Σπουδαγμένοι αμόρφωτοι κυβερνούν τις ζωές μας

Μερικές παρατηρήσεις επί της διαβόητης πλέον δήλωσης του Γ.Γ του Υπουργείου Οικονομικών:

1. Δεν μας ενδιαφέρει το όνομά του. Δεν μας ενδιαφέρει αν λέγεται μέργος ή μούργος ή στουρνάρας ή οτιδήποτε. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι έχει θέση πολιτική, την οποίαν απέκτησε με προσόντα, μεταξύ άλλων, κάποιους τίτλους σπουδών από τα πανεπιστήμια του καπιταλιστικού μεσαίωνα, τα οποία μεταλλάσσουν τους ανθρώπους σε χειραγωγημένα άτομα, σερνάμενα ως υπνωτισμένα από τη μυρωδιά του χρήματος.

2. Ο κυνισμός του ΓΓ δεν βρίσκεται στο πρώτο μέρος της φράσης του αλλά στο δεύτερο. Δεν βρίσκεται δηλαδή στο ότι είπε πως ο κατώτατος μισθός είναι ακόμα υψηλός αλλά στο ότι συνέχισε λέγοντας πως αυτό είναι κάτι που πρέπει να το προσέξουμε στην πορεία μας προς την ανάπτυξη. Συνέδεσε άμεσα, όπως του έμαθαν εκεί που σπούδασε, την ανάπτυξη με την δυστυχία των ανθρώπων. Κι αυτό δείχνει απολύτως σαφώς και πεντακάθαρα τι εννοούν με τον όρο ανάπτυξη όλοι αυτοί οι υπνωτισμένοι που έχουν το πάνω χέρι στην διακυβέρνηση της χώρας και γενικότερα της ανθρωπότητας. Δείχνει πολύ καθαρά ότι ανάπτυξη εννοούν την ευημερία των αριθμών, χωρίς να δείχνουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τους ανθρώπους. Ανάπτυξη εννοούν την μετακίνηση κεφαλαίων και την παραγωγή χρήματος, δίχως βεβαίως να σκέφτονται καν τους φυσικούς πόρους, οι οποίοι δίνουν στο χρήμα την όποια αξία του. Όλα αποτελούν ευκαιρίες εκμετάλλευσης για αυτά τα ανθρωπάρια που δεν έχει περάσει ούτε στιγμή από το κατεστραμμένο μέσω σπουδών μυαλό τους ότι καταστρέφοντας ανθρώπους και πόρους, το χρήμα που έχουν για Θεό δεν θα έχει καμία χρησιμότητα καμία αξία και βεβαίως καμία δυνατότητα να τους κρατήσει στη ζωή, όσο κι αν έχουν στους λογαριασμούς τους.

3. Το ότι η κοινωνία και τα μμε έκαναν ζήτημα μόνο το πρώτο μέρος της φράσης του, δηλαδή το ότι ο κατώτατος μισθός είναι ακόμα πολύ υψηλός, δίχως να προβάλλουν το δεύτερο μέρος της και, το χειρότερο, το γεγονός ότι ακολούθησαν προσωπική στοχοποίηση του ανθρωπάριου που εκστόμισε, ως προγραμματισμένο μηχάνημα, όλην αυτή την πανεπιστημιακή ηλιθιότητα που τον μπούκωσαν τόσα χρόνια για να καταντήσει έτσι, σπουδαγμένος αμόρφωτος, δείχνει πόση αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας υπάρχει ακόμη γύρω μας, πόση υποκρισία πλανάται στους χώρους που έχουν την ευθύνη της ενημέρωσης των πολιτών αλλά και στους κομματικούς χώρους της Αριστεράς, και δεν δίνει καμιά ελπίδα για το μέλλον ούτε στο θέμα του μισθού, ο οποίος θα μειωθεί βεβαίως στα επίπεδα των γειτονικών μας χωρών όπως το σχέδιο προτάσσει, ούτε στο θέμα της ανάπτυξης, η οποία βέβαια αποτελεί ύβρη και οδηγεί μονάχα στην καταστροφή.

Από την Οικολογική Κίνηση Μιραμβέλλου

http://ecomirabello.blogspot.gr/2013/02/blog-post_13.html

 

