Του Κοραή το φάσκελο

Μέσα στην Ιστορική Δημόσια Βιβλιοθήκη Χίου “Αδ. Κοραής” έφαγα τα νιάτα μου. Επί 8 χρόνια καθημερινά, χώρια τα άλλα διαστήματα, πήγαινα κάθε πρωί νωρίς κι έφευγα λίγο πριν κλείσει το μεσημέρι. Όποτε χαρμάνιαζα έβγαινα και καθόμουνα στα σκαλοπάτια για τσιγάρο παρέα με τον Διαμαντή, ο οποίος καθόταν κι αυτός, μαρμαρένιος κι ακίνητος και κοιτούσε κατά τον δρόμο. Πολλές φορές καθόμουν εκεί και τα απογεύματα, όταν η Βιβλιοθήκη ήταν κλειστή αλλά εγώ, πηγμένος από την πολύωρη εργασία μες στις παλιές εφημερίδες, δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Κι ο Διαμαντής ο αμίλητος κι ασάλευτος ήτανε η πιο καλή παρέα.

Έκανα τότε την έρευνα που έφερε κατόπιν το βιβλίο 10.516 μέρες αλλά και τον Ανάμιση Ντενεκέ και τον Ήλιο με δόντια, κι είχα αντιγράψει στον υπολογιστή μου όλες τις ειδήσεις των τοπικών εφημερίδων από το 1912 έως το 1940, σύνολο 11.250 ημερήσια φύλλα και σχεδόν 30 χρόνια σύγχρονης ιστορίας. Δεν με έφταναν οι ώρες λειτουργίας της για να δουλεύω κι είχα αιτηθεί να με κλείνουν μέσα φεύγοντας οι υπάλληλοι αλλά δεν εγκρίθηκε το αίτημά μου. Ευτυχώς όμως, εγκρίνανε ένα άλλο, πιο εφικτό αίτημα. Να μου εμπιστεύονται έναν έναν τους τόμους των παλαιών εφημερίδων και να τους παίρνω μαζί μου έτσι ώστε να μπορώ να εργάζομαι και κατά τις υπόλοιπες ώρες του 24ώρου, που δεν είχα πρόσβαση στην Βιβλιοθήκη. Ακόμα και τότε όμως, στα διαλείμματά μου παρέα με τον Διαμαντή κάπνιζα τα τσιγάρα μου. Εκεί, στα σκαλιά της σφαλισμένης Βιβλιοθήκης του.

Και μόλις χτες, καμιά δεκαριά χρόνια μετά από τότε, έμαθα πως θα την σφαλίσουν εντελώς διότι, λέει, δεν πτωχεύσαμε, γλυτώσαμε τη χρεοκοπία αλλά λεφτά δεν έχουμε για να συντηρούμε τέτοιου είδους Ιδρύματα σε αυτή τη χώρα.

Αύριο θα κατέβω στην πόλη. Θα πάω να καπνίσω ένα τσιγάρο σαν τότε κοντά στον Διαμαντή, θα τα χει μάθει κι αυτός τα νέα, είμαι βέβαιος. Και θα τρίζουνε τα μαρμαρωμένα του δάχτυλα, να ανοίξουν σε φάσκελο θα προσπαθούν αλλά μάλλον προς το μέρος των ομματιών του θα θέλει να το σύρει, είμαι βέβαιος, τον ξέρω καλά πια. Θα πάω αύριο να κάνουμε μαζί το τσιγάρο μας λοιπόν και να τον βοηθήσω…

Η κραυγή που δεν έβγαλα

Η Κατερίνα μού έστειλε σήμερα με μέηλ το παρακάτω κείμενο, το οποίο περιγράφει ως την κραυγή που δεν έβγαλε.

Και μόνο στην εικόνα που περιγράφει ανατρίχιασα σύγκορμος. Γι’ αυτό έφυγα από το κέντρο της Αθήνας το 2010, για να μην εξοικειωθώ με την κατάντια και το τέρας. Την κατάντια που φαινόταν πως έρχεται ολοταχώς και το τέρας που ήταν ήδη γνωστό πως υπάρχει μέσα μας. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πηγαίνω στην Αθήνα πλέον. Για να μη βλέπω τους προγραμματισμένους καταναλωτές να περπατάνε σαν μηχανές άψυχες.

