Ποντίκια στο τρόλει αρ. 12

Μια ολόκληρη μέρα ανεβοκατέβαινα σε λεωφορεία και τρόλει. Δίχως εισιτήριο. Γιατί να βγάλω εισιτήριο; Αφού έκανα βόλτες φαινομενικά άσκοπες, έτσι θα λεγε κάποιος νοικοκυραίος, “συγγραφέας” ίσως, αν ήταν σε θέση να με παρακολουθεί ολημερίς αλλά ποιος νοικοκυραίος, “συγγραφέας” ίσως, θα το κανε αυτό, να παρακολουθεί δηλαδή όλη μέρα άσκοπα έναν που μπαινοβγαίνει άσκοπα μες στα λεωφορεία.

Εγώ είχα όμως τον σκοπό μου. Μόνο που δεν ήτανε σκοπός οικονομικός. Γι αυτό ήτανε άσκοπος για τον κάθε νοικοκυραίο, “συγγραφέα” ίσως. Διότι, δεν έφτανε που κάνοντας άσκοπες βόλτες όλη μέρα, κατεβαίνοντας από το ένα λεωφορείο και ανεβαίνοντας στο επόμενο, δεν κέρδιζα χρήματα, ούτε είχα ως σκοπό μου να κερδίσω, δεν έφτανε λέω αυτό αλλά ξόδευα κι από πάνω ασκόπως και τον χρόνο μου, και όπως είναι πασίγνωστο εδώ και πολλά χρόνια σε κάθε νοικοκυραίο, “συγγραφέα” ίσως, ο χρόνος είναι χρήμα, άρα με τις άσκοπες βόλτες μου όχι μόνο δεν κέρδιζα ή δεν στόχευα να κερδίσω χρήμα αλλά έχανα κιόλας. Σπαταλούσα τη μέρα μου διπλά άσκοπα δηλαδή, δίχως κέρδος κέρατα, κι ας μην είχα φαινομενικά οικονομική χασούρα αφού δεν είχα πληρώσει κανένα εισιτήριο όλη μέρα, ούτε και σκόπευα να πληρώσω.

Διότι το εισιτήριο το είχα φέρει μαζί μου από το χωριό, μέσα σε ένα μικρό κουτάκι που βαστούσα στα χέρια μου κι είχα σκοπό μου όχι μόνο να το δείξω αλλά και να το χαρίσω στον πρώτο ελεγκτή, “εθελοντή” ίσως, που θα τύχει να με πετύχει. Αυτός ήτανε ο σκοπός μου λοιπόν. Να πετύχω κανέναν από δαύτους τους ελεγκτές, εθελοντές ίσως, και να δω τη μούρη του. Είχα μεγάλη περιέργεια να την δω την μούρη του, διότι μόλις πριν μερικές μέρες είχα μάθει για δαύτους, πως υπάρχουνε και κυκλοφορούνε μες στα λεωφορεία. Χωρίς εισιτήριο κι αυτοί αλλά όχι άσκοπα. Αυτοί έχουν σκοπό. Έτσι λέει ο νοικοκυραίος, συγγραφέας ίσως, ότι είναι ελεγκτές, “εθελοντές” ίσως, και κάνουν τη δουλειά τους, πιάνουν τους τζαμπατζήδες, τους εκθέτουν, τους υποχρεώνουν να πληρώσουν πρόστιμο, διότι κορόιδα είμαστε εμείς οι νομοταγείς πολίται που πληρώνουμε ανελλιπώς το εισιτήριό μας, ας κόψουν το λαιμό τους όλοι να βρουν λεφτά και να πληρώνουν, αλλιώς ας μη μπαίνουν μες στα λεωφορεία, να μην είμαστε και στριμωγμένοι σαν τις σαρδέλες, νόμιμοι και μπαταξήδες όλοι όλοι αντάμα, δεν μας φτάνει που πληρώνουμε τα ελλείμματά τους, να μας στριμώχνουνε κι από πάνω, να μη μπορούμε να αναπνεύσουμε με την ιδρωτίλα τους, έτσι θα λεγε σίγουρα ο νοικοκυραίος, συγγραφέας ίσως, άμα έπαιρνε ποτέ το λεωφορείο μαζί με το πόπολο και πετύχαινε κάποιον από δαύτους που ήθελα να πετύχω εγώ να με πετύχει, για να του βγάλω το εισιτήριό μου από το κουτάκι και να του το τρίψω στη μούρη.

Όλη μέρα λοιπόν την πέρασα τριγυρνώντας άσκοπα με τα λεωφορεία και τα τρόλει αλλά κανένας δεν έτυχε να μου κάνει έλεγχο και να με πετύχει λαθραίο. Είχα κουραστεί πολύ να σηκώνομαι και να κάθομαι, το μεσημέρι κολάτσισα προχείρως με λίγο ψωμοτύρι σε μια στάση του τρόλει 2 Κυψέλη Παγκράτι Καισαριανή κι ύστερα άλλαξα διαδρομή και συνέχισα την πορεία μου.

Να μην σας τα πολυλογώ, το βράδυ κατά τις 10, πάνω που είχα απελπιστεί, έτυχε να με πετύχει ένας από δαύτους, “εθελοντής” ίσως! Μέσα στο 12 τρόλει ήμουνα, Ζάππειο Περιστέρι, κι εκεί στον Άγιο Ιερόθεο να τος και μπαίνει μέσα! Ο οδηγός μπλοκάρει τα ακυρωτικά μηχανήματα, μπλοκάρει και τις πόρτες. Κι αρχίζει το πατιρντί. Εγώ στέκομαι ακριβώς στην μεσαία πόρτα και βαστάω το κουτάκι μου, μπροστά, στο ύψος του προσώπου μου, με έναν τρόπο σαν που κρατάει ο παπάς τα δισκοπότηρα. Αφού έχει τσεκάρει ο ελεγκτής, “εθελοντής” ίσως, τα εισιτήρια όλων των επιβατών, πλησιάζει και μένα και μου ζητάει το δικό μου. Ευχαρίστως, του απαντώ, και δίχως κουβέντα δεύτερη κάνω να ανοίξω το κουτί να βγάλω, και καλά, από μέσα το εισιτήριο αλλά με μια δήθεν απότομη κίνηση που κάνει το τρόλει και χάνω την ισορροπία μου, μου φεύγει το κουτί από τα χέρια όπως είναι ανοιχτό και πέφτει ακριβώς στη μούρη του ελεγκτή, εθελοντή ίσως, πετάγεται από μέσα τσιρίζοντας ο ποντικός και πηδώντας πάνω στο κεφάλι του πέφτουν κι οι δυο στο δάπεδο. Ο ένας ποντικός, ο κανίβαλος, “εθελοντής” ίσως, λιπόθυμος από την τρομάρα κι ο άλλος, ο δικός μου, αλαφιασμένος στριγκλώντας.