Ο Γιάννης Μακριδάκης στο φεστιβάλ της Οικολογικής Κίνησης Μιραμβέλλου

Ο Γιάννης Μακριδάκης, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Χίο, επέλεξε μετά τις σπουδές του στα Μαθηματικά να επιστρέψει στο νησί του, όπου και ίδρυσε, το 1997, το Κέντρο Χιακών Μελετών «Πελινναίο», με αξιόλογη δράση στη μελέτη της ιστορίας και της λαϊκής παράδοσης του νησιού αλλά και στη διασφάλιση της ταυτότητάς του σήμερα. Μέσα από τη δραστηριότητα του Πελινναίου, προέκυψαν και τα πρώτα βιβλία του Μακριδάκη: Χιώτες Πρόσφυγες και Στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, Μαρτυρίες (1941-1946) (Κ.Χ.Μ., 2006) και 10.516 Μέρες: Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου 1912-1940 (Κ.Χ.Μ., 2007). Ακολούθησε, κι αυτό σε απόλυτη σχέση με την ερευνητική δουλειά του Μακριδάκη, το μυθιστόρημα Ανάμισης Ντενεκές (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2008), βιβλίο που προέκυψε απρογραμμάτιστα, τυχαία, όπως λέει ο ίδιος. Όπως και αν προέκυψε, γεγονός είναι ότι το βιβλίο ξεχώρισε και αγαπήθηκε, παρά το ότι διαφοροποιείται –ή ίσως ακριβώς επειδή διαφοροποιείται– από τα συνηθισμένα πρώτα βιβλία των σύγχρονων λογοτεχνών, τόσο ως προς τη θεματολογία, όσο και ως προς τη γλώσσα (γλώσσα που μερίδα τουλάχιστον της κριτικής θεωρεί παπαδιαμαντική – και σίγουρα είναι ένα από τα δυνατά σημεία του Μακριδάκη). Το βιβλίο του «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (νουβέλα, Εστία 2009), ήρθε στη συνέχεια να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη φωνή στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα.Ακολούθησαν το μυθιστόρημα “Ήλιος με δόντια”, (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη, η νουβέλα “Λαγού μαλλί”, (Εστία 2010), το μυθιστόρημα “Η άλωση της Κωσταντίας”, (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη καθώς και η νουβέλα “Το ζουμί του πετεινού”, (Εστία 2012).
Δεν είναι όμως μόνο το έργο του αυτό για το οποίο ο Μακριδάκης ξεχωρίζει. Είναι κι ο τρόπος ζωής που έχει επιλέξει, κοντά στη φύση, ο οποίος προτείνεται στο τελευταίο του βιβλίο ως εναλλακτική πρόταση απέναντι στο σύγχρονη δύσκολη πραγματικότητα. Όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει: «Δεν είναι δικό μου το οικονομικό μοντέλο, γενιές και γενιές ανθρώπων έζησαν έτσι στην Ελλάδα. Είναι δοκιμασμένο σε όλες τις συνθήκες, ακόμη και στις πιο αντίξοες. Επίσης, προσφέρει περισσότερες στιγμές ευτυχίας. Το να είσαι καθημερινά ελεύθερος ωραρίων και υποχρεώσεων δουλειάς, το να παράγεις την τροφή σου, το να χαίρεσαι τη φύση, το να βγαίνεις από το σπίτι και να επιστρέφεις πλουσιότερος αντί να ξοδεύεις όπως κάνεις στην πόλη, το να έχεις κελάρι και όχι σουπερμάρκετ, σε κάνουν αυτάρκη και ελεύθερο άνθρωπο και είναι τόσο λειτουργικά όσο οι εναλλαγές των εποχών».
Είναι, επίσης βασικός υποκινητής του «κινήματος 18». Το Κίνημα 18 δημιουργήθηκε μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές στη Χίο το καλοκαίρι που πέρασε. Είναι ένα κίνημα πολιτών που έχει στόχο να γυρίσει σελίδα στην πολιτική και κοινωνική ιστορία του νησιού, να υποστηρίξει σθεναρά τον σεβασμό προς τον άνθρωπο, το περιβάλλον και τον πολιτισμό.. Στηρίζει τη μικρή, πρωτότυπη και παραγωγική επιχειρηματικότητα. Θέλει να επενδύσει στην παιδεία, στην αφύπνιση ιδίως των νέων, ώστε να σταματήσουν οι θυσίες στο βωμό της «ανάπτυξης». Οι στόχοι θα μπορούσαν να συνοψιστούν στους εξής:
· Στην ευημερία και όχι την αλόγιστη “ανάπτυξη” των μεγάλων επενδύσεων
· Στο σεβασμό στον πλούτο της πατρίδας μας που είναι το φυσικό και το πολιτισμικό της κεφάλαιο
· Στην αλλαγή πολιτικής με έργα μικρής κλίμακας, με προστασία και ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων κάθε τόπου
· Στη γνωριμία, την συνεργασία και την αλληλεγγύη όλων των πολιτών που ήδη αγωνίζονται στους τόπους τους για τους παραπάνω στόχους.
Ως οπαδός της αποανάπτυξης, απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη κοινωνία, στέκεται εξίσου κριτικά απέναντι στη λεγόμενη πράσινη ανάπτυξη, αφού κάθε είδους ανάπτυξη χωρίς όρια αποτελεί σχήμα οξύμωρο. Η αποανάπτυξη έχει ως βασικό στόχο τη δραστική μείωση της χρήσης υλικών και ενέργειας και άρα έως έναν βαθμό και του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης, αυξάνοντας παράλληλα το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Η αποσύνδεση της (υλικής, ενεργειακής και οικονομικής) ανάπτυξης από την ποιότητα της ζωής και την ευημερία αποτελεί λοιπόν ένα από τα βασικότερα στοιχήματά της.
Ο Γιάννης Μακριδάκης θα μιλήσει για τα παραπάνω στον Άγιο Νικόλαο στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ «Περιβάλλον – Κρίση – Ανάπτυξη» της Οικολογικής Κίνησης Μιραμβέλλου που θα πραγματοποιηθεί στις 22-23-24 Φεβρουαρίου 2013 στο Κλειστό Γυμναστήριο του σχολικού συγκροτήματος Ξηροκάμπου.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας!
Οικολογική Κίνηση Μιραμβέλλου
Τηλ. Επικοινωνίας: 6944465690 / 6972215153
e-mail: oiko.kinisi.miravelou@gmail.com
Facebook: Οικολογική Κίνηση Μιραμβέλλου
http://ecomirabello.blogspot.gr/

