Ευρωκρισία και Αντίσταση

Ευρωκρισία: Η Υποκρισία Αντίστασης με όριο την παραμονή στο Ευρώ

Το Όχι της Κύπρου και όσα επακολούθησαν δείχνουν πολύ καθαρά την ουτοπία, την πλάνη και την υποκρισία όσων δήθεν αγωνίζονται και αντιστέκονται αλλά δεν επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωζώνη και την ΕΕ.

Όσων δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν πως η Ε.Ε δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αιμοσταγές αδίστακτο 4ο Ράιχ, το οποίο διαθέτει ένα πολύ αποτελεσματικό όπλο, το Ευρώ.

Η ισοπέδωση, η ομογενοποίηση και εν τέλει η γερμανοποίηση των ευρωπαϊκών λαών λαμβάνει χώρα βίαια εδώ και χρόνια κάτω από τις ερπύστριες του κοινού νομίσματος

Η μετατροπή της μιας μετά την άλλην των χωρών του Νότου σε βιομηχανική ζώνη, σε μπαταρία, σε χαβούζα και σε στρατόπεδο συγκέντρωσης φτηνής εργατιάς για τα γερμανικά συμφέροντα επιτυγχάνεται με τρομακτικούς ρυθμούς και συνέπειες.

Το Όχι της Κυπριακής Βουλής και τα όσα επακολούθησαν δείχνουν πολύ καθαρά ότι κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην επέλαση του 4ου Ράιχ αν δεν είναι αποφασισμένος να το πολεμήσει ως το τέλος. Κανενός είδους αντίσταση δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα αν αυτή οριοθετείται μέσα στο ευρώ.

Η ευρωζώνη, το καταστροφικό αυτό υπερόπλο των σύγχρονων ναζί επιβάλλεται να πολεμηθεί, να διαλυθεί, να περάσει στην ιστορία μαζί με το 4ο Ράιχ, να κλειδωθεί στο χρονοντούλαπο προτού σκοτώσει εκατομμύρια ακόμα ανθρώπους και να μην επανεμφανιστεί ποτέ. Να απελευθερωθούν λαοί και χώρες από τον βρόγχο του ευρώ και της νομισματικής ένωσης, του ανάλγητου αυτού ναζιστικού γερμανικού άρματος.

Η Αριστερά στην Ελλάδα δεν αποτελεί πρόταση Αντίστασης αν έχει όρο, όριο και επιθυμία την παραμονή στο ευρώ. Είναι μια Υποκρισία που υπηρετεί όσο και οι δοτοί εγχώριοι τροϊκανοί το σύστημα, τον σύγχρονο ναζισμό.

Μόνος δρόμος για την Απελευθέρωση είναι ο προσωπικός και συλλογικός Αγώνας ενάντια στην πολεμική μηχανή του Νεοναζισμού, την διάλυση της Ευρωζώνης. Μόνος τρόπος αντίστασης η αποχώρηση από το ευρώ και επανένταξη στην αξιοπρέπεια και στην ανεξαρτησία.

Ευρώ και Αγώνας δεν πάνε μαζί. Ευρώ και Αντίσταση είναι όροι ασύμβατοι. Ευρώ και Αξιοπρέπεια, Ευρώ και Ζωή, Ευρώ και Πολιτισμός, Ευρώ και Πατρίδα, Ευρώ και Ανθρωπισμός, είναι η μέγιστη Υποκρισία

 

 

Ψυχή αδούλωτη

Πριν από 5 χρόνια, τέτοιες μέρες ήτανε, στο έμπα της άνοιξης, ξυπνούσα το πρωί και το πρώτο που ένιωθα ήταν ο ήχος που έκανε καθώς ανέπνεε ήρεμα ο Μαχμούτ, που κοιμόταν στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας. Αμέσως τότε κατέρρεε μέσα μου όλη η θεωρία που μου ‘χανε διδάξει από μικρό, σχολεία και κοινωνία, περί της έννοιας “Τούρκος στρατιώτης του Αττίλα” και σηκωνόμουνα από το κρεβάτι κατεδαφισμένος, πατούσα όμως στις μύτες μην τυχόν ξυπνήσω τον Μαχμούτ, που ήρθε επιτέλους σπίτι να ξεκουραστεί λίγες μέρες.

Στο Ντιγιάρμπακιρ του Κουρδιστάν συμβαίνανε όλα αυτά, τέρμα ανατολή, στην Μεσοποταμία, στις όχθες του Τίγρη, εκεί που τέτοια εποχή ξημερώνει πριν τις 5 το πρωί. Φιλοξενούμενος ήμουνα στο σπίτι του Μαχμούτ και είχα φτάσει από πολύ μακριά, δυο ώρες πτήση από Σμύρνη, γι αυτό είχα τιμητικά δικό μου ένα κρεβάτι, όπως και ο Μαχμούτ βέβαια, που είχε μόλις πάρει άδεια ορκωμοσίας, το ίδιο και ο φίλος μου ο Καχραμάν, ο αδελφός του, είχε κι αυτός κρεβάτι, διότι έκανε κι αυτός μακρύ ταξίδι από την Ελλάδα για να τον δει και πήρε κι εμένα μαζί του. Όλοι οι άλλοι συγγενείς που είχανε καταφτάσει από Ιστάμπουλ, από Μπατμάν αλλά και όσοι μένανε εκεί, στο Ντιγιάρμπακιρ, κοιμόντουσαν στρωματσάδα, μια οικογένεια όλοι μας, μια ομορφιά.

Είχαμε μαζευτεί λοιπόν εκεί άνθρωποι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να γιορτάσουμε. Από τη μια το Νεουρόζ των Κούρδων, τη Νέα Μέρα δηλαδή, την έλευση της Άνοιξης, από την άλλη τις πρώτες μετά από οχτώ μήνες ελεύθερες μέρες του Μαχμούτ, που ορκίστηκε τελικά στρατιώτης του τουρκικού στρατού και πήρε την άδειά του μαζί με το χαρτί της δυσμενούς μετάθεσης για Κύπρο. Διότι ο Μαχμούτ ήτανε επί χρόνια ανυπότακτος. Δεν το ‘λεγε η ψυχή του να παρουσιαστεί στον στρατό της Τουρκίας κι έκανε χίλια δυο τερτίπια για να το αποφύγει. Ώσπου έσκασε το σκάνδαλο και φυλακίστηκαν οι στρατιωτικοί γιατροί και μεγαλοπαράγοντες, που δίνανε απαλλακτικά στράτευσης. Και αναψηλαφίστηκαν όλες οι υποθέσεις σε βάθος δεκαετίας. Ανάμεσα σ’ αυτές και του Μαχμούτ. Και βρέθηκε ένοχος και ανυπότακτος. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλακή στην Άγκυρα. Τον κλείσανε στα κάγκελα για ένα πεντάμηνο, τον στείλανε κατόπιν στρατιώτη και του ‘πανε ότι χρωστάει ένα μήνα φυλακή, που ή θα του χαριστεί ή θα τον κάνει μετά τη θητεία του, ανάλογα την διαγωγή που θα δείξει.

