Φτώχυνε η Αθήνα

Σήμερα έμαθα μια είδηση που ανέμενα κάμποσον καιρό αλλά δεν την είχα συνειδητοποιήσει, μάλλον την απόδιωχνα από το μυαλό μου μέχρι να συμβεί, μήπως και τελικά αλλάξει η κατάσταση.

Έκλεισε το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι σπάνιες επισκέψεις μου στην Αθήνα θα είναι πλέον φτωχότερες. Είχα ένα απάγκιο στην καρδιά της πόλης και τώρα πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα πως δεν υπάρχει πια. Πως δεν θα ξανανέβω την Σόλωνος ως εκεί, διότι τίποτα δεν θα είναι όπως το άφησα την τελευταία φορά που πήγα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Το Βιβλιοπωλείο της Εστίας προσωπικά με σημάδεψε. Κι ας το γνώρισα ουσιαστικά στην τελική του ευθεία. Η κυρία Μάνια διάβασε πρώτη απ’ όλους τον Ανάμιση Ντενεκέ μου και ήτανε εκείνη που με τίμησε, έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων, που δεν είχε καμιά σχέση ως τότε με τους λογοτεχνικούς κύκλους, προτείνοντας στην κόρη της Εύα, την διευθύντρια των εκδόσεων, την έκδοσή του βιβλίου.

Από τότε όποτε πήγαινα στην Αθήνα, περνούσα πάντα από το Βιβλιοπωλείο και ένιωθα πολύ όμορφα καθώς διέσχιζα τους διαδρόμους ανάμεσα στους πάγκους με τα βιβλία για να κατευθυνθώ προς το βάθος, όπου ήταν το γραφείο της κυρίας Μάνιας, να πιω ένα, πάντοτε διαθέσιμο έως επιβεβλημένο, τσίπουρο μαζί της, να της πω τα νέα μου από τα χωράφια και το νησί και να μου πει τα δικά της από τον κόσμο των ανθρώπων και των βιβλίων. Μέσα κει, στο γραφείο της, το γεμάτο από πάκους με βιβλία και χειρόγραφα, ήταν το τελευταίο λογοτεχνικό σαλονάκι της Αθήνας, που έφερε την ενέργεια τόσων και τόσων σημαντικών ονομάτων, οι οποίοι το είχαν για στέκι. Εκεί γνώρισα κι εγώ, τελευταίος των τελευταίων, κάμποσους σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης και όχι μόνο.

Γνώρισα και τον εξαιρετικό άνθρωπο Γιάννη Καραϊτίδη, τον γιο της κυρίας Μάνιας, τον ιδιοκτήτη του Βιβλιοπωλείου, που με τόσο ενθουσιασμό ερχόταν κάθε φορά να μου σφίξει δυνατά το χέρι και να μου εκφράσει τις ανησυχίες του για το πού βαδίζει η ζωή και η ανθρωπότητα αλλά και τις ελπίδες του για το οικολογικό κίνημα, για τον σεβασμό στη φύση, στα ζωντανά, στην ψυχή του ανθρώπου. Κράτα γερά Μακριδάκη και πρόσεχε, πρόσεχε μη χάσεις αυτό που έχεις, την ψυχή σου, έτσι μου λεγε κάθε φορά και μου ‘δειχνε απέραντο σεβασμό και θαυμασμό που ασχολούμαι με τη γη και την πολιτική της αποανάπτυξης.

Έκανα αρκετές παρουσιάσεις των βιβλίων μου εκεί, την πρώτη στο υπόγειο παρέα με τον αείμνηστο Παύλο Μάτεση, και όλες τις μετέπειτα στο ισόγειο, όπου έμπαιναν καθίσματα ανάμεσα στους πάγκους κι ακουμπούσαν οι παριστάμενοι τους αγκώνες και το κορμί τους ολάκερο, οι όρθιοι, πάνω στα βιβλία.

Γνώρισα όλους τους υπαλλήλους του και κάθισα με τις ώρες δίπλα στην Μαρία, την αγαπημένη μου βιβλιοπώλισσα, λέγαμε για χίλια δυο ενώ εκείνη ταυτόχρονα εξυπηρετούσε πελάτες ψάχνοντας τίτλους στον υπολογιστή ή τηλεφωνώντας σε εκδοτικούς οίκους, αφού δεν υπήρχε βιβλίο, όσο παλιό και να ‘ταν, που να μην το είχε στο μυαλό της και να μην ήξερε ανά πάσα στιγμή αν υπάρχει εντός του καταστήματος προς διάθεση, αν έχει εξαντληθεί προ πολλού ή αν υπάρχει και μπορεί να το παραγγείλει από τον αρμόδιο κάθε φορά εκδοτικό οίκο.

