόπετρες τα λιθρίνια, εκείνη τη µέρα λοιπόν που γύριζα άδειος, δεν ήτανε στο µόλο να περιµένει ο Σκορπιός. Μια µέρα, βρε κερατά, δε µε νοιάζει που θα µε δεις και µόνο σήµερα δεν είσαι απίκο, τόνε βλαστήµησα, έδεσα γρήγορα γρήγορα και πήδηξα όξω να πάω στου Μήτσου για το σωληνάκι. Μα ήτανε ακόµα κλειστός. Ηπια έναν καφέ και καθόµουνα στα καρφιά, έλεγα να πάω να το πάρω απάνω το παραγάδι και να ξανάρτω, να τη φτιάξω τη ζηµιά ύστερα, µα υπολόγιζα πως µε το ρυθµό που έσταζε το γαµηµένο, προλάβαινα δεν προλάβαινα να κάµω τη δουλειά. Κι άµα µ’ άφηνε από πετρέλαιο µες στο πέλαγος, άντε ύστερα να ‘ρτω πίσω µε τα κουπιά, δεν είµαι πια και είκοσι χρονώ, θα ξεκάµω µες στο λιοπύρι. Διότι δεν ξέρεις τι µπορεί να σου τύχει άµα φέρνεις απάνω το παραγάδι. Τρακόσα αγκίστρια ήτανε, µεγάλο, κοντά χίλιες οργιές, είχα και τέσσερα κολοκύθια βαλµένα απάνω, ένα κάθε εκατό αγκίστρια, για να λιγοστεύω τη φύρα, γιατί έχει µπλεξίµατα εκεί ο βυθός και µπορεί να σου κοπεί και να χάσεις το µισό, µεγάλη ζηµιά µπορείς να πάθεις, υπολόγιζα λοιπόν πόση ώρα χρειάζοµαι για να το φέρω όλο απάνω κι έλεγα να το ρισκάρω µα τελικά αποφάσισα να περιµένω πότε θ’ ανοίξει ο Μήτσος, να πάρω το σωληνάκι, να το αντικαταστήσω, να πάρω και ένα µπετονάκι πετρέλαιο για συµπλήρωµα και ύστερα να πάω.

Εκατσα λοιπόν στο καφενείο και τους άκουα που λέανε για την επίσκεψη, κατήβηκε και ο Δήµαρχος από νωρίς, σκουπίζανε την προκυµαία οι υπάλληλοι, λαµπίκο την κάµανε, κάτσανε ύστερα όλοι και περιµένανε, λέανε πως µάλλον θα κάµει και µια ανακοίνωση ο Πρωθυπουργός σήµερα και πως είναι πολύ µεγάλη διαφήµιση για το νησί που µας διάλεξε για να ‘ρθει εδώ να πει όσα έχει να πει, τέτοια λέανε αλλά δεν έδινα σηµασία διότι είχα αλλού το νου µου.

Να µη στα πολυλογώ, σαν άνοιξε ο Μήτσος το µαγαζί, πήα και πήρα το σωληνάκι, µου ‘πε κι εκείνος µια από τα ίδια, άσε µε, του λέω, να πάω να σιάξω τη ζηµιά και να φύγω, έχω να πάρω το παραγάδι απάνω, βιάζοµαι, µε τους πρωθυπουργούς θ’ ασχολούµαι, σάµπως εκείνοι ασχολούνται µαζί µου, εσύ, του λέω, που είσαι αργόσχολος, να κλείσεις το µαγαζί και να πας να τους προϋπαντήσεις, µη χάσεις. Κι έφυγα στα γρήγορα. Πήρα και από το Στεφανή ένα µπετονάκι πετρέλαιο και πήγα στο καΐκι.

Είδα κι έπαθα να το σιάξω. Ο ήλιος είχε ανέβει µισοούρανα, πάει η ψαριά, όλα θα τα ‘χανε φαγωµένα οι σκουλόπετρες. Στο µόλο η κίνηση είχε αρχίσει να πολλαίνει, άκουα και κάτι ελικόπτερα που πετούσανε πού και πού από πάνω, σήκωνα το κεφάλι µου και τα ‘βλεπα που κάνανε κύκλους, δε µας χέζετε κι εσείς µε τη φασαρία σας, είχα γίνει µούσκεµα στον ιδρώτα, τελικά το ‘σιαξα, σηκώθηκα και είδα πιο πέρα την Καταδίωξη µε τις ελληνικές σηµαίες, όλο το χωριό µαζεµένο στον µόλο και οι κουστουµαρισµένοι να βγαίνουνε από ’να καΐκι, χειραψίες, φιλιά, λουλούδια, ιστορίες, έβαλα µπρος τη µηχανή να τη δοκιµάσω κι έφυγα αµέσως να πάω να λεβάρω.

Καλά που δεν είχα πάει προτού το σιάξω γιατί θα ‘χα µείνει µες στο πέλαγος. Τρία µπλεξίµατα είχα εκείνη τη µέρα, το µισό παραγάδι κάτω µου ‘µεινε, αυτός ο γρουσούζης ο Σκορπιός, τέλος πάντων, ας µην κολάζοµαι, µπορεί και ο Πρωθυπουργός να ’τανε ο υπαίτιος κείνη τη µέρα, πιο γρουσούζης αυτός, χέσ’ τα. Ούτε τρία κιλά ψάρι δεν επήρα, δυο τρία λιθρινάκια γερά, άλλα τόσα µισοφαγωµένα από τα µαµούνια, δυο σαργουδάκια µωρά κι ένα φαγκρόπουλο της λύπησης.

Γρουσούζικια µέρα, σου λέω. Να πάει και να µην ξανάρτει.

