Στρώνω την καμαρά μου αγριομέντα…

Σήμερα είχαμε πρωινή συλλογή βοτάνων


Γούδουρο ή σπαθόχορτο ή βαλσαμόχορτο για την παρασκευή βαλσαμόλαδου, του πλέον αποτελεσματικού φαρμάκου για δερματικές παθήσεις.


Φλισκούνι, είδος αγριομέντας, το πιο όμορφο μυρωδάτο και ευεργετικό βραστικό
Θα υποτάξουν λέει τη φύση ποινικοποιώντας την φύτρα των σπόρων. Κούνια που τα κούναγε τα υπανθρωπάκια. Γελάμε κάθε μέρα μαζί τους εδώ, πουλιά, ζώα, φυτά και έντομα…

Και να το κάθισμά σου συγυρνώ, στρώνω την καμαρά μου αγριομέντα…

http://youtu.be/qNQFSNmuibg

Αντιρατσιστικό φεστιβάλ Λάθρα

Το διήμερο που πέρασε παρακολούθησα το 3ο ετήσιο αντιρατσιστικό φεστιβάλ της συλλογικότητας Λάθρα που έγινε στη Χίο. Συναυλίες, συζητήσεις, θεατρικό παιχνίδι, μαθήματα για παιδιά, ανατολίτικες κουζίνες και άλλα διάφορα όμορφα συνέβησαν εκεί, με την φροντίδα και την προσωπική εργασία αρκετών νέων ανθρώπων.

Δυο πράγματα με προβλημάτισαν

Πρώτον η παρέμβαση ακτιβίστριας από την γειτονική Σμύρνη, η οποία είπε ότι η τουρκική κοινωνία πριν από δυο χρόνια δεν ήξερε τίποτα για το θέμα Σύριοι πρόσφυγες, αλλά αυτή τη στιγμή όλοι ξέρουν και η πλειονότητα της κοινωνίας τους μισεί και εκφράζεται ρατσιστικά απέναντί τους.

Το δεύτερο που με προβλημάτισε ήταν η ομιλία της γνωστής και θαυμαστής δικηγόρου Γιάννας Κούρτοβικ, η οποία ανέλυσε το πώς η πολιτική και η δικαστική εξουσία ευνοούν απροκάλυπτα και προωθούν τον ρατσισμό μέσω της ευνοϊκής μεταχείρισης που παρέχουν στους ρατσιστές αλλά και μέσω της αδράνειάς τους.

Αυτό που κατάλαβα ή μάλλον γι’ αυτό που σιγουρεύτηκα εν τέλει, είναι ότι και ο ρατσισμός είναι συνέπεια της μη ζωής των καταναλωτών.

Διότι δεν υπάρχει μια παγκόσμια συνωμοσία που σπρώχνει δικαστικούς και κυβερνήσεις να ευνοούν τους ρατσιστές, ούτε που ανεβάζει ρατσιστικά κόμματα στο προσκήνιο. Απλώς, πολύ απλά, η μετάλλαξη του ανθρώπου σε καταναλωτή και η μετατροπή της κοινωνίας σε αγορά, ευνοεί και επιβάλει την δίωξη και την μη ανοχή σε κάθε τι και σε οποιονδήποτε δεν έχει τα νομότυπα προσόντα για να διεκδικήσει την συμμετοχή του στο ανήθικο σύστημα. Και όσο πιο σφιχτές οικονομικά γίνονται οι κοινωνίες-αγορές, όσο πιο ελεγχόμενοι οι καταναλωτές που “ζουν” εντός τους, τόσο πιο συντηρητικές, ανήθικες και απάνθρωπες είναι.

Με το ίδιο σκεπτικό που διώκονται οι άνθρωποι, διώκονται και οι σπόροι, διώκεται ό,τι δεν είναι στις προδιαγραφές του συστήματος που εκτρέφει καταναλωτές και συντηρείται από αυτούς.