Και γίνεται το έλα να δεις μες στο τρόλει. Τσιρίδες, στριγκλιές από παντού, ο λιπόθυμος ποντικοκανίβαλος ελεγκτής, εθελοντής ίσως, έχει πέσει φαρδύς πλατύς πάνω στην μεσαία πόρτα, ο άλλος ποντικός όσο η φασαρία δυναμώνει, τόσο τρέχει και κάνει κύκλους τρομαγμένος, ανεβοκατεβαίνει πάνω στο λιγοθυμισμένο σαρκίο του κανίβαλου, “εθελοντή” ίσως, σαν που ανεβοκατεβαίναμε μαζί όλη μέρα στα λεωφορεία, οι επιβάτες έχουν γραπωθεί από τις χειρολαβές και κάνουν ακροβατικά με τα πόδια στον αέρα, φωνάζουν στον οδηγό να σταματήσει το όχημα, να ανοίξει τις πόρτες να φύγουν τα ποντίκια, ο οδηγός υπακούει, ανοίγει την μεσαία πόρτα, σταματάει το τρόλει, πρώτος πρώτος πέφτει στον δρόμο ο λιπόθυμος κανίβαλος, εθελοντής ίσως, κι από πίσω ο άλλος ποντικός, ο δικός μου, τρέχει κι αυτός και χώνεται μέσα σε έναν υπόνομο.

Καθάρισε το τρόλει. Η ηρεμία επανέρχεται σταδιακά, κανένας επιβάτης δεν ασχολείται πια με τα ποντίκια, οι πόρτες ξανακλείνουν και φεύγουμε. Εγώ συνεχίζω την άσκοπη περιπλάνησή μου μέχρι το τέρμα της διαδρομής.

 

Ποντικοί μες στο βαρέλι

Ένας τρόπος εξολόθρευσης των ποντικών στα χτήματα παλιότερα ήταν ο κανιβαλισμός. Πιάνανε οι περιβολάρηδες καμπόσους ποντίκαλους ζωντανούς, τους βάζαν σ’ ένα βαρέλι δίχως τροφή, το καπακώνανε κιόλας από πάνω και τους αφήνανε εκεί επί μέρες. Αυτοί για επιβιώσουν αρχίζανε να τρώνε ο ένας τον άλλον, ώσπου ο τελευταίος που απέμενε ήταν ο δυνατότερος κανίβαλος. Τον ξεκαπάκωνε τότε ο περιβολάρης και τον απελευθέρωνε να ζήσει το υπόλοιπο του βίου του μες στο χτήμα. Κι εκείνος, που είχε εθιστεί στο κρέας των ομοίων του, γινόταν πια κυνηγός κεφαλών και εξολόθρευε τις αποικίες ποντικιών που τύχαιναν στο δρόμο του. Μέχρι που γερνούσε κι αυτός και τον έτρωγε ο επόμενος κανίβαλος που είχε δημιουργήσει ο περιβολάρης. Τον περιβολάρη τον ίδιον, τον έτρωγε η ζωή μιας και κανένας δεν γλυτώνει αλλά οι αλαζόνες και όσοι νιώθουν άτρωτοι και δυνατοί, κύριοι και κυρίαρχοι το χουν αυτό ξεχάσει και πεθαίνουν έντρομοι μόλις έρθει η ώρα τους και το αντιληφθούν.

Ένα βαρέλι με ποντικούς είναι το καταναλωτικό σύστημα, οι πόλεις, ο καπιταλισμός. Οι ποντικοί δελεάζονται με το όνειρο μικροαστού για να μπούνε μέσα στο βαρέλι, τους τάζουνε χίλια δυο, δουλειές και δάνεια, σπίτια και μεζονέτες και μόλις τους καταφέρουνε να αφήσουν την γη τους, την ελευθερία τους, τον άνθρωπο που ενσαρκώνουν, μόλις τους κάνουν καταναλωτές, γρανάζια, έγκλειστους, άτομα, ποντικούς, τότε αρχίζουν σταδιακά να τους κόβουν το χρήμα και το όνειρο, να τους λένε κιόλας πως το βαρέλι τελικά ήτανε δίχως πάτο αλλά αυτοί κορόιδα δεν μπορούνε πια να το σκάσουν από μέσα, είναι εγκλωβισμένοι, και τότε είναι που αρχίζει ο κυριολεκτικός κανιβαλισμός

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα η δυτική καπιταλιστική “ανθρωπότητα”, με την κατάσταση να είναι οφθαλμοφανής στις μεγαλουπόλεις της νότιας Ευρώπης, όπου ήδη ο ένας τρώει τον άλλον αλλά και στον βορρά το ίδιο γίνεται, αυτό που γινόταν και στον νότο λίγο πιο πριν, όπου και πάλι ο ένας προσπαθούσε να φάει, και έτρωγε τον άλλον, μέσω του ανταγωνισμού, αφού οι καταναλωτές-ποντικοί έχουν πλέον εκπαιδευτεί να θεωρούν τον διπλανό τους ανταγωνιστή και όχι άνθρωπο, πόσω μάλλον συμπληρωματικό.

