Αντάρτ*ς. Οι πρώτες τουφεκιές

Σε όποιους βρίσκονται στην Αθήνα προτείνω να πάνε μια Κυριακή βράδυ στο BOOZE. Η παράσταση κλείνει με μια ταινία μικρού μήκους βασισμένη στο κείμενό μου “Δεν θα υποκύψουμε”. Την είδα και ενθουσιάστηκα. Θα την δω και στην παράσταση βέβαια αλλά την τελευταία Κυριακή. Όσοι πάτε νωρίτερα, γράψτε μας εντυπώσεις:

Αιρετικό Αντιμνημονιακό ορατόριο
Οι Ανταρτ*ς αποτελούν ένα σύγχρονο μουσικό σχήμα που με τα μουσικά τους όπλα ξεκινούν το πολιτιστικό αντάρτικο μέσα από το Booze Cooperativa.
Εκεί που το πολιτικό τραγούδι συναντά τον Tom Waits και ο Άρης Βελουχιώτης αναβιώνει μέσα από τις μελωδίες του Cohen, την Κυριακή 9, 16 και 23 Δεκεμβρίου στις 9 το βράδυ οργανώνεται δημοσίως μια πολιτιστική γιάφκα που προκαλεί και ξεσηκώνει.
Ο σκηνοθέτης και στιχουργός Γιώργος Μπακόλας με την αισθαντική φωνή της Ιουλίας Καραπατάκη κι

ένα μουσικό σύνολο τεσσάρων ατόμων ετοίμασαν ένα αιρετικό πολυφωνικό ορατόριο και το παρουσιάζουν στο εντευκτήριο του Booze.
Ιουλία Καραπατάκη: τραγούδι
Γιώργος Μπακόλας: τραγούδι
Νίκος Γύρας: κιθάρα-τραγούδι
Δημήτρης Κουφογιώργος: Μαντολίνο-μπουζούκι
Δημήτρης Κούστας: ακκορντεόν
Άγης Παπαπαναγιώτου: κοντραμπάσο
Ήχος: Ανταρτ*ς
Η ελληνική απόδοση των στίχων των ξένων τραγουδιών
είναι του Γιώργου Μπακόλα.
Είσοδος ελεύθερη
Booze Cooperativa
Διεύθυνση: Κολοκοτρώνη 57 Αθήνα
Τηλέφωνο πληροφοριών: 210 3240944

Ελλάδα ξεχασμένη αλλά παρούσα

Βρέχει πολύ ωραία έξω. Χτες σπείραμε κουκιά και μπιζέλια. Και τώρα μόλις χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσα κι ήταν ο γείτονάς μου στο κτήμα. Μου λέει “Είσαι χαρούμενος; Mόλις σπείραμε και βρέχει! Τι άλλο να θέλει ο άνθρωπος. Έβαλα και δυο ντομάτες στο τραπέζι και λαδάκι απ’ αυτό που μου ‘φερες κι είμαι ευτυχισμένος” Αυτά είπε και το ‘κλεισε το τηλέφωνο, ούτε πρόλαβα να αρθρώσω κουβέντα. Έμεινα με το χαμόγελο…

 

Αντισταθείτε στην πλασματική αισιοδοξία των ημερών

Αεράκι αισιοδοξίας πνέει ολόφρεσκο αυτές τις μέρες στην αποικία. Όλοι δηλώνουν ικανοποιημένοι για τις επιδόσεις μας στα σχέδια που επιβάλλουν οι κατακτητές, όλοι δηλώνουν περήφανοι που ανακτήσαμε την αξιοπιστία μας στο εξωτερικό, όπερ σημαίνει ότι επιτέλους συμμορφωνόμαστε με την πιάτσα που θέλει να μας εξαγοράσει, όλοι, τέλος, δηλώνουν αισιόδοξοι για την κάθοδο των μυρίων επενδυτών, οι οποίοι σπεύδουν από κάθε γωνιά του πλανήτη να κατασπαράξουν την Ελλάδα, την πρώην χώρα, που σκυλεύουν και εκπορνεύουν οι κάτοικοί της.