Από τώρα και στο εξής τέλος όλα αυτά. Τέλος το σκαμπό δίπλα στην Μαρία, τέλος τα τσίπουρα στην πολυθρόνα του γραφείου της κυρίας Μάνιας, τέλος οι γνωριμίες και οι συναντήσεις με ανθρώπους της τέχνης εκεί, τέλος οι σφιχτές και ψυχωμένες χειραψίες του Γιάννη, τέλος και οι παρουσιάσεις – συναντήσεις με αναγνώστες. Τέλος το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Φτώχυνε η Αθήνα για μένα, φτώχυνε η Αθήνα γενικώς.

Στάχτη από φράγκα

Σήμερα έκαψα 4.000 ευρώ σε πενηντάρικα. 80 πενηντάευρα. Τα ‘βαλα μέσα σε μια πήλινη λεκάνη, εκεί που ζύμωνε η συχωρεμένη η μάνα μου κάποτε τα κουλούρια της Λαμπρής, τσαλακωμένα σαν μαρουλόφυλλα τα ‘βαλα κι ύστερα έπιασα το ένα, το άναψα με το τσακμάκι στην άκρη, το γύρισα προς τα κάτω να κάνει φλόγα και το ‘ριξα μέσα. Λαμπάδιασε η τσανάκα στο λεφτό. Σαν να ‘καιγε η ολυμπιακή φλόγα μέσα της ήτανε. Και βγάζανε έναν μαύρο καπνό πηχτό τα μελάνια, βρομοπράματα. Για κάνα δεκάλεπτο περίπου καιγόντανε κι ένιωθα πολύ μεγάλη ηδονή. Από τη μια που μπόρεσα να λευτερωθώ από δαύτα, που κατάφερα επιτέλους να δω πόσο ευτελή κωλόχαρτα είναι και να τους φερθώ κατά πως τους αξίζει, από την άλλη που σκεφτόμουνα, όσο η φωτιά κόρωνε, την ξινισμένη της μούρη, τι θα πάθαινε άμα μ’ έβλεπε να τα καίω σκεφτόμουνα, τώρα που ετοιμάζεται να βάλει χέρι στις καταθέσεις και να μας της κλέψει, σαν που έκανε στην Κύπρο.

Πουτάνα, έλεγα μέσα μου, κι είχα τα μάτια μου καρφωμένα μες στην τσανάκα που κάπνιζε, ούτε εγώ θα ‘χω πια τέτοια κωλόχαρτα, ούτε εσύ θα βρεις τίποτα να αρπάξεις. Θα σε καταστρέψω. Όποτε πέφτει στα χέρια μου τέτοιο κωλόχαρτο, θα του βάζω φωτιά, να το καίω. Κι είχα ένα χαιρέκακο γέλιο στο στόμα, κακαριστό και ύπουλο.

Το ίδιο ακριβώς είχα κάνει μια χρονιά και με τις κολοκυθιές. Μου τα τρώγανε οι ποντικοί κάθε βράδυ τα κολοκύθια και το πρωί πήγαινα και τα ‘βρισκα δαγκαμένα. Παίρνανε το ποσοστό τους οι κύριοι, με φορολογούσανε ολονυχτίς και μου κουρεύανε τον κόπο. Πού να τα φας μετά τ’ απομεινάρια. Τ’ αποφάγια των ποντίκαλων θα φας; Ούτε να το σκεφτείς, με τόσες αρρώστιες που κουβαλάνε. Αυτοί μπορεί να ‘χουνε περπατημένο, μπορεί και γλυμένο όλο το κολοκύθι αλλά να πιπιλίσανε μονάχα την άκρια. Από τη στιγμή που περάσανε κι αγγίξανε οι σιχαμεροί, δεν αγγίζεις εσύ απάνω του, πάει κόπος σου, τον πετάς και δε γεύεσαι τίποτα. Έγινε μια δυο τρεις φορές αυτή η δουλειά, την τέταρτη ξύπνησα πρωί πρωί και βγήκα στον μπαξέ, πήρα την τσάπα και τις ξεπάτωσα όλες τις κολοκυθιές, παλιοπούστηδες, είπα, ούτε εγώ θα φάω κολοκύθι αλλά ούτε εσείς πια, κερατάδες, νηστικοί θα μείνετε, θα ψοφήσετε της πείνας, κι ένιωθα πάλι την ίδια ηδονή θυμάμαι, όσο την έκανα τη δουλειά αυτή, την ίδια όπως και σήμερα το πρωί που της πήρα τη μπουκιά απ’ το στόμα της σκρόφας και την έκαψα. Προτού προλάβει να αγγίξει αυτή, το ‘κανα. Δεν χρειαζότανε να κάτσω να την περιμένω πότε θα βάλει το σιχαμερό της χέρι στις οικονομίες μου. Αφού το ‘βαλε στην τσέπη του γείτονα, του Κύπριου, εμένα θα αφήσει;