Στην Ελλάδα υπάρχουν Πακιστανοί μετανάστες από το 1970 αλλά τότε κανείς δεν ήξερε ότι υπάρχουν, ούτε κανείς ενοχλούνταν από αυτούς. Την ίδια εποχή η μισή Χίος είχαν κάνει μια περίοδο της ζωής τους “λαθραίοι” όπως αφηγούνται, ως ναυτικοί που το έσκαγαν από τα βαπόρια όταν αυτά έπιαναν Αμερική και έμεναν έξω για κάποιο χρονικό διάστημα, δίχως τα απαραίτητα έγγραφα στην χώρα αυτή. Η Αμερική ήταν από τότε μια Αγορά, εξ ου και υπήρχε ο όρος “λαθραίος άνθρωπος Μετανάστης. Η Ελλάδα έγινε κατόπιν αγοραία κοινωνία και ο άγνωστος όρος λαθρομετανάστης” κατέφθασε και εδώ. Η Τουρκία μέχρι πριν μερικά χρόνια δεν ήταν “αγορά” και κανείς δεν ήξερε και δεν τον ενοχλούσαν οι Σύριοι πρόσφυγες, ενώ σήμερα, μετά την ΔΝΤ-”ανάπτυξη” που περνάει κι αυτή χώρα, όλοι ξέρουν και όλοι μισούν τους λαθραίους πρόσφυγες πολέμου της γειτονικής Συρίας.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν ζούμε, όπως και οι γείτονές μας στην Τουρκία, όπως και το 60% του πλανήτη σε πόλεις και κοινωνίες αγοραίες. Η ζωή μας είναι ζωή καταναλωτικών γραναζιών και όχι ανθρώπων. Όποιος άλλος διεκδικήσει να βρει μια θέση κι αυτός στην αγοραία κοινωνία μας, θεωρείται ανταγωνιστικό γρανάζι και εκδιώκεται, γίνεται θύμα εύκολου ρατσισμού από τους αμόρφωτους που δεν ξέρουν τι τους φταίει και επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους και το μίσος τους στην ανθρώπινη διαφορετικότητα του θύματός τους.

Απογοητεύτηκα χτες όταν άκουσα το κλείσιμο της ομιλίας της Γιάννας Κούρτοβικ, η οποία είπε πως αυτό που προτείνει είναι να πείσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε την κοινωνία ενάντια στον ρατσισμό. Το πρόβλημα δεν λύνεται έτσι, δυστυχώς. Οι αγοραίες κοινωνίες είναι ήδη διαβρωμένες, μεταλλαγμένες ανήθικες βαθιά και δεν υπάρχει καμία περίπτωση ευαισθητοποίησης των απονεκρωμένων και αποκτηνωμένων γραναζιών τους επί αυτού του θέματος.

Προσωπικά πιστεύω ότι η μόνη δράση είναι να ρίχνουμε τον σπόρο του “επανανθρωπισμού” του καταναλωτή, να ξυπνήσουμε τον άνθρωπο που κρύβει μέσα του, να πεισθεί να ξαναγίνει άνθρωπος δηλαδή το γρανάζι της αγοράς. Να του μιλήσουμε δηλαδή για τον εαυτό του και τη ζωή του που δεν ζει, και όχι για τον Άλλον. Να νιώσει τι ακριβώς τον έχει φέρει σε αυτό το χάλι της ζωής του και να την πάρει αλλιώς, να θυμηθεί τι σημαίνει άνθρωπος και ότι όλοι οι άλλοι γύρω του, όπως και ο ίδιος, είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωποι.

Και για να γίνει αυτό, ο μόνος τρόπος είναι η προβολή και η προώθηση της ζωής έξω από το χρηματοοικονομικό σύστημα, κοντά και μέσα στο μοναδικό πραγματικό και αληθινό σύστημα, το οικοσύστημα, μια ζωή με στοχασμό και ενδιαφέρον για όλα, από τους φυσικούς πόρους και τα άλλα πλάσματα μέχρι τον άνθρωπο. Όσοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν έναν τέτοιο τρόπο ζωής, να ξαναγίνουν άνθρωποι, είναι έτσι κι αλλιώς καμμένοι, κατεστραμμένοι ατομικά και κάνουν τεράστια ζημιά στο οικοσύστημα και στην ανθρωπότητα. Θα περιμένουμε να περάσουν σαν καταιγίδα από τη ζωή. Όσοι όμως μπορούν να νιώσουν και να πράξουν αυτό που νιώθουν, αυτοί θα αλλάξουν σιγά σιγά το τοπίο. Μπορεί να ακούγεται ή να είναι ουτοπικό αλλά  δεν υπάρχει άλλο αντίπαλο δέος της επερχόμενης ολοσχερούς καταστροφής παρά μονάχα η ουτοπία.

Η κρίση έγινε κρησάρα

Βαδίζουμε ολοένα προς την απόλυτη πόλωση.