Είχε λοιπόν λίγες ελεύθερες μέρες να ζήσει ο Μαχμούτ, μαζί με τα αδέρφια και τους γονείς του μετά από τόσους μήνες, τύχαινε και το Νεουρόζ, 21 του Μάρτη, μαζευτήκανε σαν τις μέλισσες συγγενείς και φίλοι στο σπίτι, μαζί κι εγώ ο άσχετος, να κοιμάμαι κάθε βράδυ στην από κάτω κουκέτα και να σκέφτομαι πόσο μεγάλο θύμα της προπαγάνδας είμαι, τι ήξερα για την έννοια Τούρκος στρατιώτης στην Κύπρο και τι βλέπω μπρος στα μάτια μου να ισχύει, ακόμα κι αν ο Μαχμούτ δεν είχε προλάβει να πάρει την μετάθεσή του, είχε όμως το χαρτί στην τσέπη του.

Περάσαμε μέρες όμορφες όλοι μαζί εκεί στο Ντιγιάρμπακιρ. Άνθρωποι απίθανοι, ευγενικοί, με έντονο το αίσθημα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Η μητέρα, Αμάλθεια την έλεγα, συνέχεια άνοιγε ζύμη κι έφτιαχνε πίτες, οι άντρες πίνανε ρακή και βλέπανε τηλεόραση, μονάχα το κουρδικό κανάλι που εκπέμπει από την Δανία, συζητούσανε πολιτικά, για την απελευθέρωση και την αυτονόμηση της πατρίδας τους, τα παιδιά χαιρόντουσαν με τα παιχνίδια τους και περιεργάζονταν εμένα και τα λίγα τουρκικά μου, τα μωρά μεγάλωναν μες στις φασκιές και την αγάπη όλων. Ήμασταν μια οικογενειακή ατμόσφαιρα που όμοιά της υπήρχε κάποτε και στην Ελλάδα, κάποιες δεκαετίες πριν, προτού κάνει την επέλασή του καπιταλισμός και τα ισοπεδώσει όλα.

Ένα εκατομμύριο Κούρδοι γιόρτασαν το Νεουρόζ εκείνη την 21η Μάρτη στο απέραντο, όσο ο θεσσαλικός κάμπος, πάρκο έξω από το Ντιγιάρμπακιρ. Λαοθάλασσα άπειρη. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου, έβλεπε ανθρώπους, που έκαναν πικ νικ και χόρευαν με τις μουσικές της γιορτής. Οι Κούρδοι τρώνε και χορεύουν σαν Κρητικοί, αυτό θυμάμαι πως είχα νιώσει. Με λύρες και χορούς δυναμικούς, με αρνιά και ρακή. Ο πόθος για αυτονόμηση του κράτους τους κυρίαρχος. Η επιθυμία για ανεξαρτησία και απελευθέρωση από την καταπίεση του τουρκικού κράτους ξεχείλιζε στα λόγια και τις εκδηλώσεις τους. Ένας λαός που γιόρταζε σαν να κανε επανάσταση.

Κι ανάμεσά τους ο Μαχμούτ, που μόλις είχε ορκιστεί Τούρκος στρατιώτης και δεν μπορούσε καθόλου να το χωνέψει η ψυχή του. Κι ανάμεσά τους εγώ, ο άσχετος περιηγητής με τη φωτογραφική μηχανή, που η ζωή τον έστειλε εκεί που θα παιχτεί το δράμα, για να το ζήσει από πρώτο χέρι, για να τραβήξει την τελευταία πλήρη οικογενειακή φωτογραφία και να την έχει για μήνες μετά μέσα στη μηχανή του διότι δεν είχε την ψυχή και το κουράγιο να την ξαναδεί και να την στείλει σ’ αυτούς που την δικαιούνταν.

Περάσαμε λοιπόν πρωτόγνωρα όμορφα εκείνες τις μέρες στο σπίτι του Καχραμάν και του Μαχμούτ στο Ντιγιάρμπακιρ, κάναμε και εκδρομές στο Μάρντιν και αλλού, πήγαμε στο Χασάν Κεϋφ, όπου το ανάλγητο κράτος μαζί με εταιρίες της Ευρώπης σχεδιάζουν τεράστιο φράγμα που θα πνίξει μια αρχαία πόλη λαξεμένη στους βράχους, ανώτερα και από της Καππαδοκίας τα τοπία της περιοχής εκεί, επισκεφθήκαμε συγγενείς και φίλους σε άλλες πόλεις, φάγαμε και ήπιαμε όλοι μαζί στο πάτωμα, κοιμηθήκαμε στρωματσάδα, μιλήσαμε, γνωριστήκαμε, αγαπηθήκαμε και μόλις νιώσαμε να μας γεμίζει η ομορφιά της ανθρώπινης συνύπαρξης, ήρθε η μέρα του τέλους. Εγώ κι ο Καχραμάν πετούσαμε πίσω για Σμύρνη το πρωί, ο Μαχμούτ έφευγε την επομένη οδικώς για Άδανα, απ’ όπου θα πετούσε κι αυτός για Κύπρο, να παρουσιαστεί στη μονάδα του. Οι λοιποί συγγενείς σκορπίστηκαν κι αυτοί στις πόλεις τους και στα σπιτικά τους. Και η Άνοιξη είχε μόλις μπει.