Αλλά δε µε φτάνανε όλα αυτά, είχα ύστερα και την τηλεόραση. Μπαίνω στο λιµάνι και βλέπω όλους τους επίσηµους στηµένους στο µόλο, δε µας έφτανε ο Σκορπιός που έκανε κάθε πρωί τον κατάσκοπο, τώρα είχαµε και την κρατική ηγεσία να µας ελέγχει. Σκέπασα το µπουγέλο µε τη µαξιλαροθήκη, έζωσα σφιχτά το βρακολάστιχο κι έπιασα τα παλαµάρια να πά’ να δέσω στη θέση µου. Ευτυχώς αυτοί στεκόντανε αλάργα. Μονάχα που έπρεπε να περάσω από πίσω τους. Εκανα πως ξεµπλέκω τα σκοινιά, πως ισιώνω το διάκι µη µε ρίξει απάνω στο µόλο, διάφορα τέτοια έκανα και πέρασα δίχως να τους βλεφαριάσω καθόλου. Σαν έδεσα, τα µάζεψα σβέλτα, ψάρια και εργαλεία και πήγα αµέσως στο σπίτι, φτου, σκόρδα στα µάτια σας, κερατάδες, µουρµούριζα σ’ όλο τον δρόµο. Μονάχα σαν µπήκα στον αυλόγυρο κι έκλεισα και την ξώπορτα, µονάχα τότε χαλάρωσα. Η Βιβή βέβαια έλειπε. Στην προκυµαία ήτανε µαζί µε τις φιλενάδες της. Οχι θα ‘χανε τέτοιο πανηγύρι. Της πέταξα τα ψάρια στο νεροχύτη να τα καθαρίσει κι έκατσα αµέσως να νετάρω το παραγάδι. Πάνω από εκατό αγκίστρια είχα χαµένα κι έπρεπε να τα ξαναφτιάξω, µονάχα για φαΐ σηκώθηκα, το µεσηµέρι, σαν γύρισε η χάρη της κι έπιασε να µου δώκει ρεπόρτο, κάτι για µια σηµαντική εξαγγελία πως έκανε ο Πρωθυπουργός, πως µας έβαλε σ’ ένα διεθνές ταµείο και πως θα φτωχύνουµε όλοι από δω και µπρος µου ‘λεγε, σηµασία δεν της έδινα, λες και ήµασταν πλούσιοι ώς τα τώρα, µα εκεί που έτρωγα, τσουπ, µου ‘βαλε και την τηλεόραση, να δούµε λέει στα νέα το νησί που έχει την τιµητική του. Και τότε κατάπεσα τελείως. Γιατί δείξανε κι εµένα οι ρουφιάνοι. Ναι. Σε µια στιγµή µε δείξανε σαν περνούσα µε το καΐκι από πίσω από τον Πρωθυπουργό την ώρα που ‘κανε κείνες τις καταραµένες τις εξαγγελίες του, είχα ξεχασµένο και το µπουγέλο µε τα ψάρια κατάπλωρα, σκεπασµένο ευτυχώς, τινάχτηκα πάνω µε την µπουκιά στο στόµα κι έπιασα να φτύνω στον κόρφο µου σαν µε είδα, πάει, πάει, είπα, δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναπάρω ψάρι, δε µου φτάνανε όλοι οι γρουσούζηδες που µε τριγυρίζουνε, τώρα θα ‘χω και το µάτι του καθενός που µε ‘δε στην τηλεόραση, άσε που µπορεί να βουλήσει και το καΐκι, Παναγία µου, σταυροκοπήθηκα, µου κόπηκε η όρεξη στο λεφτό, δε µπορούσα να το πιστέψω, φούσκωνα ξεφούσκωνα από τη σύχυση και δεν άκουα καθόλου τη Βιβή που µου ‘λεγε δες εδώ και δες εκεί, έριξα µια µούντζα σ’ όλους, παράτησα το πιάτο µισογεµάτο και πήγα να ξαπλώσω. Ενιωθα µεγάλη αδιαθεσία. Από κείνη τη µέρα µ’ έπιασε ένας φόβος, τέσσεροι µήνες έχουνε περάσει ίσαµε µε σήµερα και δεν έχω ξαναµπεί στο καΐκι.


 

Έργα ανθρώπων

Πριν χρόνια, όταν ακόμη ήμουν ένας μονίμως αγχωμένος ερευνητής του νησιού και κυνηγούσα ηλικιωμένους για να προλάβω να τους ηχογραφήσω προτού παραδώσουν το πνεύμα και καταστραφεί δια παντός ο “σκληρός τους δίσκος”, είχα γνωρίσει τον μαστρο Παναγή, έναν απίθανο φιλόσοφο λαϊκό γλύπτη ξύλου.

Δεν θα μιλήσω εδώ για την φιλο-σοφία των γλυπτών του έργων. Θα πω όμως ότι αυτά τα υπέροχα ξυλόγλυπτα ήταν λιγοστά, μετρημένα στα δάχτυλα και αυτό συνέβαινε διότι, όπως έλεγε ο ίδιος, τα έργα του δεν ήταν μόνον αυτά. Ήταν και οι μπαξέδες που έβαζε κάθε χρόνο, ήταν και οι ξερολιθιές που έχτιζε στις αναβαθμίδες, ήταν και τα δέντρα που μπόλιαζε, όλα αυτά τα απαριθμούσε ως έργα του.

Εγώ τότε ο ματαιόδοξος και αγχωμένος νεαρός γραφιάς ένιωθα φυσικά τι έλεγε και τι εννοούσε αλλά δεν το καταλάβαινα ως άνθρωπος της πόλης, δεν με αφορούσαν καθόλου τα έργα του τα άλλα, δεν με ενδιέφεραν αυτά τα ταπεινά της γης που ο μαστρο Παναγής ονομάτιζε ως “έργα του”, μονάχα τα μεγαλεπίβολα της Τέχνης μπορούσε το κεφάλι μου να αναγνωρίσει ως τέτοια.

Και ήρθε ήρθε η ώρα, έγινα κι εγώ ένας Παναγής και θεωρώ έργο μου το να μπολιάζω δέντρα, να ανασταίνω φυτά από σποράκια και το μεγαλύτερο και σημαντικότερο όλων, αυτό που έχει προτεραιότητα και ρουφάει όλη την ενέργειά μου, το να φτιάξω ένα κτήμα φυσικής καλλιέργειας, το μεγαλύτερο έργο μου θα είναι αυτό, το πιο σημαντικό και είναι ήδη σε εξέλιξη

Αυτά για να εξηγούμαστε με όσους ρωτάνε περί βιβλίων και έργων. Με το καλό να συναντηθούμε με όλους σας από κοντά και να μιλήσουμε για τέχνη, για λογοτεχνία, για τα έργα των ανθρώπων, για τη γη και την αβίαστη φυσική ανάπτυξη των πάντων.

Διάλεξη στην Γαλλία

Από γαλλίδα ελληνομαθή αναγνώστρια έλαβα ενημέρωση για κάποια διάλεξη που έγινε στην Γαλλία στην πόλη Saint-Etienne σχετικά με τη Χίο, στην οποία αναγνώστηκε και απόσπασμα από το βιβλίο μου Άλωση της Κωσταντίας.

Φωτογραφίες από την συγκεκριμένη εκδήλωση (έχει ενδιαφέρον το τι σημαίνει Χίος για τους Γάλλους) εδώ:

https://picasaweb.google.com/107579106117858247355/ConferenceCHIOSFrancoiseEtBernardAllombert

Ανοιξιάτικες σπορές

Μέρες τώρα φτιάχνουμε σβόλους. Ανοιξιάτικες σπορές στο χωράφι. Αργιλόχωμα από το βουνό κοσκινισμένο σαν πούδρα, λάσπη με σπόρους, ο Θεός πλάθει ζωή με πηλό, καμία απολύτως διαφορά δεν έχει η εργασία μας από αυτήν του Θεού.