Κοτέτσι

Συναγερμός σε όλη την Ευρώπη για το αλογίσιο κρέας που εντοπίστηκε σε διάφορα συσκευασμένα τρόφιμα και έτοιμα κατεψυγμένα γεύματα. Οι εγκλωβισμένοι στα γρανάζια του καπιταλισμού καταναλωτές, που σπαταλάνε όλη μέρα τη ζωή τους δουλεύοντας για να πάρουν χρήμα, έχουν αφήσει ακόμα και το είναι τους, την τροφή τους, στα χέρια του συστήματος, και πληρώνουν για να τρώνε καρκίνους και θανάτους. Είναι όμως πολιτισμένοι και θεωρητικώς όλοι υποστηρίζουν πως είσαι ό,τι τρως, κάτι είναι κι αυτό, την γνωρίζουν την κατάντια τους. Τέτοια ανάπτυξη και πρόοδο έχει κατακτήσει το ανθρώπινο είδος στον 21ο αιώνα. Καμία διαφορά από κοτέτσι ασυνείδητου εκτροφέα η ανθρωπότητα. Μόνο τα πτυχία και τα διδακτορικά της λείπανε. Ας μάθει πρώτα να παράγει για να ζήσει κι ύστερα θέλει και πρόοδο…

Οι δίκες της Εθνικής Αντίστασης

Στις 14 του Φλεβάρη στον Πολύγυρο και στις 20 του Φλεβάρη στα Χανιά λαμβάνουν χώρα δύο ακόμη δίκες της σύγχρονης Εθνικής Αντίστασης.

Η Κυβέρνηση υπηρέτης των πολυεθνικών που επιβουλεύονται τους φυσικούς πόρους της Ελλάδας σκορπίζοντας την καταστροφή για να τους εκμεταλλευτούν, αφού έστειλε πάμπολλες φορές τα ΜΑΤ στα βουνά ως υπερασπιστές των εταιριών εξόρυξης και ΒΑΠΕ, αφού έδειρε με γκλομπς και ψέκασε με χημικά τους Αγωνιστές, συνέλαβε και κάποιους από αυτούς για να τους οδηγήσει σε δίκες, με στόχο να κάμψει την λαϊκή αντίσταση στην εκπόρνευση της πατρίδας.

Στην σύγχρονη Κατοχή που ζούμε, μια νέα Εθνική Αντίσταση έχει χαράξει στα βουνά της Ελλάδας. Γυναίκες, άντρες και παιδιά με μόνο όπλο την ψυχή τους και τα κορμιά τους μπαίνουν μπροστά στις μπουλντόζες που ξεκοιλιάζουν τους τόπους τους, για να θέσουν τα θεμέλια μιας δήθεν ανάπτυξης, η οποία έχει ως μόνα γνωρίσματα την ύβρη, την ρύπανση και την μη αναστρέψιμη καταστροφή. Υπερασπίζονται τα δάση τους, τα βουνά τους, τα νερά τους, την ποιότητα της ζωής τους, υπερασπίζονται την πατρίδα, υπερασπίζονται ακόμη και όλα τα άγρια ζώα και πουλιά που κατοικούν στα μέρη τους και εκδιώκονται βίαια από τους αναπτυξιολάγνους πολιτικούς υποστηρικτές των λαίμαργων αρπακτικών της ελληνικής γης. Υπερασπίζονται την ελληνικότητα, τον μοναδικό μας πλούτο, ο οποίος ούτε υπόκειται σε όρους Αγορών ούτε μπορεί να αξιολογηθεί με χρήμα, παρά μόνο μπορεί να φέρνει χρηματικό πλούτο στη χώρα στο διηνεκές, αρκεί να τον σεβαστούμε και να τον διαχειριστούμε με σχέδιο και φειδώ. Με τον μυαλό μας πάντα στην προστασία του.

Σαν Έλληνας πολίτης που αντιστέκομαι με όλες μου τις δυνάμεις την επερχόμενη καταστροφή του τόπου μου από τις Βιομηχανικές ΑΠΕ, εκφράζω την αλληλεγγύη μου και την συμπαράστασή μου στους υπόδικους Αγωνιστές των Σκουριών και του Αποπηγαδιού και απευθύνω έκκληση σε όλους τους πολίτες που μπορούν να νιώσουν την ουσία των πραγμάτων αλλά και στους ανθρώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων να δηλώσουν την συμπαράστασή τους και να μπουν μπροστάρηδες στα Κινήματα Υπεράσπισης της Ελλάδας.

Η αλήθεια σοκάρει

Μέχρι και οι παπαγάλοι σοκαρίστηκαν σήμερα με την δήλωση του Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος υποστήριξε ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα παραμένει ακόμη υψηλός.

Όποιος δείχνει να ξαφνιάζεται με μια τέτοια κυβερνητική δήλωση είναι ντιπ βλάκας ή είναι στο κόλπο και το πρώτο του ξάφνιασμα θα ακολουθήσει ρεσιτάλ προπαγάνδας με σκοπό το να πείσει την κοινωνία πως πράγματι με τόσο ψηλούς μισθούς δεν είμαστε ανταγωνιστική οικονομία.

Ας τα ξαναπούμε μια φορά ακόμα:

