Χαλασοχώρηδες!

Με την Αυγή στους “Χαλασοχώρηδες”

 

Η Αυγή, το Σάββατο 30 Νοεμβρίου στις 9μ.μ., παρακολουθεί τους “Χαλασοχώρηδες” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία Κωστή Παπακωνσταντίνου, στο θέατρο Altera Pars(Μ. Αλεξάνδρου 123,Κεραμεικός). Και σας προσκαλεί να παρακολουθήσετε κι εσείς την παράσταση προσφέροντας δύο εισιτήρια στην τιμή του ενός. Θα βρείτε τα κουπόνια σας από σήμερα στην εφημερίδα.

Τους “Χαλασοχώρηδες” θα παρακολουθήσει μαζί μας ο γνωστός συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης και ο πολιτικός επιστήμονας Ηλίας Νικολακόπουλος και μετά την παράστασηπαίρνουμε ένα ποτό από το μπαρ και συζητάμε για όσα είδαμε.

 Απαραίτητη η κράτηση θέσεων στο 2103410011.

http://www.avgi.gr/article/1386598/me-tin-augi-stous-%E2%80%9Cxalasoxorides%E2%80%9D

Στο Καρπενήσι

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ένας συγγραφέας , ένα βιβλίο, και εμείς

«Η Λέσχη Αναγνωστών»
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καρπενησίου,
σας προσκαλούμε και σας περιμένουμε
την Δευτέρα , 2 Δεκεμβρίου 2013 ,
ώρα 18.30 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βιβλιοθήκης.
Ο συγγραφέας :Γιάννης Μακριδάκης
Το βιβλίο: «Του Θεού το μάτι»
Παρουσιάζει: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, κριτικός λογοτεχνίας
Συνδιοργάνωση:ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ-ΓΑΚ ΑΡΧΕΙΑ Ν. ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ.

Αντισώματα

Στον πλανήτη ενδημεί μια ασθένεια που λέγεται Καταναλωτισμός, μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, βρίσκεται σε έξαρση και γιγαντώνεται ολοένα σε αυτή την ιστορική περίοδο που διανύει η ανθρωπότητα, απειλώντας να απομυζήσει το οικοσύστημα και να αφανίσει κάθε άλλο είδος ζωής. Η ασθένεια δρα εκφυλιστικά στον φορέα της, τον αποκόπτει από τον φυσικό οργανισμό του, από το φυσικό του περίβλημα και τον ματαλλάσσει πολύ γρήγορα σε αριθμημένο άτομο μέλος στρατού καταναλωτών, που ζει φρουρούμενο, χειραγωγημένο και προγραμματισμένο να καταστήσει εμπόρευμα μέχρι και τον φυσικό εαυτό του.

Βασικά συμπτώματα της ασθένειας: Η αλόγιστη κατανάλωση φυσικών πόρων, η καλλιέργεια της μη ευθύνης για οτιδήποτε βρίσκεται εκτός ιδιοκτησίας του ατόμου, η παραγωγή απορριμμάτων (υλικών, ψυχικών και πνευματικών).

Οι χαοτικές δυνάμεις και δυναμικές όμως που κρατούν εδώ και χιλιάδες χρόνια την φύση σε ισορροπία, δημιουργούν αντισώματα στην ανθρωπότητα, τα οποία δεν είναι άλλα από τους ανθρώπους που αντιστέκονται, που δεν συμβιβάζονται, που αμφισβητούν, που αγωνίζονται, που ρίχνουν σπόρους στην κοινωνία με τον λόγο και τις πράξεις τους και που τελικά εξισορροπούν το σύστημα αλλάζοντας το τοπίο.

Τα αντισώματα, τα οποία αυξάνονται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου όπως οι σπόροι, είναι προγραμματισμένα και προορισμένα από τη Φύση (τους) να πετύχουν τον στόχο της προαιώνιας ισορροπίας του οικοσυστήματος, περιορίζοντας την εξάπλωση και τη δράση της ασθένειας.

Και θα πετύχουν. Διότι, εκτός από τους κατασκευασμένους διάτρητους συστημικούς νόμους της ασθένειας, υπάρχουν και οι αυθύπαρκτοι απαράβατοι και απαραβίαστοι φυσικοί Νόμοι που φέρουν σοφία αιώνων. Κι αυτούς είναι ανήμποροι να τους υπερνικήσουν τα συστημικά άτομα, όσο χρήμα και αν κατέχουν. Υποτάσσονται ο ένας μετά τον άλλον και πέφτουν έντρομοι και απογοητευμένοι διότι σε όλην τους τη ζωή μπορεί να σκέφτονταν αλλά στο τέλος νιώθουν.