Το χωράφι είναι γεμάτο λευκά, μοβ και κίτρινα άνθη από τα φυτά της φθινοπωρινής σποράς. Κουκιά, αρακάδες, μπιζέλια, παπούλες, ρεβύθια, ρόκες, ραδίκια, ραπάνια, λάχανα, μπρόκολα, ένα πέλαγος λουλουδιασμένο, σε λίγο θα σποριάσουν όλα μαζί για να πέσουν στη γη και να φυτρώσουν του χρόνου. Ανάμεσά τους φυτρώνουν ήδη τα καλοκαιρινά από τους σπόρους που πέσανε πέρσι αλλά και από τις πρώιμες σπορές μας.

Στο μονοπάτι που βγαίνει στη θάλασσα τα γένια του τράγου λουλούδιασαν, κάποια σποριάσανε κιόλας κι άνοιξε η φούντα τους εντυπωσιακή, περιμένει τον άνεμο να παρασύρει τους χνουδωτούς της σπόρους. Μαζέψαμε φούντες κι εμείς, τις φυσήξαμε μες στο χωράφι, να εξαπλωθεί ο τραγογένης κι εκεί.

Ενάμιση έτους χωράφι, μωρό που μεγαλώνει μαζί μας, παιδί που το φροντίζουμε με επεμβάσεις ανεπαίσθητες, το καμαρώνουμε, το πονάμε, μας ανταμείβει.

Τριγυρνάμε κάθε πρωί και μαζεύουμε τα ελέη του τα πλούσια και τρεφόμαστε, καθόμαστε στη γη, ανάμεσα στα φυτά της, τα έντομα πεταρίζουν γύρω από το κεφάλι μας, νιώθουμε ένα με όλα τα πλάσματά της, έχουμε όμως ρόλο οργανωτή εμείς, μπορούμε να περνάμε από το ένα στο άλλο επίπεδο συνεχώς, είμαστε οι άνθρωποί της της γης μας, φυσικοί άνθρωποι, καλλιεργητές και τροφοσυλλέκτες, τα κορμιά μας πηλός με τους σπόρους της μέσα μας.

Και είναι όλα τα άλλα τόσο ξένα και ψεύτικα ύστερα. Όταν γίνεις ένα με τη γη δεν υπάρχει τίποτε έξω και πέρα από αυτήν πια. Τίποτα δεν έχει τη δύναμη να σου στερήσει έστω και μια στιγμή από τη ζωή. Κανένας δεν έχει τα φόντα και τα προσόντα να σε φοβίσει. Πόσω μάλλον ανόητοι αλαζόνες μελλοθάνατοι στέρφοι ενός γελοίου συστήματος.

 

Κατά τις ημέρες του Πάσχα θα έχουμε βέβαια δραστηριότητες φυσικής καλλιέργειας και διατροφής στη Βολισσό: akridaki@gmail.com

 

 

Το 3ο Γενικό Λύκειο Χαϊδαρίου στην Βολισσό και στο Απλεπιστήμιο

Είχαν έρθει οι καθηγητές τους τον περασμένο Νοέμβριο σ’ εκείνη την εκδήλωση που κάναμε στο συνεργατικό καφενείο της Ακαδημίας Πλάτωνος, την σχετική με την αποανάπτυξη και την φυσική καλλιέργεια στη γη και την κοινωνία. Εκεί γνωριστήκαμε και μου είπαν τότε ότι σχεδιάζουν να φέρουν τους μαθητές τους εκδρομή στο νησί την άνοιξη και θέλουν να βρεθούμε εκεί, στο χωριό, στη γη, να μιλήσουμε με τα παιδιά για όλα αυτά τα θέματα σε περιβάλλον φυσικό, να δουν και την θεωρία πώς γίνεται πράξη. Εξαιρετική πρόταση από εκπαιδευτικούς με ουσία και τσαγανό.

Και ο χειμώνας πέρασε γρήγορα, να που ήρθε η ώρα. Στις 4,5 και 6 του Απρίλη λοιπόν, 87 μαθητές και 6 καθηγητές του 3ου Γενικού Λυκείου Χαϊδαρίου θα καταφθάσουν στη Χίο και στη Βολισσό, θα περιηγηθούν στο νησί και ως υποψήφιοι απλεπιστημιακοί (!) θα πάρουν γεύση από τη ζωή εκτός συστήματος και εντός οικοσυστήματος, θα ακούσουν και θα δουν την φυσική καλλιέργεια, την φυσική διατροφή, την φυσική ζωή, θα νιώσουν ότι συναποτελούν τον κόσμο μαζί με όλα τα άλλα πλάσματα, θα ψυχανεμιστούν τις χαοτικές δύναμες και δυναμικές που ορίζουν τη φύση, θα γίνουν για λίγο εκφραστές της μη επέμβασης και παρατηρητές της αβίαστης φυσικής ανάπτυξης, την μόνης που υφίσταται, θα τα βιώσουν όλα αυτά για να αποφασίσουν με ποιους θα παν και ποιους θ’ αφήσουν όταν θα έρθει η κατάλληλη γι’ αυτούς προσωπική στιγμή.

Φυσικά και για λογοτεχνία θα μιλήσουμε…

Η Βολισσός και το Απλεπιστήμιο ρίχνουν σπόρους, κάνουν αλλεπάλληλες σπορές σε ψυχές παιδικές και όχι μόνο. Κάποιοι θα βρουν ευνοϊκές συνθήκες, θα βλαστήσουν και θα ευδοκιμήσουν, θα αλλάξουν τον κόσμο τους.

Για επισκέψεις στην Βολισσό και συμμετοχή στο Απλεπιστήμιο καθόλη την διάρκεια του χρόνου επικοινωνείτε στο: akridaki@gmail.com

 

Ιδού!