Ο κανιβαλισμός μέσω του ανταγωνισμού έδωσε τη θέση του στον κυριολεκτικό κανιβαλισμό, ο θάνατός σου η ζωή μου και θα σε φάω ζωντανό, φαινόμενο που ολοένα θα εντείνεται όσο η χρηματοοικονομική κρίση προχωρεί και στερεύει το χρήμα από τις τσέπες των ποντικών

Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό ούτε για να κατανοήσει κανείς ότι πράγματι έτσι είναι η κατάσταση, ούτε για να αντιληφθεί πού οδηγεί όλο αυτό βέβαια. Αλλά αν κάποιος νομίζει ότι όλα αυτά είναι υπερβολές και ότι η σύγκριση είναι άστοχη, ας σκεφτεί πόσα εκατομμύρια ποντίκια κινούνται κάτω από τη γη κάθε μέρα, λέγοντας πως επιτέλους γίνανε πολιτισμένοι και είναι και πολύ τυχεροί αφού πάνε γρήγορα στις δουλειές τους με το μετρό…

 

ΥΓ

Όταν πρωτομπήκα στο μετρό της Αθήνας ήταν ήδη 5 χρόνια σε λειτουργία και οι αστοί εξοικειωμένοι πλήρως με αυτό. Εγώ τρόμαξα πολύ. Από την φασαρία που κάνει και από την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε τούνελ κάτω από τη γη κι ας έμπαινα σε σπήλαια. Οι αστοί μου φίλοι, που μου λέγαν ότι φοβούνται να μπουν σε σπήλαια, ήτανε στο μετρό άφοβοι και με κορόιδευαν που ήμουν τρομαγμένος.

Προχτές συζητούσα με έναν γείτονά μου εδώ, που ζει τα τελευταία 20 χρόνια μέσα σε ένα όμορφο κτήμα και μου έλεγε ότι θέλει να πάει στην Αθήνα να δει το μουσείο της Ακρόπολης και το Μετρό.

Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι αλλά στις πόλεις όλοι νομίζουν ότι αυτό το είδος έχει πλέον εκλείψει, επειδή έχουν καταπιέσει και αποξεχάσει τον άνθρωπο μέσα τους…

 

Έχει ο Θεός…

Ανήμερα της Παναγιάς γεμάτος ο κεντρικός δρόμος του χωριού παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε. Έχει ο Θεός…

Αυτά από τον έξω κόσμο. Στον μέσα πάλι.

Έβγαλα μερικές φωτογραφίες από ένα κομμάτι του μπαξέ που κάτι λέει. Προσπαθώ να κάνω φυσική καλλιέργεια, ακόμα δεν έχει δείξει, δεν έχει πάρει τον χρόνο της η γη, δεν έχω κάνει ούτε τα βασικά σχεδόν, τα οποία θα ξεκινήσω από φθινόπωρο αλλά και πάλι η φύση δίνει απλόχερα τα δώρα της.

Ένα πεπονάκι ωριμάζει πάνω σε ένα ξεσποριασμένο και πεσμένο στηγη μπρόκολο

Ένα καρπουζάκι ανάμεσα στη ζούγκλα

Ντοματιές αγκαλιάζουν μια αλόη βέρα και καρπίζουν απάνω της. Θυμάμαι τον Μήτσο τον μαθητή του Φουκουόκα που τον γνώρισα στα Τέρτσα του νότιου Ηρακλείου να λέει πως η αλόη βέρα δημιουργεί πολύ όμορφο περιβάλλον για τα άλλα φυτά γύρω της και όλα τη γουστάρουν για γειτόνισσα!

Κολοκύθια και ξυλάγκουρα μεγαλώνουν όλα μαζί πλάι στους μπροκολόσπορους που πέσανε και θα φυτρώσουν στην ώρα τους

Ντοματιές αναπαύονται πάνω σε ξερά κοκκινισμένα βαλσαμόχορτα και λάχανα που περιμένουν πως και πως να φθινοπωριάσει και να δροσίσει

Να κι η κλωσού με τα πουλάκια της! Πέντε μερών ψυχές. Έχει … ο Θεός, πράγματι…

 

 

 

Τζαμπατζής συγγραφέας

Ένα παιδί σκοτώθηκε πηδώντας από το τρόλει επειδή το έπιασε ο ελεγκτής χωρίς εισιτήριο και μια καταξιωμένη της κοινωνίας των ισοπεδωμένων νεοελλήνων συγγραφεύς και ακαδημαϊκός, αποκάλεσε τζαμπατζή τον νεκρό και βρήκε ευκαιρία να εκφράσει τα αλαζονικά της διαπιστευτήρια στην ωμότητα του συστήματος, ίσως για να κερδίσει κάποιο λογοτεχνικό βραβείο ή κάποια “θέση περιωπής”, ίσως όμως, το πιθανότερο, για να ανταποδώσει τα όσα τόσα χρόνια απόλαυσε ως συστημική βαθιά.

Η εν λόγω κυρία και οι γνωστοί σε όλους μας όμοιοί της και κολλητοί της “συγγραφείς”, καθώς και ένας μεγαλύτερος σε αριθμό μελών παρόμοιος εσμός, αυτός των σιωπηρών “συγγραφέων”,  είναι η τρανή απόδειξη του ξεπεσμού της νεοελληνικής κοινωνίας στην αναξιοπρέπεια, της κρίσης πολιτισμού, ιδεολογιών, ανθρωπισμού, που βιώνουμε εδώ και δεκαετίες. Είναι η απόδειξη της ξεφτίλας μας ως νεοέλληνες ισοπεδωμένοι και μεταλλαγμένοι σε καταναλωτές.

Αυτοί όλοι είναι ο βασικός λόγος που ποτέ μου δεν αποδέχτηκα τον τίτλο “συγγραφέας”.

Όπως το νεκρό παιδί το αποκαλούν τζαμπατζή, εμένα με αποκαλούν “βουκόλο”, εκεί που συναγελάζονται στα αποστειρωμένα σαλόνια της διανόησής τους.