Στο αεροδρόμιο μάς πήγαν όλοι η στενή οικογένεια, μαζί και ο Μαχμούτ. Μου κουβαλούσε και τον σάκο μου μέχρι τον έλεγχο και δεν τον άφηνε, δεν άκουγε κουβέντα. Αν μπορούσε θα τον έφερνε και μέχρι μέσα στο αεροπλάνο, να μην τον σηκώσω ούτε βήμα. Φιληθήκαμε όλοι σταυρωτά και αποχαιρετιστήκαμε με δάκρυα στα μάτια. Πότε θα ξαναβλεπόντουσαν όλοι μαζί, πότε θα ξαναβγάζανε οικογενειακή φωτογραφία πλήρη κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι ήταν βέβαιοι πως αυτό θα αργούσε κάμποσο να γίνει. Ο τελευταίος που φίλησα κι αποχαιρέτησα ήταν ο Μαχμούτ, ο συγκάτοικός μου στην κουκέτα, κεντινέ ιγί μπακ, να προσέχεις τον εαυτό σου, του είπα στα τουρκικά και χαμογέλασε. Είχα μια παράξενη αίσθηση και όλο γύριζαν στον νου μου τα λόγια που είπε σε ένα στενά οικογενειακό δείπνο, όταν καθόμασταν όλοι σταυροπόδι γύρω από τον στρωμένο σοφρά και εκείνος εξιστορούσε τα της φυλακής και του στρατού, με δάκρυα στα μάτια ευχαριστούσε την οικογένειά του που του συμπαραστέκεται και του δίνει δύναμη να συνεχίσει να ζει, έκλαιγα κι εγώ κι ας μην τα καταλάβαινα όλα, αφού ο διερμηνέας μου, ο Καχραμάν, δεν ήτανε σε θέση να μου τα μεταφράζει όλα και στην ώρα τους μέσα από την συγκίνηση και τα δάκρυά του. Ήξερα λοιπόν και είχα νιώσει από πρώτο χέρι ότι η ψυχή του Μαχμούτ ήτανε ακόμα αδούλωτη. Μπορεί να είχε αναγκαστεί το κορμί του να ντυθεί στο χακί του τουρκικού στρατού αλλά μέσα του δεν το είχε αποδεχτεί, ούτε θα το αποδεχόταν ποτέ, ήτανε βέβαιο αυτό. Γι’ αυτό μάλλον μου βγήκε αυτός ο ύστατος αποχαιρετισμός εκεί στο αεροδρόμιο. Κεντινέ ιγι μπακ.

Την επομένη, έπειτα από μια νύχτα παραμονή στη Σμύρνη λόγω απαγορευτικού απόπλου από Τσεσμέ, έφτασα στη Χίο. Και πάνω που σκεφτόμουνα όλα όσα είχα ζήσει αλλά και ότι ταξιδέψαμε από τα βάθη της Ανατολής μέχρι τα παράλια, όπου μας σταμάτησε για μια ολόκληρη μέρα το κύμα μιας τόσο δα στενής λωρίδας θάλασσας, χτύπησε το τηλέφωνο και άκουσα λυγμούς από την άλλη μεριά της γραμμής. Θυμάμαι τον φίλο μου τον Καχραμάν να κλαίει και με πολύ προσπάθεια να αρθρώνει τελικά δυο μονάχα λέξεις: Μαχμούτ πέθανε.

Έπαθα σοκ. Θυμάμαι ότι έψαχνα πάρα πολύ ώρα για να βρω την πόρτα του σπιτιού μου και να βγω έξω, να πάω τον συναντήσω.

Ο Μαχμούτ πράγματι ήταν νεκρός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο πηγαίνοντας για το αεροδρόμιο των Αδάνων, με το χαρτί της μετάθεσης στην τσέπη. Μαζί του σκοτώθηκαν ακόμα δυο παλικάρια, φίλοι του που τον συνόδευαν για να τον ξεπροβοδίσουν. Δεν οδηγούσε εκείνος.

Η ψυχή του Μαχμούτ ποτέ δεν συμβιβάστηκε με την στράτευση στον τουρκικό στρατό, σε κανέναν στρατό. Πέταξε ελεύθερη πάνω από τα Άδανα και την Κύπρο προτού την φυλακίσουν. Ήρθε στο σπίτι του, γλέντησε με τα αδέρφια και τους γονείς του, με τους συγγενείς και τους φίλους του, τους αποχαιρέτισε όλους έναν προς έναν, τους ευχαρίστησε σ’ εκείνο το δείπνο κι έφυγε, πέταξε ικανοποιημένος και λεύτερος.

Μας άφησε εμάς από κάτω σύξυλους και θλιμμένους να τον θυμόμαστε και να περάσουμε τον ανείπωτο πόνο της απώλειας, του θανάτου. Μα τώρα που τον ξανασκέφτομαι με του χρόνου την απόσταση, είμαι βέβαιος πως ο Μαχμούτ αυτό ήθελε, να μην υποταχθεί, να παραμείνει η ψυχή του αδούλωτη. Κι αν μας βλέπει από κει πάνω, αναρωτιέμαι πώς θα νιώθει με την δουλοφροσύνη μας.

 

Πρώτη φορά έγραψα κάτι για τον Μαχμούτ. Έχουν περάσει πέντε χρόνια. Έστω κι αυτό το λίγο και μικρό, το αφιερώνω στη Μνήμη του.

 

Η Αμανή είναι το απάγκιο της Χίου

Η εισήγηση του Γιάννη Μακριδάκη, την οποίαν δεν τον άφησε να κάνει ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Στ. Καμπούρης, στερώντας του αντιδημοκρατικά το δικαίωμα του λόγου

 

Η Βορειοδυτική Χίος, η Αμανή, με κέντρο την Βολισσό ήταν πάντοτε ιδιαίτερος τόπος. Σκληρά βουνά, μερωμένα από τον ανθρώπινο μόχθο αλλά και μικροί κάμποι εύφοροι με νερά γάργαρα που δίνουν ζωή. Χωριά μικρά με σπίτια πέτρινα, ένα με το βουνό. Ομορφιά απαράμιλλη.