Από τη μια η αισχρότητα, ο φασισμός, η απανθρωπιά, η ηλιθιότητα κι από την άλλη η ευγένεια, η τέχνη, η σύνεση, ο σεβασμός, η ψυχή.

Κάθε μέρα γίνονται και πιο διακριτές οι γραμμές. Κάθε μέρα η κρησάρα δουλεύει και ολοένα και περισσότεροι διαχωρίζονται και αναγκάζονται να πάρουν θέση με τους μεν ή με τους δε. Βρισκόμαστε πια κοντά στο τέλος. Όσοι μείνουν απαθείς ως τότε, θα πάρουν θέση αναγκαστικά την ώρα που θα τους ντύσουν τη στολή για να γίνουν πρώτοι θυσία στην Ηλιθιότητα.

Προχωρεί πολύ γρήγορα η κατάσταση επιτέλους. Ο αμόρφωτος αρχοντοχωριάτης τοποτηρητής προσπαθώντας να εξυπηρετήσει στα γρήγορα τους εντολείς του, σπρώχνει το ίδιο γρήγορα και τον ιστορικό χρόνο.

Και φτάσαμε ξανά στο ιστορικό σημείο όπου οι άνθρωποι στέκονται αλληλέγγυοι και αντιστέκονται με την ψυχή και την τέχνη τους, ενώ τα ανθρωποειδή προάγουν ξανά τον κυνισμό, το μίσος, τον θάνατο και την καταστροφή.

Φτάσαμε στο ξεκάθαρο σημείο όπου οι μεν ενσαρκώνουν καθημερινά το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και οι δε τα κατώτερα ένστικτα του αποκτηνωμένου όντος και τις χαμερπείς σκέψεις ενός ηλίθιου νου, που είναι βέβαιος για τα πάντα και περισσότερο βέβαια για τον εαυτό του.

Τέτοια ξεκάθαρη σύγκρουση συνέβη και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, με αποτέλεσμα τότε τον αποδεκατισμό της ανθρωπότητας και την επικράτηση του κρετινισμού που οδήγησε ξανά ως το σήμερα.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι σήμερα θα έχει διαφορετική τροπή και αποτέλεσμα η σύγκρουση. Η ανθρωπότητα έχει συλλογική μνήμη χρυσόψαρου, όπως έχω ξαναγράψει.

Για το μόνο που είμαι αισιόδοξος είναι ότι όσοι επιζήσουν αυτής της σύρραξης που βρίσκεται στις πόρτες μας, θα έχουν ταπεινωθεί. Κι αυτό είναι σπουδαία επένδυση για το άμεσο μέλλον της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Πού πήγανε τα τραγούδια μας;

Έχω ένα ραδιοφωνάκι κρεμασμένο μόνιμα στην αμυγδαλιά. Σόνυ είναι, παλαιό, παγκοσμίου λήψεως (!), αλλά πιάνει μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το ‘χω να κρέμεται εκεί σ’ ένα κλαρί και να το κουνά ο αέρας, με την κεραία του να βλέπει συνήθως κατά τον νοτιά αλλά να στρίβει κιόλας από δω κι από κει ανάλογα με τη δύναμη και τη φορά του ανέμου.

Κάθε πρωί κατεβαίνοντας στο χωράφι, η πρώτη μου κίνηση είναι να πλησιάζω τη μυγαδαλιά και να πατάω το κουμπάκι του σόνυ της

Παρέα με το Δεύτερο κάνω όλες τις δουλειές στο χωράφι. Ας παίζει τις περισσότερες ώρες δίχως να του δίνω σημασία, ας παίζει μόνο του αφού εγώ δεν ακούω ή δεν προσέχω, ακούει η μυγδαλίτσα και όλα τα φυτά και τα έντομα, τα πουλιά, τα γατιά και ο Μάρτης, ας λένε και βλακείες οι παραγωγοί του καμιά φορά, έρχεται όμως η στιγμή που θα βάλει ένα παλιό τραγούδι, που θα τ’ ακούσεις, θα σε αρπάξει από πολύ μέσα σου, θα σου κοπούνε τα πόδια, θ’ αράξεις στη γη ή στο κάθισμά σου και θα γείρεις το κεφάλι πίσω, θα γεμίσεις τα πνευμόνια σου με τη γλύκα της ζωής και της Τέχνης, της ανθρώπινης σοφίας.