Σηκώθηκα λοιπόν πρωί πρωί κι αντί να πάω στο χωράφι, πήγα στην τράπεζα. Ίσαμε ένα χρόνο είχα να μπω σε τράπεζα, ξεχασμένα τα ‘χα έτσι κι αλλιώς τα φράγκα εκεί μέσα. Τα σήκωσα όλα κι έφυγα. Μου λέει ο ταμίας, να σας δώσω μια θυρίδα να τα κρύψετε; Πού θα τα πάτε; Στο σπίτι θα σας τα κλέψουν. Του λέω δεν θέλω θυρίδα, δεν θέλω να τα κρύψω, να τα κάψω θέλω, γι’ αυτό τα παίρνω. Σιγά μην τα αφήσω έτσι ζωντανά, να τα βρούνε οι τοκογλύφοι, να τα γλεντήσουνε εις υγείαν του κορόιδου. Αμφιβάλλω άμα με πίστεψε, σαν σαλεμένο με κοιτούσε, με το στόμα ανοιχτό και κουνούσε και την κεφαλή του απάνω κάτω, μα άλλη κουβέντα δε σταύρωσε.

Γύρισα μάνι μάνι στο χωριό και πήγα στο χωράφι, τα βαλα μες στην τσανάκα και τα μπουρλώτιασα. Λευτερώθηκα. Σαν πουλάκι έγινα, λαφρύς κι αέρινος. Ύστερα πήρα τη στάχτη και την έθαψα σ’ ένα σημείο χέρσο. Μη τυχόν και την πάρει ο αέρας φοβήθηκα και την κυκλοφορήσει εδώ κι εκεί και μαγαρίσει τα φυτά μου. Στάχτη από φράγκα, ό,τι χειρότερο.

 

 

Προσεχείς συναντήσεις και εκδηλώσεις

Δεν υπάρχει ομορφότερο συναίσθημα και μεγαλύτερη ηθική ανταμοιβή για έναν άνθρωπο που γράφει λογοτεχνία, από το να δέχεται προτάσεις για συνάντηση με παιδιά σχολείων, τα οποία έχουν διαβάσει βιβλία και κείμενά του και επιθυμούν να συναντηθούν μαζί του, να γνωριστούν και να ανταλλάξουν σκέψεις και συναισθήματα.

Μου έχει τύχει κάμποσες φορές μέχρι σήμερα αλλά κάθε φορά που λαμβάνω ένα καινούριο μέηλ από μαθητές ή καθηγητές φιλολογικών και πολιτιστικών ενός ακόμα σχολείου, χαίρομαι όπως την πρώτη φορά.

Κυρίως, όταν τα παιδιά εντάσσουν την συνάντησή μας μέσα στις δραστηριότητές τους, κατά τις λίγες μέρες που επισκέπτονται το νησί της Χίου, κάνοντας την καθιερωμένη πενταήμερη εκδρομή τους. Είναι μεγάλη τιμή για μένα αυτή η επιλογή τους.

Πρόγραμμα συναντήσεων και εκδηλώσεων Απριλίου

Πέμπτη 18 Απριλίου συνάντηση με τους μαθητές του 2ου Λυκείου Γλυφάδας στο ξενοδοχείο Χανδρής Χίου

Παρασκευή 19 Απριλίου, Παρουσίαση βιβλίων Το ζουμί του Πετεινού και Του Θεού το Μάτι, στην βιβλιοθήκη Ανθός, στο Ναύπλιο

Σάββατο 20 Απριλίου, Λογοτεχνική συνάντηση στη μνήμη του ποιητή Αργύρη Χιόνη, στο Ξυλόκαστρο

Κυριακή 21 Απριλίου, 19.00, Φανοσθένους 8, Συνάντηση με την Λέσχη Ανάγνωσης Πήγασος, στον Νέο Κόσμο (Αθήνα)

Κυριακή 21 Απριλίου, 23.00, Ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή Στο Κόκκινο, με τον Ν. Κουρμουλή

Δευτέρα 22 Απριλίου, Συνάντηση με τους μαθητές του 2ου Γυμνασίου Μοσχάτου στο σχολείο τους

Δευτέρα 22 Απριλίου, Εκδήλωση”Άλλο είναι η ζωή κι άλλο αυτό που ζούμε” με την Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης και Πολιτισμού – Κίνηση Πολιτών Νέου Ψυχικού, Ψυχικού και Φιλοθέης “Ομπρέλες” (Ψυχικό)

Τρίτη 23 Απριλίου, Συνάντηση με τους μαθητές του 2ου Λυκείου Αλίμου, στο σχολείο τους