Σήμερα στο Θέατρο Εμπρός

Το τεχνητό χρηματοοικονομικό σύστημα ως υποσύνολο του αυθύπαρκτου οικοσυστήματος
Η απομάκρυνση του ανθρώπου από το φυσικό του περίβλημα, ο εγκλεισμός του σε ταχνητά και αφύσικα περιβάλλοντα και οι συνέπειες αυτής της μετάβασης στον ίδιο και στο οικοσύστημα. Η απομάκρυνση των ανθρώπων από τις συνέπειες των απλών καθημερινών του κινήσεων και πρακτικών. Η οικονομία του καπιταλισμού και η θέσπιση του χρήματος ως μοναδικού πλέον φυσικού πόρου.Η καλλιέργεια της μη ευθύνης για την διαχείριση και την αναπλήρωση των φυσικών πόρων, η εγκατάλειψή τους και η σιωπηρή ανάθεση της ευθύνης τους στις αγορές της ανηθικότητας και του κερδοσκοπικού κυνισμού. Η παραγωγή απορριμμάτων σχήμα οξύμωρο που αναδεικνεύει την πολιτιστική κατάντια του μοντέλου ζωής μας. Η απερίσκεπτη καταναλώση ενέργειας και ο αφανισμός τοπίων, πλσμάτων και ανθρώπων για την παραγωγή της και γενικώς η ανισορροπία του οικοσυστήματος με την ανθρωπότητα να ζει σε ποσοστό 60% πλέον ακολουθώντας το μοντέλο του δυτικού καταναλωτικού τρόπου ζωής. Το χρηματοοικονομικό υποσύνολο που ολοένα γιγαντώνεται και απειλεί να υποκαταστήσει το γενικό σύνολο, το οικοσύστημα. Το αδιέξοδο που έχει ήδη γίνει ορατό.
Τα δολερά διλήμματα του καπιταλισμού και οι κυνικοί ορισμοί της ανάπτυξης, της ύφεσης, της λιτότητας, του ανθρώπου ως άτομο στο σύστημα και στο οικοσύστημα. Η κατάληξη αυτής της τακτικής αντίθετου ορισμού των εννοιών.
Οι φυσικοί πόροι, νερό, οξυγόνο, σπόροι, ενέργεια, πρώτες ύλες ως αρχέγονα αγαθά κοινοκτημοσύνης όλων των πλασμάτων και η μετατροπή τους σε καταναλωτικά προϊόντα μόνο για κατέχοντες το χρήμα. Η ανηθικότητα, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η ανοησία και η υποκρισία εν τέλει της ανθρωπότητας των καταναλωτών
Οι φυσικοί νόμοι, οι αβίαστοι και απαραβίαστοι ρυθμοί που ορίζουν την ύπαρξη και διέπουν την λειτουργία κάθε φυσικού πλάσματος άρα και του ανθρώπου.

Η Αριστερά ως γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος εγκλωβισμένη στα ως άνω χαρακτηριστικά του και η μετάβαση σε μιαν άλλη, επαναστατική, εκτός ορίων καπιταλισμού, Οικουμενική Αριστερά.
Η Αποανάπτυξη, η σμίκρυνση, η αποδόμηση πλαστών διλημμάτων και τακτικών ως εργαλεία μετάβασης στην νέα εποχή
Η αλλαγή κατεύθυνσης της διαρκούς επανάστασης των ανθρώπων επί της γης, από κυριαρχική σε συνεργατική με “σεβασμό στην ζωή απ’ όπου κι αν πορέρχεται”.
Η μετάβαση σε μια σύγχρονη πραγματικότητα και διαβίωση, μακριά από τον πρωτογονισμό της κατανάλωσης. της όξινης αστικής διαβίωσης και τις παθογένειες αυτών.
Η φυσική ζωή, η φυσική διατροφή, η φυσική καλλιέργεια στην γη και στην κοινωνία ως στάση ζωής και πολιτική φιλοσοφία.

Όλα αυτά, και κάποια ακόμη που θα προκύψουν από αυτά, θα πούμε και θα συζητήσουμε σήμερα στις 7μμ στο Θέατρο Εμπρός.
Για όσους είναι πολύ μακριά θα υπάρχει και ζωντανή μετάδοση από τοwww.thepressproject.gr

Το τραγούδι του Κότσυφα

Δημοσιεύθηκε μεταφρασμένο στα γαλλικά στο περιοδικό του γαλλικού ινστιτούτου Αθήνας ΜΕΕΤ:

Το τραγούδι του Κότσυφα

Δέκα γενιές γεωργοί και μαστόροι πίσω μου κι εγώ γίνηκα καλαμαράς. Ούτε καν καλαμαράς, κουμπιά πατούσα όλη μέρα. Φύγε από τη γη, από τη φτώχεια, να πας να γίνεις καπετάνιος, έλεγε ο συχωρεμένος ο παππούς μου στον γιο του, τον πατέρα μου, σήκω φύγε από το χωριό, να μπαρκάρεις, να βγάλεις χρήμα μπόλικο, να κάμεις κι ένα σπίτι καλό στην πολιτεία, να έχεις τις ανέσεις σου, να μη φας τη ζωή σου απάνω στα βουνά όπως εγώ, βλέπεις τι τραβώ ολοχρονίς για να σας θρέψω.
Και πήγε κι έγινε καπετάνιος ο γονιός μου. Και έβγαλε όλη τη ζωή του μες στη θάλασσα, πάνω στη λαμαρίνα τα ‘ζησε τα πιο καλά του χρόνια κι ας έχτισε σπίτι καλό στην πόλη, μακριά από το χωριό κι ας είχε άνεση οικονομική μεγάλη. Έκαμε και παιδιά, εμένα και την αδερφή μου και όχι μόνο μας έθρεψε αλλά μας κουβαλούσε κι όλου του κόσμου τα καλά, τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας είχε μες στα μπαγκάζια του σαν ξεμπαρκάριζε από τις Σιγκαπούρες και τις Ιαπωνίες, έτσι, που μας βλέπανε οι άλλοι, οι στεριανοί και τρίβανε τα μάτια τους.