Σταματάω εδώ και δημοσιεύω την κραυγή της Κατερίνας:

Μια κοινωνία ζόμπι

Ως συνήθως, για να πάω στη δουλειά μου, στο κέντρο της Αθήνας, περνάω πάνω από ανθρώπινα ράκη, στοιβαγμένα δεξιά κι αριστερά στα πεζοδρόμια, που εκλιπαρούν για ένα κομμάτι ψωμί. Τους έχω μάθει πλέον με τ’ όνομά τους και έχω συνηθίσει την παρουσία τους στους δρόμους της Αθήνας, στα νέα τους χαρτόσπιτα και δε σοκάρομαι πια, όπως στην αρχή. Έχω γνωρίσει και δυο τρεις ανθρώπους, που κατάφεραν να αναπτύξουν αντισώματα στην επικίνδυνη αυτή αρρώστια της αποχαύνωσης και κατά κάποιο τρόπο τους έχουμε «υιοθετήσει» και όσο μπορούμε, τους φροντίζουμε: τον Παύλο, το Τζούμα, που τον τελευταίο καιρό τον έχω χάσει και πολύ ανησυχώ μη βρίσκεται σε κανά στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Αλί, που επίσης τον έχω χάσει και όταν τον πρωτοείδα ξαπλωμένο κι ανήμπορο στα σκαλιά της καθολικής εκκλησίας στην Πανεπιστημίου, χτυπημένο, σκελετωμένο και εξαθλιωμένο έπαθα σοκ, τον Αντώνη, που πριν 5 μήνες έχασε σπίτι και δουλειά, το Γιώργο με το σκύλο του που πριν κάποιους μήνες οι άνθρωποι του δήμου, σε μια από τις εφόδους εκκαθάρισης του Καμίνη, του πέταξαν όλα του τα υπάρχοντα, μαζί με τα πολύτιμα βιβλία του, γιατί, λέει, ενοχλούσε!!! Ενοχλούσε την πολύ όμορφη και χαρωπή εικόνα της πόλης. Μιας πόλης ασφυκτικής. Μιας πόλης με άκρως αντιφατικά αλλά παράλληλα σύμπαντα. Μιας πόλης που αναδύει έντονα τη μυρωδιά της σαπίλας, όσο κι αν κάποιοι ειδήμονες προσπαθούν μάταια να την καλύψουν με άρωμα αναπτυξιακό. Μιας πόλης που σε σκοτώνει καθημερινά, λίγο λίγο, βασανιστικά, σαν την ηρωίνη. Εκεί βρίσκονται όλοι λοιπόν. Σύνταγμα και πέριξ.

Σήμερα όμως, στα σκαλιά της εξόδου από την πλευρά της Μεγάλης Βρετάνιας, ήταν σωριασμένος ένας άνθρωπος, πρώτη φορά τον είδα, φανερά ταλαιπωρημένος από κακουχίες και κακοποιήσεις, που έκλεγε σχεδόν κι εκλιπαρούσε για ένα κομμάτι ψωμί. Τα ζόμπι, ταμπουρωμένα μέσα στα κουστούμια και τα ταγιέρ της απάθειας, ανέβαιναν τις σκάλες ατάραχα, όπως μόνο τα ζόμπι ξέρουν να κάνουν. Έχω εξοικειωθεί κάπως με τη δυστυχία και την εξαθλίωση, αυτό είναι εξάλλου, που θέλει το σύστημα, ούτως ή άλλως, να εμπεδώσεις ότι μη τυχόν και κουνηθείς γιατί η μοίρα σου κι εσένα θα είναι αυτή. Κι όταν λέω έχω εξοικειωθεί, εννοώ με την εικόνα. Με τα ζόμπι όμως, όχι. Κι ούτε πρόκειται. Με εξαγριώνουν. Εννοώ ότι πια δε διαλύομαι όταν έρχομαι αντιμέτωπη με αυτή την κατάντια. Δεν αρρωσταίνω και δε μου έρχεται εμετός. Προφανώς έχω αποκτήσει αντισώματα. Διαφορετικά, δεν επιβιώνεις. Αν και ποτέ πια δεν τρώω κάτι στο δρόμο περπατώντας. Νιώθω ένοχη.