Διαβάστε την παρακάτω είδηση και θα τα κατανοήσετε ΌΛΑ. Θα νιώσετε απολύτως τι ακριβώς συνέβη πριν δεκαετίες και πώς το αντίστροφο συμβαίνει τώρα εδώ και μερικά χρόνια. Θα καταλάβετε ότι η μηχανή όποτε θέλει γρανάζια αναλώσιμα τα καλεί ως σειρήνα και όποτε μπουκώνει τα πετάει ωσάν τα απορρίμματα που πετούσαν αυτοί τόσα χρόνια. Θα καταλάβετε πολύ καλά πώς μεταλλάχθηκε ο άνθρωπος σε καταναλωτής στη Δύση και πώς έρχεται η ώρα του να αφήσει τα εγκόσμια έτσι, ως αριθμός που δεν βγαίνει, ως καταναλωτής ή να ξαναγίνει άνθρωπος, άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Θα ψυχανεμιστείτε τι θα πάθουν οι Κινέζοι στο άμεσο και απώτερο μέλλον, πώς εντός ολίγου χρόνου θα μεταλλαχθούν σε αριθμούς καταναλωτές κι αυτοί και πώς θα τους ξεράσει ύστερα το ίδιο σύστημα, όχι μετά από δεκαετίες όπως έγινε στη Δύση αλλά πολύ πιο γρήγορα τώρα διότι είναι ήδη αργά για το σύστημα. Θα επιβεβαιώσετε ότι ο καπιταλισμός και ο καταναλωτισμός μεταναστεύουν κι αυτοί, ανατολικά όμως διότι ετοιμάζουν τις οικονομικές συνθήκες και προπορεύονται των εξαθλιωμένων δυτικών μεταναστών που έπονται σε λίγο αλλά ακόμα και τώρα δεν έχουν καταλάβει τίποτα ως απαίδευτοι που είναι από το σύστημα και ανιστόρητοι, καμώνονται τους εθνικιστές και πνίγουν μετανάστες, θα καταλάβετε καλά ότι ήρθε η ώρα της άλλης μισής αμόρφωτης ανθρωπότητας να γίνει “πολιτισμένη”, να αποκτήσει χοληστερίνη και καρκίνους, να δει σαπιοκοιλιές στο κορμί της, να σκλαβώσει την ζωή της σε τσιμέντα και μεροκάματα, σε σούπερ μάρκετ για βόλτα τα σαββάτα, να γίνει γελοίο στέλεχος πολυεθνικής ή επιχειρηματίας πετυχημένος, που θα τρώει ό,τι του δίνουν συσκευασμένο για να μην προλάβει να πάρει σύνταξη, να “ζήσει” γενικώς κι αυτή, η άλλη μισή ανθρωπότητα εις βάρος των έως πρότινος καταπιεστών της, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις πρώην καταναλωτικές και “ανεπτυγμένες” χώρες, για το περιβάλλον τους, τους πόρους και τους κατοίκους των, προφανώς  και για το ζήτημα της “λαθρο”μετανάστευσης η οποία σύντομα θα αλλάξει πορεία κι αυτή και θα ακολουθήσει το χρήμα.

Τέλος, θα δείτε πεντακάθαρα ότι ο καταναλωτής και το σύστημα οδεύουν στο τέλος τους το οριστικό αφού μία Κίνα με 53% αστών καταναλωτών ήδη και με 60% σύντομα, σημαίνει ότι το 70% της “ανθρωπότητας” είναι καταναλωτές, ζουν δίχως καμίαν ευθύνη παρά μόνον την κυκλοφορία του χρήματος καταναλώνοντας, ζουν δίχως να φέρουν καμίαν απολύτως ευθύνη για την ζωή τους, για την υγεία τους, για τους απογόνους τους και για τον πλανήτη που τους ζει, ζουν δίχως να νιώθουν καμίαν ευθύνη για την αναπλήρωση των φυσικών πόρων που καταναλώνουν ωσάν ο πλανήτης να είναι άπειρος, ζουν παράγοντας απορρίμματα κάθε είδους και “καταναλώνοντας” μαζικής παραγωγής χημικές τροφές όπως όλα τα κοτόπουλα κλωβοστοιχίας, ζουν έχοντας αφήσει την Ευθύνη για το κάθε τι στο Σύστημα που τους καλεί στο γήπεδό του, τις πόλεις, όποτε τους χρειάζεται και τους πεθαίνει ύστερα μόλις του γίνουν βάρος και του δημιουργήσουν κρίση ως αριθμοί, όχι πια ως άνθρωποι, Άνθρωποι ήσαν όσο ζούσαν με την Γη και την Ευθύνη.

Ένας πλανήτης, ένα οικοσύστημα το οποίο κατοικείται από ανθρώπους στην πλειονότητά τους Ανεύθυνους Καταναλωτές, που κάνουν ανακύκλωση οι πιο υπεύθυνοι απ’ αυτούς(!!!) δεν έχει μέλλον έτσι. Προφανώς και ο Θάνατος του Καταναλωτή έρχεται Μαζικός, Τρομακτικός και Άγουρος για να έρθει η Ισορροπία.

Διαβάστε λοιπόν την παρακάτω είδηση:

Κίνα: Αφήστε τα χωριά, ελάτε στις πόλεις

Ένα φιλόδοξο σχέδιο αστυφιλίας με στόχο την τόνωση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης μέσω της εγχώριας ζήτησης θέλει να εφαρμόσει η Κίνα, προκειμένου να ωθήσει περισσότερους πολίτες της χώρας που ζουν σήμερα σε επαρχιακές, κυρίως αγροτικές περιοχές να μεταναστεύσουν σε μικρότερα και μεγαλύτερα αστικά κέντρα.

Η κυβέρνηση της Κίνας ανακοίνωσε την Κυριακή ότι επιθυμεί να αυξήσει το ποσοστό του εγχώριου πληθυσμού που ζει στα αστικά κέντρα στο 60% έως το 2020, από 52,6% το 2012.

Το πρόγραμμα αυτό θα επιτρέψει σε περίπου 90 εκατομμύρια ανθρώπους να μετακινηθούν στις πόλεις και να εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας, οι οποίες θα είναι καλύτερα αμειβόμενες από αυτές που κατέχουν σήμερα, κυρίως θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα.

Το κινεζικό πρόγραμμα αστυφιλίας υπολογίζει ότι οι πολίτες που ζουν στις πόλεις δαπανούν 3,6 φορές περισσότερα χρήματα από ότι οι άνθρωποι στις επαρχίες, όπου η βασική τους ασχολία –η γεωργία– στηρίζεται στις κρατικές επιδοτήσεις.

Από το 2012, περισσότεροι Κινέζοι ζουν σε πόλεις, ωστόσο πολλοί δεν έχουν εγγραφεί επισήμως στα δημοτολόγια και δεν έχουν πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το δράμα του ανθρώπου

Μεγάλωσε αισθητά η μέρα αλλά και πάλι δεν φτάνει για να γίνουν όλες οι δουλειές τέτοιαν εποχή στο χωράφι.

Σπορές με σβόλους στη γη, σπορές σε πρασιές, σπορές σε ποτηράκια, παντού σπόροι, γκαστρώνουμε τη γη για να γεννήσει τους καρπούς της, να μας θρέψει όλους, ανθρώπους και καταναλωτές.

Κάθε μέρα γίνεται και πιο εμφανές ότι είναι πλέον άλλο είδος αυτό που απομυζεί, ρυπαίνει και καταστρέφει τον πλανήτη και τον εαυτό του, δεν είναι ανθρώπινο ον.

Σήμερα άκουσα στο ραδιόφωνο κάποια διακεκριμένη εκπρόσωπο των καταναλωτών, που νομίζει ότι είναι δημοσιογράφος αλλά είναι μονάχα ένας γελοίος προπαγανδιστής γυμνοσάλιακας, κάνει δε στην εκπομπή της και τον ντελάλη διαφημίσεων η άμοιρη για να ζήσει, όπως κάθε εκπορνευμένη συνείδηση, την άκουσα λοιπόν να εκφωνεί τα κάλλη ενός θαυματουργού, προφανώς, τροφίμου, το οποίο βγαίνει σε διάφορες συσκευασίες και να λέει επακριβώς το εξής: διαλέξτε ένα από τα τρία είδη, καταναλώστε το και θα πέσει η χοληστερίνη σας ….