Δεν έχουν ιδέα όμως οι θλιβεροί από ηρωικές εξόδους ούτε από ζωές που μαραίνονται ήρεμα και γίνονται ένα με τη φύση. Διότι είναι όμηροι του υπερφίαλου τομαριού και της αλαζονείας τους, καταδικασμένοι να πεθάνουν έντρομοι. Άξιοι της “ζωής” τους

Γράμμα στη Βολισσό

Του Νίκου Μπελαβίλα δημοσιευμένο στην Αυγή της Κυριακής 12/8/2013

Σύντροφε Γιάννη,

Πάνε μέρες τώρα που ησυχάζει το βλέμμα, πάνω στο μπουγάζι της Σάμου, με τα πευκοδάση, τους λόφους με τις ελιές και τα θυμάρια. Όλο τον χειμώνα, μες στην καταχνιά της πρωτεύουσας, όποτε δημοσιευόταν άρθρο σου στο διαδίκτυο, το άνοιγα περιμένοντας ένα σινιάλο. Την κόκκινη σημαία σου που ανεμίζει στη Βολισσό. Φταίει η αγάπη στα βιβλία σου (με έκανες να ανακαλύψω εκ νέου την ελληνική λογοτεχνία), η εμπιστοσύνη στην πολιτική σου γραφή, το αντάμωμα μας στα δύσκολα, στην Υπατία, στο Σύνταγμα, η φρεσκάδα ενός κειμένου που έχει γραφτεί αγναντεύοντας τη θάλασσα της Χίου. Ήθελα να σου γράψω, αλλά δεν το ‘κανα τόσο καιρό. Αναρωτιόμουν αν είχες δίκιο με τη χειμωνιάτικη απαισιοδοξία σου. Ή με τις αιρετικές ελπίδες σου. Αν είναι η επιστροφή στους ευλογημένους τόπους των νησιών, η γη και οι άνθρωποί της, η φυγή από τον βούρκο της χρεωκοπημένης Αθήνας, αυτή που θα μπορούσε να μας αναστήσει. Ξαναζώντας εδώ, στα κτήματα του Παλιόκαστρου. Όπως λες και συ, με τα φρέσκα λαχανικά από τους κήπους στο μεσημεριανό πιάτο, το λάδι και τις ελιές από τα εξημερωμένα με τον κόπο του παππού λιόδεντρα, τις σφήνουρες τις ψαρεμένες στα στενά, το τυρί από τις στάνες, το πανάρχαιο σαμιώτικο μοσχάτο, την κάππαρη, το θαλασσινό αλάτι, το μαζεμένο στους γκρεμούς. Τις λεμονιές, τα κυπαρίσσια, τις συκιές, τις αγριοκληματαριές, το γιασεμί, τις λεβάντες και τα δενδρολίβανα, που δρόσισαν τις πεζούλες, μεγαλωμένα με το λιγοστό νερό και τον ήλιο. Είναι κι άλλα??? οι άνθρωποι που βοηθούν ο ένας τον άλλον στα κλαδέματα και στα χτισίματα, στο δάνεισμα των γεωργικών εργαλείων, που πια δεν πάνε επίσκεψη στα σπίτια με άχρηστα δώρα αλλά με λίγο ζυμωμένο ψωμί ή ένα πεπόνι από το μποστάνι τους, αυτοί που φροντίζουν τους πρόσφυγες όταν τους ξεβράζουν οι πόλεμοι στο νησί, οι άλλοι που φυλάνε βάρδιες όλο το καλοκαίρι για τις πυρκαγιές ή στήνουν εκδηλώσεις στο ιστορικό αρχείο, στο αρχαίο θέατρο, στις πλατείες των χωριών.

Το λες και φαίνεται να είναι αλήθεια. Εδώ είναι η ανθρωπιά, εδώ είναι η ομορφιά, εδώ κάτι συμβαίνει, καθώς όλο και περισσότεροι γυρνάνε στα χωράφια, ξαναβρίσκουν τη χαμένη αυτάρκειά τους, τη φιλία με τους γείτονές τους, τη ζωή και την ηρεμία τους. Αγρότες, ψαράδες και αστοί μαζί. Ό,τι καλύτερο, αφού αυτή τη νέα ταυτότητά τους, δεν την όρισε η μοίρα αλλά η συνειδητή επιλογή της επιστροφής. Σ’ αυτούς, τα “καλά” της αστικής ζωής δεν είναι απωθημένα βαθιά στην ψυχή τους όπως ήταν πριν, για γενιές αγροτών. Ετούτοι τα γνώρισαν και τα άφησαν πίσω, φεύγοντας όσο μακρύτερα γινόταν από την καταστροφή. Ελπίζοντας -και όχι άδικα- πως θα ξαναστήσουν τη ζωή τους, πιο μετρημένα, πιο ήσυχα, με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, μακριά από τον εξευτελισμό.

Κι όμως η βουβή οργή δεν κοπάζει ούτε εδώ, Γιάννη, ούτε στα καφενεία και τα αγροκτήματα, ούτε σε εκείνα της Βολισσού, φαντάζομαι. Μήπως εδώ ο κόσμος δεν ρωτάει; Tι γίνεται, τι θα γίνει; Και εδώ κάθε οικογένεια μετρά απολυμένους η άνεργους, τα χαρτιά της εφορίας φτάνουν και εδώ στα απόμακρα σπίτια, συγγενείς και φίλοι φεύγουν πέρα από τα σύνορα. Βλέπουν στα χωριά τα βράδια τις τηλεοράσεις, απογοητεύονται, σχολιάζουν βρίζοντας.

Οι νεότεροι αρμενίζουν με τα πληκτρολόγια στις οθόνες τους, αναζητώντας ένα νέο που θα τους φέρει πίσω τη χαμένη αισιοδοξία. Περιμένουν, όλοι περιμένουν. Αναρωτιούνται αν θα συμβεί κάτι. Το περιμένουν απ’ την Αθήνα. Γιατί ξέρουν ότι από πάντα, οι ιδέες γεννιούνται στις πόλεις, οι αλλαγές εκεί. Εκεί ορθώνεται η δημοκρατία μετά τις πτώσεις της, μπολιάζεται ο κόσμος με την πίστη σε ανατροπές, τολμά, εκεί γίνονται οι ξεσηκωμοί. Ας μην απογοητευόμαστε λοιπόν. Έχουμε να γυρίσουμε στις πόλεις. Η θέση μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι εκεί όπου θα δοθεί η μεγάλη μάχη. Αυτή που προσμένουν όλοι. Να τελειώνουμε. Μετά θα επιστρέψουμε στα λιόδεντρα του Αιγαίου. Ήσυχοι.

http://www.avgi.gr/article/760526/gramma-sti-bolisso

Πρωινές αντιθέσεις

Σήμερα το πρωί φωτογράφισα την γελοιότητα του νεοέλληνα καταναλωτή των πάντων και δη της φύσης και του τόπου, ο οποίος έβαλε τροχοβίλα για να ζει ο ίδιος και να ψήνεται ωσάν τους άμοιρους που εξεγέρθηκαν χτες στην Αμυγδαλέζα αλλά έστεισε ξύλινο σπιτάκι για να στεγάσει την λεκάνη της τουαλέτας και δίπλα της το ψυγείο του.