Η ανάπτυξη που πρεσβεύουν οι ξένοι κυβερνήτες μας και οι ντόπιοι εντολοδόχοι, είναι ακριβώς μία. Η προσέλκυση ρυπογόνων και ζημιογόνων για την ποιότητα ζωής και το ελληνικό περιβάλλον και τοπίο βιομηχανιών και λοιπών επενδύσεων γιγαντισμού, όπου θα απασχολούνται με πολύ φθηνά μεροκάματα ντόπιοι εργάτες και υπάλληλοι για να καταστρέφουν την Ελλάδα ή για να παράγουν πάμφθηνα αντικείμενα καθημερινής χρήσης made in Greece τα οποία θα πωλούνται στους ανερχόμενους Κινέζους αστούς ή για να προσφέρουν υπηρεσίες πάσης φύσεως τουρισμού εκπορνεύοντας τη χώρα και την βιάζοντας ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια. Αυτή την ανάπτυξη πρεσβεύουν κι αυτό εννοούν όταν λένε ότι θα φέρουν ανάπτυξη και θέσεις εργασίας. Φτηνούς εργάτες σε φάμπρικες και εργολάβους, φτηνούς υπαλλήλους σε μεγαθήρια ξενοδοχειακά συγκροτήματα, αναλώσιμους ανθρώπινους οργανισμούς που θα τους παίρνουν τα όργανα για μεταμοσχεύσεις σε πλούσιους ευρωπαίους, ασιάτες κλπ, οι οποίοι θα έρχονται για ιατρικό τουρισμό (!), πάμφθηνες υπηρεσίες σεξοτουρισμού από παιδιά και ενήλικες που θα κάνουν πιάτσα γύρω από την Ακρόπολη και άλλα αξιοθέατα. Με όλα αυτά οι αριθμοί θα ευημερούν και η ανάπτυξη που έχει ως πρότυπο και στόχο το ΔΝΤ και οι Αγορές θα είναι παρούσα. Οι Έλληνες πολίτες βέβαια θα δυστυχούν, το ελληνικό τοπίο θα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, οι φυσικοί πόροι και όλη η δημόσια (και ιδιωτική) περιουσία θα έχει ξεπουληθεί και κάθε γενιά από δω και μπρος θα είναι και υπερχρεωμένη και δίχως πατρίδα και δίχως καμία προοπτική ευημερίας. Σκλάβοι θα γεννιούνται και σκλάβοι θα ζουν ως το τέλος.

Αυτό το αναπτυξιακό σενάριο βέβαια, δεν βγαίνει με τόσο ψηλούς μισθούς της τάξης των 500 ευρώ, αφού όλες οι γειτονικές μας χώρες έχουν το μισό και ακόμα πιο κάτω μηνιάτικο. Άρα ο στόχος είναι να φτάσουμε στα επίπεδά τους, να γίνουμε ανταγωνιστικοί για να προσελκύσουμε τους δημίους της χώρας και των εαυτών μας αλλά και για να κραυγάσουν οι σωτήρες μας πως επιτέλους ήρθαν οι επενδύσεις και έληξε η περίοδος ύφεσης σε αυτή την έρμη χώρα.

Όσο δεν αλλάζουμε προσέγγιση και στόχο, όσο δεν αποστρεφόμαστε τον γιγαντισμό και την παγκόσμια συνταγή της ευημερίας των αριθμών και της ασέβειας στη ζωή και στη φύση, όσο δεν στρεφόμαστε στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και στην μικρή επιχειρηματικότητα η οποία σέβεται τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γης και φύσης, δουλεύει με αυτές, τις αναδεικνύει και τις εξάγει ως μοναδικότητες, όσο δεν εργαζόμαστε με όραμα τη δημιουργία μιας Ελλάδας άθροισμα μικρών παραδείσων και πρότυπο στην παγκόσμια κοινότητα, τόσο θα υποτιμούμε τη χώρα μας, τους μισθούς μας, τη ζωή μας την ίδια.

À Athènes, une correspondance d’Amélie Poinssot

Κάθε μετάφραση από αναγνώστη καλοδεχούμενη

 

http://www.mediapart.fr/article/offert/cbd1e641f92454156d9218152f125edd

 

« Il faut que je parle, répète le comédien. Les personnes rassemblées devant moi demandent que je parle. Je veux de nouveau la justice, l’égalité, la paix. » La silhouette un peu gauche, la voix entravée par un mauvais micro, une douce obstination malgré le danger qui rôde : le personnage de Lambrakis donne une conférence sur la paix à Thessalonique en 1963. Il sait que les autorités complotent pour empêcher son meeting. Il rassemble les foules pourtant… et il sera assassiné à l’issue de son discours par des milices d’extrême droite, commanditées par la police. C’est l’histoire de Z, une histoire vraie racontée dans le roman de Vassilis Vassilikos, plus connue à l’étranger à travers le film de Costa-Gavras. Une histoire sombre, qui décrit le climat délétère des années qui ont précédé la dictature des Colonels, mise en scène par Efie Theodorou, une des figures du théâtre grec contemporain.

Photo de la pièce ZPhoto de la pièce Z© dr

Un demi-siècle a passé, la pièce brûle d’actualité… Et la salle du Théâtre national est comble. « Quand je me suis décidée à faire une adaptation théâtrale de ce roman, en 2010, alors que nous programmions pour la saison 2012-2013 un cycle sur la Grèce en crise, je ne pouvais m’imaginer que deux ans plus tard les conséquences de la crise seraient si catastrophiques. Ces forces qui ont tué Lambrakis sont aujourd’hui dans le Parlement… » Mais plutôt qu’une dénonciation politique, Efie Theodorou a cherché, à travers ce spectacle, à « cultiver l’espoir, un espoir qu’incarnait cette personnalité de Lambrakis ».

Il faut voir l’enthousiasme de cette femme, dont le salaire de metteur en scène et conseillère artistique du directeur du Théâtre national de Grèce a été abaissé à 1 200 euros net par mois, pour comprendre la rage créatrice qui anime les artistes malgré – ou à cause de – la dévastation sociale à l’œuvre aujourd’hui dans le pays. « Nous sommes entrés en résistance », lâche cette femme qui, en parallèle de ses activités au Théâtre national, travaille bénévolement avec une petite troupe de théâtre. « La plupart des comédiens en Grèce ne sont pas payés, ils ont deux ou trois boulots à côté… »

Au Théâtre national, les subventions fondent petit à petit. L’institution devra fonctionner avec 6,3 millions d’euros pour la saison 2013-2014, contre 8 millions il y a deux ans. La chute est encore plus brutale du côté de l’Opéra, qui a soudainement perdu un tiers de son enveloppe budgétaire : de 16,8 millions d’euros, elle a été réduite à 12 millions pour 2013, et l’institution tourne désormais avec 500 employés, contre 800 en 2008.