Επενδύσεις στους τομείς της ενέργειας, του τουρισμού, των υποδομών και της γεωργίας είναι προ των πυλών και ο κάθε στουρνάρας δηλώνει πως όλα αυτά, καθώς και τα μέτρα εξαθλίωσης που ψηφίστηκαν αλλά και όσα θα ψηφιστούν στο εγγύς μέλλον, αποτελούν επένδυση της γενιάς μας προς τις επόμενες γενιές.

Επενδύουμε δηλαδή για να καταστήσουμε τα παιδιά μας δίχως γη, δίχως πατρίδα, δίχως ικανότητα παραγωγής. Επενδύουμε για να τα καταστήσουμε ξένους στην χώρα τους, ιθαγενείς υποτελείς στους σύγχρονους αποίκους των αγορών, να τους εξασφαλίσουμε ένα μέλλον γραναζιού και δουλείας, ένα μέλλον με τα κεφάλια σκυμμένα μονίμως, δίχως καμιά ελπίδα ανάκαμψης παρά μόνο βεβαιότητα περαιτέρω καταβύθισης και ομηρείας, επενδύουμε για να καταστήσουμε τους απογόνους μας αναξιοπρεπείς απάτριδες, οι οποίοι θα λένε κι ευχαριστώ για τα ψίχουλα που θα τους εξασφαλίζει μια δουλίτσα υπό τον αφέντη επενδυτή.

Η χώρα αλλάζει χέρια με γοργούς ρυθμούς και όλοι δείχνουν να χαίρονται γι αυτήν την πορεία, για την κορύφωση δηλαδή της κατάντιας μας. Κανείς δεν είναι ικανός να αποτρέψει την καταστροφή πια. Για να πολεμήσεις την επερχόμενη καταστροφή και να αναστρέψεις την κατάσταση πρέπει να είσαι άλλης φιλοσοφίας άνθρωπος και τέτοιοι πια δείχνουν να μην υπάρχουν σε κανένα κόμμα, μιας και αυτά είναι γεννημένα και στελεχωμένα μέσα από τα σπλάχνα της αστικοποιημένης και μεταλλαγμένης εδώ και χρόνια Ελλάδας, που έμαθε να εκτιμά μόνο το χρώμα του χρήματος και να καταστρέφει τον πλούτο της και τον μόχθο των προτινών ανθρώπων της.

Όσοι έχετε πεισθεί ότι η χώρα έχασε την όποια της αξιοπρέπεια, ότι έγινε χώρα γελοίων και ανάξιων κληρονόμων που τρώνε τα έτοιμα και σκοτώνουν ό,τι τους άφησαν παρακαταθήκη οι πρόγονοί τους, ότι έγινε αποικία και ότι βαδίζει ολοταχώς προς την δουλεία, αντισταθείτε πλέον μόνοι σας. Όποιος καταφέρει να κρατάει και να μην ξεπουλάει ένα κομμάτι γης που μπορεί να τον τρέφει και να του χαρίζει σωματική και ψυχική υγεία, θα αποτελεί στο άμεσο μέλλον ένα ζωντανό κύτταρο ανάμεσα στους καρκίνους που μας περιβάλλουν και θα πολιορκείται αδυσώπητα μέσω της Εφορίας και άλλων καθεστωτικών όπλων. Ο καθένας όμως είναι υπεύθυνος να διαλέξει το πώς θέλει να ζήσει και κυρίως το πώς θέλει να πεθάνει.

 

 

Όλα μια ιδέα είναι

Κάθε απόγευμα, κατά τις 4, περνάει ένα κοπάδι αίγες. Έρχονται από κάπου μακριά, φτάνουν κοντά στο χωράφι που δουλεύω κι απομακρύνονται ξανά προς την άλλη κατεύθυνση. Ακούω τα κουδούνια τους να λαλούνε όλα μαζί κι ο ήχος τους να δυναμώνει όσο πλησιάζουν κι ύστερα πάλι να αδυνατίζει όσο φεύγουνε. Στην αρχή διακρίνω ξεκάθαρα πως είναι πολλοί ήχοι κουδουνιών αλλά σαν περάσει λίγη ώρα, γίνονται μες στ’ αυτιά μου όλοι οι ήχοι ένας, ανακατεύονται τόσο όμορφα και μοιάζει όλο αυτό το άκουσμα σαν ένα νερό που κυλάει, σαν να έβαλε κάποιος μικρόφωνο και ηχεία στο ρυάκι. Με συνεπαίρνει το μεγαλείο, κλείνω τα μάτια και νιώθω πως βρίσκομαι δίπλα σε ποτάμι γάργαρο.