Τρίτη 23 Απριλίου, Παρουσίαση βιβλίου Του Θεού το Μάτι, στο βιβλιοπωλείο Μαθιουδάκη, στο Περιστέρι

Οι ακριβείς ώρες και διευθύνσεις των χώρων των εκδηλώσεων θα ανακοινωθούν σύντομα

 

Μια συνέντευξη παρωδία

Την περασμένη εβδομάδα επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου τοπικός δημοσιογράφος, ιδιοκτήτης ραδιοφώνου, τηλεοπτικού σταθμού και εβδομαδιαίας εφημερίδας και μου είπε ότι θέλει να κάνουμε μια συνέντευξη στην τηλεόραση, στα πλαίσια μιας εβδομαδιαίας εκπομπής που έχει και παρουσιάζει διάφορους ανθρώπους του τόπου.

Μου έκανε εντύπωση η επιλογή του προσώπου μου διότι εδώ στο νησί μόνο σε εκτίμηση δεν με έχουν όλοι αυτοί οι τύποι των εξουσιών και του χρήματος αλλά δεν το πολυμελέτησα κιόλας. Πολύ κακώς. Μου είπε ότι δεν θέλει να ασχοληθούμε με την τοπική πραγματικότητα, αλλά να μιλήσουμε για την λογοτεχνία και για τα ευρύτερα ζητήματα. Γι’ αυτό δέχτηκα την πρότασή του και βρέθηκα στις 8.30 το πρωί του περασμένου Σαββάτου στο στούντιό του, όπου θα γινόταν η μαγνητοσκόπηση της εκπομπής, οποία θα μεταδοθεί σήμερα το βράδυ κι ακόμα δεν την έχω χωνέψει.

Ανάβουν οι κάμερες και ξεκινάει τον πρόλογο:

Φιλοξενώ σήμερα τον Μακριδάκη που είναι μια προσωπικότητα η οποία θα μπορούσε να είναι από τρομοκράτης της 17Ν μέχρι καλόγερος, λέει και μένω εμβρόντητος. Και συνεχίζει: Αν μου λέγανε πως έβαζε βόμβες με την 17Ν δεν με εξέπληττε.

Καταλαβαίνετε τι έπαθα. Πρωί Σαββάτου, έξω από τα νερά μου, αντί να είμαι στα φυτά μου, να κάθομαι δίπλα σε έναν άνθρωπο που λέει όλες αυτές τις παπάρες μπροστά στις αναμμένες κάμερες.

Για να είμαι ευγενικός και να μη σηκωθώ να φύγω, (διότι δεν έχω καμιά εμπειρία από κάμερες και εκπομπές, οπότε αργότερα το σκέφτηκα ότι ήταν μαγνητοσκόπηση και θα έπρεπε να έχω κόψει την εκπομπή και να ‘χω φύγει από την πρώτη αυτή στιγμή), του απάντησα χιουμοριστικά ότι βάζω βόμβες από ντοματάκια άνυδρα και με αυτόν τον τρόπο έκανα μια προσπάθεια να εγκλιματιστώ κάπως στο μαρτύριο της μιας ώρας, που όπως φαινόταν πεντακάθαρα, θα με υπέβαλλε (αφού ως βλαξ και χωρικός δεν έβγαλα το μικρόφωνο να απελευθερωθώ και να μην ξαναπατήσω εκεί)

Και όντως έτσι ήταν. Μαρτύριο μέγιστο. Ήταν τόσο βαρετό και εξοργιστικό όλο αυτό που ακολούθησε, ώστε δεν είχα καμιά διάθεση ούτε να απαντήσω όπως θα θελα στις ερωτήσεις του.

Προχωράμε στην πρώτη ερώτηση η οποία έχει σχέση με την λογοτεχνία και δεν είναι άλλη από το αν βγάζω λεφτά από τα βιβλία.

Λέω μέσα μου, Γιάννη την πάτησες και είσαι απόλυτα υπεύθυνος για όλο αυτό που σου συμβαίνει διότι το ξερες, το ψιλλιαζόσουν κι όμως δεν το απέφυγες.

Πάμε παρακάτω και αρχίζει να με ρωτάει για ποιον λόγο κυκλοφορώ συνέχεια ντυμένος με “παλιά ρούχα” και δεν είμαι καλοντυμένος να με βλέπει η κοινωνία να με χαίρεται!