Έτσι ένιωθα προχτές, που άκουγα σε μια εκπομπή τραγούδια μιας περασμένης Ελλάδας, μιας πατρίδας που εξαφανίστηκε παντελώς, μιας εποχής όμορφης και τραχιάς, όχι ισοπεδωμένης όπως σήμερα. Και σκεφτόμουνα πως αυτά τα τραγούδια πλέον δεν έχουν λόγο να ακούγονται. Αυτή η Τέχνη μαρτυρά πως κάποτε υπήρχε μια χώρα με τις ιδιαιτερότητές της, με το τσαγανό της, με το φιλότιμο, την περηφάνεια, την τιμή, το καθαρό της κούτελο, τη φτώχεια, τον πλούτο της τον πραγματικό, την αρχοντιά της από το χωριό μέχρι το άστυ. Μια χώρα με τις γειτονιές της που σφύζανε από ζωή στους δρόμους, μια χώρα ανθρώπων ζωντανών κι όχι ατόμων νεκρωμένων

Αυτά σκεφτόμουνα προχτές, Κυριακή μεσημέρι ήτανε, τρίβοντας ρίγανη αποξηραμένη και ακούγοντας Δεύτερο Πρόγραμμα και μάλιστα ήταν η πρώτη φορά μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια απουσίας μου από την πόλη, που κάπως την νοστάλγησα. Που έπιασα τον εαυτό μου να ονειρεύεται μια βόλτα απογευματάκι καλοκαιριού στους πεζόδρομους των Εξαρχείων κι ως απάνω στις γειτονιές των Αμπελοκήπων και μια παγωμένη μπύρα στο πάρκο ή στο καφενείο. Νοστάλγησα την πόλη, μιαν άλλη πόλη όμως, μιας άλλης εποχής, αυτής που μου φερε στην ψυχή το Δεύτερο Πρόγραμμα με τις επιλογές του, μιας εποχής που δεν ισχύει πια. Τίποτα δεν ισχύει πια.

Και μείνανε μόνο τα τραγούδια να μας θυμίζουν κάτι που χάθηκε, κάτι που αφήσαμε πίσω οριστικά, κάτι που καταστρέψαμε ολοσχερώς και ανεπίστροφα. Να μας θυμίζουνε τον εαυτό μας πριν τον ξεπεσμό, τότε που ήταν άλλος. Να μας θυμίζουνε την πατρίδα μας, την παιδική ηλικία μας. Κι έμεινε κι ένα ραδιόφωνο να τα μεταδίδει αυτά τραγούδια, που δεν έχουνε πια κανένα λόγο να μεταδίδονται, μιας και μονάχα στις ψυχές των τελευταίων που ξεμείνανε να ονειρεύονται πλούτο και όχι χρήμα, μιλάνε. Τα τραγούδια που δεν τα θέλει πια η εποχή μας, ούτε το μέλλον που σχεδιάζουμε τα χρειάζεται, ίσα ίσα ζημιά του κάνουνε, διότι ίσως μπορεί να βάλουνε κάνα δυο νέους ανθρώπους να ψαχτούνε μήπως και νιώσουνε

Μέσα στην εποχή της ισοπέδωσης και της καπιταλιστικής απανθρωπιάς, δεν μπορούν να ακούγονται αυτά, ούτε να υπάρχει ραδιόφωνο και μάλιστα κρατικό που να τα μεταδίδει, έτσι ακριβώς σκεφτόμουνα καθώς μου είχε έρθει η έκλαμψη πως και μόνο η μετάδοσή τους αποτελεί πράξη αντίστασης και επανάστασης

Σήμερα πήγα στο χωράφι και πάτησα όπως κάθε πρωί το κουμπί του ραδιοφώνου της μυγδαλίτσας αλλά ακούστηκε μονάχα ο ήχος των παρασίτων.

Άντε τώρα να εξηγήσεις στα φυτά, στα πουλιά, στα γατιά και στον Μάρτη, πού πήγανε τα τραγούδια μας…

Για άλλους καθημερινότητα, για άλλους ντοκυμαντέρ!

Έλα, μου λέει, να πάμε μέσα στο χτήμα να σου δώσω αυγά. Μόλις είχε σταματήσει το τζιπ του κι εγώ περνούσα με τα πόδια από κει. Ήτανε κάπως αγουροξυπνημένος, με ένα τσιγάρο στο στόμα αλλά γελαστός και καμαρωτός για την επικείμενη επίσκεψή μας στο κοτέτσι του. Διότι είναι από τους ανθρώπους που άφησαν πρόσφατα την Αθήνα και ήρθαν στο χωριό για να αλλάξουν ζωή. Και κάθε νέα προσπάθεια, κάθε επιτυχία, κάθε καινούριο αυγό που πιάνουν είναι ευτυχία και δίνει τους ζωή και δύναμη για τον καθημερινό αγώνα.