L’assèchement financier du monde de la culture est à tous les niveaux. Ces deux dernières années, les promesses de subventions pour les festivals de cinéma de province n’ont jamais été versées, et la plupart des manifestations culturelles du pays sont désormais suspendues à un fil. Ainsi le festival de danse contemporaine de Kalamata (sud du Péloponnèse), déjà considérablement appauvri depuis deux ans, n’est pas assuré de se produire l’été prochain. Seuls se maintiennent les festivals financés grâce aux fonds européens, comme le festival international de cinéma de Thessalonique, qui a lieu chaque année à l’automne.

Le milieu de l’édition frappé de plein fouet

De fait, le gouvernement (coalition droite-socialistes-gauche modérée) manifeste un désintérêt troublant pour le secteur culturel. Il y a deux semaines, il a annoncé la fermeture du Centre national du livre, une institution née il y a dix-neuf ans sur le modèle du CNL français. Ce CNL avait initié des actions dans les écoles pour développer la lecture, organisait depuis 2005 un salon du livre à Thessalonique devenu incontournable dans les Balkans, soutenait la création et les traductions d’ouvrages grecs, et avait créé une base de données utilisée aujourd’hui par tous les libraires du pays. La nouvelle a fait trembler le milieu de l’édition, déjà frappé par une chute vertigineuse des ventes.

« On assiste à un mouvement jacobin de centralisation sur les ministères, alors que les établissements comme le nôtre bénéficiaient d’une souplesse d’action et échappaient à une bureaucratie improductive », dénonce l’ancienne directrice du centre, Catherine Velissaris. Cette Française installée en Grèce depuis trente-cinq ans avait pourtant bénéficié d’une longévité atypique dans ce genre d’institution : elle y est restée huit ans, a vu passer trois gouvernements, sept ministres… La reconnaissance d’un bon travail, en somme. « Le mode de gouvernance actuel est d’une violence inouïe. Il y a comme une volonté de museler les gens qui font bouger les choses, les esprits indépendants. Tous ceux qui sont encore en place ont peur à présent… », dit-elle.

La crise n’a en rien menacé le clientélisme, comme on aurait pu s’y attendre. Ainsi le petit festival de cinéma pour enfants de Pyrgos, circonscription du Péloponnèse sur laquelle s’est fait élire le député Kostas Tzavaras (Nouvelle Démocratie), actuellement ministre adjoint de la culture, est toujours parfaitement doté de moyens… En revanche, on ne sait ce qu’il va advenir du festival d’Athènes et d’Épidaure, dont Yorgos Loukos, qui l’a dirigé ces sept dernières années, a fait un rendez-vous annuel d’envergure européenne pour le théâtre et la danse contemporaine.

Dès sa prise de fonction, le ministre Kostas Tzavaras a voulu le remplacer par l’un des siens, il a fait durer le suspens pendant des mois, ne trouvant personne de la pointure de Loukos (par ailleurs directeur, en France, du Ballet national de Lyon et du festival de danse de Cannes). Certes, la semaine dernière, il a laissé entendre que l’ancien directeur pourrait finalement être reconduit, mais aucune nomination officielle n’a encore eu lieu… à moins de cinq mois du festival. Le ministre a par ailleurs annoncé sa volonté de créer un festival parallèle de drame antique à Épidaure, suivant la proposition d’un critique de théâtre qui n’a jamais apprécié les programmations audacieuses de Loukos.

« Incompétence »« bêtise »« je-m’en-foutisme »« retour en arrière », « aucune vision » : les acteurs de la culture en Grèce ne sont pas tendres avec ce gouvernement, faisant valoir que l’austérité imposée n’excuse pas toutes les orientations prises dans le domaine de la culture. Le ministère de la culture – désormais regroupé avec l’éducation, les cultes et le sport ! – va devenir un « ministère des Antiquités », craint-on.

Certes, le secteur de la création a toujours été sous-doté en Grèce par rapport à d’autres pays européens, mais ces vingt dernières années avaient vu apparaître de multiples initiatives et des nominations intéressantes : le secteur de la culture était passé à une vitesse supérieure. « On est entré dans une période de repli sur soi, s’alarme Catherine Velissaris. Or il est toujours plus facile de détruire que de construire… »

Face à cet assèchement de la politique culturelle, les artistes, eux, font preuve d’un dynamisme étonnant. Le cinéma grec a ainsi vu naître ces trois dernières années une vague de jeunes metteurs en scène, remarqués dans les plus grands festivals européens, alors que dans le même temps, le centre national du cinéma grec a coupé tout soutien à la production. Trois films grecs seront projetés cette année à la Berlinale et de nombreux tournages sont en préparation.

Un exemple parmi d’autres : Yorgos Zois, un trentenaire remarqué à l’étranger dès son premier court-métrage en 2010, Casus Belli – métaphore d’une société de consommation passive, ébranlée à partir du moment où un homme commence à avoir faim. Dans ce film, pour lequel il avait pourtant réussi à obtenir un modeste financement de la télévision publique grecque, tous les acteurs ont dû jouer bénévolement.