Όμως, σήμερα δεν άντεξα. Δεν ξέρω πως κρατήθηκα να μη φωνάξω. Όχι επειδή δεν άντεξα το θέαμα της παντελούς ισοπέδωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όχι γι’ αυτό. Είπαμε, το σύστημα φροντίζει επιμελώς να σε σκληραγωγεί, θες δε θες, αργά ή γρήγορα, το αντέχεις. Σήμερα λοιπόν, δεν άντεξα αυτό ακριβώς: τη βαριάς μορφής, μη αναστρέψιμη, αρρωστημένη απάθεια. Δεν ξέρω πως συγκρατήθηκα να μην ουρλιάξω. Δεν ξέρω πως συγκρατήθηκα να μην επιτεθώ στον κόσμο που ανέβαινε τα σκαλιά τυφλός, μουγκός, αναίσθητος και βαλσαμωμένος ως το τελευταίο του κύτταρο. Αλήθεια, δεν ξέρω τι  με κράτησε. Ίσως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης.

Σε μια κοινωνία που στους δρόμους είμαστε οι ίδιοι και οι ίδιοι κάθε φορά, σε μια κοινωνία που ψυχορραγεί χωρίς να το έχει πάρει χαμπάρι, σε μια κοινωνία που ακόμα και τώρα ψάχνει κούτσα κούτσα να βολευτεί, και δε βαριέσαι, «έχει ο θεός», σε μια κοινωνία που περιμένει στωικά και υπομονετικά το νέο «Μεσσία», σε μια κοινωνία που δεν έχει βαρεθεί να σώζεται, σε μια κοινωνία που δε γουστάρει να σωθεί, σε μια κοινωνία υποκουλτούρας και τηλεαυνανισμού, σε μια κοινωνία που δεν αγανακτεί με τον ίδιο της τον εαυτό, σε μια κοινωνία ζόμπι λοιπόν, τι περιμένεις; Να ξυπνήσει; Από τι; Γιατί; Πότε; Πως;

Όχι, δε μου φταίνε τα κόμματα ούτε τ’ αποκόμματα. Δε μου φταίει η Τρόικα. Δε μου φταίνε οι προδότες. Ούτε τα λαμόγια. Δε μου φταίει η Αριστερά. Ούτε καν οι φασίστες. Μου φταίω εγώ. Μου φταις εσύ.

Κ.

Ελλάς αποίκων ιθαγενών..

Θα σας γράψω μια μικρή σημερινή ιστορία για να δείτε πόσο όμορφα περνάμε ενίοτε στας εξοχάς.

Πήγα πρωί πρωί στα Αγιάσματα, μια άγρια και έρημη βορινή παραλία της Χίου, για να κόψω λίγο κρίταμο και, ω του θαύματος, έπεσα πάνω σε μια μπουλντόζα! Ήτανε μέσα ο χειριστής, είχε ισοπεδώσει τις άγριες πέτρες της παραλίας και ετοιμαζόταν να κατευθυνθεί προς το τέρμα της δυτικής της πλευράς, όπου βρίσκεται μια φημισμένη πηγή ιαματικού νερού.

Ανάψανε αμέσως τα λαμπάκια μου. Μόλις με είδε βέβαια κι αυτός, έβαλε νεκρά στο μηχάνημα και έπιασε το κινητό. Κατάλαβα ότι έπαιρνε κάποιον “υπεύθυνο” του Δήμου για να του πει τα κακά νέα της εμφάνισής μου αυτή την άσχημη ώρα εκεί.

Σε λίγο να ο τοπικός παραγοντίσκος. Εσύ αγαπάς τον τόπο μας περισσότερο από μας; Εμείς μόνο να ρίξουμε βράχους και να προστατέψουμε την πηγή θέλουμε, άσε να πάρει ένα μεροκάματο κι ο άνθρωπος, κάτι τέτοια μου λεγε κι εγώ τον ρωτούσα αν έχει άδεια εργασιών επί του αιγιαλού και αν υπάρχει μελέτη για το έργο! Τόσο ψιλά γράμματα για νεοέλληνα αιρετό.