Να πας να σπουδάσεις, μου ‘λεγε εμένα σαν μεγάλωνα, να γίνεις άνθρωπος, να μην καταντήσεις σαν και του λόγου μου, μακριά από τη ρουφιάνα τη θάλασσα να μείνεις, μακριά από τη λαμαρίνα του βαποριού, στα γράμματα να πας, να γίνεις επιστήμονας και να ‘χεις δουλειά καλή, στεριανή, να βλέπεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου κάθε μέρα, όχι όπως εγώ, μία φορά το χρόνο, έτσι μου λεγε. Και πήγα κι εγώ και σπούδασα. Έγινα προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κι έπιασα ύστερα δουλειά σε εταιρία μεγάλη, απ’ αυτές που έχουνε γραφεία σ’ όλες τις χώρες της οικουμένης, σα βαπόρια είναι κι αυτές, μονάχα που δεν κάνουνε ταξίδια στους ωκεανούς, ούτε έχουνε λαμαρίνες αλλά τζαμένια κτίρια θεόρατα.

Μακριά από τη γη ο ένας, μακριά από τη θάλασσα ο άλλος, να η κατάντια μου.

Δεν το είχα καταλάβει διόλου στο ξεκίνημα, αλλιώς μού είχανε περάσει τη ζωή μες στον σκληρό μου δίσκο βλέπεις, πως άμα έχεις χρήμα, τα ‘χεις όλα, έτσι μου μάθανε. Ύστερα όμως από δυο χρόνια δουλειάς, με καλές αποδοχές δε λέω, αλλά απ’ το πρωί ως τη νύχτα στο γραφείο μπροστά στην οθόνη, απόκαμα. Τα ‘βαλα κάτω ένα βράδυ σαν γύρισα στο διαμέρισμα, μπροστά στην τηλεόραση και στο κουτί της πίτσας. Σκλάβος ένιωθα. Νοικιασμένος στην επιχείρηση, με άδεια λίγες μέρες κάθε χρόνο σαν φυλακισμένος, σαν για να θυμηθώ τι είναι η ζωή που χάνω. Κι ύστερα πάλι στο κλουβί. Δίχως να έχω χρόνο προσωπικό ούτε για να ασκώ την τέχνη μου, τη ζωγραφική, που μ’ άρεσε από μικρό παιδί κι όταν έλεγα πως θα γίνω ζωγράφος, άστραφτε και βροντούσε ο πατέρας και μου ‘λεγε να τα ξεχάσω αυτά διότι θα πεθάνω στην ψάθα σαν όλους τους καλλιτέχνες. Και πώς να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά με τέτοια ζωή που ζεις, σκέφτηκα, να τα βλέπεις πότε; Τη νύχτα που θα κοιμούνται;

Έκατσα λοιπόν τότε, στα εικοσιεφτά μου χρόνια, το θυμάμαι σαν τώρα που ‘μαι σαράντα, και το λογάριασα το πράγμα εξαρχής, σαν μορφωμένος και γραμματιζούμενος που είχα γίνει πια. Κι όλη τη νύχτα στριφογύριζα απάνω στο κρεβάτι, ύπνος δεν μ’ έπιανε, σαν άρρωστος βαρυγκομούσα. Ποιος και με πόσα θα μου ξεπληρώσει τη ζωή που δεν ζω επειδή νοίκιασα το τομάρι μου για να βγάζω χρήμα; Ποιος θα μου ξεπληρώσει τη χαμένη μου ελευθερία, τον πρωινό μου ύπνο που πάει στράφι, τις νύχτες μου που σέρνομαι και δεν είμαι εις θέση ούτε να μιλήσω σε άνθρωπο, μονάχα αποβλακώνομαι με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση και βλέπω διαφημίσεις, ποιος θα μου δώσει πίσω τις ώρες της ζωής μου της μοναδικής, που περνάνε μπρος σε μια οθόνη; Ποιος ψυχολόγος και με πόση αμοιβή θα ρουφήξει από μέσα μου τόσο δηλητήριο, ποιος θα με καθαρίσει, που έμαθα να βλέπω τον καθένα δίπλα μου σαν ανταγωνιστή κι όχι σαν άνθρωπο, ποιος; Μ’ αυτές τις σκέψεις, κακήν κακώς, με πήρε ξημερώματα ο ύπνος.
Τι κάνεις Λευτέρη, ρώτησα τ’ άλλο πρωί τον εαυτό μου στον καθρέφτη, χαραμίζεις όλη μέρα το είναι σου για να σου δώσουν χρήμα κι αμέσως να τους το ξαναδώσεις πίσω για να σε ταϊσουνε, να σε ντύσουνε, να σε διασκεδάσουνε, να σου δώσουνε σπίτι και ανέσεις. Κυκλοφορείς το χρήμα για να υπάρχεις, αυτό κάνεις. Κι όσα και να σου μένουνε στην άκρη δεν τα χαίρεσαι, τη ζωή σου χάνεις κάθε μέρα Λευτέρη, πουι δε γυρίζει πίσω, τη δίνεις αντιπαροχή για πλαστική τροφή κι ένα κλουβάκι άνετο, κι ανθρώπους δεν έχεις δίπλα σου, μονάχα «συνεργάτες», σαν πονηρό υπονοούμενο του το ‘πα αυτό, χασκογέλασε αμήχανα αλλά πικρά ο άλλος μες στον καθρέφτη, σαν κάτι να ‘νιωθε, σαν να τον τσιγκλούσανε όλ’ αυτά, την ψυχή σου πουλάς Λευτέρη, του ξανάπα τότε πιο δυνατά, την υγειά σου χαραμίζεις, για να ‘χεις στο τέλος όσα είχε, με μόχθο αλλά υγιής και λεύτερος, ο συγχωρεμένος ο παππούς σου, που ‘χεις και τ’ όνομά του, ξύπνα Λευτέρη, λευτερώσου, ένα πλάσμα της φύσης είσαι κι εσύ, μια πνοή μονάχα, τίποτα παραπάνω, μη σε πλανεύουνε οι γραβάτες που φορείς και τ’ άλλα τα φτιασίδια, μη σε ξεγελά η μούρη σου η φρεσκοξυρισμένη, έτσι του είπα κι έμπηξε εκείνος τότε ένα κλάμα γοερό, τον έβλεπα θολά μες στον καθρέφτη, πρηστήκανε τα μάτια του μεμιάς, δεν ήτανε εις θέση να πάει στη δουλειά εκείνο το πρωί, για ξαφνική αδιαθεσία ειδοποίησε και έμεινε στο σπίτι.