Μερικά μέτρα παρακάτω φωτογράφισα κάτι τελείως αντίθετο. Το τσαγανό της φύσης που ελπίζω να τους απορροφήσει όλους τους καταναλωτές δια παντός,  στην μορφή μιας ταπεινής ντοματιάς η οποία φύτρωσε κατάδρομα, ανάμεσα στην άσφαλτο και το τσιμέντο της περίφραξης, δεν έχει προφανώς ποτιστεί ποτέ, δεν την έχει περιποιηθεί κανείς αλλά εκείνη δίνει τον καρπό της στον κάθε διαβάτη.

Η Λιτότητα είναι Αρετή, το ξεχάσαμε;

Πολιτική λιτότητας:

Εντός του χρηματοοικονομικού συστήματος σημαίνει ύφεση, αύξηση της ανεργίας, μείωση του ΑΕΠ, λιγότερο χρήμα στην αγορά και διάφορα άλλα τέτοια τα οποία τα ζούμε στο πετσί μας, όλα αυτά τα χρόνια.

Εντός του οικοσυστήματος όμως, λιτότητα σημαίνει ορθή, φιλοσοφημένη, ήρεμη ζωή, με σεβασμό στο περιβάλλον και στα άλλα πλάσματα, με την προσοχή μας στραμμένη στην βιοποικιλότητα και στην φέρουσα ικανότητα, με τον νου μας διαυγή και το σώμα μας υγιές.

Ποτέ ο λιτός, ο λιτοδίαιτος άνθρωπος δεν ήταν κατακριτέος, απεναντίας πάντοτε αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού και παράδειγμα προς μίμηση, στους θρησκευτικούς μύθους δε, κάθε άγιος και κάθε πρόσωπο άξιο λατρείας, ήταν λιανό, λιτό και απέριττο.

Πολιτική ανάπτυξης:

Στο χρηματοοικονομικό σύστημα σημαίνει άνοιγμα θέσεων εργασίας, κυκλοφορία περισσότερου χρήματος, αύξηση ΑΕΠ, αύξηση κατανάλωσης και διάφορα άλλα τέτοια τα οποία ζούσαμε για κάμποσα χρόνια πριν την λεγόμενη “χρηματοοικονομική κρίση” και μάλλον ονειρευόμαστε να ξαναζήσουμε. Οι πολιτικοί διαχειριστές της μοίρας μας δε, το λένε ξεκάθαρα ότι η επανάκαμψη της ανάπτυξης είναι ο στόχος τους. Κι οι πολίτες, μέχρι και οι αριστεροί, αυτό αναμένουν, για το ότι δεν φέρνουν την ανάπτυξη τους κατακρίνουν αυτούς που κυβερνούν, και με αυτό το βασικό δεδομένο τούς αντιπολιτεύονται.

Στο οικοσύστημα όμως η πολιτική ανάπτυξης, με τον τρόπο που την ορίζει το χρηματοοικονομικό σύστημα, σημαίνει απερίσκεπτη χρήση και σπατάλη ολοένα και περισσότερων φυσικών πόρων, οι οποίοι βέβαια βρίσκονται σε τρομακτική έλλειψη, σημαίνει επίσης αλλοίωση και καταστροφή τοπίων, κλίμακος, κλίματος, αναγλύφου, φυσικής ισορροπίας, πλανήτη εν τέλει, με αποτέλεσμα την πρόκληση, μέσα από τις χαοτικές διαδικασίες που διέπουν τη φύση, απρόβλεπτων, ανυπολόγιστων και μη αναστρέψιμων καταστροφών, οι οποίες τελικά στρέφονται ενάντια στον άνθρωπο και όχι ανάπτυξη δεν του φέρνουν αλλά τον απειλούν άμεσα με αφανισμό

Το δίλημμα λοιπόν δεν είναι αυτό που κατά κόρον τίθεται εδώ και χρόνια, κι αυτό που με .έπαρση έθεσαν χθες ο Ομπάμα και ο Σαμαράς από τον Λευκό Οίκο. Το δίλημμα δεν είναι Λιτότητα ή Ανάπτυξη. Το δίλημμα είναι ξεφουσκώνουμε οικειοθελώς την Φούσκα μας ή συνεχίζουμε να φυσάμε αέρα μέσα της και μέχρι πιο σημείο, αφού είμαστε βέβαιοι ότι όταν σκάσει θα μας σπάσει τα μούτρα.

Η ανθρωπότητα έχει διαπράξει Ύβρη τεράστια και βρίσκεται αυτή την ιστορική στιγμή στην κορφή του ετοιμόρροπου πύργου της Βαβέλ.

Ή ξεκινάει να τον αποκαθηλώνει τουβλάκι τουβλάκι ή συνεχίζει να τον χτίζει, όπως κάνει τώρα, μέχρι να καταρρεύσει.

Ποτέ κανείς δεν βγήκε χαμένος από την Λιτότητα. Η Λιτότητα είναι Αρετή κι εμείς την καταντήσαμε ακόμα κι αυτήν ως κατάρα, ως φόβητρο, ως κάτι το απευκταίο, το κακό, το βασανιστικό, το μισητό. Αυτό ακριβώς προδίδει την Ύβρη που διαπράττουμε. Αυτής της Ύβρεως η συνειδητοποίηση, η μετάνοια (καμία σχέση με θρησκοληψίες εδώ) και η διόρθωση, είναι η μόνη λύση. Ο επανεξανθρωπισμός του καταναλωτή και η επανατοποθέτηση των όρων και των εννοιών στη σωστή τους βάση, είναι ανάγκη απόλυτη και αποτελεί τον μόνο δρόμο προς την επιτυχία. Και όπως όλοι οι δρόμοι αυτού του είδους, είναι δρόμος μοναχικός, τον κάνει ο καθένας μόνος του, πρώτα μέσα του και κατόπιν έξω του. Και τότε αλλάζει το τοπίο τριγύρω.