Για να μην τα πολυλογώ, ειπώθηκαν χίλια δυο, ανέβηκαν και οι τόνοι αλλά στο τέλος μού είπαν ότι ως προς το ζήτημα της άδειας έχω δίκιο αλλά ότι αν περιμένουν να βγάλουν άδεια, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει τίποτα, πήρανε μουτρωμένοι την μπουλντόζα και φύγανε διότ κάλεσα στο τηλέφωνο την αστυνομία και το λιμεναρχείο. Φεύγοντας, ο παραγοντίσκος μού φώναξε “και τι έβγαλες τώρα; Νομίζεις ότι εσύ θα σώσεις την Ελλάδα;”!

Δεν έχω καμιά αυταπάτη ότι κρύφτηκαν στο πλησιέστερο χωριό, τους είδα κιόλας, και περίμεναν να φύγω για να πάνε να ξαναπιάσουν την παράνομη δουλειά τους.

Αυτά που θέλω όμως να επισημάνω, μεταξύ χίλιων δυο άλλων που τα νιώθει και τα καταλαβαίνει ο καθένας μας,  είναι τα εξής:

1. Πώς να πείσει κανείς τέτοιους νεοέλληνες ότι το να βάζεις μια μπουλντόζα στον αιγιαλό δεν είναι προστασία αλλά καταστροφή

2. Πώς να τους πείσεις ότι η πηγή με το ζεστό νερό που υπάρχει εκεί επί χιλιάδες χρόνια, άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα μόλις οι νεοέλληνες του 20ου αι. ξεκίνησαν να χτίζουν μπετά και να φτιάχνουν δρόμο πάνω στην παραλία.

3. Πώς να απευθυνθείς σε ένα κράτος, του οποίου η Κτηματική Υπηρεσία δεν έχει κονδύλια για υπηρεσιακή μετακίνηση, όπως μου είπε ο Διευθυντής της, κι έτσι οι υπάλληλοι παραμένουν εντός των γραφείων τους περιμένοντας τις καταγγελίες των πολιτών και μάλιστα συνοδευόμενες με φωτογραφίες, οι οποίες να έχουν πάνω και ημερομηνία από την ρύθμιση της φωτογραφικής μηχανής που ελήφθησαν!

4. Πώς να γίνει σοβαρό κράτος η Ελλάδα όταν ο κάθε Δήμος, βγάζει ένα κονδύλι για καθαρισμό χειμάρρων και κάνει άλλα αντ άλλων και μάλιστα καταστρέφει

5. Στη Χίο αυτή τη στιγμή κλείνει η Ιστορική Βιβλιοθήκη Κοραή αλλά λεφτά για να μοιράζουν στον κάθε εργολάβο και να βάζει την μπουλντόζα του στη θάλασσα και στα βουνά, υπάρχουν όπως φαίνεται άφθονα. Αυτή είναι η μεταρρύθμιση του κάθε Σαμαρά.

Συμπέρασμα: Δεν πρόκειται να ορθοποδήσει και να σοβαρέψει ποτέ αυτή η χώρα διότι η πλειονότητα των κατοίκων της είναι ακόμη αμόρφωτοι και ανάλγητοι, ένα κράμα ιθαγενούς με άποικο, που την κοιτάνε σαν σφαχτάρι προς ξεζούμισμα και ξεπούλημα, για να θρέψουν τις κοιλιές τους.

Κρίμα τη χώρα

Πήγα για κάπαρη σε μια όμορφη εξοχή του χωριού και στεναχωρήθηκα. Είδα τα γκρέμια των αγροικιών εκεί πάνω στο λοφάκι, καπαριές είχανε φυτρώσει στους αρμούς, ανάμεσα στις πέτρες της λιθοδομής και κρέμονταν από τους τοίχους, η βλάστηση ολόγυρα είχε αγριέψει, τα αλωνάκια τους βουβά και μέσα σε κάθε ερείπιο ένας κόσμος παλιός, υπέροχος.