Η παραγωγή της Αμανής σε σύκα, σε μύγδαλα, σε κηπευτικά, σε στάρια, σε ζωντανά, σε σούμα, σε κάρβουνα έπαιρνε από παλιά τον δρόμο της θάλασσας και τα μονοπάτια των βουνών για να κατέβει στην πόλη. Χωρικοί γεωργοί και Βολισσιανοί έμποροι έζησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους από αυτόν τον τόπο.
Στην γερμανική κατοχή του 41-44 η Αμανή έθρεψε και έσωσε από τον θάνατο εκ πείνας πάρα πολύ κόσμο. Γερμανοί στην Αμανή δεν πάτησαν παρά μόνο δύο στη Βολίσσό. Τα χωριά ολόγυρα δεν είδαν Γερμανό κατακτητή ποτέ.
Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Κατακτητής δεν έχει φανεί ακόμα στην Αμανή. Είναι το μόνο αδούλωτο κομμάτι της Χίου και από τα λίγα της ελληνικής επικράτειας. Πηγή χρήματος και οικονομικής κρίσης στην Αμανή δεν υπάρχει. Ούτε Τράπεζα ούτε ΑΤΜ ούτε τίποτα που να θυμίζει της Ευρώπης την κατάντια. Εδώ υπάρχουν μόνο πηγές νερού και καρπών της γης. Και άνθρωποι που αγαπούν αυτόν τον επίγειο παράδεισο, τον πονούν, ζουν μαζί του παρατηρώντας τη φύση, καλλιεργώντας τη γη και ποθώντας να αφήσουν το κορμί τους μέσα της όταν έρθει η ώρα τους.
Η Αμανή είναι το απάγκιο του νησιού. Και γι αυτό είναι πολύτιμη και μονάκριβη. Διότι έτσι που έχει γίνει ο κόσμος, απάγκια πλέον δεν έχει. Είναι σπάνια τα απάγκια.
Γι’ αυτό οι μόνιμοι κάτοικοί της αλλά και οι πολλοί και σταθεροί επισκέπτες της, δεν επιθυμούν να την δουν να αλλοτριώνεται. Να χάνει το μεγαλείο της και να παραδίνεται κι αυτή, όπως κάθε γωνιά της Ελλάδας, σε μια ανάπτυξη που θα της στερήσει τον σπάνιο και μοναδικό της πλούτο, ο οποίος δεν είναι άλλος από την φύση, την ηρεμία, την ελευθερία και την ζωή στο περιθώριο του χρηματοοικονομικού συστήματος, για να της φέρει εδώ θέσεις εργασίας, πληρωμένης δουλείας, χρήμα και κρίση. Η Αμανή είναι πλούσια και δεν χρειάζεται χρήμα. Οι κάτοικοί της είναι οι πιο πλούσιοι του νησιού. Ζουν ελεύθεροι μαζί με τη φύση και τη γη τους, αναπνέουν και τρέφονται καθαρά, μπορούν να θρέψουν πολλούς ακόμα ανθρώπους με τα προϊόντα τους και δεν επιθυμούν να ανταλλάξουν την αυτάρκεια, την ηρεμία και την ελευθερία τους με καμία ανάπτυξη απ’ αυτήν που ξέρουμε και είδαμε την κατάντια της.
Αν η Αμανή πέθαινε, θα ήταν ήδη νεκρή. Εδώ και μισόν αιώνα, κάθε τόσο όλο και κάποιοι φωνάζουν και κρούουν κώδωνες κινδύνου πως η Αμανή πεθαίνει και πως δεν έχει μέλλον. Μα η Αμανή ζει ακόμα. Και όχι μόνο ζει αλλά παράγει κιόλας. Κι όλο και έρχονται άνθρωποι να ζήσουν κοντά της, με τη γη και τα φυτά της. Κι εκείνη ακόμα μπορεί να έχει τους ανθρώπους της ευχαριστημένους, ευτυχείς, μακριά από τη μιζέρια του χρήματος.
Όποιος φωνασκεί για την Αμανή και δήθεν νοιάζεται για αυτήν, είναι υποκριτής. Νοιάζεται μονάχα για το τομάρι του και την βάζει μπροστά μόνο και μόνο για να του δοθούν ευκαιρίες εκμεταλλευτεί αυτόν τον μοναδικό παρθένο πανέμορφο και πάμπλουτο τόπο. Είναι νταβατζής και ψάχνει τρόπους να την εκπορνεύσει επειδή του μυρίζει κέρδος.
Μα οι άνθρωποι της Αμανής ξέρουν πολύ καλά από κέρδος. Ξέρουν πως κέρδος είναι η βροχή και το χιόνι που πέφτουν στο Πελινναίο και κατεβαίνουν τα στραγγίσματα ως τα Μαγεμένα για να γεμίσουν τα πηγάδια, ξέρουν ότι κέρδος είναι το μπόλι της μαντερινιάς που έπιασε, ξέρουν ότι κέρδος είναι τα κουκιά που σπείρανε του Άη Νικόλα και τόσα άλλα ακόμα τέτοια ταπεινά και ύψιστα είναι το κέρδος τους.
Αφήστε ήσυχη την Αμανή κύριοι επενδυτές και αιρετοί.
Η Αμανή ζει και ευτυχεί και δεν έχει ανάγκη τις αναπτυξιακές προτάσεις κανενός όψιμου τιμητή της. Έχει πρωτογενή τομέα ζηλευτό, έχει τουρισμό ήπιο και σταθερό, που αφήνει όσο χρήμα είναι απαραίτητο και σέβεται τον τόπο. Μπορεί να θρέψει κι άλλους ανθρώπους ακόμη η Αμανή. Μπορεί να ζήσει πολλούς νέους ακόμα αρκεί να έρθουν πίσω σεβόμενοι τον τόπο και τις παραδόσεις του, σεβόμενοι τη γη και με όρεξη να δουλέψουν, να παράξουν και να νιώσουν την ελευθερία της, την ομορφιά και την ευτυχία που αυτή προσφέρει μαζί με τα προϊόντα και τους καρπούς της.
Η Αμανή επιβάλλεται να μείνει μακριά από την καταστροφική πορεία του κόσμου προς την ανάπτυξη της Ύβρης. Επιβάλλεται να την διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού σαν ένα απάγκιο για ώρα ανάγκης που θα μας σώσει όλους είτε ζούμε εδώ είτε στην πόλη της Χίου, είτε οπουδήποτε.
Λίγα πράγματα έχει ανάγκη μόνο
Βιολογικό καθαρισμό στη Βολισσό άμεσα, ένα μόνιμο συνεργείο του Δήμου για να γυρίζει τα χωριά και να κάνει τις μικροεπισκευές και τις καθαριότητες (ξεχορταριάσματα κλπ) αλλά και να εξυπηρετεί κάποιους γέροντες κατοίκους, και κάποια έργα πολύ μικρής κλίμακας (ιδιωτικά και δημοτικά) προς την κατεύθυνση του τουρισμού κυρίως στην Βολισσό και στα Αγιάσματα για να μπορέσει να ξεδιπλώσει όλες της τις δυνατότητες.
Όλα τα υπόλοιπα τα έχει η Αμανή και τα προσφέρει απλόχερα σε όποιους την εκτιμούν και την αγαπάνε.

Παρατηρώντας το ενυδρείο

Έχω να μπω σε τράπεζα, ούτε θυμάμαι από πότε. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κάρτες, ούτε καν ανάληψης από τα ΑΤΜ, τα οποία δεν ξέρω καν πώς λειτουργούν διότι ποτέ δεν έχω σταθεί μπροστά σε κάποιο από αυτά. Στο χωριό που μένω τα τελευταία τρία χρόνια, δεν έχει ούτε τράπεζα ούτε ΑΤΜ. Η κοντυνότερη πρόσβαση σε χρήμα είναι στην πόλη της Χίου, 40 χλμ μακριά

Το να ζεις 40 χλμ μακριά από το χρήμα είναι μια μεγάλη ευτυχία. Και η ακόμα πιο μεγάλη είναι πως βλέπεις ότι κανείς στο χωριό δεν παραπονιέται που δεν υπάρχει πηγή χρήματος εδώ, παρά μόνο κάποιοι τουρίστες το καλοκαίρι, οι οποίοι καμιά φορά ξεμένουν, αν και τους έχουν προειδοποιήσει οι εμπλεκόμενοι μαζί τους ότι εδώ ζούμε αποκομμένοι από το τραπεζιτικό δίκτυο.