Έρχομαι, του λέω, διότι οι δικές μου, όσες γλυτώσανε από την αλεπού, δεν ξαναγέννησαν, τρομάξανε από κείνη τη μέρα και τους κόπηκε τ’ αυγό.
Στα εκατό βήματα που κάναμε μέχρι να φτάσουμε στην πόρτα του χτήματος, μου είπε όλη του την εμπειρία με το κοτέτσι. Ότι γεννάνε οι 5 οι παλιές, ότι οι πουλάδες θα ξεκινήσουν να κάνουν αυγά σε κάνα μήνα, ότι πήρε χηνάρια και κάτι πετεινούς τεράστιους 70 ευρώ το ζευγάρι, στο τέλος μού είπε και ότι τα αφήνει όλα τα πουλιά αλιμπερτά μες στο περιβόλι μέρα νύχτα κι εκεί δαγκώθηκα.
Ανοίξαμε την πόρτα και μπήκαμε. Εκείνος το είδε πρώτος το πτώμα να κείτεται στα πόδια μιας μαντερινιάς και είπε ωχ. Δεν περίμενε με τίποτα πως θα έχει δεχτεί επίθεση νυχτερινή αγριμιού. Αρχίσαμε να περπατάμε μες στο περιβόλι και να μετράμε πτώματα. Άλλα πνιγμένα κι άλλα αποκεφαλισμένα. 20 τον αριθμό, σε σύνολο 24. Και τα χηνάρια άφαντα. Έπαθε σοκ ο άνθρωπος, καλά, να φάνε και τα αγρίμια αλλά όλες ρε παιδί μου, όλες; Όλες; Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έβγαλε το κινητό και πήρε τον εργάτη του να ρθει να τις θάψει.
Κλείσαμε την πόρτα και βγήκαμε άρον άρον από το περιβόλι σκασμένοι, ξεφυσώντας. Στα μετρημένα μας βήματα επί του στενού τσιμεντόδρομου, καθώς μιλούσαμε και δεν κοιτούσαμε, καθώς η προσοχή μας ήταν περιορισμένη, άκουσα τη συριστική της απειλή να εκπέμπεται από κάπου πολύ κοντά μου. Χσσσσ, χσσσσσ, στρέφω το κεφάλι πλάι στο αριστερό μου πόδι και βλέπω την οχιά περίπου ένα μέτρο πιο δίπλα, σύριζα με το τοιχογύρι να προσπαθεί να ανέβει με κίνηση αργή και σπουρδιστή, να χει σηκωμένο και το κεφάλι ψηλά και να με απειλεί. Ίσα ίσα πρόλαβα τον Μάρτη που έσπευσε να βάλει τη μουσούδα του κοντά της, να δει τι ακριβώς είναι αυτό το πράμα που βρυχάται. Ήταν χοντρή, μάλλον μόλις είχε φάει, δεν ήταν σε κατάσταση εγρήγορσης, γι’ αυτό ίσως σωθήκαμε εγώ κι ο Μάρτης που την είδαμε ξαφνικά μες στα πόδια μας. Ο γείτονας που ήταν παρέα μας, έπαθε δεύτερο σοκ εντός λίγων λεπτών και ήταν τόσο ισχυρό που ξέχασε την επίσκεψη του βαμπίρ στο κοτέτσι.
Αργά αργά και σφυριχτά έφυγε η κυρία και εμείς είχαμε μαρμαρώσει και την βλέπαμε.
Σαν να ζήσαμε μέσα σε ένα ντοκυμαντέρ με διάφορα θέματα πρωί πρωί κυριακάτικα

Απλεπιστήμιο

Σήμερα εκεί που έκανα μικρές εργασίες στον μπαξέ, μου ‘ρθε στο νου ο όρος “απλεπιστήμιο”