Εκεί έχει πλέον ανέβει το αίμα μου στο κεφάλι. Θα πρεπε να σηκωθώ και να κάνω μια γύρα τον εαυτό μου μπρος στην κάμερα, να δούνε την αμφίεσή μου οι θεατές και να τον ρωτήσω αν την εγκρίνει αλλά δεν το σκέφτηκα εκείνη την ώρα, είχα συνεχώς το μυαλό μου αλλού μιας και το επίπεδο της συζήτησης ήταν τόσο υψηλό, ήμουν και θολωμένος από τα νεύρα. Με τον εαυτό μου τα είχα και όχι μ’ εκείνον. Ψέλλισα κάτι του στυλ ότι ποτέ δεν με ενδιέφερε το φαίνεσθαι και πως δεν είμαι καταναλωτής απλά για να καταναλώνω αλλά μέσα μου είχα αρχίσει να εξοργίζομαι για όλο αυτό που μου συνέβαινε, σε μια στιγμή μου φεύγει κι από τα χέρια το στυλό που κρατούσα και πετάγεται προς την κάμερα, παρωδία.

Και τέλος, πάει στο ψητό. Με ρωτάει γιατί βρίζω τους ανθρώπους που έχουν μια διαφορετική άποψη από μένα! Εννοεί βέβαια γιατί δεν κάθομαι ήσυχος να με καβαλάνε οι γελοίοι παραγοντίσκοι και πολιτικάντηδες της τοπικής συμφοράς αλλά γράφω συνεχώς κείμενα εκθέτωντάς τους και χαρακτηρίζοντάς τους κάποτε κάποτε με όποιον χαρακτηρισμό ταιριάζει στην περίσταση.

Και για να χρυσώσει το χάπι, αρχίζει το παραμύθι ότι με αυτή τη συμπεριφορά μου μειώνω το έργο μου στα μάτια του κόσμου, για να πάρει την απάντηση βέβαια ότι δεν με εδνιαφέρει κανενός η αναγνώριση και ότι είμαι πολιτικό ον που νιώθει την ανάγκη να παρεμβαίνει στα κοινά του τόπου του και δεν είμαι συγγραφέας που κάθεται να παρατηρεί αφ’ υψηλού τα ανθρωπάκια και την δράση τους από κάτω του. Θα θελα να του πω οτι νιώθω εκφραστής της οργής και της αγανάκτησης των πουλιών, των δέντρων, των φυτών και των ζώων απέναντι στην ύβρη και τα εγκλήματα των αντπυξιολάγνων αλλά, όπως είπα και πριν, μετρούσα τα λεπτά για να τελειώσει η υψηλού επιπέδου συνέντευξή μας και να φύγω (αφού ούτε ακόμα και τότε είχα σκεφτεί να τον αφήσω στα κρύα του λουτρού και να πετάξω το μικρόφωνο από πάνω μου)

Μετά από όλα αυτά πήγαμε κάπως να πιάσουμε τα θέματα του τρόπου ζωής στη φύση και της πρότασης ζωής που προτείνω αλλά και πάλι, σε κάθε τι που έλεγα αντέτεινε φτηνές ατάκες του στυλ “ναι, αλλά ρεύμα έχεις”, “ναι αλλά αυτοκίνητο έχεις”, “ναι, αλλά ίντερνετ έχεις” και διάφορες τέτοιες γελοιότητες, οι οποίες δεν επιδέχονται κανενός είδους σοβαρή έκθεση ή ακόμα και αντιπαράθεση απόψεων.

Με λίγα λόγια έπεσα θύμα της βλακείας μου, να μην αποφύγω μια τέτοιου είδους έκθεση και είμαι αδικαιολόγητος διότι βλέπω και ξέρω.

Σηκώθηκα κι έφυγα απολύτως χαλασμένος. Αυτή είναι τοπική πραγματικότητα, δυστυχώς. Γι’ αυτό έχω κλειστεί μαζί με τα φυτά στο μούρκι και όποτε ξεχαστώ και βγω, το μετανιώνω.

 

Ευρώ Κατοχής

Με αεροπλάνα και κοντέινερς, με στρατό και ελικόπτερα της αστυνομίας να πετούν από πάνω, μεταφέρθηκαν τα 5 γερμανικά δις ευρώ Κατοχής στην Κύπρο.

Καμιά αμφιβολία πλέον ότι την Βέρμαχτ, τους αλεξιπτωτιστές, τα άρματα και τον στρατό Κατοχής, τα έχει σήμερα αντικαταστήσει απόλυτα το ευρώ. Την κυβέρνηση Τσολάκογλου, οι τωρινές προδοτικές κυβερνήσεις. (Τωρινές εννοούνται όλες αυτές από την ένταξή της κάθε χώρας στο ευρώ, μέχρι σήμερα. Πρώτος δωσίλογος στην σύγχρονη στην Ελλάδα κατά την σύγχρονη αυτή επέλαση του νεοναζισμού, ο γερμανοτραφής Σημίτης). Τις εκτελέσεις και τα αντίποινα, η εξαθλίωση και οι πολιτικές δολοφονίες με τη μορφή αυτοκτονιών.