Αυτό κάνω κάθε απόγευμα τις τελευταίες μέρες. Κάθομαι στο χώμα για όσο διαρκεί το πέρασμα του κοπαδιού και γίνομαι ένα με τον ήχο του, ξεφεύγω από την πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ αυτήν του χωριού και της φύσης που έχει όμως στο βάθος της πάντα μια γεύση από την αδικία, την αναλγησία, την αναξιοπρέπεια της σύγχρονης Ελλάδας και μεταφέρομαι αλλού, σαν πουλί αισθάνομαι, ελεύθερο, που πετάει πάνω από ένα ανοιξιάτικο ρυάκι λίγο πριν φτάσει στη θάλασσα κι όλα τα θωρώ απόμακρα, τίποτα κακό δεν μ’ αγγίζει.

Όλα μια ιδέα είναι αγαπητοί. Όλα μια ιδέα.

Έτσι έκανα και σήμερα κι ύστερα, νύχτα πια, πήγα και βρήκα τον μαστρο Γιώργη, που δεν είναι πια άξιος, έτσι λέει κάθε τόσο για τον εαυτό του, και γι αυτό μου δίνει το περιβολάκι του το ονειρεμένο, να το πάω παρακάτω εγώ ο άξιος, τρομάρα μου, πήγα και τον βρήκα λοιπόν για να συνεννοηθούμε κι έκατσε να μου πει τον βίο του. Από το ’37 που πήγε στην Αθήνα βρήκε δουλειά εμποροϋπάλληλος. Στην Κατοχή ξαναγύρισε στο χωριό και δούλευε στον νερόμυλο και στην τράτα κι έτσι περάσανε τα χρόνια τα δύσκολα. Δίχως την πείνα της πόλης. Ύστερα από τη μαύρη αυτή περίοδο ξαναγύρισε στην Αθήνα κι άνοιξε δικό του μαγαζί, μπακάλικο. Μα το εξηντατόσο έκανε μια πλημμύρα και καταστράφηκα, έτσι μου είπε. Τόσο απλά και κοφτά, δίχως πίκρα το ‘πε, δίχως περιγραφές, δίχως άλλες λέξεις, μόνο με μία, “καταστράφηκα”, δίχως κακό συναίσθημα κανένα, ίσως και με ένα αχνό γελάκι που πρόδινε γλυκιά νοσταλγία για τα χρόνια που πέρασαν. Και πήρα αποζημίωση τότες από το κράτος μια κουβέρτα όλη κι όλη, έτσι μου πε μετά και γέλασε σ’ αυτή τη φράση εμφανώς, κουνώντας το κεφάλι.

Και συνειδητοποίησα ξανά πως όλα μια ιδέα είναι, όλα μια ιδέα. Όλα όσα νομίζεις πως σε καταστρέφουν, δεν φτουράνε το παραμικρό μπροστά στη ζωή που περνά και δεν ξανάρχεται πίσω. Ακόμα και τις πιο μεγάλες “καταστροφές”, όλες σε μια φράση τις κλείνεις σαν νιώσεις την απόλυτη, πως δεν είσαι άξιος, σαν νιώσεις πως θωρείς πια τη ζωή από ξέμακρα, όλα μια ιδέα καταλαβαίνεις πως ήτανε, όλα.

Την Κυριακή στο ΒΗΜΑ FM

Πριν μερικές μέρες που ήμουν Αθήνα για κάποιες εκδηλώσεις, με κάλεσε ο Νίκος Θρασυβούλου στο στούντιο του ραδιοφώνου ΒΗΜΑ FM και ηχογραφήσαμε μια εκπομπή. Θα παίξει την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 12.00-13.00. Συχνότητα 99,5 ή διαδικτυακά. Εγώ πάντως δεν με αντέχω και δεν θα την ακούσω. Ελπίζω να έβαλε σε κάποιο διάλειμμα τον Ακροβάτη του Χαϊνη, το αγαπημένο μου τραγούδι που παρήγγειλα.