Στην πραγματικότητα μόνο πηγή χρήματος λείπει από το χωριό μας. Όλες οι άλλες πηγές υπάρχουν. Και μπορεί ένας άνθρωπος να ζήσει δίχως να είναι διασυνδεμένος και απόλυτα εξαρτημένος με την χρηματική ρευστότητα. Διότι είναι συνδεδεμένος με την ρευστότητα πιο φυσικών πραγμάτων, όπως του νερού και των καρπών της γης.

Ομολογώ λοιπόν ότι, μιας και επισκέπτομαι τις πόλεις σπάνια, έχω ξεχάσει πόσο έχει προχωρήσει η ανθρώπινη μετάλλαξη, γι’ αυτό μην παίρνετε τοις μετρητοίς τις εκτιμήσεις μου περί ψυχολογίας που άλλαξε κλπ

Σαν ενυδρείο που του κόβεις την παροχή οξυγόνου σιγά σιγά, βλέπω ότι κάνουν οι σύγχρονες, εξελιγμένες και πολιτισμένες κοινωνίες των ανθρώπων, μόλις κάποιος τούς κλείσει τις τράπεζες. Και είναι ικανοί μέχρι και να ακρωτηριαστούν οι ίδιοι για να εξευμενίσουν τον εκβιαστή τους και να ξανανοίξει την στρόφιγγα, να αναπνεύσουν χρήμα

Η κατάντια ενός από τα πιο χαρισματικά όντα της φύσης. Καταδικάστηκε από μόνο του να αναπνέει μετρώντας χαρτονομίσματα ισοβίως.

Ντροπή και μέγιστη ύβρις. Η Ζωή δεν τα συγχωρεί αυτά.

 

 

Βιβλιοπωλείο Κιβωτός (Πειραιάς)

μέλι απ’ το Του Θεού το μάτι
Γιάννης Μακριδάκης
Εκδ. Εστία

Νεράκι γάργαρο ο λόγος του Μακριδάκη και σ’ αυτό το βιβλίο. Με το σκιάχτρο που φτάχνει για να φυλάει το μπαξέ του κουβεντιάζει κι όμως στη δική μας ψυχή σταλάζει σοφία γενεών. Το μέλι απ’ τη γλύκα των πεπονιών απ’ το μποστάνι του γλυκαίνει τις πίκρες της καθημερινότητας. Τι κι αν συμφωνείς ή όχι με τον ήρωα; Η ουσία είναι πως η ζωή δε σταματά, ούτε αλλάζει έτσι εύκολα. Εκλογές έρχονται, παρέρχονται, τα σπουργίτια στήνουν φωλιές κι οι ποντικοί πάντα θα βρίσκουν τρόπο να κλέβουν.
Η γη σου, Μακριδάκη, μας ξεσηκώνει!

Φωτογραφία: μέλι απ' το Του Θεού το μάτι<br />
Γιάννης Μακριδάκης<br />
Εκδ. Εστία</p>
<p>Νεράκι γάργαρο ο λόγος του Μακριδάκη και σ' αυτό το βιβλίο. Με το σκιάχτρο που φτάχνει για να φυλάει το μπαξέ του κουβεντιάζει κι όμως στη δική μας ψυχή σταλάζει σοφία γενεών. Το μέλι απ' τη γλύκα των πεπονιών απ' το μποστάνι του γλυκαίνει τις πίκρες της καθημερινότητας. Τι κι αν συμφωνείς ή όχι με τον ήρωα; Η ουσία είναι πως η ζωή δε σταματά, ούτε αλλάζει έτσι εύκολα. Εκλογές έρχονται, παρέρχονται, τα σπουργίτια στήνουν φωλιές κι οι ποντικοί πάντα θα βρίσκουν τρόπο να κλέβουν.<br />
   Η γη σου, Μακριδάκη, μας ξεσηκώνει!

Αλλάζει η ψυχολογία, έρχεται η νίκη

Για να λες “όχι” χρειάζεται να έχεις αξιοπρέπεια. Μόνο. Κι όποιος έχει αξιοπρέπεια δεν έχει ξεπουληθεί, δεν είναι όμηρος των εξαγοραστών του.

Προφανώς το πολιτικό σύστημα της Κύπρου δεν τελεί υπό ομηρεία καμιάς Ζίμενς, οπότε δεν είχαν πρόβλημα να τρίψουν στα μούτρα της Γερμανίας την διαφωνία τους.

Προφανώς το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας τελεί υπό ομηρεία, γι’ αυτό δεν τολμά ούτε καν να διαπραγματευθεί αλλά ψηφίζει με τόση ευκολία, τρία χρόνια τώρα, την μετατροπή της χώρας σε αποικία.

Μετά το όχι της Κύπρου όλα είναι διαφορετικά στην Ελλάδα. Στη χώρα που δέχτηκε πάμπολλες φορές τις απειλές μιας φασίζουσας δεξιάς τρικοματικής κυβέρνησης, για το χάος, την πείνα και την ανέχεια που θα επιφέρει μια ενδεχόμενη άρνησή μας και έξοδος από το ευρώ. Στη χώρα που πλήττεται ήδη από πείνα και ανέχεια ενώ ταυτόχρονα η φασίζουσα τρικοματική της κυβέρνηση, ως γνήσιοι δωσίλογοι πανηγυρίζουν στο πλευρό των αποικιοκρατών, που βλέπουν το καταστροφικό τους σχέδιο να ευοδώνεται.

Όλα από αύριο θα είναι διαφορετικά λοιπόν στην Ελλάδα. Κι όχι επειδή οι πολιτικοί νάνοι της θα αλλάξουν στάση. Αλλά επειδή οι πολίτες της επιτέλους απέκτησαν άλλη ψυχολογία. Οι Κύπριοι έκαναν έτσι το χέρι και σκούπισαν μπρος από τα μάτια των Ελλήνων την πάχνη της μιζέριας που φέρνει η παράδοση στη μοίρα.