Μονάχα η πείνα και τα συσσίτια είναι απολύτως ίδια για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Κι αυτό διότι ενώ μεταλλάχθηκαν οι άνθρωποι σε άτομα – καταναλωτές, έγιναν γρανάζια που κινούνται με ευρώ και “ζουν” τον “ελεύθερο χρόνο τους” (τι ύβρις) μέσα από οθόνες, έγιναν έτσι εύκολοι στόχοι και θύματα για τον πλούσιο και αδίστακτο κατακτητή Γερμανό, ο οποίος τους καθυπόταξε με το υπερόπλο του, το ευρώ, παρόλα αυτά όμως η φύση των γραναζιών, την οποία ξέχασαν αυτά, αλλά αυτή δεν ξέχασε, δεν μπορεί να αλλάξει κι έτσι η φυσική πείνα, η φυσική αγανάκτηση, η φυσική κατάθλιψη, η φυσική οργή, όλα τα φυσικά υπάρχουν ακόμα μες στα γρανάζια, εν ενεργεία ή άνεργα, και βγαίνουν κάποτε κάποτε στην επιφάνεια κάνοντάς τα κάτι τις να νιώθουν, κι ας μην ξέρουν πια τι σημαίνει συναίσθημα.

Μια Ευρώπη αριθμών, μια Ευρώπη γραναζιών που μετρούν και κινούν την γερμανική πολεμική μηχανή του ναζισμού, την Οικονομία.

Ό,τι δεν κατάφερε ο Χίτλερ, το κατάφερε η Μέρκελ κι ο Σόϋμπλε. Όχι επειδή είναι ικανότεροι. Μα επειδή εμείς ξεπέσαμε τόσο.

Ανασύνταξη δυνάμεων και πόλεμος ενάντια στο ευρώ, η μόνη πρόταση αντίστασης που επείγει. Για την καταπολέμηση της αποικιοκρατίας, του ναζισμού, του φασισμού, του ρατσισμού, του ξεπουλήματος της πατρίδας, η μόνη συνισταμένη είναι ο πόλεμος ενάντια στο ευρώ.

Δημοσιεύσεις για Του Θεού το μάτι

Σταυρούλα Παπασπύρου στην Athens Voice:

● Νέος Γιάννης Μακριδάκης, «Του Θεού το μάτι« (Εστία). Στο φόντο οι «πιο κρίσιμες» εκλογές από την εποχή της μεταπολίτευσης. Και σε πρώτο πλάνο ένας Χιώτης αφοσιωμένος στη γη του, σε κουβέντα με το Σκιάχτρο που φτιάχνει για το χωράφι του. Ένας θιασώτης του σοσιαλισμού αλά ελληνικά, περιστοιχισμένος από όψιμους επαναστάτες, με την πλάτη φορτωμένη από δουλειές, ένα βήμα πριν την κάλπη, σε δίλημμα. Επιτρέπεται να προδώσει ο ευεργετηθείς; Λογοτεχνία και πολιτική, σήμερα, πάνε μαζί.

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/428/%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82-428

Καθημερινή Κυριακής 24 Μαρτίου 2013: Λίστα Ευπώλητων βιβλιοπωλείου Πολιτεία (Αθήνα)

 

Κι όμως, έχουμε μεγάλη ρευστότητα…

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο όρος “έλλειψη ρευστότητας”, ο οποίος οδηγεί σε αποσυντονισμό έως ασφυξία την ζωή των σύγχρονων ανθρώπων, με τραγικά αποτελέσματα ανέχειας και θανάτων, αναφέρεται όχι σε οξυγόνο, νερό ή τροφή αλλά σε χαρτονομίσματα, τότε καταλαβαίνει την μέγιστη πλάνη μέσα στην οποία ζει και εξελίσσεται η ανθρωπότητα εδώ και χρόνια, φτάνοντας ήδη στην έσχατη κατάντια. Κατανοεί το μέγιστο μπέρδεμα μέσα στο οποίο είναι εγκλωβισμένη η ζωή αυτού του “πολιτισμένου” γραναζιού που λέγεται “σύγχρονος άνθρωπος – άτομο – καταναλωτής”. Το ότι έχει αναγάγει σε φυσικό πόρο το χρήμα και έχει απαξιώσει τις αξίες, κυρίως την αξία της ανθρώπινης ζωής (του), την οποίαν θυσιάζει καθημερινά για να αποκτήσει έναν παντελώς ψεύτικο πόρο διαβίωσης.

Είμαστε πλέον τα πλέον αξιοθρήνητα και γελοία όντα αυτού του πλανήτη. Εκεί καταντήσαμε. Όλα τα υπόλοιπα πλάσματα γύρω μας αποδεικνύονται κατά πολύ ευφυέστερα και συνειδητοποιημένα.