Έχε εμπιστοσύνη στο χάος

Έλαβα ένα μακροσκελές μέηλ από αναγνώστρια εξ Αθηνών, η οποία είναι πολιτικοποιημένο ον, ακτιβίστρια, συμμετέχει και είναι δραστήριο μέλος σε πολλές συλλογικότητες. Μου γράφει λοιπόν πως είναι απογοητευμένη από όλα αλλά κυρίως από την απάθεια που βλέπει τριγύρω της και πως νιώθει τελείως διαλυμένη από όλην αυτή την κατάσταση που είναι υποχρεωμένη να βιώνει καθημερινά. Στην κοινωνία απάθεια και ανοχή, και στις συλλογικότητες παθογένεια με συμπτώματα παραγοντισμού αλλά και ψυχοθεραπείας άνευ αποτελέσματος.

Ένιωσα πως η γράφουσα βρίσκεται ένα στάδιο πριν πάρει κι αυτή τα βουνά, ένα στάδιο στο οποίο βρέθηκα προσωπικά πριν από μερικά χρόνια, όταν και αποφάσισα να αποτραβηχτώ από την καθημερινή προσωπική επαφή με τους ανθρώπους και να δοθώ στα άλλα πλάσματα, τα φυτά και τα ζώα. Δεν ξέρω αν θα το κάνει, αν έχει τον τρόπο ή την θέληση. Σε μένα πάντως έδρασε ευεργετικά αυτή η απομάκρυνση και της το είπα με σιγουριά. Έρχεται καιρός κατά τον οποίον οι άνθρωποι που δίνονται με πάθος στο σύνολο, επιβάλλεται να κοιτάξουν λίγο και τον εαυτό τους, να σταθούν στα πόδια τους πιο στέρεα, να γίνουν πιο δυνατοί διότι μόνο έτσι θα μπορέσουν μετά να βοηθήσουν πιο αποτελεσματικά και τους άλλους. Όχι απαραίτητα με τους τρόπους που είχαν μάθει, εφαρμόσει και συνηθίσει μέχρι πρότινος.

Η φύση δίνει λύσεις, καθαρίζει το νου, ασκεί το κορμί, εισάγει στην φιλοσοφία και νικάει τον θάνατο. Κάνει τον άνθρωπο απείρως πιο χρήσιμο για τους άλλους ανθρώπους.

Της απάντησα βέβαια όλα αυτά αλλά της είπα και κάτι που νιώθω εδώ και πολλά χρόνια, με αφορμή όμως το γράμμα της, ήταν η πρώτη φορά που το άρθρωσα, το έβαλα σε λέξεις και το είπα στον εαυτό μου και σε κάποιον άλλον τόσο συγκεκριμένα. Θα θελα λοιπόν να το καταχωρήσω κι εδώ, για πολλούς και διάφορους λόγους, ελπίζοντας πως θα φανεί χρήσιμο σε κάποιους/ες από τους αναγνώστες του ταπεινού αυτού ιστότοπου:

Όταν είμαι στην φάση της πλήρους απογοήτευσης, μου βγαίνει ως άμυνα η εξής σκέψη: Πως η ανθρωπότητα βαδίζει σίγουρα προς τα εκεί που θέλει και πως αφού το θέλει, εγώ και οι όμοιοί μου, που διαφωνούμε, δεν έχουμε κανένα λόγο (και κανένα δικαίωμα) να τους το χαλάσουμε, οπότε ας αφήνουμε τα πράγματα να κυλάνε, έτσι κι αλλιώς είναι τόσο χαοτική η διαδικασία, που δεν ξέρεις από ποια λεπτομέρεια, ποια στιγμή, θα γίνει η έκρηξη ή η αλλαγή πορείας. Βάδιζε εσύ τον δρόμο σου δίχως εκπτώσεις, και έτσι, να είσαι βέβαιος, ότι συντελείς στο τσακ που θα κάνει το χάος και θα γίνει δημιουργία.
Μην αγχώνεσαι. Όλα πάνε όπως πρέπει. Αν ξεπεραστούν τα όρια, θα έρθει η συντέλεια. Είτε με πόλεμο είτε με φυσικές καταστροφές. Η Φύση από πάνω μας βλέπει, νιώθει και θα αμυνθεί μόλις νιώσει την απειλή να γίνεται ασφυκτική. Έχε εμπιστοσύνη στο χάος”

Φτώχυνε η Ελλάδα από ανθρώπους πρώτα

Το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι ότι δημοσιεύοντας βιβλία και κείμενα, επικοινωνούν μαζί σου πολλοί άνθρωποι, που αλλιώς δεν θα τους είχες γνωρίσει.