Ας τα σκεφτούμε όλα αυτά, ιδίως το ότι κάθε Αρετή την καταντήσαμε Κακία και τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι πάμε ακριβώς αντίθετα, λες κι έχουμε αφήσει τον χείριστο και τον κρετίνο εαυτό μας να υπερέχει, τότε θα αντιδράσουμε, θα πράξουμε επιτέλους ως Άνθρωποι. Ποτέ δεν είναι αργά…

Τη μέλισσα και τα μάτια μας

Την Κυριακή 25 Αυγούστου, το πρωί, θα κάνουμε παρασκευή σβόλων για σπορά, στα πλαίσια των καλοκαιρινών συναντήσεων στη Βολισσό.

Πηλόχωμα εμπλουτισμένο με κάμποσα είδη σπόρων από τριφύλλια και κουκιά, παπούλες, μπιζέλια, μπρόκολα, λάχανα και πολλά ακόμα σπόρια, τα οποία θα αφεθούν εντός των σβόλων μες στο μούρκι, για την επίσημη έναρξη της φυσικής του καλλιέργειας το ερχόμενο φθινόπωρο.

Φέτος οι μπαξέδες είχανε προβλήματα εδώ στο νησί, πιθανότατα επειδή έκανε μεγάλες ζέστες τον Απρίλη και τα φυτά, κυρίως οι ντοματιές, μπερδεύτηκαν κι άρχισαν να ξεραίνονται νωρίς. Ακόμα κι έτσι όμως, η γη μας έθρεψε κι ακόμα θα μας θρέφει ως το φθινόπωρο με τις όψιμες καλλιέργειες.

Κάποιοι φίλοι από εκείνους στους οποίους έστειλα σπόρια την άνοιξη, μου στείλανε με τη σειρά τους φωτογραφίες από τους μπαξέδες τους και χάρηκα. Κάποιοι άλλοι στην Αθήνα κυρίως, μου στείλανε μαντάτα αποτυχίας και αποδείξεις τρανταχτές του ότι άμα εξαφανιστεί η μέλισσα, θα πεθάνουμε όλοι, άνθρωποι και λοιπά έμβια όντα του πλανήτη (ούτε οι μεταλλαγμένοι καταναλωτές δεν πρόκειται να ζήσουν κι ας έχουν γεμάτη πορτοφόλα). Στους Αμπελόκηπους, μου γράφει η Μαρίνα, η τελευταία μέλισσα καταγράφηκε το 1960, οπότε οι κολοκυθιές της κάνουνε μόνο άνθη και δεν τα γονιμοποιεί κανείς, καρπός ούτε για δείγμα. Το ίδιο και στην Ακαδημία Πλάτωνος, μου γράφει η Ιφιγένεια.

Τις μέλισσες και τα μάτια μας λοιπόν. Θα βάλουμε και σπόρο από μηδική δενδρώδη μες στους σβόλους, που είναι θάμνος μελισσοτροφικός, να χουν να τρώνε, να τις έλκει κιόλας στον μπαξέ μας. Και του χρόνου με όσους θα ξανάρθετε να δείτε την πρόοδο της προσπάθειάς μας, την πρώτη μας χρονιά, θα τρώμε όλοι από τον κόπο μας και τα δικά μας ζαρζαβάτια

Καλή αντάμωση στην Βολισσό λοιπόν. Κι ύστερα από μας, μακάρι να ‘ρθουν οι μέλισσες…

 

 

Του Θεού το μάτι στο culturenow.gr

Book Review: Του Θεού το μάτι – Γιάννης Μακριδάκης

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013 12:00
Book Review: Του Θεού το μάτι - Γιάννης Μακριδάκης

Ένας μονόλογος όχι εσωτερικός αλλά απευθυνόμενος σε ένα σκιάχτρο από έναν συνταξιούχο είναι η αφορμή για να καταγράψει ο Γιάννης Μακριδάκης μια αναδρομή στην ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση έως τις μέρες μας και στις πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κι έγιναν η αιτία να μετατραπεί το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας σε παθογόνο  καθεστώς.

Από την Τέσυ Μπάιλα

 

Ο Πεπόνας, ένας συνταξιούχος του δημοσίου, ένας άνθρωπος που καλλιεργεί πια τη γη του με παραδοσιακούς τρόπους και αγάπη  και νέμεται τη σοφία της «συνομιλεί» με τον Διομήδη, το σκιάχτρο που φτιάχνει για να προστατέψει τη σοδιά του και γίνεται το σκιάχτρο αυτό ένα σύμβολο της μοναχικότητας του κεντρικού ήρωα, ή καλύτερα η ίδια η συνείδησή του, καθώς ο Πεπόνας ανοίγει την καρδιά του και εκφράζει απέναντι στη σιωπηλή αμεριμνησία του σκιάχτρου όλες τις προσωπικές του ανησυχίες για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για την κρίση και τις πελατειακές σχέσεις των πολιτών με το καθεστώς, για το αναποφάσιστο της προσωπικής επανάστασης, ο Πεπόνας παραδέχεται πως κι εκείνος μέρος αυτού του ίδιου συστήματος είναι και αγωνιά για το μέλλον. Αυτή τη φορά όμως ανησυχεί. Η συνείδησή του δεν αποδέχεται το ζόφο που κρύβεται στο μέλλον και ο Πεπόνας αρχίζει πια να σκέφτεται για πρώτη ίσως φορά ότι η λύση θα πρέπει να είναι καθολική. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, η συνείδησή μας να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις πολίτη-κράτους και η ευκαιρία είναι οι εκλογές που επίκεινται. Αλλά το δίλημμα μεγάλο για τον Πεπόνα που θεωρεί χρέος του να μην αντιταχθεί απέναντι σε ένα σύστημα που οικογενειακά τον έχει στηρίξει.