Τα μόνα που έχουμε σε αυξημένη ρευστότητα, μάλλον πλημμυρίδα πια, είναι η ανηθικότητα, η απληστία και συνάμα η ηλιθιότητα. Το επόμενο στάδιο είναι να τρώμε τα νομίσματα.

Η απόλυτη Ύβρις οδήγησε στον απόλυτο ευτελισμό

«Η Άλωση της Κωσταντίας» σε περιοδεία

i-alosi-tis-kostantias-se-periodeia
«Η Άλωση της Κωσταντίας» μετά από μια πολύ επιτυχημένη περίοδο στο θέατρο Μεταξουργείο,περιοδεύει σε μεγάλα αστικά κέντρα και καταλήγει την Τετάρτη 8 Μαΐου στην Κωνσταντινούπολη στο Θέατρο του Ζωγραφείου Λυκείου.
Το έργο στηριζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Χρήστου Βαλαβανίδη, με τους Άννα ΒαγενάΕλένη Γερασιμίδου, Βασίλη Παλαιολόγο.

Δύο γυναίκες φίλες, σύγχρονες Ελληνίδες της Πόλης, η Άννα Βαγενά και η Ελένη Γερασιμίδου, ζουν και βιώνουν μέσα από τη διήγηση ενός γράμματος ανείπωτες καταστάσεις με σχεδόν αστυνομική πλοκή!Οι δύο φίλες, είναι από τους λίγους Έλληνες που έχουν απομείνει στην Πόλη και παλεύουν να συνυπάρξουν αρμονικά με τους Τούρκους και τις αναμνήσεις μιας ζωής αλλοτινής. Μέσα από το έργο αναδύονται οι πολιτισμικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των δύο λαών, που καλούνται να συγκατοικήσουν, απρόθυμοι πια και οι δύο να καταρρίψουν τις αποστάσεις που τους χωρίζουν. Με όχημα το χιούμορ ο συγγραφέας καταφέρνει να θίξει εκ νέου ζητήματα που φαίνονται πια σκονισμένα.Μια ιστορία που έχει ρίζες στον Ελληνισμό της Πόλης και φτάνει μέχρι την Ελλάδα του σήμερα. Η συγκίνηση εναλλάσσεται με το γέλιο και την ελπίδα, μέσα από τις απολαυστικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, καθώς και του τρίτου προσώπου της ιστορίας, του Βασίλη Παλαιολόγου.

Μια ανατρεπτική κωμωδία γεμάτη από γεύσεις, αρώματα και καημούς του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, που περιγράφει τις σχέσεις των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, σήμερα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Διασκευή – σκηνοθεσία – μουσική επιμέλεια: Χρήστος Βαλαβανίδης
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

ΠΑΙΖΟΥΝ:
Άννα Βαγενά, Ελένη Γερασιμίδου, Βασίλης Παλαιολόγος

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ

ΑΡΤΑ, Παρασκευή 29 Μαρτίου
Αίθουσα Μουσικοφιλολογικού συλλόγου “Σκουφάς”
Γενική είσοδος 12 ευρώ, ισχύουν εισιτήρια ΟΓΑ
Ώρα έναρξης : 21:00, Τηλ : 26810-28171
Σε συνεργασία με το μουσικοφιλολογικό σύλλογο “Σκουφάς”

ΙΩΑΝΝΙΝΑ, Σάββατο 30 Μαρτίου
Αίθουσα “Βασίλειος Πυρσινελλας”
Γενική είσοδος 12 ευρώ, ισχύουν εισιτήρια ΟΓΑ
Ώρα έναρξης : 20:30, Τηλ: 26510-83940
Σε συνεργασία με το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών

ΠΑΤΡΑ, Κυριακή 31 Μαρτίου

Θέατρο Πάνθεον
Γενική είσοδος 12 ευρώ, ισχύουν εισιτήρια ΟΓΑ
Ώρα έναρξης : 20:00, Τηλ : 2610-325778

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Από Παρασκευή 5 Απριλίου έως Τρίτη 9 Απριλίου Θέατρο “Άνετον ”

Παρασκευή 5 Απριλίου στις 21:15
Σάββατο 6 Απριλίου στις 18:15 και 21:15
Κυριακή 7 Απριλίου στις 20:00
Δευτέρα 8 Απριλίου στις 21:15
Τρίτη 9 Απριλίου στις 21:15
 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, Τετάρτη 8 Μαΐου
Θέατρο Ζωγράφειου Λυκείου
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΙ ΜΕ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Καμιά θυσία για το ευρώ

Φουσκωμένη νοτιαδούρα πάλι σήμερα. Εκεί που κάνει πως θα ρίξει λίγο νεράκι, ξαφνικά βγαίνει ο ήλιος. Μάρτης παιχνιδιάρης.