Από πού να το πιάσεις. Από το ότι δεν τρώνε οι καταναλωτές αλλά καταναλώνουν; Από το ότι τους προτείνει να “καταναλώσουν” μια ζωική, επεξεργασμένη με μύκητες όξινη τροφή για να πέσει η χοληστερίνη τους; Ή τελικά από το ότι έχει καταντήσει να κολυμπάει στην χοληστερίνη το “πολιτισμένο” αυτό δίποδο, λόγω του ότι κατέκτησε την καλή και βολική ζωή; Τόση ανοησία..

Απορώ ειλικρινά.

Ακούω μία ώρα την ημέρα ραδιόφωνο και βλέπω μισή ώρα διάφορες ειδήσεις στο διαδίκτυο και αναρωτιέμαι ειλικρινά πού είναι η ευφυεία αυτού του άρτιου πλάσματος, πώς κατάντησε έτσι και για ποιον λόγο όλα τα πλάσματα της φύσης, οι άνθρωποι και τα άλλα ζωντανά, να ζούνε αναγκαστικά τις βλαβερές και καταστροφικές συνέπειες που προξενούν οι καταναλωτές της γης με τον ανόητο τρόπο ζωής τους

Για ποιον λόγο ένας άνθρωπος που ζει μαζί με τα φυτά και τα ζώα, που παράγει την τροφή του, που τρέφεται με ό,τι βγάζει η γη του δίχως να το επεξεργάζεται καθόλου, που δεν παράγει απορρίμματα και που δεν χρησιμοποιεί παρά ελάχιστη ενέργεια και πόρους φυσικούς, με την σκέψη στο μέλλον και με φειδώ, αναπληρώνοντας καθημερινά όσο μπορεί, ένας άνθρωπος που τιμά την Λιτότητα ως μέγιστη αρετή, πολιτισμό και υγεία, να λογίζεται ίδιο είδος με τον καταναλωτή μόνο και μόνο επειδή έχουν αμφότεροι ίδια ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά και, το τραγικό της υπόθεσης, για ποιον λόγο να ζει υπό τον έλεγχο και την απειλή του αδηφάγου καταναλωτικού συστήματος, το οποίον ούτε καν συναναστρέφεται στην καθημερινότητά του ούτε εντός του ζει.

Αυτό είναι το δράμα όλων των πλασμάτων της φύσης. Ότι ζουν πιεζόμενα από τον εγωιστή, ανεύθυνο, αλαζόνα και εν τέλει τόσον ανόητο και αυτοκαταστροφικό καταναλωτή και ότι κάθε μέρα η πίεση αυξάνεται ραγδαία, το οικοσύστημα ολοένα υποκαθίσταται από το καταναλωτικό σύστημα αλλά στο τέλος η ισορροπία θα αποκατασταθεί, κανείς δεν τα ‘βαλε με τη φύση του και βγήκε κερδισμένος.

 

ΥΓ

Είδα σε αυτή την λίγη ώρα της ενημέρωσής μου και διάφορους αυτοαποκαλούμενους αλλά και μεταξύ τους αλληλοαποκαλούμενους και αλληλοβραβεύοντες- όμενους συγγραφείς, κριτικούς και άλλους “καλλιτέχνες” που υπέγραψαν, λέει, ένα κείμενο στήριξης κάποιου πολιτικού μορφώματος υποκριτών καταναλωτών αριστερής δήθεν νοοτροπίας, σκέψης και κουλτούρας, αυτοί είναι οι χειρότεροι όλων των καταναλωτών διότι είναι υποκριτές τα μέγιστα – οι άλλοι, οι δεξιοί οι λεγόμενοι, είναι ηλίθιοι και αμόρφωτοι- και ένιωσα αηδία για λόγου τους. Η απόδειξη ότι κάποιος δεν είναι καλλιτέχνης είναι αυτή ακριβώς η υπογραφή στήριξης πολιτικού μορφώματος, πρώην και επίδοξου κυβερνητικού εταίρου, υπερασπιστή του δήθεν ρεαλισμού του γελοίου, χωλού και τόσον καταστροφικού καταναλωτικού συστήματος. Ο καλλιτέχνης αμφισβητεί το σύστημα και τις εξουσίες εκ φύσεως, δεν λικνίζεται και χαριεντίζεται κοντά τους για να εισπράξει κάνα χάδι και κάναν έπαινο, ίσως και κάποια θέση θεσμική συστημική ή κάνα βραβείο μετά χρηματικού ποσού από αυτές. Φαινόμενα των καιρών και οι καταναλωτές καλλιτέχνες. Εδώ και μερικές δεκαετίες αποτελούσαν το δείγμα της κρίσης αξιών που βιώναμε, της απόλυτης παρακμής και το πρελούδιο αυτής της κατάντιας.

Η δια της γενοκτονίας “εξυγίανση” της οικονομίας

Σήμερα κατέβηκα στην πόλη και νόμιζα ότι όλοι έχουν μεταναστεύσει ή αποβιώσει και έχω μείνει εδώ από τους τελευταίους. Σαν να ζούσα άντεργκράουντ και να έχει τελειώσει από καιρό ο πόλεμος αλλά να μην είχα πάρει χαμπάρι τίποτα. Από την ανάποδη όμως. Ο πόλεμος έχει φουντώσει, τα θύματα πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα στις πόλεις και η κατάσταση συνεχώς επιδεινώνεται εντός του συστήματος, μυρίζει ανθρώπινο κρέας παντού, μια αίσθηση πλανάται εκφυλιστικής και ταχέως μεταδοτικής θανατηφόρας ασθένειας.

Ακόμη και τώρα που έχουν περάσει κάποιες ώρες από την επιστροφή μου πίσω στο χωριό και παρόλο που έκανα την βόλτα μου στην ανοιξιάτικη φύση, στη θάλασσα και στα χωράφια, δεν μου έχει φύγει η μελαγχολία και η απογοήτευση, κάτι με πλακώνει και είναι αβάσταχτο.

Εικόνα και αίσθηση ερημιάς, μιας κοινωνίας που αργοπεθαίνει, αυτό αποκόμισα και φαντάζομαι πόσο χειρότερη θα είναι η κατάσταση στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις. Δεν νομίζω ότι θα άντεχα να βρεθώ ούτε λεπτό κάπου εκεί πια. Μας χωρίζει χάσμα χασμάτων από τους καταναλωτές και το κυνικό τους σύμπαν. Μια τζούρα πήρα μοναχά από δαύτο σήμερα και έχω πάθει σοκ.