Son deuxième film, prix du meilleur court-métrage européen au dernier festival de Venise, a été produit sur ses propres fonds. Et le jeune cinéaste travaille actuellement à son premier long-métrage, financé grâce à des prix d’aide à la création… remportés à l’étranger, ayant reçu notamment l’aide du Centre national du cinéma (CNC) français. « Il y a actuellement en Grèce une énorme énergie opprimée par la disparition des budgets. On n’attend absolument rien du côté des institutions. Si l’on crée, c’est donc par pure nécessité… Preuve que même si l’on coupe tout, il y a toujours quelque chose qui bouillonne en dessous. »

 

 

Bouillonnement créatif

Et le public est au rendez-vous. Alexis Mainas, jeune poète prometteur, dont le premier recueil de poèmes, sorti en 2011, a déjà reçu un prix littéraire, en témoigne : « Les soirées littéraires se multiplient, je suis de plus en plus sollicité pour participer à des discussions. Alors que pendant les années fastes qui ont précédé la crise, les loisirs se résumaient au café et au bouzouki, désormais l’art est plus présent dans le quotidien des gens. Et nous, poètes, avons un rôle à jouer dans tout cela. Nous sommes les conteurs de celle nouvelle réalité sociale, mais nous pouvons aussi être porteurs d’un message d’espoir. »

Lui-même, plus porté dans son écriture vers le « je » que le « nous », s’est rendu compte ces derniers temps que son inspiration le portait davantage vers la réalité qui l’entoure : « On ne peut tout simplement pas l’ignorer. Si l’on tente de fermer la porte, elle revient par la fenêtre. » Dans ses moments de crise, tout au long du XXe siècle, la Grèce a produit de grands poètes, comme Yannis Ritsos, communiste engagé sous la guerre civile et dans les années qui ont suivi. Dans l’un de ses vers célèbres, le poète écrit : « Il suffit de briser le siège de cet instant. »

« N’est-ce pas là un message d’espoir ? » s’interroge Alexis Mainas, qui observe autour de lui un bouillonnement créatif, mais sans parler de nouvelle vague pour autant. « Actuellement, nous sommes encore dans une phase de réveil. Comme lorsque le réveil sonne : nous émergeons de la léthargie, mais nous ne sommes pas encore debout, nous ne sommes pas encore sortis des sensations de nos rêves. »

Tous le disent : la crise qui frappe le pays n’est pas une crise économique. « Il s’agit d’une crise éthique, d’une crise sociale très vaste, d’une dévastation terrible », estime Ersi Sotiropoulos, écrivaine reconnue dont un troisième roman va être prochainement traduit en français. « Au début de la crise, j’espérais que ce choc allait provoquer un retour à des valeurs plus humaines, au rapprochement entre les gens. Mais ce que l’on constate actuellement, c’est surtout de la colère. »

Une aigreur qui ne présage rien de bon. Et qui fait place à de l’incompréhension. « Comment un parti néo-nazi peut être élu et obtenir ses meilleurs scores dans des régions qui ont le plus souffert de la Seconde Guerre mondiale… ? C’est comme s’il n’y avait pas de sens de l’Histoire, comme si l’on n’avait pas de mémoire. »

Face à ces interrogations, certains ont fait des choix radicaux, comme le romancier Yannis Makridakis, qui s’est installé il y a trois ans dans un petit village de l’île de Chios, après vingt ans de vie citadine. Intellectuel engagé, notamment pour la cause écologique et contre les privatisations en cours dans le pays, il participe régulièrement à des tables rondes à travers le pays. Sa dernière nouvelle, Le Bouillon de coq, raconte l’histoire d’un homme sur son île qui ne connaît la ville qu’à travers les citadins de passage venant se restaurer dans sa taverne. Pour lui, crise et chômage restent des notions étrangères, et lorsqu’il comprend, avec décalage, l’ampleur des transformations en cours, il détruit son poste de télévision.

« Mon rôle en tant qu’écrivain est de faire entrevoir des solutions, des portes de sortie, explique l’auteur. Et l’une de ces propositions, c’est la vie à la campagne, où les relations sont basées sur l’échange et non sur la compétition. »

Pour Yannis Makridakis, la crise n’a pas commencé en 2009, mais bien avant ; la différence est qu’à présent, la société s’en rend compte : « Le public est désormais plus réceptif, prêt à entendre des points de vue différents. » La crise, une occasion pour les artistes et les intellectuels de faire davantage entendre leur voix ? Eva Karaitidi, qui dirige l’une des plus anciennes maisons d’édition grecques, Hestia, et s’apprête à sortir deux ouvrages qui traitent des maladies de la vie politique grecque, résume : « La moindre des choses que l’on puisse dire, c’est que l’on ne s’ennuie pas. »

Παρουσίαση στην εφημερίδα Πολίτης Κύπρου

“Το ζουμί του πετεινού”