Συνέντευξη στα Χανιώτικα νέα

Ίσως επειδή τα Χανιά είναι για μένα τόπος εμπνευστικός, σίγουρα όμως επειδή ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μαριδάκης, τον οποίον γνώρισα πρόσφατα εκεί, ήταν ένας άνθρωπος με καθαρή ματιά, εκφραστικό χαμόγελο, ενημερωμένος και ουσιαστικός, η συνέντευξη που κάναμε ένα μεσημέρι όταν συναντηθήκαμε στα γραφεία του “Δίκτυο FM” είναι κατά την αίσθησή μου η καλύτερη που έχω δώσει για το θέμα “Άλλο είναι η Ζωή κι άλλο αυτό που ζούμε”

Δημοσιεύθηκε το Σάββατο 16 Μάρτη 2013 στο ένθετο Διαδρομές στα Χανιώτικα νέα και την παραθέτω εδώ:

 

συνέντευξη

Δημοσιεύθηκε στις: 16-03-2013 11:10:30

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ:

‘Αλλο η ζωή κι άλλο αυτό που ζούμε’

‘Οι άνθρωποι που έχουν δημόσιο λόγο επιβάλλεται να παίρνουν θέση σε αυτή την τρομακτική συγκυρία. Δεν μπορείς να κάθεσαι και να λες ότι μιλάω μέσα από τα βιβλία μου. Σε αυτή την περίπτωση είτε είσαι δειλός είτε προτιμάς να κάνεις δημόσιες σχέσεις και να μην τα χαλάσεις με κανένα. Αυτός που είναι πραγματικός καλλιτέχνης, το να πάρει θέση για τα όσα συμβαίνουν, το νιώθει σαν ζωτική ανάγκη και αν δεν το κάνει, θα πεθάνει, θα πνιγεί. Ολα τα άλλα είναι από αυτούς που αυτοχαρακτηρίζονται σαν καλλιτέχνες’.

Ο Γιάννης Μακριδάκης λατρεύει, όπως ο ίδιος λέει, τις «λοξές ματιές» πάνω στην πραγματικότητα. «Λοξοί» και αιρετικοί άλλωστε είναι συνήθως και οι μυθιστορηματικοί ήρωες που πλάθει στα βιβλία του. Ιστορίες που κυκλώνουν θεμελιώδη ερωτήματα για τη ζωή ή ακόμα και την κρίση που υπήρχε, όπως τονίζει, πολύ πριν την ανακαλύψουν τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικές ελίτ. Ιστορίες που φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τη σημασία των «σπόρων» της παράδοσης, αλλά και τον σεβασμό προς την οικονομία της Φύσης, «τη μόνη πραγματική οικονομία που υπάρχει».
Οι «Διαδρομές» συνάντησαν τον Γιάννη με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Το ζουμί του Πετεινού» (εκδ. Εστία), που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στα Χανιά, ενώ το νέο του έργο «Του Θεού το μάτι» μόλις κυκλοφόρησε. Η συζήτηση δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα βιβλία. Αλλωστε η συγγραφή, όπως λέει, δεν είναι αρκετή για να εκφράσει τις σημερινές αγωνίες…

• Το τελευταίο διάστημα στις παρουσιάσεις των βιβλίων σου έχεις εγκαινιάσει έναν κύκλο συζητήσεων με τίτλο «Αλλο η ζωή και άλλο αυτό που ζούμε». Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτό;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια πόλη ως αστός, παίρνοντας την αστική παιδεία και όλα τα ερεθίσματα που δίνει ο σύγχρονος κόσμος σε ένα παιδί. Οταν, λοιπόν, πριν από κάποια χρόνια αποφάσισα να αποσυρθώ στο χωριό και να ασχοληθώ με την αγροτική παραγωγή, είδα ότι πολλά πράγματα από αυτά που έμαθα στην πόλη ήταν τελείως λάθος, πλασματικά και παραπλανητικά. Είδα ότι μεγάλωσα δηλητηριασμένος με την εντύπωση ότι ο διπλανός μου, από τον συμμαθητή μέχρι τον συνάδελφο, είναι ανταγωνιστής κι όχι συμπληρωματικός ως προς εμένα. Κι αυτό το συνειδητοποίησα, όταν προσπάθησα να παράξω με τα χέρια και διαπίστωσα ότι δεν έχω τη δυνατότητα να τα κάνω όλα μόνος, όσες γνώσεις και πτυχία κι αν έχω. Είδα ότι, αν δεν υπήρχε ένας άνθρωπος δίπλα μου, εμπειρικός και βιωματικός, δεν θα μπορούσα να ζήσω. Τότε, λοιπόν, θυμήθηκα ότι ο άλλος είναι συμπληρωματικός ως προς εμένα και δεν είναι αυτό που μού έλεγε το σύστημα από παιδί. Επίσης, μια άλλη παράμετρος είναι ότι για να προσεγγίσεις την έννοια της ζωής θα πρέπει να δεις πως ζουν τα έμβια όντα. Να θυμηθείς ότι κι εσύ είσαι ένα πλάσμα που έχει ανάγκη από 3 βασικά συστατικά: Οξυγόνο, τροφή και νερό. Αυτά τα στοιχεία, όταν ζούμε στην πόλη, τα έχουμε παραδώσει σε άλλους. Την τροφή μας την έχουμε παραδώσει ήδη σε χέρια τρίτων, τώρα παραδίδουμε και τα νερά μας και σε λίγο θα παραδώσουμε και το οξυγόνο μας… Δηλαδή τους βασικούς πόρους που υπάρχουν και μας επιτρέπουν να ζούμε τούς θεωρούσαμε για χρόνια δεδομένους. Αρκεί να είχαμε τα λεφτά και αυτοί υπήρχαν. Αυτό, όμως, είναι εξωφρενικό. Οταν επιστρέψεις στην παραγωγή, βλέπεις ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν υπάρχει σε άπειρη ποσότητα και όλα πρέπει να τα φροντίζεις.