Στην ΔΕΗ κλάματα και παρακάλια για μια επανασύνδεση, να μη μείνουν τα σπίτια δίχως ρεύμα το σαββατοκύριακο, έχουν μωρά παιδιά και γέροντες, την Δευτέρα θα φέρουν όσα λεφτά μπορούν οι άνθρωποι, έτσι έλεγαν μέσα απ’ δάκρυα και τις μύξες τους

Στα καφενεία τα αδειανά παραίτηση, στους έρημους δρόμους σκυμμένα κεφάλια, απελπισία, στα μαγαζιά οι καταστηματάρχες έτοιμοι, πίσω απ’ την πόρτα στέκονται και κοιτάζουν σαν αρπακτικά, ορμούν σε κάθε περαστικό βλέμμα που έπεσε κατά λάθος στην βιτρίνα τους, μην με παρεξηγείς, έχω να πληρώσω επιταγές, έτσι που μας έχουν κάνει, χειρότερους από τους τούρκους τότε που πηγαίναμε απέναντι και μας τραβούσανε μέσα στα μαγαζιά τους για να φάμε ή να ψωνίσουμε, έτσι μου είπε ένας τους και κουνούσε το κεφάλι του για την κατάντια του εαυτού του.

Το σχέδιο φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του. Δια της γενοκτονίας “εξυγιαίνεται” η οικονομία της χώρας. Η ανεργία θα πέσει επειδή οι άνεργοι θα πεθάνουν σύντομα. Η υγεία και το ασφαλιστικό θα ορθοποδήσουν επειδή οι χρόνια πάσχοντες, οι γέροντες αλλά και όσοι ασθενήσουν από εδώ και μπρος δεν θα ζήσουν, θα ζουν μόνον οι εργαζόμενοι και οι υγιείς μέχρι να αρρωστήσουν και αυτοί ή μέχρι να απολυθούν.

Κυβέρνηση και παπαγάλοι στα παραδοσιακά και στα διαδικτυακά μμε φέρουν εις πέρας με απόλυτη επιτυχία τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί. Προχωρούμε με όσους συνεχίζουν μαζί μας, αυτή είναι η εντολή. Όσοι πεθαίνουν ή βγαίνουν βίαια από το σύστημα καθημερινά ωθούμενοι προς την ανεργία, την ανέχεια, την έλλειψη στέγης, την ασθένεια και τον θάνατο, δεν ενδιαφέρουν ούτε την κυβέρνηση ούτε τους παπαγάλους της ούτε βεβαίως τους υπόλοιπους που ακόμη αντέχουν. Δεν ενδιαφέρουν το σύστημα. Το σύστημα προχωρεί με όσους μπορούν να το ακολουθούν. Οι άλλοι είναι βάρος. Είναι ακριβώς το αίτιο της κρίσης αυτοί και μόνον η εξόντωσή τους, ο βιολογικός τους θάνατος θα ξαναφέρει το σύστημα το αδηφάγο σε τροχιά ανάπτυξης. Μέχρι το επόμενο μπούκωμα και την επόμενη γενοκτονία. Ως τότε η Ελλάδα δεν θα πορευτεί όπως την γνωρίσαμε. Τα σπίτια και τα χωράφια, η ιδιωτική και η δημόσια περιουσία των κατοίκων της έχει ξεπουληθεί, η χώρα άλλαξε χέρια και με μεγάλη ταχύτητα αλλάζουν χέρια και οι εστίες των ανθρώπων της. Νυν άστεγοι μελλοθάνατοι αλλά και μελλοντικοί, σε πολύ σύντομο χρόνο, άστεγοι μελλοθάνατοι.  Αυτοί είναι πια οι Έλληνες πολίτες. Τελευταία γενιά ιθαγενών που ζουν και κατέχουν στέγη και γη. Παραδίδεται μέρα με τη μέρα ολοταχώς η χώρα στα χέρια των νέων κατακτητών της. Και η ειρωνεία είναι ότι την παραδίδουν πατριδοκάπηλοι όπως όλα τα δεξιά πολιτικά κατακάθια στην μικρή νεοελληνική Ιστορία. Οι μεγαλοστομίες των ακροδεξιών σταγονιδίων του “πατριωτισμού” σε συνάρτηση με την δουλοπρέπεια και την γλίτσα τους αποδεικνύουν για μιαν ακόμη φορά την ιστορική συνέχεια και συνάφεια των εκπορνευμένων τους συνειδήσεων.

 

Οικουμενική Αριστερά με αφορμή την ‘Ίος”

Σήμερα έλαβα με το ταχυδρομείο ένα φύλλο της εφημερίδας “Ίος”, “διμηνιαίο δημοσιογραφικό όργανο του Συνδέσμου Ιητών”, την οποίαν μου απέστειλε, όπως διασταύρωσα από τον φάκελο και την ταυτότητα αυτής, η εκδότρια κ. Χαρίκλεια Ζαμάνου Χιόνη, έχοντας σημειώσει με κόκκινο μελάνι σε ευδιάκριτο σημείο κάτω ακριβώς από τον τίτλο την επισήμανση “ΣΕΛΙΔΑ 4″, για να ανατρέξω δηλαδή σε εκείνη τη σελίδα και να διαβάσω κάτι που προφανώς με ενδιαφέρει.

Και ανέτρεξα. Και διάβασα.

Και σας ενημερώνω ότι οι άνθρωποι της συντακτικής ομάδας αυτής της μικρής εφημερίδας της εξίσου μικρής νήσου Ίου, η οποία εκδίδεται ανελλιπώς επί 49 χρόνια όπως είδα, εκ-τίμησαν και δημοσίευσαν το άρθρο μου “Οικουμενική Αριστερά”.

Είναι το ίδιο άρθρο, το οποίο δημοσίευσα στα τέλη του περασμένου έτους εδώ και στο thepressproject.gr διότι η εφημερίδα της συστημικής Αριστεράς η Αυγή, για την οποίαν ήταν γραμμένο, το λογόκρινε και δεν το δημοσίευσε ποτέ παρά το γεγονός ότι ο διευθυντής της είχε ζητήσει από τον γράφοντα τηλεφωνικά να του στέλνει “πότε πότε κανένα κείμενο και να μην τα δίνει όλα αλλού”… Έχασε η Βενετιά βελόνι, θα μου πείτε, που το κόμμα των πρωτοκλασάτων στελεχών και επίδοξων υπουργών, επενδυτών της Μπλακ-ροκ και λοιπών πολυεθνικών καθώς και το έντυπό τους λογόκριναν και έκοψαν το εν λόγω άρθρο.

Το άρθρο ταξίδεψε και ταξιδεύει ακόμα με κάθε τρόπο και έχει πολλούς υποστηρικτές, οι οποίοι διακρίνουν πλέον την αναγκαιότητα αλλαγής πολιτικής πορείας με απεγκλωβισμό από την στενάχωρη οπτική του χωλού υποσυνόλου, του χρηματοοικονομικού συστήματος, με το βλέμμα και τον νου στο ευρύτερο σύνολο, το οικοσύστημα. Τόσο πολλούς που έρχονται συνεχώς μηνύματα σαν το σημερινό αλλά και πιο προχωρημένα, μηνύματα συμπαράταξης και ενεργοποίησης για την δημιουργία πολιτικού χώρου της Οικουμενικής Αριστεράς….