 

Σαν συνήλθα κάπως, ένιωσα πως έχω ολόκληρη τη μέρα μου ελεύθερη για να σκεφτώ πιο ψύχραιμα και να αποφασίσω. Μα δεν ήτανε τόσο εύκολο να κάνω τη στροφή μεμιάς, έψαχνε το μυαλό μου λύσεις άλλες, πιο βολικές, πιο κοντινές στα όσα ήξερα και είχα βιωμένα. Να πάω να νοικιαστώ αλλού, σκέφτηκα στην αρχή, με λιγότερη δουλειά και πιο μικρό μισθό, με πιο πολύ χρόνο για μένα. Πάλι δεν με συμφέρει όμως, διότι θα χάσω κι αυτά που έμαθα να έχω, και πάλι δέσμιος θα ‘μαι. Να μπω στο δημόσιο, ψέλλισα κατόπιν. Είναι κι αυτό μια πρόταση. Μόνιμος ο εκμισθωτής μου, δίχως πολλές πολλές απαιτήσεις και με νοίκι σταθερό βρέξει χιονίσει. Μα γιατί; Υπάρχει κάνας λόγος; Αφού όσα και να με πληρώνει αυτό το πλάνο σύστημα, εγώ του τα επιστρέφω, για να ικανοποιήσω τις ανάγκες μου και τις επιθυμίες, που τις πιο πολλές από δαύτες μού τις δημιουργεί το ίδιο, για να μου τα πάρει πίσω όπως μου τα δωσε.
Κατάληξα λοιπόν πως όσα και να βγάζω κάθε μήνα, το βιολί αυτό δεν με συμφέρει. Δεν συμφέρει γενικώς να δουλεύεις για να ζήσεις. Είναι η πιο οφθαλμοφανώς ασύμφορη συμφωνία, την οποίαν όμως, παραδόξως, συνάπτουν με περισσή ευκολία στην ζωή τους οι άνθρωποι, διότι έτσι τους μάθανε οι μεγαλύτεροί τους, αυτά τους περάσανε μες στον σκληρό τους δίσκο ως βασικά δεδομένα.

Την άλλη μέρα πήγα λοιπόν στον προϊστάμενο και παραιτήθηκα. Έμεινα πάνω κάτω κάνα μήνα ακόμα, μέχρι να βρεθεί άλλος στο πόδι μου και τότε μάζεψα ένα πρωί τα υπάρχοντά μου κι έφυγα, γύρισα πίσω δυο γενιές, να ξαναζήσω στο παλιό κι ερειπωμένο σχεδόν σπίτι του παππού μου στο χωριό. Όλοι μου λέγανε τότε πως είμαι τρελός που έφυγα από την πόλη και την καλή δουλειά. Μα που την είδανε την τρέλα; Αφού κάθισα και τα σκέφτηκα όλα λογικά. Τα πήρα από την αρχή τα δεδομένα και είδα πως το σύστημά μου είχε κολλήσει και πήγαινε ντουγρού προς το αδιέξοδο.

Το πήρα απόφαση κι έκανα ένα μεγαλοπρεπές φορμάτ.

Σπόυδασα υπολογιστές, ευτυχώς, και ξέρω. Κράτησα ό,τι πληροφορία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη απ’ όσες είχα αποθηκεύσει στον δίσκο μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, πάτησα το κουμπί κι εξαφάνισα το σύστημα που με είχε γαλουχήσει. Ύστερα εγκατέστησα ένα καινούριο. Δηλαδή το δυο γενιές παλιότερο, εκείνο που είχε ο παππούς μου, αλλά με βελτιώσεις σύγχρονες. Και βρήκα την υγειά μου.