 

Με ένα ευρηματικό τρόπο ο Μακριδάκης γράφει μια νουβέλα για την κρίση και το δίλλημα του σημερινού Έλληνα έτσι όπως εκφράζεται λίγο πριν τις εκλογές αλλά κυρίως στέκεται απέναντι στη συνείδηση όλων μας και στοιχειοθετεί λέξη-λέξη τη συλλογική ευθύνη αυτού του τόπου από την μεταπολίτευση έως τις μέρες μας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Πεπόνας είναι ένας από τους ευεργετημένους αυτού του συστήματος και το δίλημμά του είναι αν θα πρέπει τώρα πια να προδώσει και ο ίδιος όλα όσα τον προώθησαν όλα αυτά τα χρόνια. Άραγε θα μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να διεκδικήσει εκ νέου την αξιοπρέπεια του πολίτη που μοιάζει να έχει χάσει χρόνια βολεμένος και ο ίδιος στο σύστημα; Και πώς τελικά θα λογοδοτήσει απέναντι στα πουλιά που θα κάτσουν στο σκιάχτρο της συνείδησής του, αφού αυτά είναι έτσι κι αλλιώς το μάτι του θεού; Πώς θα αντέξει να ακούσει το κελαίδημα τους; Και τι απάντηση θα τους δώσει για «την άνοιξη που δεν έφερε;»

 

Ο Μακριδάκης μας δείχνει ότι απέναντι στην κρίση και τη ζωή μέσα στη χαοτική κοινωνία που δημιουργήθηκε μπορούμε να διαλέξουμε τη ζωή μέσα στη φύση και προτείνει την χρήση της γης με οικολογική συνείδηση ως απάντηση στις κοινωνίες που καταβαραθρώθρηκαν από τη λεγόμενη και αδιέξοδη τελικά ανάπτυξη. Επιστροφή στις ρίζες, στις αξίες, στη φύση, στη παραδοσιακή σπορά και προσωπική επανάσταση που θα σημάνει τη συλλογική είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους κινείται ο Μακριδάκης για να περάσει στους αναγνώστες του όλα όσα η συνείδησή του τού υπαγορεύει.

 

Μια καλογραμμένη νουβέλα από έναν γνωστό συγγραφέα, οικολόγο- ακτιβιστή που αποδεικνύει περίτρανα πως η πολιτική, οικολογική και κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας είναι δεδομένη και ίσως στις μέρες μας απολύτως απαραίτητη.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
“Λιγάκι παρακεί πάνε, απάνω στα ξινά κάθουνται και μας λοξοκοιτάζουνε. Εγώ που τους ξέρω, τους αντιλαμβάνομαι. Νιώθω το μάτι τους όση ώρα τρωγοπίνω και είναι καρφωμένο απάνω μου. Οι μουσαφιραίοι όμως δεν νιώθουνε τίποτα, Διομήδη. Σου λέει, εξοχή είναι, πουλιά έχει. Πού να ξέρανε πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε και πως λένε, άντε να ξεκουμπιστείτε, να πάμε κι εμείς στο σπίτι μας. Μόνο το Λούγαρο, που είναι σπουδαγμένος απάνω σ’ αυτά, ξέρει πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε ανελλιπώς. Και πως μας μιλούνε κιόλας. Αυτό το πιστεύει κι ο Κότσυφας βέβαια, όπως σου ‘πα, αλλά αυτός δεν πιάνεται διότι μπορεί να το λέει έτσι, μέσα από την παλαβωμάρα του. Ξέρεις, αυτοί οι ιδεολόγοι έχουνε όλο κάτι τέτοιες θεωρίες, αλλά ανάθεμα κι άμα πιστεύουνε στο βάθος βάθος τίποτα. Μόνο για τη μόστρα μού φαίνεται πως τα λένε. Για να κάνουνε τους εξωτικούς και να τραβούνε το ενδιαφέρον των γυναικών. Καλή ώρα σαν τη δικιά μου. Τέλος πάντων. Αυτά όμως που σου λέω ισχύουνε, Διομήδη. Είναι πράματα που τα ‘χουνε μελετημένα οι επιστήμονες. Έχουνε κάμει πειράματα κι έχουνε βγάλει αποφθέγματα. Ένα πουλάκι μού το μαρτύρησε, έτσι μας έλεγε η μάνα μας σαν ήμαστε μικροί και κάναμε καμιά ζημιά. Διότι όλα τα ξέρουνε τα πουλιά. Τα πουλιά είναι του Θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά.”

Καθώς το κατασκευάζει, ο Πεπόνας αφηγείται στο σκιάχτρο του την πολυκύμαντη ζωή του, που τώρα πια, μετά τη σύνταξη, ολοκληρώνεται στο κτηματάκι του. Στην αφήγησή του παρελαύνουν αλλόκοτοι άνθρωποι με ονόματα ζώων ή φυτών, πουλιά και διάφορα άλλα ζωντανά με ονόματα ανθρώπινα, αλλά και ψυχωμένα άψυχα, σαν τον Διομήδη το σκιάχτρο. Η γενεαλογία της φύσης και η γενεαλογία των ανθρώπων συναντιούνται παντού, εκτός από την πολιτική και την κρίση. Οι πληγές του σύγχρονου κόσμου διατρέχουν το σύμπαν της νουβέλας. Ένα σύμπαν που παίρνει φωνή, αρθρώνεται και απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο στον καθρέφτη του.

 

Το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, Του Θεού το Μάτι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Κανείς δεν γλύτωσε ποτέ

Συζητούσα, μάλλον άκουγα με πολύ ενδιαφέρον, προχθές κάποιον επισκέπτη μου, ο οποίος υπηρετεί σε ανώτατη διπλωματική θέση στο εξωτερικό και ανέλυε την κατάστασή μας ως ελληνικού και ως παγκόσμιου πληθυσμού.

Ομολογώ ότι με καθήλωσε η ηρεμία της προσέγγισής του, η οποία απέπνεε σιγουριά και γνώση των πραγμάτων. Δεν έλεγε πράγματα άγνωστα σε μένα, ούτε αδιανόητα, αλλά ο ψύχραιμος και πλήρης λόγος του και το ότι από τα συμφραζόμενα έβγαινε το συμπέρασμα πως έχει ενημέρωση από τα μέσα αφού συναντά λόγω της εργασίας του κάποιους από τους τροϊκανούς που ελέγχουν και ορίζουν τις ζωές μας, με έκαναν να τον ακούω δίχως να μιλώ και να μην αμφισβητώ καθόλου τα όσα υποστήριζε.