Μπήκαμε σε ένα απ’ αυτά και βγήκαμε βαστώντας από το κρουκέλι ένα πανέμορφο χυτό σκουριασμένο καπίστρι. Καπίστρι. Έχουνε δει άραγε οι σύγχρονοι Έλληνες στα μάτια τους καπίστρι; Έχουνε πατήσει ποτέ στο κέντρο πέτρινου αλωνιού;

Ένας πλούτος αμύθητος στην ελληνική ύπαιθρο αφημένος να ρημάζει. Έργα ανθρώπων υπέροχα, συμβατά με το περιβάλλον και την κλίμακα του κάθε τόπου, αφήνονται εδώ και χρόνια στο έλεος της καταστροφής.

Κι όλα αυτά διότι πρώτοι και καλύτεροι αυτοί που τα κατείχαν και τα δούλευαν, προτίμησαν να τα παρατήσουν και να γίνουν μισθοφόροι ή να κάνουν τα παιδιά τους μισθοφόρους καταναλωτές, να τα στείλουν μακριά από τη ζωή, να ζήσουν σαν σκλάβοι, να προοδεύσουν.

Μια χώρα (κι ένας πλανήτης) γεμάτη μισθοφόρους καταναλωτές περιορισμένων φυσικών πόρων, που δεν θέλουν ούτε να θυμούνται τις ρίζες τους, δεν ξέρουν τι παν να πει πλούτος πραγματικός, δεν έχουν ιδέα τι είναι πια η Ζωή, μια χώρα κατοικημένη από αποκτηνωμένους που παράτησαν τη ζωή και το είναι τους για μια τρύπα στη μισθοφορική σκλαβιά, εκπολιτίστηκαν δήθεν, και τώρα δεν τους καίγεται καρφί για τίποτα παρά μόνο για το τομάρι τους. Ας ξεπουληθούν τα πάντα, αρκεί να ξανάρθει χρήμα, να το ξανακυκλοφορήσουμε με τις ανήθικες ατομικές μας καθημερινότητες.

Κρίμα τη χώρα, κρίμα τους νεκρούς της, κρίμα τους ανθρώπους που κάνανε τέχνη καθημερινά, που ήταν Τέχνη η ίδια η ύπαρξή τους.

Αναμνηστική

Η Λένα και ο Ζαχαρίας, αναγνώστες των βιβλίων μου από το Μπραχάμι, που ήρθαν στη Βολισσό πριν μερικές βδομάδες και γνωριστήκαμε, μου στείλανε μια φωτογραφία που βγάλαμε οι τρεις μας μπροστά στο γραφείο μου! Η αμφίεσή μου είναι “εργασίας” διότι δεν ήξερα ότι θα χω επισκέψεις εκείνη τη μέρα! Παρακαλώ να μου τηλεφωνείτε πριν, όποιοι έχετε κατά νου να έρθετε στο μούρκι, για να σας υποδέχομαι με το κοστούμι μου!
Η Λένα και ο Ζαχαρίας, αναγνώστες των βιβλίων μου από το Μπραχάμι, που ήρθαν στη Βολισσό πριν μερικές βδομάδες και γνωριστήκαμε, μου στείλανε μια φωτογραφία που βγάλαμε οι τρεις μας μπροστά στο γραφείο μου! Η αμφίεσή μου είναι "εργασίας" διότι δεν ήξερα ότι θα χω επισκέψεις εκείνη τη μέρα! Παρακαλώ να μου τηλεφωνείτε πριν, όποιοι έχετε κατά νου να έρθετε στο μούρκι, για να σας υποδέχομαι με το κοστούμι μου!

Φωτογραφική προέκταση κειμένου

Η Στέλλα Μελιγκουνάκη, φωτογράφος από την Κρήτη, μου έστειλε μια φωτογραφία της βασισμένη σε ένα μικρό μου κείμενο.

Την ευχαριστώ

“Ειλικρινά απορώ. Πως γίνεται ένας άνθρωπος να έχει περάσει μισόν αιώνα αναπνοών επί της γης και να μην έχει νιώσει τη μικρότητά του. Το τσακ της μιας στιγμής που θα τον κάνει παρελθόν. Και φέρεται ως τύραννος, ως εξουσιαστής υποταγμένος στην ψευτιά μιας παράλληλης στη μόνη αλήθεια πλαστής πραγματικότητας, μες στην οποία ζει και νομίζει πως κυβερνά τα πάντα.
Τελικά μάλλον τους λυπάμαι. Όχι μάλλον. Σίγουρα. Αύριο θ’ ανέβω ψηλά στην κορφή και θα κραυγάσω. Σας λυπάμαι ρε, θα κραυγάσω. Ίσως κάποιος νιώσει”.