• Απομακρύνεσαι δηλαδή από κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες…
Οταν ζεις σ’ ένα διαμέρισμα, πατάς τον διακόπτη και ανάβεις το ηλεκτρικό, το θερμοσίφωνο και πίσω από την κάθε αυτή μικρή κίνηση δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέπειες προκαλείς και σε ποιο μέρος. Το μόνο που έχεις μάθει είναι πόσα λεφτά θα σού ζητήσουν, όταν έρθει ο λογαριασμός. Αρα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ότι είναι φυσικά όντα, δεν αντιλαμβάνονται τη ζημιά που προκαλεί η κάθε τους κίνηση και δεν θυμούνται πια τη συμπληρωματικότητα του άλλου. Με αυτή την έννοια η ζωή είναι κάτι άλλο από αυτό που ζούμε. Είμαστε κλεισμένοι αεροστεγώς σε ένα χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τη Φύση και την οικονομία της Φύσης, η οποία είναι και η μόνη πραγματική οικονομία. Αντίθετα αυτό που έχουμε ορίσει ως οικονομία είναι κάτι πλασματικό, είναι ένα σύστημα που μας δίνει κάθε μήνα χρήμα, δηλαδή χαρτί, για να το επιστρέψουμε πίσω και να μας δώσει τροφή, θεάματα, ταξίδια και να μας καλύψει πλασματικές ή πραγματικές επιθυμίες. Κι όλα αυτά με χαμηλή ποιότητα. Τη διαφορά του ανθρώπου που είναι κλεισμένος μέσα σε αυτό το σύστημα και την πραγματική ζωή εγώ την παρομοιάζω με τη διαφορά που έχει ένα προφίλ στο facebook με την αληθινή ζωή.

• Στα γραπτά σου και τις δημόσιες παρεμβάσεις σου διαπιστώνει κανείς ότι θεωρείς αναγκαία μια επιστροφή στην παράδοση. Οχι, όμως, μέσα από μια νοσταλγική ματιά, αλλά μια ανατρεπτική. Τι ακριβώς είναι η παράδοση για εσένα;
Αυτή τη στιγμή έχουμε δύο ανεκτίμητα κεφάλαια στην Ελλάδα: Το ένα είναι το φυσικό περιβάλλον και το άλλο η πολιτιστική μας κληρονομιά. Δυστυχώς, χρόνια τώρα τα απαξιώσαμε και τα δύο και δώσαμε αξία μόνο στο χρήμα που από μόνο του είναι κάτι ευτελές. Γι’ αυτό προτείνω οι νέοι, που βλέπουν ότι αυτές οι βάσεις είναι σαθρές, να πάρουν όλα τα καλά της προόδου, τις σύγχρονες τεχνολογίες κ.λπ. και να τις «καλουπώσουν», να τις κάνουν πιο στέρεες μέσα από την παράδοση. Οσο και να αναπτυσσόμαστε τεχνολογικά και επιστημονικά, αν χάνουμε σπόρους – γνώσεις του παρελθόντος, τελικά θα βγούμε χαμένοι. Νιώθω ότι βρισκόμαστε σε μια φάση σαν τον πύργο της Βαβέλ πια. Γι’ αυτό και γύρω μας ακούμε και λέμε συχνά ότι «μιλάμε την ίδια γλώσσα, αλλά δεν καταλαβαινόμαστε». Είναι απόλυτη ανάγκη να αλλάξει πια αυτό.

• Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς για την κρίση. Αλλοι μιλάνε για οικονομική κρίση, άλλοι για κρίση αξιών, άλλοι για κοινωνική κρίση. Για σένα τι είναι αυτή η κρίση τελικά;
Προσωπικά ζω την κρίση πάνω από 15 χρόνια. Από τον καιρό που ξεκίνησα να ζω μέσα στην κοινωνία μετά τις σπουδές και το στρατιωτικό. Τότε αντιλήφθηκα ότι υπάρχει κρίση αξιών και δεν μπορούσα ποτέ να την αποδεχθώ. Γι’ αυτό και βγήκα πολύ νωρίς από το χρηματοοικονομικό σύστημα και ήμουν πάντα βέβαιος ότι αυτό το πράγμα, με τον τρόπο που το βιώναμε, δεν θα πάει πουθενά, αλλά στην καταστροφή. Ολη αυτή η κατάσταση αναμενόμενα χτύπησε κάποια στιγμή και την οικονομία και πλέον την αισθάνθηκε και ο πολύς ο κόσμος. Θα πρέπει να πω ότι τότε, σε πρώτη φάση κι εγώ πλανήθηκα. Σκέφτηκα ότι επιτέλους θα σταματήσει αυτή η αλόγιστη ανάπτυξη, η καφρίλα του καθενός μας και ότι είναι η ευκαιρία να δούμε την κατάντια μας. Ομολογώ ότι είχα κάνει ένα τεράστιο λάθος. Ημουν πολύ αισιόδοξος, αλλά η αισιοδοξία είναι το όπλο του καπιταλισμού και των αγορών για να σε κάνουν καλό καταναλωτή. Μετανιώνω γι’ αυτό, γιατί πλέον βλέπω ότι η παγκόσμια αγορά προσπαθεί να ξεπεράσει την κρίση με μια ισχυρότερου τύπου «ανάπτυξη», εμπορευματοποιώντας ακόμα και τους φυσικούς πόρους. Αυτό για την ανθρωπότητα ισοδυναμεί με την κίνηση του σκορπιού που αυτοκτονεί. Γι’ αυτό τέλος οι αισιοδοξίες…

• Τα βιβλία σου είναι θα λέγαμε πολιτικά, αλλά παράλληλα κάνεις συχνά και δημόσιες παρεμβάσεις. Μοιάζει σαν να μην σού είναι αρκετή η συγγραφή…
Ακριβώς αυτό αισθάνομαι και γι’ αυτό το κάνω. Πρώτον είναι προσωπική ανάγκη και δεύτερον η άποψή μου είναι ότι οι άνθρωποι που έχουν δημόσιο λόγο επιβάλλεται να παίρνουν θέση σε αυτή την τρομακτική συγκυρία. Δεν μπορείς να κάθεσαι και να λες ότι μιλάω μέσα από τα βιβλία μου. Σε αυτή την περίπτωση είτε είσαι δειλός είτε προτιμάς να κάνεις δημόσιες σχέσεις και να μην τα χαλάσεις με κανένα. Αυτός που είναι πραγματικός καλλιτέχνης, το να πάρει θέση στα όσα συμβαίνουν, το νιώθει σαν ζωτική ανάγκη και αν δεν το κάνει θα πεθάνει, θα πνιγεί. Ολα τα άλλα είναι από αυτούς που αυτοχαρακτηρίζονται σαν καλλιτέχνες.