Είπε για το παγκόσμιο λογιστικό χρήμα και χρέος, είπε για την φούσκα, για το χρήμα δίχως αντίκρισμα που έχουμε ως παγκόσμια κοινότητα καταναλωτών δημιουργήσει, για το στάσιμο χρήμα που ψάχνει ολοένα και πιο ευφάνταστους τρόπους να κινηθεί, είπε για τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και το μπέρδεμά του, τις ασυμβατότητες στις οποίες καταφεύγει μπας και βρει λύσεις, είπε πως θα μας κουρέψουν τελικά τις καταθέσεις από δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ και πάνω, είπε πολλά και διάφορα, συγκεκριμένα και αφηρημένα αλλά ένα και μοναδικό ήταν, όπως είπε κι εκείνος εξάλλου, το τελικό και βέβαιο συμπέρασμα:

Πως κανείς από αυτούς που κρατούν την παγκόσμια εξουσία και διοίκηση δεν έχει ιδέα για το τι κάνει και το τι πρέπει να κάνει, πως το πλοίο της ανθρωπότητας προχωρεί στα τυφλά, στα ψαχουλευτά, και πως κανείς τελικά δεν πρόκειται να γλυτώσει.

Όταν τον ρώτησα τι κάνει εκείνος προσωπικά για την ζωή του αφού έχει καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα και είναι απολύτως βέβαιος για όσα λέει, μου είπε κάτι το οποίο ήταν τελείως λίγο, μικρό, αδύναμο και ανάξιο σε σχέση με όλην την προηγούμενη προσέγγισή του : Πως ελπίζει και πιστεύει ότι εκείνος θα είναι από τους τελευταίους (που θα χαθούν).

Προφανώς, όσοι ακόμα αντέχουν, είτε έχουν είτε δεν έχουν τις γνώσεις του, την πληροφόρησή του, τις εμπειρίες του, τις γνωριμίες του, την εργασία του, τον μισθό του και το μυαλό του, το ίδιο και το αυτό πιστεύουν κι ελπίζουν όλοι τους. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης επιβάλει να ζούμε με αυτό το ζωτικό ψεύδος.

Τώρα που μυρικάζω σαν την κατσίκα όλα αυτά που άκουσα από τον ενδιαφέροντα αυτόν άνθρωπο, σκέφτομαι ότι πάντοτε, στην χιλιόχρονη ιστορία της ανθρωπότητας έτσι ακριβώς ήταν. Ποτέ κανείς δεν ήξερε πού πάει η ζωή και ποτέ κανείς δεν γλύτωσε. Η μόνη διαφορά ότι πρώτη φορά τώρα είναι απόλυτα συνδεμένη η ζωή και η μοίρα όλης της ανθρωπότητας σαν μια κοινότητα. Κι όχι μόνον της ανθρωπότητας αλλά του πλανήτη ολάκερου, αφού φυτά, ζώα, πουλιά, έντομα, ψάρια και άνθρωποι βρίσκονται υπό καθημερινό διωγμό από τους καταναλωτές του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, το οποίο αναγάγει σε προϊόντα κατανάλωσης τα πάντα προκειμένου να κινήσει απεγνωσμένα το συσσωρευμένο εικονικό του χρήμα, εξαφανίζοντας έτσι βιοτόπους και αφαιρώντας βίαια ζωές. Το πλαστό και παραφουσκωμένο χρηματοοικονομικό μας σύστημα ροκανίζει μέρα με τη μέρα το οικοσύστημα, πριονίζοντας το κλαδί επί του οποίου κάθεται και ταυτόχρονα δεν έχει ιδέα ούτε για το  τι κάνει, ούτε για την σφοδρή πτώση του που επέρχεται.

Όλο αυτό, το οποίο οδηγεί στην εξαφάνιση ειδών από τον πλανήτη, με αιτία τον άνθρωπο, για πρώτη φορά στην ιστορία του, οδηγεί ταυτόχρονα και στην αυτοκαταστροφή του αιτίου, το οποίο ως πλάσμα που αποξεχάστηκε, που μεταλλάχθηκε με εργαλείο το χρήμα και που θεώρησε εαυτόν κάτι διαφορετικό και προφανώς ανώτερο, έφτασε μέσα από χίλιες δυο διαδικασίες επώδυνες και καταστροφικές για το είναι του αλλά κυρίως για τον τριγύρω του φυσικό κόσμο, να συμπεραίνει με βεβαιότητα κάτι, για το οποίο οι άνθρωποι κάθε εποχής, δίχως γνώσεις συστημικών πανεπιστημίων, δίχως πλούτο χρηματικό, δίχως αυτό που οι σύγχρονοι δυτικοί λένε πολιτισμό, κουλτούρα, πρόοδο, ανάπτυξη κ.α., ξέρανε από πρώτο χέρι και φρόντιζαν να ζουν ανάλογα: Ότι κανείς δεν πρόκειται να γλυτώσει.

Όλοι εμείς οι σύγχρονοι προοδευμένοι θεωρήσαμε μάλλον ότι έχουμε γλυτώσει ή ότι πρόκειται να γλυτώσουμε. Δώσαμε όλο το είναι και όλη μας την ενέργεια στην απόκτηση της ύλης και του χρήματος κι αφήσαμε τον μέσα μας κόσμο στέρφο κι άγονο, θεωρήσαμε ότι αποστασιοποιηθήκαμε από τη φύση (μας), απομακρυνθήκαμε από τον θάνατο και χάσαμε τη ζωή, τη χαραμίσαμε στις συναναστροφές και στις ψευδοαπολαύσεις, την μετρήσαμε με το χρήμα του μισθού δίνοντάς την αντιπαροχή και τώρα που φτάσαμε μπρος στο αδιέξοδό μας, στεκόμαστε άλλοι εμβρόντητοι σαν χαζοί κι άλλοι ψύχραιμοι σαν ξύπνιοι και διαπιστώνουμε το επί εκατομμύρια χρόνια ηλίου φαεινότερο, πως κανείς δεν ξέρει πού πάει η ζωή και πως κανείς δεν πρόκειται να γλυτώσει. Μας πιάνει δέος, μας πιάνει φόβος, μας πιάνει τρόμος. Διότι δεν φροντίσαμε να ζήσουμε, να καλλιεργηθούμε, για να μαραθούμε ήρεμα.