Μονάχα ο πατέρας μου πήγε να σκάσει. Είδα κι έπαθα να σε σπουδάσω, να πας μπροστά στη ζωή σου κι εσύ τα παρατάς όλα και γυρίζεις πίσω; Αντί να προοδεύεις γίνεσαι οπισθοδρομικός; Τι θα πει ο κόσμος; Μάλλον αυτό τον ένοιαξε περισσότερο.

Εγώ όμως δεν άκουγα τίποτα απ’ αυτά. Είχα κάνει πλέον το φορμάτ και όσα έλεγε δεν ήτανε πληροφορίες αναγνωρίσιμες πλέον στο νέο μου το σύστημα. Κι έφυγα.

Πήγα και βρήκα την υγειά μου και τη λευτεριά μου. Βρήκα και τους σπόρους που φύτευε στους μπαξέδες του ο παππούς και τους φύλαγε μέσα σ’ ένα ντουλάπι ξύλινο στον βορινό τον τοίχο.

Κι άρχισα να ζω παράλληλα με όλο αυτό το σύστημα, σαν πουλί, σαν Κότσυφας, σε ένα άλλο σύμπαν. Δεν περιμένω πια να μου δώσουνε χαρτιά κάθε τέλος του μήνα για να πάω να τα κάνω τρόφιμα, ποτά και θεάματα. Παράγω τα πάντα και νιώθω άνθρωπος. Το τραπέζι μου χειμώνα καλοκαίρι είναι γεμάτο με ό,τι βγάζει η γη μου, το κελάρι φίσκα, τα θεάματα και τα ακούσματα κάθε μέρα σ’ όλη την πλάση γύρω μου μοναδικά κι ανεπανάληπτα. Άσε που, από τότε που επέστρεψα, ξεκίνησα και να ζωγραφίζω. Λευτερώθηκε η ψυχή μου, βρήκε τον δρόμο της. Και κατεβαίνω μια φορά στο τόσο στην πόλη και τα κάνω έκθεση τα έργα μου. Και βγάζω λίγο χρήμα απ’ αυτά, για να πληρώνω αυτά τα ελάχιστα που με συνδέουνε ακόμα με τον “πολιτισμό” του.

Και ξαφνικά τσουπ, δεκατόσα χρόνια μετά από την απόφασή μου εκείνη, να η κρίση η οικονομική και χτύπησε την πόρτα. Τώρα την είδες ρε πατέρα; Το αδιέξοδο που με τάιζες τόσα χρόνια και μάλιστα με το ιδρώτα σου μέσα στους σκυλοπνίχτες που μπαρκάριζες, δεν το είχες πάρει χαμπάρι ποτέ; Πως η ζωή δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι οικόπεδο για να το δώσεις αντιπαροχή, ποτέ σου δεν το σκέφτηκες για να μου το διδάξεις;

Τώρα μου λένε όλοι, κι ο πατέρας μου μαζί, πως έκανα την πιο σοφή κίνηση τότε που τα παράτησα κι επέστρεψα στη γη. Και πως είμαι πολύ τυχερός που το κατάλαβα νωρίς και έφυγα απ’ την πόλη. Μα πού την είδανε την τύχη; Στην τύχη τα ρίχνουνε όλα, έτσι μάθανε, δυστυχώς. Γι αυτό ίσως κάθονται κι αυτή την ύστατη ώρα ακόμα ατάραχοι και περιμένουνε, βλέπουνε το θηρίο να τους κυριεύει κάθε μέρα και πιότερο δίχως να αντιδρούνε.

Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό το κακό που συμβαίνει στους ανθρώπους. Μα δεν το βάζω κάτω και κάθε πρωί μ’ όλα μου τα κουράγια τραγουδώ. Και τ’ άλλα τα κοτσύφια τραγουδάνε κι αυτά, όλα μαζί, στα πάρκα, στα παραθύρια των σπιτιών και των γραφείων, στα μπαλκόνια, γεμίζουνε οι πόλεις από τη μελωδία μας, τον ένα και μοναδικό μας στίχο. Ένα φορμάτ είναι ρε παιδιά, μονάχα ένα φορμάτ.