Μιας και έχουμε κάνει τόσο σύνθετη τη ζωή μας, μιας και φτάσαμε στο σημείο να λέμε πως ό,τι είναι απλό, είναι πολύ δύσκολο στην σύλληψή του από τον πολυσύνθετο σύγχρονο άνθρωπο καταναλωτή, θα μπορούσαμε να ιδρύσουμε άλλον έναν πυλώνα σπουδών και γνώσης, σε ανώτατο επίπεδο, δίπλα στο πανεπιστήμιο, ο οποίος πυλώνας θα ασχολείται, θα ερευνά και θα διδάσκει ό,τι αφήσαμε πίσω να χαθεί στην πορεία μας προς την εξέλιξη και την πρόοδο, αυτά που φτάσαμε να θεωρούμε δεδομένα αλλά δεν είναι, αυτά που απαξιώσαμε αλλά είναι η βάση για να ζούμε, αυτά που αφήσαμε να διαχειρίζονται άλλοι κι έτσι χειραγωγήσαμε το είναι μας. Και να μας εκπαιδεύει αυτό το απλεπιστήμιο, πώς να λειτουργήσουμε για να μπορούμε να αντεπεξέλθουμε στη ζωή όταν όσα θεωρούμε δεδομένα ή ανάξια λόγου και ενασχόλησης, έρθει μια μέρα και νιώσουμε πως ούτε δεδομένα ήταν αλλά και πως τόση μεγάλη αξία είχαν όση η ζωή μας η ίδια.

Ο σύγχρονος άνθρωπος μπαίνει στην συστημική εκπαίδευση έχοντας ήδη αποκτήσει τις αρχικές γνώσεις για τη ζωή. Γνωρίζει ότι ζωή είναι αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, με όλα τα κοινωνικά, διατροφικά, επιστημονικά, τεχνολογικά, θρησκευτικά, κ.α. δεδομένα, τα οποία έχει αντιληφθεί και γνωρίσει από το περιβάλλον του. Ο ρόλος του απλεπιστήμιου θα είναι να μορφώσει τον άνθρωπο προς τα κάτω, προς τη βάση, κάτω από το επίπεδο αυτό που ο ίδιος έχει μάθει ως αφετηρία, να του δείξει πως η αφετηρία είναι πολύ πιο πίσω από το δικό του ξεκίνημα και πως είναι τόσο γοητευτική που είναι πολύ κρίμα κι άδικο να την έχει ήδη χάσει.

Ο ρόλος του απλεπιστήμιου θα είναι απλός. Να κάνει τον άνθρωπο ένα πλάσμα που να μπορεί να στέκεται μόνος στα πόδια του κι αυτά να ναι σταθερά και στέρεα. Να κάνει τον άνθρωπο να νιώθει αυτό που πράγματι είναι, ένα πλάσμα της φύσης με απλές βιολογικές ανάγκες, πέραν από τις σύνθετες επιθυμίες του.

Αν ιδρύσουμε ένα απλεπιστήμιο για αρχή και πολλά στην πορεία, ίσως βρούμε τελικά τον μέσο όρο της πορείας της ανθρωπότητας και καταφέρουμε έτσι να μην αφανιστούμε ως είδος, αφού εξαφανίσουμε πολλά άλλα είδη πριν από μας, μιας και όσοι θα ανεβαίνουν μέσω πανεπιστημίων ίσως κάπως ισοσκελίζονται με αυτούς που θα  κατεβαίνουν μέσω απλεπιστημίων κι έτσι ο πύργος της βαβέλ δεν θα ψηλώνει μονο πια, μα θα χτίζει και την βάση πιο στέρεη.

Κρατικοί υπάλληλοι με αρχ(ές) (ίδια)

Ημέρα περιβάλλοντος σήμερα και είπε ο Δήμος Χίου να καθαρίσει τις παραλίες.

Με την μπουλντόζα βέβαια. Δίνετε ηλίθιοι, και εξίσου βέβαια με μας θλιβεροί, Ευρωπαίοι γαλάζιες σημαίες!

Και τι παθαίνει ένας Έλληνας πολίτης του 21ου αι. όταν ξυπνά το πρωί με τον ήχο των ερπυστριών επί της παραλίας; Θέλετε να μάθετε;

Καταρχήν παίρνει τηλέφωνο το Λιμεναρχείο, απ’ όπου μαθαίνει, από τον Λιμενάρχη αυτοπροσώπως, ότι η Υπηρεσία αυτή δεν έχει καμιά δουλειά να επέμβει από τη στιγμή που οι παρανομίες γίνονται έξω από τη θάλασσα αλλά επειδή ο Λιμενάρχης είναι καλός άνθρωπος, πληροφορεί ταυτόχρονα και τον πολίτη ότι ο Δήμος παίρνει κάθε χρόνο άδεια από την Κτηματική Υπηρεσία για να καθαρίσει τις παραλίες!