11/02/2013

Γράφει η Αίγλη Τούμπα

Του Γιάννη Μακριδάκη
Εκδόσεις Εστία
Σελ. 92

Έκανα πολλές προσπάθειες για να εντοπίσω τον Γιάννη Μακριδάκη… Μόλις όμως πήρε το mail μου, απάντησε την ίδια κιόλας μέρα, και είναι εφικτό σήμερα να έχουμε και τις δικές του απόψεις πάνω στο καινούργιο του βιβλίο. Δεν έχει επισκεφθεί ποτέ την Κύπρο και αυτό είναι στα σχέδιά του, ας ελπίσουμε ότι θα έχει το βιβλιόφιλο κοινό μια ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά έναν ποιοτικό συγγραφέα.
Τον Γιάννη Μακριδάκη τον γνώρισα μέσα από τη νουβέλα του “Η δεξιά τσέπη του ράσου” και είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί από τη λατρεία που δείχνει έμπρακτα για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί.
Έκτοτε καρτερώ με ανυπομονησία καινούργιο του βιβλίο γιατί είμαι πλέον σίγουρη, μετά από έξι βιβλία/νουβέλες δικές του που έχω διαβάσει, ότι δεν θα με απογοητεύσει, ότι θα ταξιδεύσω μέσα από ολοζώντανες περιγραφές και θα απολαύσω εικόνες από τη Χίο, τη γενέτειρά του, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται. Με ήρωες απλούς καθημερινούς ανθρώπους, σημερινούς αλλά και παλαιότερους: μοναχοί, ναυτικοί, ψαράδες, απλοί χωρικοί, μέσα από μια χιώτικη ηθογραφία, μας περνά τον τρόπο ζωής των κατοίκων, χρησιμοποιώντας ζωντανή γλώσσα του τόπου, κομμένη και ραμμένη στον κάθε ήρωά του, μ’ έναν πλούτο λέξεων και εκφράσεων. Χρησιμοποιεί μεγάλες παραγράφους, λες και γράφει όλο το βιβλίο χωρίς να σταματήσει… μέσα σε μία μέρα.
Το ζουμί του πετεινού
Ο Παναγής παντρεύεται τη Θεοδοσία και την πείθει να ζήσουν στη Λειμώνα, μια περιοχή με εύφορη κοιλάδα πίσω από τα βουνό κοντά στη θάλασσα, σε ένα κτήμα κληροδότημα από τον προπάππο του, που του έδωσε ευχή και κατάρα να μην πουλήσει ποτέ.
Φτιάχνει μιαν ταβέρνα όπου τα Σαββατοκύριακα γεμίζει με κόσμο που έρχεται για να απολαύσει το ποιοτικό φαγητό αλλά και να ακούσει τις ατελείωτες ιστορίες που διηγείται ο Παναγής, που κάποτε τις παραφουσκώνει:

“η χαρά του ήτανε να βλέπεις τις πιατέλες στο τέλος αδειανές, να ‘χουνε σφουγγαριάσει και το ζουμάκι με του ψωμιού την ψίχα, να γλείφουνε ακόμα και τα δάκτυλά τους οι μουστερήδες του…”

Και ενώ στην πόλη όλοι ασχολούνται και βιώνουν τις επιπτώσεις της κρίσης, οι άνθρωποι του χωριού δεν έχουν πάρει χαμπάρι. Ζουν την καθημερινότητα μέσα στα περιβόλια και τα μαντριά τους, είναι ευτυχισμένοι γιατί η γη τούς ανταμείβει και δεν τους λείπει τίποτα.

Ξαφνικά ο Παναγής κάθεται πλάι σε μια νεοφερμένη παρέα:

“να τους ακούει μέσα από τη ζάλη του και να κοιτά σα χάνος, είχε γουρλώσει και τα μάτια του καθώς δεν καταλάβαινε πολλά πολλά απ’ αυτά που συζητούσανε μα μια κουβέντα τους ήρθε και τον κτύπησε ίσια μες στην καρδιά, πως το κράτος για να μαζέψει τα βερεσιέδια του θ’ αρχίσει όπου να ‘ναι να πουλάει γη και ύδωρ στους ξένους…”

Χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του… ακούει πράγματα που τον εξωθούν να σπάσει την τηλεόραση.
Μια νουβέλα παπαδιαμαντικών διαστάσεων, βγαλμένη μέσα από την ηθογραφία, εκθειάζει τη φύση και τη ζωή, αλλά θυμίζοντάς μας ότι τη διαφορά σ’ ένα βιβλίo την κάνει πάνω απ’ όλα η τέχνη του λόγου.

Ο Γιάννης Μακριδάκης γράφει στον “Π”

8-ΒΙΒΛΙΟ2

“Το ζουμί του πετεινού” είναι μια νουβέλα που αντιπαραβάλλει άμεσα τη ζωή στη φύση με τη ζωή στην κρίση και αποτελεί την προσωπική μου πρόταση για απεγκλωβισμό και απεξάρτηση, όσο μπορεί ο καθένας, από το χρηματοοικονομικό σύστημα.

Είναι μια υπενθύμιση των αξιών της ζωής τις οποίες απαξιώσαμε εντελώς, ανάγοντας σε υπέρτατη αξία το χρήμα, με αποτέλεσμα να γίνουμε σκλάβοι του και να νιώθουμε τελείως αδύναμοι και ανήμποροι δίχως αυτό.

Η παραγωγική ζωή, η ζωή με διατροφική αυτάρκεια και γνώσεις πρωτογενείς, ο πλούτος δίχως χρήμα και η φιλοσοφία που έχει επίκεντρο τη γη, τον σπόρο, τον φυσικό πόρο, η περηφάνια του ανθρώπου που δεν ξεπουλά τη γη και την πατρίδα του για χρήμα, όλα αυτά προβάλλονται μέσα από τη νουβέλα και αποτελούν συγχρόνως μια πρόταση ζωής και μια απεγνωσμένη κραυγή διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά των Νεοελλήνων, οι οποίοι αλλοτριώθηκαν τόσο πολύ κατά τις τελευταίες δεκαετίες της πλασματικής τους ευημερίας, που τώρα δεν διστάζουν να ξεπουλήσουν ελαφρά τη καρδία ακόμα και την πατρίδα τους, τους φυσικούς τους πόρους, τη δημόσια περιουσία τους, για να λάβουν χρήμα και να ξεπληρώσουν τα δανεικά. Το αποτέλεσμα θα είναι οι επόμενες γενιές να βρεθούν όχι μόνο χρεωμένες, αλλά και δίχως πατρίδα, δίχως πρώτη ύλη για να εργαστούν και να ζήσουν. Ξένοι στον τόπο τους.