Ένα από τα μέηλ που έφτασε είναι από Γερμανία, μετανάστρια εδώ και 25 χρόνια, όχι τωρινή, η αποστολέας του, η οποία σε μια φράση τα λέει όλα για την κατάντια της Ελλάδας. Όχι την σύγχρονη αλλά την πρωτινή κατάντια, αυτήν που οδήγησε εδώ.

Γράφει λοιπόν για την μητέρα της: “οικολόγος από την φύση της, με απέραντη παιδεία και διορατικότητα κι ας ήταν μια απλή νοικοκυρά .
παιδάκι μου, μου έλεγε, για τον ξενιτεμό μου, από τη μια σε θέλω κοντά μου κι από την άλλη σκέφτομαι, τι να κάνεις εδώ; έχει γεμίσει η ελλάδα νεόπλουτους. πάνε οι άνθρωποι με αρχοντιά και αξιοπρέπεια που ξέραμε. φτώχυνε η ελλάδα από ανθρώπους”.

Αυτό είναι όλο το ζήτημα. Ότι μια χώρα που την κατοικούσανε αρχόντοι, από τους αστούς και τους αριστοκράτες έως τους χωρικούς και τους εργάτες, όλοι άρχοντες ήτανε στην καθημερινότητά τους, η αρχοντιά ήτανε γνώρισμα και του πιο φτωχού χωριάτικου σπιτιού, γίνηκε μέσα σε τριάντα χρόνια μια χώρα που την κατακλύσανε οι νεόπλουτοι, γελοίοι, αμόρφωτοι αλλά σπουδαγμένοι, εκπαιδευμένοι, εξειδικευμένοι και ισοπεδωμένοι νεοέλληνες της συμφοράς.

Και μαζί με την αρχοντιά μας εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού και η καλαισθησία μας. Κακογουστιά και χρήμα κυριάρχησαν και κατέστρεψαν ό,τι την Ελλάδα. Τώρα πλέον έχουμε συνηθίσει στην κακογουστιά, οι δε νέες γενιές δεν ξέρουν τι θα πει ομορφιά αυθεντική κι αφτιασίδωτη. Συνηθίσαμε όμως και στο χρήμα και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε δίχως αυτό, παρόλο που προερχόμαστε από ανθρώπους που μόνο χρήμα δεν είχαν, όλα τα άλλα πλούτη τα είχαν, και δίχως χρήμα ζούσαν και ήσαν άρχοντες.

Φτώχυνε η Ελλάδα από ανθρώπους, ισοπεδώθηκε και πλούτισε από γιαλαντζί πλούσιους, πλούσιους του χρήματος, πλασματικά πλούσιους, διότι το χρήμα είναι αέρας, κι όπως έρχεται, έτσι και φεύγει. Κι απομένει η κενή ψυχή ύστερα να κουτουλάει στους τοίχους.

Από μια άποψη θα ήταν πολύ ευεργετικό που φεύγει το χρήμα, μπας και μας κάνει να ξαναγυρίσουμε στην ψυχή μας αναγκαστικά, αλλά δεν είναι έτσι. Διότι με το ξεπούλημα της χώρας, το χρήμα δεν φεύγει, απλά αλλάζει χέρια, όπως και η Ελλάδα. Έφυγαν οι αρχόντοι του παρελθόντος, ανέλαβαν οι νεόπλουτοι Έλληνες καταστροφείς του εαυτού τους και της πατρίδας κατ’ επέκταση, και αυτοί τώρα παραδίνουν στο κεφάλαιο των πολυεθνικών για να συνεχίσουν την καταστροφή και να αποτελειώσουν τον τόπο.