Αλλαγή πορείας

Ο βιβλιοκριτικός “Πατριάρχης Φώτιος” στον δημοφιλή του ιστότοπο (vivliocafe.blogspot.com) είναι ο πρώτος που αναφέρει δημόσια κάτι που αφορά στην προσωπική μου πορεία επί της λογοτεχνικής άσκησης. Ότι εδώ και πολύν καιρό σταμάτησε να ασχολείται με τα έργα μου ο καθεστωτικός Τύπος. Όχι μόνο σταμάτησε να ασχολείται, συμπληρώνω εγώ, αλλά προέβησαν μερικοί εκ των ανοήτων εκπροσώπων αυτού και σε σάλπισμα μποϋκοτάζ, με τα γνωστά βεβαίως αποτελέσματα.
Όλα αυτά εκτός από προσωπική τιμή και σημαντικό τεκμήριο για την προσωπική αξιοπρέπεια του καθενός, έτσι ώστε να καταταχθεί όταν έρθει η ώρα εκεί που του αξίζει στην Ιστορία ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης, αποτελεί ένα ακόμη πειστήριο του σημείου καμπής από το οποίο διέρχεται η διαρκής επανάσταση όλων μας.
Όλοι αυτοί οι τρόποι, οι εκφραστές και οι φορείς τους, οι οποίοι διαμόρφωναν το κλίμα της παλαιάς εποχής, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί μαζί της. Κανείς σε αυτή την νέα εποχή που δημιουργούμε μέρα με τη μέρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι, δεν ασχολείται πλέον με τους λεγόμενους καθεστωτικούς και το σύστημά τους το ανήθικο, οι οποίοι αποσυντίθενται και γίνονται λίπασμα στα πόδια του νέου που φουντώνει.
Οι άνθρωποι όλων των ηλικιών που πρεσβεύουν αλλαγή πορείας, καινούριο ξεκίνημα με φιλοσοφία διαφορετική, με στάση ζωής συμμαχική πια με το οικοσύστημα και όχι ανταγωνιστική, με μια ανάπτυξη του σεβασμού στην μικροκλίμακα και τους ρυθμούς της φύσης, με πλήρη συνείδηση των φυσικών πόρων και όχι πλέον δέσμιοι της πλάνης του χρήματος, με πλήρη συναίσθηση της ζωής και της ύπαρξής μας ως πλάσματα που συναποτελούν αναμεταξύ τους αλλά και με όλα τα άλλα πλάσματα το θαύμα αυτό της Φύσης, που το ορίζουν και το διέπουν μοναχά οι Νόμοι και οι Ρυθμοί της, οι άνθρωποι λοιπόν όλοι αυτοί που τα έχουν αισθανθεί αυτά και τα βιώνουν ήδη γίνονται ολοένα και περισσότεροι μέρα με την ημέρα, φαίνεται πια αυτό στις συναθροίσεις μας, στις συναναστροφές μας, δεν κρύβεται, οι σπόροι μας βλασταίνουν, έχουν βρεθεί πια άλλοι τρόποι μαζικής σποράς κι έχουνε πλήρως απαξιωθεί οι παλιοί και ηθικά φθαρμένοι, αυτό είναι ένα γεγονός που δεν χωρά αμφισβήτηση πια απ΄όποιον μπορεί ακόμα να βλέπει και να κατανοεί ό,τι συμβαίνει γύρω του.
Η τάση της φύσης για εξισορρόπηση γέννησε και θέριεψε και ανθρώπους σαν εμάς, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό σε όσους θέλουν να ‘ναι κυρίαρχοι των πάντων, ας φροντίσουν να θυμηθούν πως είναι κι αυτοί όντα φυσικά και πως το μόνο βέβαιο σε τούτη τη ζωή είναι ο θάνατος. Τότε, το πιθανότερο, θα νιώσουν κιόλας την μικρότητά τους μα και την ματαιότητα της διαδικασίας που ακολουθούν, να υποτάσσουν δηλαδή στο χρήμα τη ζωή τους και τη φύση ολόκληρη, να σπαταλούν τους πόρους του πλανήτη απερίσκεπτα ωσάν να ‘ναι Θεοί ή οι τελευταίοι κάτοικοι πάνω στη γη, μετά απ’ αυτούς κανένας. Ας σταματήσουν να γελιούνται κι ας γίνουνε επιτέλους ρεαλιστές, βλέποντας το αληθινό, το οικοσύστημα και όχι το ψεύτικο δικό τους κατασκεύασμα, το άθλιο σύστημά τους.
Η ανθρωπότητα δεν επιστρέφει πουθενά, απεναντίας κάνει νέο ξεκίνημα. Κάποιοι όπως πάντα προπορεύονται, κάποιοι ακολουθούν και κάποιοι μένουν πίσω, μια για πάντα.

Γράμμα από συναγωνιστή

Ένα όμορφο μήνυμα έλαβα σήμερα και το δημοσιεύω εδώ με μία μόνο σημείωση δική μου:

Από τις προηγούμενες γενιές βρήκαμε τις λάθος ράγες επί των οποίων βάλαμε, μας έβαλαν εκείνοι δηλαδή, τις ζωές μας να τροχιοδρομήσουν. Λάθος πάνω στο λάθος φτάσαμε ως εδώ και συνεχίζουμε ως ανθρωπότητα με νέα λάθη πάνω στα παλιά μέχρι το πλήρες αδιέξοδο που έχει αρχίσει να διαφαίνεται. Ας μην ωραιοποιούμε λοιπόν το παρελθόν και ας μην ηρωοποιούμε ή εξυμνούμε τους παλαιούς ανθρώπους. Η ανθρωπότητα είναι ενιαίο σύνολο, απαρχής της μέχρι το άπειρο και όλοι είναι υπεύθυνοι για όλους, ιδίως δε οι προτινοί για τους κατοπινούς.

Ας πάρουμε από το παρελθόν μονάχα τα αγνά υλικά, τους πόρους και κάποιες μεθοδολογίες και ας φτιάξουμε τον δικό μας σύγχρονο κόσμο, σύγχρονες κοινωνίες, βασισμένες στην ιδεολογία, στην χειραφέτηση, στην εμβάθυνση του Είναι μας, ως πλάσματα της φύσης.