Όλα αυτά κάνουν τον ήρωά μου, τον Παναγή, που ζει όλη του τη ζωή καταγής, να μην μπορεί ούτε να κατανοήσει ούτε να αποδεχτεί τα όσα ακούει και βλέπει να συμβαίνουν γύρω του, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Μα δεν σώνεται;

Μα δεν σώνεται, κόρη μου, η βενζίνη; Πού τη βρίσκουνε και τη βάζουνε σε τόσες κούρσες και πάνε κι έρχονται; Δεν σώνεται;

Αυτή ήταν μια απορία της γιαγιάς της Ελένης.

Κι άλλη μια: Τα πετάνε κόρη μου. Γιατί τα πετάνε τα πράγματά τους οι άνθρωποι; Τρελαθήκανε;

Παλιό σκαρί η γυναίκα, μεγαλωμένη σε άλλα χρόνια, με στερήσεις και βιοπάλη ουσιαστική, για παραγωγή αγαθών κι όχι για ανούσια διαμεσολάβηση. Ήξερε πως όλα σώνονται μια μέρα, πως τίποτα δεν είναι παντοτινό και τίποτα δεν είναι άπειρο, αν δεν έχεις στο νου σου να το προσέχεις. Ήξερε ότι για να έχεις κάτι, πρέπει να το χρησιμοποιείς με φειδώ, να σχεδιάζεις σωστά τη χρήση του ώστε να μην το σπαταλάς άσκοπα, και ταυτόχρονα να μεριμνάς για την διατήρηση ή την αναπαραγωγή του.

Έτσι ήταν οι άνθρωποι προ της μαζικής αστικοποίησης. Με κληροδοτημένη από γενιά σε γενιά σοφία της φύσης και του μόχθου.

Και ξαφνικά γίναμε όλοι μας αστοί. Και η σοφία έγινε χαλαρότητα, η βιοπάλη αισιοδοξία. Και μάθαμε να μετράμε μονάχα το χρήμα και να πασχίζουμε μονάχα για την διατήρηση και το αυγάτεμά του πουγκιού μας. Λες και το χρήμα είναι φυσικός πόρος. Λες και πως καταστρέφοντας τα πάντα γύρω μας, θα μας σώσει το χρήμα από την πείνα και την ανέχεια.

Αστοί αστείοι. Ούτε για μια καθημερινή μας κίνηση δεν μάθαμε να σκεφτόμαστε τις συνέπειες. Ούτε καν την ίδια την κίνησή μας δεν σκεφτόμαστε. Μηχανικά άτομα για λύπηση. Καταναλώνουμε τα πάντα από την ώρα που θ’ ανοίξουμε τα μάτια μας μέχρι που θα τα κλείσουμε, χωρίς να σκεφτόμαστε ούτε ένα δευτερόλεπτο από πού προέρχεται και πώς παράγεται ή παρασκευάζεται ή δημιουργείται το κάθε τι που χρησιμοποιούμε, είτε αυτό είναι αντικείμενο, είτε τροφή, είτε ενέργεια. Η μόνη δεύτερη σκέψη μας πίσω από το κάθε τι, είναι το πόσα χρήματα κοστίζει.

Τι φτήνια αλήθεια. Πόσο φτηνά ανούσια άτομα έχουμε καταντήσει, εμείς οι πάλαι ποτέ πολυμήχανοι άνθρωποι. Κι όσο πιο φτηνοί γινόμαστε, τόσο πιο φτηνές γίνονται κι οι ζωές μας. Τόσο πιο φτηνά μάς τις εξαγοράζει το σύστημα που φτιάξαμε και μπήκαμε μέσα του.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, έστω από τώρα και στο εξής, πόση ενέργεια και πόσους φυσικούς πόρους χρειάζεται για να φτιαχτεί ή να παρασκευαστεί το κάθε τι που χρησιμοποιούμε, που καταναλώνουμε, που τρώμε, και ας σκεφτούμε ταυτόχρονα τι κάνουμε εμείς προσωπικά για την διατήρηση ή την αναπαραγωγή αυτών των φυσικών πόρων που μεταχειριζόμαστε, έστω κι αν δεν τους σπαταλάμε απερίσκεπτα. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή αν είμαστε άξιοι να λεγόμαστε γονείς παιδιών, αφού τους κληροδοτούμε έναν πλανήτη ολοένα φτωχότερο μετά από κάθε μέρα μας, μιας και δεν μεριμνάμε ούτε στο ελάχιστο για να αναπληρώσουμε τίποτα από όλα αυτά που χρησιμοποιούμε. Ας φανταστούμε για ένα λεπτό τα παιδιά μας στο αύριο, με τη φιλοσοφία του αστικού τρόπου ζωής που τους κληροδοτούμε και με το πλούσιο ή το φτωχό χρηματικό κομπόδεμα που θα τους έχουμε εξασφαλίσει, να τρώνε χαρτονομίσματα και να τα καίνε για να ζεσταθούν, επειδή εμείς δεν θα έχουμε αφήσει τίποτα όρθιο για να χρησιμοποιήσουν εκείνα, σίγουρα με περισσότερη φειδώ λόγω ανάγκης.

Ας σκεφτούμε επιτέλους το πραγματικό κόστος των πραγμάτων, των αναγκών και των επιθυμιών μας κι όχι μόνο το χρηματικό. Τότε θα αρχίσουμε πραγματικά να κάνουμε οικονομία.