Συνέντευξη στο mysalonica

O Γιάννης Μακριδάκης στο ΜySalonika

Αρθρογράφος: Γιώργος Παπανικολάου, 23/05/2013 09:00

Διαφορετική στάση ζωής. Συγγραφέας. Ακτιβιστής. Ζει μόνιμα στη Χίο. Ασχολείται με τη γη. Αγαπά το γράψιμο και τον αγαπά το αναγνωστικό κοινό. Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση, ο Γιάννης Μακριδάκης στο MySalonika…   συνέντευξη στο Γιώργο Παπανικολάου   Μικρός ήσουν πολύ άτακτο παιδί, τόσο στο σχολείο, όσο και στο σπίτι. Αυτόνομος από μικρός κι…ολίγον ανεξέλεγκτος. Πού το αποδίδεις όλο αυτό;

 

Προφανώς στην καταπίεση της εκπαίδευσης, η οποία είναι σχεδιασμένη για να παράγει αμόρφωτους σπουδαγμένους που θα γίνουν γρανάζια του συστήματος. Οπότε το σχολείο, το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλούμε και “ευνουχιστήριο” ασκεί βία στην ελεύθερη παιδική ψυχή και την καλεί καθημερινά σε συμβιβασμούς επώδυνους. Κι αν η οικογένεια είναι προσανατολισμένη στο να γίνει το παιδί της “καλός μαθητής”, η βία συνεχίζεται και στο σπίτι. Προφανώς όλη αυτή η βία φέρνει αντίδραση. Προσωπικά τα χαίρομαι τα άτακτα παιδιά και σε όσα σχολεία πήγα ως τώρα για γνωριμία και συζήτηση με τους μαθητές, διαπίστωσα ότι στο τέλος της εκδήλωσής μας, με πλησίασαν οι καθηγητές και μου είπαν ότι οι χειρότεροι και πιο αδιάφοροι μαθητές τους, ήταν αυτοί που έκαναν τις πιο ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις και ερωτήσεις σε μένα.


Μπήκες στο Μαθηματικό Πάτρας. Μπήκες για μάθημα και ο καθηγητής είπε «τι λέτε ρε παιδιά, τόσοι πολλοί; Αν το ελληνικό κράτος είχε λεφτά να σας σπουδάζει όλους, στο Μαθηματικό θα ήταν υποχρεωτικές οι παρακολουθήσεις και όχι προαιρετικές. Να μη ξανάρθετε!». Έκτοτε, δεν ξαναπάτησες σε παρακολούθηση μαθήματος και πήγαινες μοναχά στις εξεταστικές, και πήρες πτυχίο μέσα σε πέντε χρόνια. Είσαι σαν άνθρωπος τόσο απόλυτος στις επιλογές σου; Πεισμώνεις και εμμένεις; Άσε που έχω απορία, πώς τα κατάφερες να περάσεις τα μαθήματα….   Πείσμα έχω και εμμονή έχω όταν νιώθω πως κάνω κάτι δίκαιο και αληθινό. Στις ίδιες περιπτώσεις είμαι και τελείως απόλυτος, δίχως εκπτώσεις και με πολύ αυστηρά κριτήρια, πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό μου αλλά και για τους γύρω μου. Τα μαθήματα τα πέρασα διαβάζοντας μόνος, αλλά κι εγώ την ίδια απορία με σένα έχω, δεδομένης της τεράστιας δυσκολίας του Μαθηματικού. Δεν θα ήθελα με τίποτα να ξαναμπώ σε αυτή τη διαδικασία ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι θα ξαναγινόμουν είκοσι χρονών.


Τί σε έκανε να ασχοληθείς με το γράψιμο; Πώς ξεκίνησε αυτό το συγγραφικό ταξίδι;   Η προφορική λογοτεχνία που άκουγα γύρω μου και με συγκινούσε βαθιά, με έκανε να ασχοληθώ με το να την γράψω. Γύρω μας υπάρχουν χιλιάδες λογοτέχνες αλλά πολύ λίγοι συγγραφείς. Δεν είμαι συγγραφέας που δημιουργήθηκε διαβάζοντας αλλά ζώντας και κυρίως ακούγοντας.