Ο πολίτης παίρνει κατόπιν τηλέφωνο την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, από τον Διευθυντή της οποίας μαθαίνει ότι η Υπηρεσία δεν διαθέτει κονδύλια για μετακίνηση υπαλλήλου, οπότε η όποια καταγγελία πρέπει να συνοδεύεται από φωτογραφία με τυπωμένη αυτόματα πάνω της την ημερομηνία λήψης! Ταυτοχρόνως στην ερώτηση του πολίτη απαντά ο Διευθυντής της Κτηματικής ότι ο Δήμος δεν έχει άδεια για να κάνει εργασίες επί του αιγιαλού, διότι πολύ απλά τέτοιες άδειες δεν δίνονται ποτέ, δεν υπάρχουν. Ενημερώνει επίσης τον πολίτη ότι ο Νόμος που διέπει τις εργασίες καθαρισμού των ακτών μιλάει για ήπιες χειρονακτικές μεθόδους, όπως κοσκίνισμα κ.α. και όχι βέβαια για μπουλντόζες

Αλλά σιγά μωρέ! Κρινάκια και θυμάρια πάνω στις αμμοθίνες, βρομιές είναι όλα αυτά, βάζουμε την μπουλντόζα μέσα και ό,τι πάρει ο Χάρος. Όσο για το μπαρ που στέκει παράνομα 4 χρόνια επί του αιγιαλού, κι αυτό το γελοίο κράτος δεν το βλέπει ούτε καν όταν του το υποδεικνύουν οι πολίτες, η δικαιολογία υπάρχει στο στόμα, τι να κάνει ο άνθρωπος, αφού βγάζει φράγκα…

Έτσι συμπεριφέρονται στην πατρίδα τους οι νεοέλληνες. Κι ύστερα ψάχνουμε και φιλότιμο που θα τους ξεσηκώσει σε εξέγερση απέναντι στο ξεπούλημα. Σιγά μην κλάψουν κιόλας. Δώστην εκεί να πάει στο διάολο, να έρθουνε τίποτα ευρουλάκια, να γεμίσουνε οι τσέπες και οι κοιλιές μας…

Γελοίο κράτος στον 21ο αιώνα, το ορίζουν ως γελοίο πρώτοι απ’ όλους οι ίδιοι οι άρχοντες και οι υπάλληλοί του, σαρξ εκ της σαρκός των πολιτών του.

Κατόπιν ο τύπος πήρε τηλέφωνο στον Δήμο και ρουφιάνεψε πως ο πολίτης είναι κακός άνθρωπος, να τον προσέχετε εκεί πάνω, διότι πήρε και έκανε καταγγελία στην υπηρεσία μας.

Γελοίο κράτος γελοίων υπηκόων

 

Δηλώστε συμμετοχή

Μπήκαμε στον Ιούνιο και είπα να κάνω μια ακόμη νύξη για τις καλοκαιρινές συναντήσεις στη Βολισσό, έτσι ώστε να δηλώσουν συμμετοχή και όσοι ακόμη το σκέφτονται αλλά δεν το έχουν πράξει.

Μέχρι στιγμής υπάρχουν 30 δηλωμένες συμμετοχές και έχουν επίσης προταθεί διάφορες δράσεις και καλλιτεχνικά δρώμενα, τα οποία συζητιούνται και αν κατασταλάξουν, θα ανακοινωθούν.

Παρακαλώ όλους όσους θέλουν να παραστούν εδώ στις συναντήσεις μας, να το δηλώσουν έγκαιρα στο akridaki@gmail.com, ως το τέλος του μήνα τουλάχιστον για να μπορέσουμε να οργανωθούμε όσο γίνεται καλύτερα.

Πληροφορίες για τις συναντήσεις θα βρείτε εδώ και πληροφορίες για την διαμονή εδώ.