• Ζεις σε ένα χωριό της Χίου, λιτά και μακριά από τα αστικά κέντρα. Τι κερδίζει και τι χάνει κανείς από αυτό;
Αυτό που έχω αντιληφθεί είναι ότι κάθε πρωί που ξυπνάω είμαι χαρούμενος. Γυρνώντας από το χωράφι αισθάνομαι γεμάτος, πλήρης. Αντίθετα όταν ήμουν στην πόλη, αισθανόμουν έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και κυρίως το Σαββατοκύριακο που ερήμωναν οι δρόμοι. Αρα ένα κέρδος είναι αυτό, δηλαδή, οι περισσότερες στιγμές ευτυχίας. Ενα άλλο είναι ότι ασκούμαι και τρώω αυτά που παράγω. Οτι έρχονται φίλοι και απολαμβάνω την επικοινωνία ή ότι παράγεις πράγματα που μπορείς να προσφέρεις μετά σε φίλους και συγγενείς. Ολο αυτό είναι κέρδος. Παράλληλα, ζώντας έτσι έχεις χρόνο να σκεφτείς. Από την άλλη, πάντα κάτι χάνεις. Κάθε επιλογή έχει κι αυτό το κομμάτι. Χάνεις κάποιες συναντήσεις, διάφορα πράγματα που συμβαίνουν στην Αθήνα ή αλλού δεν μπορείς να είσαι βιολογικά εκεί. Προσπαθώ βέβαια να φεύγω μια φορά τον μήνα και να πηγαίνω σε διάφορα μέρη ή εκδηλώσεις. Τον χειμώνα βέβαια δεν είναι εύκολο λόγω συγκοινωνιών και το καλοκαίρι λόγω ποτισμάτων… Ωστόσο, υπάρχει το Διαδίκτυο και η καθημερινή επικοινωνία με τον κόσμο. Εξάλλου, στην κατάσταση που βρίσκονται τα οικονομικά πολλών ανθρώπων σήμερα αυτό που διαπιστώνω είναι ότι όταν κάθομαι στο facebook είναι κι όλοι οι άλλοι μέσα. Και καλά εγώ που είμαι «απομονωμένος», όπως μου λένε, στο χωριό, εσείς που είστε στο κέντρο γιατί είστε μέσα στο facebook;

Και σε pdf στην σελίδα 11
http://www.haniotika-nea.gr/xef/index.html

Έχουμε και πέτρες πολλές

Εδώ ο κόσμος καίγεται κι η Αμανή χτενίζεται, θα μου πείτε, αλλά τι να κάνω, με προκαλούν και δεν μπορώ να τα κρατάω μέσα μου.

Πέρσι σε ένα αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο, που έγινε στο Μουσείο Μπενάκη, διηγήθηκε το εξής περιστατικό ο Διονύσης Σαββόπουλος:

Σε κάποια από τις συναντήσεις τους, νεαρός τότε ο Σαββόπουλος, άρχισε να λέει στον Γκάτσο για την κατάντια της Τέχνης στην Ελλάδα, για τον κατήφορο που έχει πάρει η ποιότητα και που φαίνεται να είναι μεγάλος και δύσκολα αναστρέψιμος και διάφορα άλλα τέτοια διαπιστωτικά και αφοριστικά, ρωτώντας ταυτόχρονα τον ποιητή τι προτείνει να κάνουν για να αναστρέψουν την κατάσταση. Ο Γκάτσος δεν μιλούσε, μονάχα τον άκουγε υπομονετικά. Κι όταν ο νέος έβαλε τελεία στην απελπισία του, γύρισε ο ποιητής και τον ρώτησε: Δεν μου λέτε, για την Τέχνη ενδιαφέρεστε ή για τον εαυτό σας;

Αυτό ακριβώς μου έρχεται στον νου κάθε φορά που ακούω κάποιους συγκεκριμένους τύπους επενδυτές και παραγοντίσκους της κακιάς ώρας να κραυγάζουν απεγνωσμένα για την περιοχή της Αμανής. Να κρούουν κώδωνες κινδύνου και να ζητούν δράσεις για να αντιστραφεί η κατάσταση, η οποία κάθε τόσο λένε πως έχει φτάσει πλέον στο χείλος της καταστροφής. Το ενδιαφέρον είναι πως κάθε χρόνο μόλις μπει η άνοιξη έρχονται κι αυτοί να κλαψουρίσουν και να αφυπνήσουν δήθεν τον Δήμο Χίου για να σκύψει πάνω στα προβλήματα του απομακρυσμένου μας τόπου. Όλα αυτά τα κάνουν βέβαια σκεπτόμενοι αποκλειστικά και μόνο τον εαυτόν τους και ποιο κοκαλάκι θα μπορέσουν να γλείψουν το ερχόμενο καλοκαίρι.

Διότι και πέρσι τέτοια εποχή παρόμοια πράγματα κάνανε. Φέτος το αναβαθμίσανε λιγάκι το παραμύθι τους, εμπλέκοντας και τους ανεκδιήγητους αιρετούς του Δήμου Χίου, από τους οποίους απαιτούν επενδύσεις στην ιαματική πηγή των Αγιασμάτων, μπας και γίνει κάνα εργάκι εκεί και πάρουν την καντίνα να την δουλεύουν οι εθνικοί μας καφετζήδες. Αλλά για να μην το πούνε αυτό μάτια κούτελα και φανεί της μαϊμούς ο πισινός, το γαρνίρουν με χίλιες δυο προτάσεις εξωπραγματικές στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα, ρίχνουν και δυο πηχαίους δακρύβρεχτους τίτλους για την Αμανή που έχει (πάλι φέτος) την τελευταία της ευκαιρία να ανακάμψει, και πάνε σε Συμβούλιο για την λήψη της απόφασης.

Πληροφορούμε λοιπόν τους κυρίους αυτούς που ανακάλυψαν την Αμανή πριν από μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού χρόνια και που έρχονται κάθε σαββατοκύριακο με τα σακάκια του παραγοντίσκου να πουλήσουν ενδιαφέρον για τον τόπο, ότι όσοι ζούμε εδώ, όσοι δουλεύουμε με τα εύφορα χώματα και τα γάργαρα νερά αυτής της ευλογημένης γης, είμαστε περήφανοι γι αυτήν, την προσέχουμε σαν τα μάτια μας, δεν έχουμε κανένα παράπονο παρόλα τα προβλήματα που υπάρχουν κι εδώ, όπως υπάρχουν σε κάθε τόπο, και πως δεν θέλουμε κολαούζους, που δήθεν ενδιαφέρονται για τον τόπο μας και μας εκπροσωπούν παραγοντίστικα.

Ας μαζέψουν το υφάκι των χιλίων καρδιναλίων που μαρτυρά την κενότητά τους κι ας μας αφήσουν ήσυχους. Διότι όσοι ζούμε εδώ, ζούμε επειδή ο τόπος μας είναι αυτός που είναι, ευτυχώς, κι όχι όπως τον ονειρεύονται του λόγου τους. Ας μαζευτούν λοιπόν και ας σταματήσουν να βάζουν μπροστά τον τόπο για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους διότι τους έχουν πάρει χαμπάρι και οι πέτρες. Κι έχει πολλές…