Αυτό που έχουμε να κάνουμε όλοι εμείς που οραματιζόμαστε τον άνθρωπο ως συνεργάτη του ανθρώπου και των άλλων πλασμάτων και όχι ως ανταγωνιστή ιδιώτη καταναλωτή των πάντων, δεν είναι βέβαια αυτό που κάνουν οι συστημικοί πολιτικοί ούτε οι επίδοξοι τέτοιοι. Είναι να συνεχίζουμε καθημερινά να ζούμε ως πλάσματα φυσικά, να παράγουμε και να αναπληρώνουμε φυσικούς πόρους, να σεβόμαστε τη ζωή, να δημιουργούμε ζωή ακόμα και από τον θάνατο, το απόρριμμα, το περίττωμά μας, να επικοινωνούμε στους ανθρώπους τις αξίες της φυσικής ζωής και της μη επέμβασης, της αποανάπτυξης, της αποεκπαίδευσης, του απλεπιστημίου, της ανεπαίσθητης επί της γης ύπαρξής μας. Όλα τα άλλα θα έρθουν, αν έρθουν, μόνα τους κάποτε. Όταν θα ωριμάσουν σιγά σιγά οι συνθήκες.

 

Το μπόλι του ανθρώπου

Αυτές τις μέρες νιώθω σαν θεός, όπως είναι δηλαδή φτιαγμένος για να νιώθει ο άνθρωπος. Ως διοργανωτής και συντονιστής των συνεργατών του, των άλλων πλασμάτων, που όλοι μαζί ισότιμα αποτελούν το Οικοσύστημα. Νιώθω έτσι επειδή όλη μέρα μπολιάζω δέντρα και φτιάχνω νέες ζωές πάνω σε παλιές, ήμερες πάνω σε άγριες. Είναι το μπόλιασμα μια επέμβαση από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού που είναι συμβατές με την θεωρία της μη επέμβασης επί της γης διότι είναι ανεπαίσθητη ουσιαστικά αλλά έχει αντιστρόφως ανάλογα ευεργετικά αποτελέσματα ως προς την παραγωγή τροφής για όλα τα πλάσματα.

Το μπόλιασμα γίνεται με δυο τρόπους. Με μάτι και με πένα ή καλέμι. Το μάτι το χώνει ο άνθρωπος σε μια σχισμή σχήματος Τ, ανάποδου κατά προτίμηση, την οποία κάνει επί του άγριου κλάδου και εκεί το δένει σφιχτά με χόρτο για να κλείσει η πληγή και να απορροφηθεί, και την πένα ή καλέμι την χώνει σε μια τομή στην κορυφή του άγριου κλάδου αφού πρώτα τον έχει κόψει με πριόνι και την καλύπτει κατόπιν με σακουλάκια πλαστικά και χάρτινα για να την προφυλάξει απ’ τους καιρούς. Το μάτι μεγαλώνει μέσα στον φλοιό και γίνεται ένα με το άγριο δέντρο οπότε είναι περισσότερο ανθεκτικό από την πένα, η οποία φαίνεται πάντα ως μέλος πρόσθετο και ξένο πάνω στο άγριο υποκείμενο και μπορεί να την σπάσει ο αγέρας και λοιπά. Επίσης πολλές φορές ο μπολιαστής βάζει το μάτι εξαρχής στο άγριο δεντράκι, όταν αυτό είναι ακόμη μικρό, δύο τριών χρόνων και έτσι μεγαλώνει απευθείας με το μπόλι μέσα του ως ήμερο πια, με μόνο τη ρίζα του άγρια κι ένα μικρό, απειροελάχιστο όσο το δέντρο μεγαλώνει, κομμάτι στη βάση του κορμού του.

Ας μεταφερθούμε τώρα από το οικοσύστημα στο σύστημα και από τον άνθρωπο θεό και συντονιστή των πλασμάτων, στον ιδιώτη καταναλωτή, ανταγωνιστή των πάντων και υποχείριο των λεγόμενων Αγορών, δηλαδή του εαυτού του.

Ο άνθρωπος γεννιέται φυσικά και από σπόρο, οπότε είναι το άγριο υποκείμενο επί του οποίου η οικογένεια, η εκπαίδευση, το σύστημα δηλαδή όλων των προηγούμενων από αυτόν ανθρώπων μπολιάζουν πάνω του τον ιδιώτη καταναλωτή, που είναι η ήμερη ποικιλία, η συστημική και απόλυτα αποδεκτή από τις αγορές ως πιο προσοδοφόρα. Αλλιώς κυκλοφορεί το χρήμα ένας καταναλωτής κι αλλιώς ένας αγριάνθρωπος. Άλλους τζίρους κάνει ο ένας δουλεύοντας, ψωνίζοντας, καταναλώνοντας, ασθενώντας και πεθαίνοντας και άλλους ο άλλος ζώντας φυσικά έως τον υγιή του θάνατο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πλέον στον πλανήτη, ως τέκνα καταναλωτών μπολιάζονται με μάτι που χώνεται μέσα τους από την βρεφική κιόλας ηλικία και μεγαλώνει εντός τους και μαζί τους, γίνεται δεύτερη φύση τους ή μάλλον η ίδια η φύση τους γίνεται, η μόνη τους συνείδηση αφού δεν ξέρουν ότι έχουν άλλη φύση, ανθρώπινη και άγρια. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που γεννιούνται από καταναλωτές σε περιβάλλοντα τεχνητά, αστικά και μεγαλώνουν έτσι, μη έχοντας δει, οσφρανθεί, ακούσει, νιώσει τη φύση ποτέ, παρά μόνο σε διακοπές, κάποιες μέρες αυγουστιάτικες, που λαμβάνουν την άδεια του συστήματος να ζήσουν. Αυτοί λοιπόν είναι μπολιασμένοι με μάτι εξαρχής και δύσκολα θα ξαναβρούν τον άγριο και άγνωστο ανθρώπινο εαυτό τους.