Όσοι έχουν ψυχή ακόμα, αντιστέκονται ο καθένας στο πόστο του και δεν πρόκειται να παραδώσουν τα όπλα ούτε τον τόπο τους εύκολα. Έχει ακόμα πολλούς αλύγιστους και αξιοπρεπείς ανθρώπους τούτη η χώρα. Κι ας επιπλέουν πολιτικά οι προσκυνημένοι. Κι ας είναι η πλειοψηφία που τους εκλέγει εδώ και τόσες δεκαετίες, οι ίδιοι άξεστοι νεόπλουτοι του χρήματος, που φέρανε την Ελλάδα στην καταστροφή. Πάντα ενάντια΄τους παλεύαμε, τώρα αγωνιζόμαστε και ενάντια στους εξαγοραστές αυτών.

Πεσκέσια

Σήμερα ήτανε μια υπέροχη μέρα.

Πολύ δουλειά, πολύς μόχθος μα και ανείπωτη ευχαρίστηση. Ευχαριστιέται κανείς μονάχα όταν νιώθει άνθρωπος. Και άνθρωπος νιώθει μονάχα όταν προσφέρει.

 

Σε ένα διάλειμμα από τη δουλειά, γέμισα σακούλες με μελιτζάνες, κουνουπίδια, ελιές, λάδι και σούμα και τα ‘στειλα σε συγγενείς και φίλους στην πόλη. Κυριακή βλέπετε, κι όλο και κάποιος έρχεται βόλτα στο χωριό, οπότε τον φορτώνεις και κάνει τον ταχυδρόμο, ντελίβερι το λένε στα νέα ελληνικά.

Κατόπιν γέμισα με λάδι μπουκάλια, από κείνα του νερού, και τα έκανα διανομή στο χωριό, σε γείτονες και γέροντες που δεν έχουν κότσια να δουλέψουν πια, αλλά και στον Θωμά που ‘χε το λιοχώραφο πριν από μένα και δικαιούται κάθε χρόνο να γεύεται το λαδάκι του, κι ας μην είναι πια δικό του. Εξάλλου ούτε δικό μου είναι, ούτε κανενός. Εμείς ανήκουμε στα λιόδεντρα κι όχι αυτά σε μας.

Και του χρόνου, να είστε καλά να ξανακάνετε λάδι, καλοφάγωτο με υγεία, έτσι μου λέγανε όλοι όσοι λάβαιναν τα πεσκέσια.

Κι όταν γύρισα στο σπίτι, νύχτα πια, πήρα μεγάλη χαρά σαν είδα τα προϊόντα μου αραδιασμένα σε φωτό στο φβ από μια φίλη που τα έλαβε στην πόλη. Κι ύστερα πήρα άλλη μια χαρά μεγάλη, όταν μια άλλη φίλη εξ Αθηνών, μάλλον εκ περιχώρων της Αθήνας, μου έστειλε με μέηλ μια φωτογραφία από την πρώτη σαλάτα που έφτιαξαν στο σπίτι τους με προϊόντα του κήπου τους! Άνθρωποι της πόλης, άνθρωποι που δουλεύουν όλη μέρα σε εταιρίες και γυρνούν στο σπίτι τους αργά το βράδυ, κι όμως κατάφεραν να βάλουν κήπο και θέλουν και σπόρους για να καλλιεργούν τα δικά τους λαχανικά.

Οι Έλληνες αλλάζουν. Αρχίζουν και δίνουν σημασία στα ταπεινά. Στη γη και στα πεσκέσια της. Μα επειδή καμιά χαρά δεν πάει μόνη της, έρχεται μια πίκρα στο τέλος να σκιάσει τη μέρα. Και δεν είναι άλλη από την μόνιμη πίκρα, η οποία πηγάζει απ’ την αίσθηση πως οι υπάλληλοι των τοκογλύφων που μας κυβερνούν, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των δήθεν, δηλαδή του ξεπουλημένου, αντιπαραγωγικού και σιχαμερού κομματιού της νεοελληνικής κοινωνίας, δίνουν πεσκέσι την πατρίδα μας στις Αγορές και οδηγούν την Ελλάδα σε δρόμο δίχως επιστροφή