Ευχαριστώ

Είχα μέρες να πάω στο ταχυδρομείο του χωριού και σήμερα πέρασα και μου δώσανε ανάμεσα σε λογαριασμούς και εκπρόθεσμες πλέον προσκλήσεις (πχ του ΥΠΠΟ για τα Κρατικά Βραβεία!) και δυο γράμματα αναγνωστών

Στο ένα η Κανέλλα  Τ. από το Βερολίνο μου έστειλε σπουδαία τέχνη ζωγραφική και στο άλλο η Ελένη Π. από την Αθήνα μου έστειλε συγκινητικά λόγια και ποίηση. Τις ευχαριστώ και τις δύο. Πάντα σε μια δύσκολη ή άβολη περίσταση, κάτι έρχεται να σε αναπτερώσει κι αυτό είναι απόδειξη ότι αξίζει να συνεχίσεις έτσι…

Πολιτισμένοι και απολίτιστοι

Καλημέρα Γιάννη,
Σου στέλνω αυτό το μήνυμα με αφορμή το σχόλιο σου στο fb σχετικά με το δυτικό “πολιτισμένο” κόσμο και τους ”απολίτιστους”. Δεν θέλω να σε ζαλίσω, απλά ένιωσα την ανάγκη να σου πω κάτι από την δική μου εμπειρία με πολιτισμένους και απολίτιστους.
  Είχα την τύχη να ζήσω, ή καλύτερα να μεγαλώσω σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Πιο συγκεκριμένα στη Σαουδική Αραβία όπου βρεθήκαμε με την οικογένεια μου όταν ήμουν τριών χρονών και στη Συρία απ’ όπου έφυγα στα δεκατρία αλλά συνέχιζα να επισκέπτομαι μέχρι τα δεκαπέντε μου κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Όσο ζούσαμε στη Δαμασκό, οι εκδρομές μας τις Παρασκευές ή τις Κυριακές που δεν είχαμε σχολείο, ήταν κυρίως εσωτερικές ή στο Λίβανο απ΄ όπου το σπίτι μας απείχε δεκαπέντε λεπτά. Στις χειμερινές διακοπές ή στις διακοπές του Πάσχα τραβούσαμε προς Ιορδανία μεριά.
Εδώ πρέπει να σου πω πως ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων, από τον περήφανο Σαουδάραβα μέχρι τον πιο φτωχό και ταλαιπωρημένο Σύριο, είναι ότι θα σου ανοίξει την πόρτα του και θα θεωρήσει προσβολή να μην καθίσεις στο τραπέζι του.
 Από τα δεκατρία μου λοιπόν, μέχρι και τα είκοσι που αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα, έζησα σε άλλες δύο “πολιτισμένες” χώρες αυτή τη φορά, στην Ελβετία και στο Βέλγιο. Εκεί λοιπόν γνώρισα καινούρια πράγματα για μένα που μέχρι τώρα ζούσα με τους “απολίτιστους”, την αδιαφορία, τον ρατσισμό και την τσιγκουνιά – τόσο στη τσέπη όσο και στη ψυχή. Έχεις ακούσει γονιό να ζητάει από τα παιδιά του να πληρώσουν για να φάνε μαζί στο περίφημο “Réveillon” που θα γινόταν στο σπίτι τους; Το άκουσα στο πολιτισμένο Βέλγιο. Που να μάθουν ότι εσύ μοιράζεις αυτά που βγάζεις απ΄το μπαξέ σου, ζουρλομανδύα θα σου βάλουν.
 Μια ακόμα σύγκριση που δεν μπορώ να μη κάνω όταν επισκέπτομαι μια πολιτισμένη χώρα, κάτι που είναι χαραγμένο στις αισθήσεις μου από παιδί, είναι η μυρωδιά του αέρα μόλις φτάνεις στη πόρτα του αεροπλάνου για να κατέβεις.
Στην “απολίτιστη” είναι σαν να έρχεται να σε καλωσορίσει απ΄τη σκάλα, μπαίνει μέσα σου για να σε κάνει ένα με τον ουρανό και με το χώμα της. Και ΄συ παίρνεις βαθιές ανάσες για να τη χορτάσεις.
Στην “πολιτισμένη” πάλι, μια ατμόσφαιρα άοσμη, αδιάφορη όπως και οι περισσότεροι “πολιτισμένοι” κάτοικοι της. Άγευστη όπως τα πλαστικά φαγητά τους.
Και στο τέλος ξέρεις τι είναι αυτό που με λυπεί περισσότερο Γιάννη; Όταν ζούσα ακόμα στο εξωτερικό και ερχόμουν για διακοπές στην Ελλάδα, άνοιγε η πόρτα του αεροπλάνου και ο αέρας με καλωσόριζε, τώρα πια όχι. Γίναμε πολιτισμένοι.
Καλή σου μέρα, να είσαι πάντα καλά.
Ν.Φ.