“Η Άλωση της Κωνσταντίας”, νουβέλα σου, έγινε και θεατρική παράσταση φέτος, από την Άννα Βαγενά, την Ελένη Γερασιμίδου και τον Βασίλη Παλαιολόγο, σε σκηνοθεσία-διασκευή του Χρήστου Βαλαβανίδη. Πώς σου φάνηκε αυτή η θεατρική μεταφορά;   Ωραία διασκευή, με σεβασμό στα πολιτικά μηνύματα του κειμένου, όλα τα βιβλία μου είναι πολιτικά με την έννοια της στάσης ζωής. Ένιωσα σαν Θεός που έπλασε ανθρώπους όταν την παρακολούθησα


Και πριν λίγες μέρες, βρέθηκες στη Κωνσταντινούπολη, με τη παράσταση να παίζεται εκεί, παρουσία Αρχιεπισκόπου. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;   Συγκινητική εμπειρία η επιστροφή της Κωσταντίας στην Πόλη που γεννήθηκε. Κι ακόμα πιο συγκινητική επειδή συνάντησα στην παράσταση και την Λουτβιέ, την τούρκισσα κυρία, η οποία μου διηγήθηκε την οικογενειακή της ιστορία κατά την διάρκεια της έρευνάς μου πριν τέσσερα χρόνια, ιστορία που αποτέλεσε την ραχοκοκαλιά και το έναυσμα της μυθοπλασίας του βιβλίου


Το Κέντρο Χιακών Μελετών πώς αποφάσισες να το ιδρύσεις και ποιά είναι τα όνειρα σου γι αυτό;   Το ΚΧΜ το ίδρυσα επειδή η Χίος είναι υπέροχο και πλούσιο σε πολιτιστική κληρονομιά και φυσικό κεφάλαιο νησί αλλά παντελώς άγνωστη ακόμη και στους κατοίκους της. Η Ελλάδα όλη είναι έτσι. Ο μόνος μας πλούτος, διαρκής και αμύθητος, είναι το φυσικό και το πολιτισμικό μας κεφάλαιο, το οποίο με διαχείριση προσανατολισμένη στον σεβασμό του, μπορεί να μας αποφέρει διαρκώς χρήμα. Η Ελλάδα είναι ένα άθροισμα μικρών παραδείσων αλλά εμείς την ξεπουλάμε στο όνομα μιας “ανάπτυξης” γιγαντισμού και καταστροφής. Οπότε το όραμά μου για το ΚΧΜ είναι να γίνει ένα τέτοιο Κέντρο σε κάθε μεριά της πατρίδας μας και να αλλάξουμε επιτέλους προσέγγιση απέναντί της.


Ακτιβιστής Γιάννη και μελετώντας σε, εντόπισα ότι έχεις κινηθεί ενάντια στην οικοδόμηση τεράστιων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στη Χίο, ενάντια στη δημιουργία χώρου απόθεσης κοντέινερ σε παραλίες της, ενάντια στην «πράσινη ανάπτυξη» που υπόσχεται μια ισπανική πολυεθνική εταιρεία με αιολικά πάρκα στις κορυφογραμμές του νησιού, αλλά και υπέρ της βελτίωσης των χώρων «φιλοξενίας» των προσφύγων «που είναι στην πραγματικότητα κέντρα κράτησης». Όσο το παλεύεις, καθημερινά, πιστεύεις ότι μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος;   Ο λόγος είναι σπόρος και τίποτα δεν πάει χαμένο. Οι αλλαγές χρειάζονται βεβαίως κάποιον ιστορικό χρόνο για να επέλθουν και η ζωή ενός ανθρώπου ίσως να μην αρκεί για να τις δει αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνουν. Τώρα, με την οικονομική κρίση, τα μηνύματα ακούγονται και χωνεύονται ευκολότερα από τους ανθρώπους. Τα ίδια έλεγα και 15 χρόνια πριν αλλά ήμουν γραφικός, παράξενος, κατάσκοπος κλπ. Τώρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι είμαστε μαζί στον ίδιο αγώνα και όλο και περισσότερους φέρνουμε κοντά μας μέρα με τη μέρα.