Υπάρχουν και εκείνοι που μπολιάστηκαν με μάτι κατόπιν σε ηλικία μεγαλύτερη ή κι ακόμα πιο μεγάλοι με πένα ή καλέμι, που φαίνεται το μπόλι, ο ιδιώτης καταναλωτής, ως πρόσθετος εαυτός, ως ξένο μέλος επάνω στην αρχική τους υπόσταση. Είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε φυσικά περιβάλλοντα, όμως μετοίκησαν στις πόλεις όπου και παραδόθηκαν στο σύστημα, είναι και εκείνοι που γεννήθηκαν μεν από καταναλωτές γεννήτορες αλλά πρώτης γενιάς και έχουν βιώματα και θύμησες παιδικές, έστω και μόνον καλοκαιρινές από το φυσικό τους περιβάλλον και από την ζωή. Όλων αυτών η ανθρώπινη υπόσταση, το άγριο υποκείμενο επί του οποίου έγινε το μπόλι είναι εμφανές, γνώριμό τους, έχουν την συνείδηση αυτού και αναπτύσσεται μαζί με το ήμερο και τεχνητό, όσο περούν δε τα χρόνια τους έλκει ολοένα και περισσότερο προς τη γη, τους κάνει να περιμένουν πώς και πώς να βγουν από το σύστημα, να απελευθερωθούν, να πάρουν άδεια ή σύνταξη για να ζήσουν, να γυρίσουν στον τόπο τους ή στον τόπο τον προγονικό και να ασχοληθούν με την ζωή τους επιτέλους. Κάποιες φορές δε, με αφορμή μια κρίση, ένα φαινόμενο ακραίο του συστήματος, σπάει το τεχνητό αυτό μέλος, πέφτει στη γη και πεθαίνει ο ιδιώτης καταναλωτής όπως ένα κλαδί που το σπάει ο άνεμος από την αμασκάλη του κορμού και απομένει έτσι το άγριο υποκείμενο απελευθερωμένο, να ξαναπετάξει κλάδους, γυρίζει δηλαδή βίαια ο καταναλωτής στην ανθρώπινή του υπόσταση και στον βιότοπό του απαρνούμενος τον συστημικό του εαυτό και περιβάλλον του.

Προς το παρόν όμως όλοι αυτοί οι μπολιασμένοι ιδιώτες καταναλωτές επί ανθρώπων, είτε με μάτι είτε με πένα αποτελούν τούτη τη στιγμή το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού και έχουν βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ότι καθημερινά καταναλώνουν φυσικούς πόρους χωρίς να αναπληρώνουν ούτε το ελάχιστο αυτών και ότι παράγουν απορρίμματα μη φυσικά και μη βιοδιασπώμενα ρυπαίνοντας και μολύνοντας το ίδιο τους το σπίτι, το οικοσύστημα που είναι ο απόλυτος βιότοπος του άγριου υποκειμένου, του ανθρώπου επί του οποίου επιβιώνουν εν γνώσει ή εν αγνοία τους.

Αποτέλεσμα:

Το ότι οι ήμερες ποικιλίες είναι πάντοτε πιο ασθενικές από τις άγριες σε συνδυασμό με το ότι στην φύση δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ισορροπία, έχει ως αποτέλεσμα οι ιδιώτες καταναλωτές να είναι πιο εκτεθειμένοι σε ασθένειες και πιο ευάλωτοι απ’ αυτές, οι περισσότερες των οποίων είναι τεχνητές, δεν έχουν δηλαδή φυσικούς εχθρούς εντός του μη φυσικού περιβάλλοντος για να φέρουν την ισορροπία αλλά χρειάζονται τεχνητούς χημικούς εχθρούς, τα φάρμακα, που ανοίγουν τον φαύλο κύκλο των ασθενειών.

Τότε, όταν δηλαδή συμβεί αυτό, μια ατομική κρίση, όπως την ονομάζει ο ιδιώτης καταναλωτής, η οποία όμως στην πραγματικότητα είναι μία προσωπική κρίση, το τεχνητό μπόλι, είτε αυτό είναι μάτι είτε πένα συνήθως σπάει και αποκολλάται, ξαναγυρνάει ο καταναλωτής στην πρώτη του υπόσταση, θυμάται ξανά ότι στη βάση του είναι άνθρωπος και ότι το πρωτεύον για να ζει είναι να έχει Υγεία. Υπάρχουν όμως και αυτοί που όπως είπαμε είναι μπολιασμένοι με μάτι από βρέφη, από μόλις γεννήθηκαν αμέσως άγγιξαν τεχνητές τροφές ή το βυζί μιας μάνας τρεφόμενης με μαζικής παρασκευής μη φυσικά και επεξεργασμένα τρόφιμα, τους πέρασαν έπειτα αμέσως μόλις άρχισαν να κατανοούν τον κόσμο το μπόλι της ζωής του ιδιώτη καταναλωτή, κι αυτοί είναι που υποφέρουν περισσότερο στις κρίσεις τις “ατομικές” και τις συστημικές, διότι αν και νιώθουν βαθιά μέσα τους ότι κάτι άγριο τους καλεί να ζήσουν, δεν γνωρίζουν πώς και τι και με σπασμωδικές κινήσεις ή με μεγάλη και επίπονη έρευνα μέσω άλλων ανθρώπων ψάχνουν να βρουν τον δρόμο της ζωής, πολλές φορές δυστυχώς χωρίς επιτυχία.

Ας ψάξουμε λοιπόν ο καθένας μέσα του να βρει το μπόλι του ιδιώτη καταναλωτή που του βάλανε οι γονιοί και οι εκπαιδευτές του κι ας αρχίσει σιγά σιγά να το απομονώνει, κάποιοι, όσοι έχουν το τσαγανό μπορούν και βίαια να την κάνουν την επέμβαση αυτή επί του Είναι τους, όλα θα είναι αλλιώς μετά και θα έχει αλλάξει ο κόσμος, θα έχει αλλάξει επιτέλους το σύστημα που μας ρουφάει τη ζωή.

Όλοι ως καταναλωτές μπολιαστήκαμε και όλοι είμαστε υποψήφιοι ανίατα ασθενείς από όσα έχουμε καταναλώσει μέχρι στιγμής στον βίο μας αλλά όσο πιο γρήγορα το πετάξουμε από πάνω μας το μπόλι του συστήματος και επιστρέψουμε στην φυσική, την άγρια μορφή μας τόσο πιο πολλές στιγμές Ζωής θα ζήσουμε και, το σημαντικότερο, θα δείξουμε ξανά τον φυσικό τον δρόμο στους νεώτερους, θα τους ξαναμπολιάσουμε τον άνθρωπο επί του καταναλωτικού τους εαυτού μα και στους απογόνους μας που δεν θα τους μπολιάσουμε ως καταναλωτές ποτέ, θα φέρουμε ανθρώπους στη ζωή να ζήσουν, να θαυμάσουν το Θαύμα και να γίνουν ένα με αυτό, όχι γρανάζια ενός συστήματος που τους απομυζεί μέρα με την ημέρα.

ΥΓ

Δεν είμαι ούτε ιεραπόστολος ούτε κήρυκας κάποιας Αλήθειας. Από απόλυτη ιδιοτέλεια τα γράφω όλα αυτά. Διότι θέλω να αλλάξω τον κόσμο για να εμποδίσω την ισοπέδωση, την μόλυνση, την καταστροφή της γης και των νερών του τόπου μου (και κατ’ επέκταση όλων των τόπων), τον αφανισμό των πουλιών, των φυτών, των ζωντανών πλασμάτων και του τοπίου γύρω μου κατά την διάρκεια αυτής της σύντομης ζωής μου, για να μην γίνω μάρτυρας δηλαδή της καταστροφής της γης μου για τις ανάγκες των ιδιωτών καταναλωτών που (δεν) ζουν στα αστικά κέντρα του συστήματος και πονέσω. Από απόλυτη ιδιοτέλεια τα γράφω όλα εδώ σ’ αυτό το σάιτ.