Ας μεταβούμε στην φιλοσοφία της φυσικής ζωής, την οποίαν ποτέ δεν εφάρμοσαν οι παλαιοί άνθρωποι, στην φιλοσοφία της μη επεμβατικότητας, της συμμαχίας πλέον με τη φύση, με τα άλλα πλάσματα και με τον άνθρωπο φυσικά, ας στραφούμε στην φυσική διατροφή για να ξεφύγουμε από ασθένειες και να χουμε υγεία σωματική και ψυχική, ας γίνουμε φυσικοί καλλιεργητές της γης και της κοινωνίας και ας αφήσουμε κατά μέρος την παρωχημένη ζωή και ιδεολογία των παλαιών που ήτανε αντίπαλοι με τα πάντα, που θέλανε μονάχα να επιβληθούν επί της φύσης με κάθε τρόπο, που μας δίδαξαν να τρώμε ανθυγιεινά κι έτσι μας έθρεψαν, που χίλια δυο στραβά κι ανάποδα και καταστροφικά μας κληροδότησαν, μα το κυριότερο που μας έκλεισαν τα μάτια και μας έκρυψαν τη μία και μοναδική αλήθεια, αυτήν της ελεύθερης και ασυμβίβαστης ζωής εντός του απέραντου οικοσυστήματος, μας έκλεισαν σκλάβους στο σύστημα, έχοντας κιόλας έτοιμη στο στόμα την δικαιολογία, “για να μην τραβήξεις αυτά που τράβηξα εγώ για να ζήσω”, μας στείλανε δήθεν να κερδίσουμε τη ζωή πιο εύκολα, για να τη χάσουμε και πιο εύκολα εν τέλει:

Αγαπητέ συναγωνιστή στρατιώτη του εδαφους Γιάννη Μακριδάκη

Είμαι και εγώ ενας “στρατιώτης του εδάφους” 31 ετών, που αν δεν υπήρχε η κρίση η τρόικα και όλα τα δεινά που έχουν χτυπήσει τη χώρα μας,θα είμουν ένας κουστουμαρισμένος νέος σε μια τράπεζα,στέλεχος σε μια μεγάλη εταιρεία (όπως και υπήρξα) ισως και ένα ακόμα γραναζι του δημοσίου μιας και διαθέτω πολύ μεγάλο βίσμα.
Για καλή μου τύχη ,όπως και η πλειοψηφεία εδώ στη κρήτη,έχω στη κατοχή μου κάποια κομμάτια γης,κληρονομιά από το παππού μου και τη γιαγιά μου,η γιαγιά μου πρόσφυγγας απο μικρά ασία, τους είχε δώσει το κράτος τοτε γη για μια καινούργια αρχή .
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου βοηθούσαμε το παππού και τη γιαγιά στη καλλιέργεια αμπελιού ελιάς λεμονιάς και ανά διαστήματα σε κηπευτικα, τα τελευταία κυρίως για το σπίτι,εγω θυμαμαι οτι πηγαινα με το ζορι τα σαβατοκυριακα,που να ξυπνάς πρωι,που να γεμίζεις λάσπες,που να κρυώνεις,που να κάθεσαι να τρως με το παππού «φτωχικά» τη τροφή που έβγαζε,ελιές ντομάτα σταφίδες καρύδια κτλ. Εγώ ο γιος ενός δημόσιου υπαλλήλου που είχε τα πάντα πως να τα καταδεχομουν όλα αυτα?Οταν παραπονιόμουν στους γονείς μου η απάντηση ήταν «δε τον λυπάσε το καημένο?να τα τραβάει μονος»
Όποτε δυσανασχετούσα για αυτά ο παππούς μου ελεγε το εξής «κλισέ» «εε ρε κατοχή που σας χρειαζεται…»Εγω σκεφτομουν «τον καημενο το γέρο,εχει ξεμείνει δεκαετίες πίσω» και έβριζα τον εαυτό μου που δεν είχαμε σταματήσει πριν σε κανένα φούρνο να πάρω τα όμορφα και λαχταριστά που είχε φτιάξει ο φούρναρης (ζαμπονοτυρόπιτες κρουασάν σάντουιτς λαχταριστά),διάβρωση μεγάλη…
Λίγους μήνες μετά από το θάνατο του παππού και ως εργαζόμενος σε καθεστώς οικονομικής κρίσης (άθλειες συνθήκες 12 ωρου με μπόλικη πίεση και υπόχρεως σκλάβος στα αφεντικά μου που μου άκαναν τη χάρη και μου έδιναν κανονικά τις αποδοχές μου) ξαφνικά έγινε το μεγάλο μπαμ(ίσως κάπως έτσι να έγινε και το “big bang”!)Ξαφνικά όλα αυτά που μου ειχαν διδάξει παππούς γιαγιά έσκασαν μέσα μου,σαν να κρυβόντουσαν στο πίσω μέρος του μυαλού μου και περίμεναν να βγουν στη επιφάνεια σα σανίδα σωτηρίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης .
Σκεφτόμουν αυτό είναι?έτσι θα πάει?σκλάβος ?να κάνω 12 ωρο τα ίδια και τα ίδια και να λέω και ευχαριστώ?όταν ρωτούσα τους γύρω μου οι απαντήσεις οι εξής:έτσι είναι η ζωή,θα συνηθίσεις,να παρακαλάς που έχεις δουλειά»κάτι δε μου άρεσε.κάτι με χάλαγε κάτι μέσα μου φώναζε.ήταν ο παππούς που είχε περάσει αντίστοιχες καταστάσεις στη κατοχή (δούλευε στα καταναγκαστικά έργα των κατοχικών δυνάμεων)
Τα παράτησα,άδραξα το σπίτι και τα χωράφια του παππού,απο τότε έχει ξεκινήσει μια συναρπαστική διαδρομή,έσκαψα, φύτεψα, εφτιαξα τα παρτέρια μου καθάρισα και ξαναζωντάνεψα τα φρουτόδεντρα μου,τις καρυδιές μου. Αγόρασα τις κότες μου και τις αμόλησα στο χωράφι με τις λεμονιές,μαζι με τα 2 αρνάκια μου τρώνε τα «ζιζάνια» και με ευχαριστούν με τη πλούσια κοπριά τους,ξεκίνησα επιτέλους να σκέφτομαι,ήρθα σε επαφή με γείτονες που και αυτοι αναγκάστηκαν να γυρίσουν,βρισκόμαστε,ανταλλάσουμε,δίνω καρύδια μου δίνουν τυρι ,δίνω αυγά ημέρας μου δίνουν φρέσκιες μαρμελάδες ,κάθε μέρα ανταλλαγή,τεράστια ποικιλία απο τρόφιμα γλυκά παραδοσιακά οτι θες,ερωτήσεις απαντήσεις σχετικά με ζώα δέντρα κηπευτικά,το μυαλό συνέχεια σε εκγρήγορση, καθημερινά απλά προβλήματα που λύνονται με απλές απαντήσεις από γείτονες και πιο έμπειρους,μια ζωη σε αρμονία με τα ζώα τα πουλιά τα δέντρα το πράσσινο,κάθε μέρα ανεβαίνω σε ενα λοφάκι με το σκύλο μου και βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα,χρησιμοποιώ εργαλεία,φτιάχνω κατασκευές για τα ζώα μου,πως να τα ταίζω πως να τα ποτίζω,κάνω δοκιμές στα παρτέρια μου,μαζεύω υλικό και ψάχνομαι να τα γεμίσω με σωστό χώμα που θα μου αποδόσει,φτιάχνω κομποστ,αντιμετοπίζω τα λαχανικά σαν παιδια,καθε μέρα τα περιποιούμε τα ποτίζω τα λυπαίνω με τη κοπριά μου,τα ελένγχω για τους φυσικους εχθρούς και οτι δε ξέρω ρωτάω,ποια σύγκριση μπορεί να υπάρχει σε ένα αγοραστό μπρόκολο με ένα μπρόκολο που το φύτεψες και το περιποιήθηκες για 3 μήνες?καμια!το πρώτο το πετάς άμα τύχει και σου περισσέψει στο ψυγείο ,το δεύτερο το φυλας σαν θυσαυρό στο ψυγείο σου,το ψυγείο μου και το κελαρι μου ειναι το θυσαυροφυλακειο μου
Ψυχαγωγία υπερπαραγωγής, κάθε μέρα είμαι θεατής σε κατι καινούργιο,τις προάλες είδα μάχη μεταξύ κρεμυδοφάγου και μιας σφίγγας,ζουρίδα να κυνηγάει ποντικό,κάθομαι τα βραδυα στη φωτια, κουκουβάγιες κάθονται παρέα στα κλαδιά της καρυδιάς,κάθε μέρα βλέπω αετούς (μου εχουν αρπαξει μερικα μικρα κοτόπουλα αλλα δε πειράζει),ηλιοβασιλέματα και απίστευτα χρώματα στους ουρανούς,τραγούδια απο πουλιά γρύλους αφορδακούς (βατραχια),ο χαλαρωτικός ήχος του ποταμού κάθε μέρα στα αυτιά μου καθώς περιποιουμε τα παρτέρια μου,φτιαχνω τα δέντρα μου κτλ. (η κοπέλα μου πληρώνει καθε μήνα 40 ευρω στη σχολή γιόγκα ακούγοντας νερά να τρέχουν και τιτιβίσματα πουλιών σε «κονσερβα» μέσα από ένα laptop…),καθόμαστε παρέες με όργανα συχνά πυκνά και τραγουδάμε,στο τραπέζι τα πάντα και τα περισσότερα δικά μας καθαρής παραγωγής,απίστευτετα κρασιά και ρακί που δε τα βρίσκεις στις καλύτερες κάβες!μια ζωη παραμυθένια μια ζωη ποιοτική,παράδεισος.
Σκέφτομαι συχνά τον παππού μου,και αν κάνω και εγω κάποτε εγγόνια,ισως και αυτα ειναι καλομαθημένα ,γιατι ολα είναι κύκλος,αν δυσανασχετίσουν για το πρωινό τους αυτό που θα τους πω?

Ε ΡΕ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΣΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ
Με εκτίμηση
“INTOTHEWILD”