Θέλω την άποψη σου για τη σημερινή πολιτική κατάσταση και τα κόμματα….   Τα πολιτικά κόμματα που υπάρχουν σήμερα είναι οι πυλώνες του στρεβλού, διεφθαρμένου και ανήθικου πολιτικού συστήματος που καταστρέφει την Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες, αλλά τώρα έχει αρχίσει να πνέει τα λοίσθια. Οπότε, όλα ανεξαιρέτως τα σημερινά πολιτικά κόμματα θα καταρρεύσουν μαζί του, εντός του επόμενου σύντομου ιστορικού χρόνου, διότι η ανθρωπότητα μετά από την καταστροφή που επέρχεται, θα αλλάξει ρότα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η πορεία αλλά δυστυχώς μόνο με καταστροφή έχει μάθει να αλλάζει ο άνθρωπος


Ο Έλληνας έχεις πει, ότι πρέπει να προσπαθήσει μόνος του να αλλάξει, για να τα καταφέρουμε. Πού χωλαίνει; Πώς μπορεί κάποιος σε ένα αστικό κέντρο όπου έχει οικογένεια, μικρά παιδιά, υποχρεώσεις και διαρκές άγχος, να καταφέρει να αλλάξει; Πού πρέπει να εστιάσει;   Το ότι η αστική ζωή, η οποία καταναλώνει συνεχώς φυσικούς πόρους δίχως να νοιάζεται ούτε καν να σκέφτεται για την αναπλήρωσή τους, είναι αδιέξοδη, είναι οφθαλμοφανές. Το ότι ο άνθρωπος – αστός – καταναλωτής – γρανάζι του συστήματος είναι μεταλλαγμένος και καταπιεσμένος στο μεγαλύτερο μέρος της αναλώσιμης ζωής του, κι αυτό είναι πλέον αισθητό από όλους. Ζούμε τις συνέπειες της αστυφιλίας των περασμένων δεκαετιών, φτιάξαμε ένα πλανήτη με 60% κατοίκους αστούς καταναλωτές των πόρων του, οδηγούμαστε σε αδιέξοδο και κατάρρευση με κρότο και η μόνη πρόταση είναι η ανάστροφη πορεία και η αποσυμπίεση, η επιστροφή στις αξίες, στη γη, στην παραγωγή, στην αναπλήρωση των φυσικών πόρων που χρειαζόμαστε για να ζούμε.


“Του Θεού το μάτι”, η καινούργια σου νουβέλα, πώς προέκυψε; Τι αποτέλεσε κινητήριο δύναμη έμπνευσης, γι αυτό το νέο συγγραφικό πόνημα;   Η έμπνευση ήταν το μπέρδεμα του σύγχρονου Έλληνα, ο οποίος από νοικοκύρης έγινε νοικοκυραίος, έφτιαξε ένα κράτος πελατειακό, δανείστηκε και ξόδεψε χρήμα ανερυθρίαστα, απαξίωσε τις αξίες και έκανε Θεό το χρήμα και τώρα ήρθε η ώρα της επανάστασης, σύμφωνα με τον ορισμό του αείμνηστου Β. Ραφαηλίδη, το ξαναστήσιμο δηλαδή των πραγμάτων στην πραγματική τους θέση. Το χρήμα επανέρχεται στην ευτέλειά του και οι πρωταρχικές και πραγματικές αξίες ξαναβρίσκονται στο προσκήνιο.

 

http://mysalonica.gr/articles_product.php?category=235&article=6883

Ο πρώτος καρπός!

Ο πρώτος καρπός από τους σπόρους που έστειλα σε διάφορους ανθρώπους ανά την Ελλάδα. Η φωτό ήρθε σήμερα από την Υρώ, περιοχή Μοσχάτο Αθήνας, με τίτλο “Χιωτάκι”!
Ο πρώτος καρπός από τους σπόρους που έστειλα σε διάφορους ανθρώπους ανά την Ελλάδα. Η φωτό ήρθε σήμερα από την Υρώ, περιοχή Μοσχάτο Αθήνας, με τίτλο "Χιωτάκι"!