Βγήκα το πρωί και περπάτησα στην παραλία. Μόνο η αίσθηση του ανέμου στο πρόσωπο και ο ήχος της αφρισμένης θάλασσας υπήρχαν. Ούτε κρίση, ούτε ευρώ, ούτε τρόικες

Ύστερα τράβηξα για το περιβόλι. Ανθισμένες οι μηλιές, μπουμπουκιασμένες οι πορτοκαλιές και οι μαντερινιές. Μονάχα η αίσθηση του λεπτού τους αρώματος και οι ήχοι των μελισσών υπήρχαν. Ούτε κρίση, ούτε ευρώ, ούτε τρόικες.

Στο τέλος πήγα στο χωράφι. Τα πρώτα κουκάκια σκάσανε μύτη πάνω στις μάνες τους, μια γειτονιά μαρουλάκια φύτρωσαν μόνα τους από σπόρο περσινό, τα ρεβύθια φυτρώνουν και πετάνε μπόι, το ίδιο και τα φασόλια. Ντομάτες, κολοκύθια, ξυλάγγουρα, μελιτζάνες, πιπεριές, τα φυντάνια όλα κορδώνονται μέσα στο σπορείο και προσπαθούν να φτάσουν τον ήλιο. Οι γάτες ξαπλωμένες στα χόρτα απολαμβάνουν κάποιες αχτίδες που ξεπέφτουν πότε πότε ανάμεσα στη συννεφιά. Κάθισα στη γη κι όλα γύρω μού μιλούσαν. Μου λέγανε πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Κυρίως δεν υπάρχει κρίση, ευρώ και τρόικες.

Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο και άκουσα μια φίλη από το κέντρο της Αθήνας που αγωνίζεται ακόμα, όπως λέει, για να επικρατήσει η Αριστερά εντός του Σύριζα. Ούτε μια θυσία για το ευρώ, αυτή μού είπε ότι είναι η θέση της πολιτικής τους ομάδας.

Της είπα ότι βαυκαλίζεται. Διότι κάθε μέρα που περνά έτσι, θυσία στο ευρώ γίνεται. Και οι μέρες είναι μοναδικές κι ανεπανάληπτες.

Της είπα ότι προέχει ο αγώνας ενάντια στο υπερόπλο του νεοναζισμού, το ευρώ, και ύστερα ο αγώνας για να γίνει Αριστερό κόμμα ο Σύριζα.

Νομίζω ότι κατάλαβε αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να απεγκλωβιστεί, όπως πολλοί άλλοι φίλοι. Ούτε καν τώρα που αποδομήθηκε πλήρως η μεσοβέζικη πολιτική τής δήθεν διαπραγμάτευσης εντός ευρώ, την οποίαν η ηγεσία τους συνεχίζει να πρεσβεύει.

Ξάπλωσα ανάσκελα στη γη μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο κι έχωσα το κεφάλι μου μέσα στις ξινίθρες. Εκτός από τους ανεπαίσθητους ήχους της κίνησης των φυτών στο αεράκι, δεν υπήρχε πάλι τίποτε άλλο γύρω μου. Ούτε κρίση, ούτε ευρώ, ούτε τρόικες. Ούτε βέβαια καμιά θυσία για όλ’ αυτά. Η Φύση συνεχίζει τη ζωή δίχως να ενδιαφέρεται για των ανθρώπων την ανοησία. Είναι πολύ μικροί για να την υποτάξουν

Παρατηρήσεις φυσικής καλλιέργειας

Τελευταία συναντώ πολλά σκουλήκια στο δρόμο. Γεωσκώληκες εννοώ, όχι από τα άλλα, τα άχρηστα γλοιώδη δίποδα που συναντούσα όταν έμενα στην πόλη.
Φρεζάρουν οι αγρότες τα χωράφια τους, ξεραίνεται το χώμα και φεύγουν πρόσφυγες όσοι γεωσκώληκες δεν σκοτωθούν από την επέλαση του μηχανήματος, πάνε να βρούνε άλλη γη, με φυτά και υγρασία. Κι έτσι τους συναντώ στο δρόμο. Τους μαζεύω, όσους δεν είναι τσαλαπατημένοι και νεκροί, και τους δίνω άσυλο στο χωράφι μου.
Οι γεωσκώληκες είναι οι πιο πολύτιμοι σύμμαχοι του γεωργού. Μάλλον αυτοί είναι οι μόνοι γεωργοί. Εμείς είμαστε καλλιεργητές.

Χωράφι φραζαρισμένο. Το χώμα ξερό και δίχως οργανικά στοιχεία, έχει ανάγκη λιπασμάτων και κοπριάς

 

 

Χωράφι που δεν έχει υποστεί επέμβαση. Χώμα υγρό και πλούσιο γεμάτο οργανική ύλη και γεωσκώληκες που το οργώνουν και το λιπαίνουν