Καπιταλιστική καπηλεία και αντικαπιταλιστικά καπηλειά

Ο καπιταλισμός όσο βαίνει προς το αδιέξοδο τόσο καπηλεύεται αξίες και έννοιες που δεν του ανήκουν ισοπεδώνοντας τα πάντα και κατεβάζοντας έτσι το επίπεδο του ανθρώπου και του πολιτισμού.

Στα τόσα χρόνια σπατάλης φυσικών πόρων δίχως καμία πρόνοια για τον πλανήτη, οι αντικαπιταλιστές (ας τους ονομάσουμε έτσι για ευκολία όλους όσους είχαν κριτική στάση και αντιστέκονταν) προέτασαν τις ΑΠΕ. Τώρα, ήρθε ο καπιταλισμός και τις καπηλεύτηκε, τις έκανε Βιομηχανίες ΑΠΕ κάνοντας ταυτόχρονα εχθρούς τους όσους μέχρι πρότινος τις υποστήριζαν

Στα τόσα χρόνια της ελαφρότητας του βίου, της ανταγωνιστικότητας των ατόμων, του ατομικισμού, του φιλοτομαρισμού και της ιδιώτευσης, οι αντικαπιταλιστές προέτασαν την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, την συμπαράσταση. Ήρθε τώρα ο καπιταλισμός να καπηλευτεί κι αυτές τις αξίες, να ορίσει ως αλληλεγγύη την τοκογλυφία, ως βοήθεια τον δανεισμό με στόχο την υφαρπαγή της ζωής, ως συμπαράσταση την καταπίεση και την εξαθλίωση, τα προαπαιτούμενα.

Στα τόσα χρόνια της ευτέλειας της Ζωής, οι αντικαπιταλιστές έβρισκαν απάγκιο στη φύση, στον ασκητισμό, στην καλλιέργεια της γης, στην συντροφιά των ζωντανών, στην φροντίδα ενός μικρού παραδείσου. Σήμερα έρχεται ο καπιταλισμός και καπηλεύεται σπόρους, νερά, τοπία, βουνά, κάμπους, δάση, ορυκτά, ό,τι έδινε ζωή και πόρους στον άνθρωπο που ήταν έξω από το σύστημα.

Αλλά δεν μπόρεσε ακόμη να τον ξεκάτσει από τη γη του, να τον κάνει εχθρό της, όπως δεν μπόρεσε ακόμη να επηρεάσει όσους έχουν το μυαλό καθαρό και ξέρουν τι σημαίνουν οι έννοιες και οι αξίες. Όσους δεν δίνουν σημασία στα στερνά του καμώματα αλλά μόνο γελούν με την κατάντια των σύγχρονων ατόμων που ορίζουν τα πάντα όπως τους συμφέρει, αφού μονάχα με το συμφέρον τους έμαθαν τόσα χρόνια να λειτουργούν κι όχι με την ψυχή τους. Όσους κάθονται ακόμα στα καπηλειά της αντίστασης και θα δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους. Για να μην τους αλλάξει το σύστημα, όπως έλεγε κι ο Χρόνης

Αγαθά και αγαθοί άνθρωποι

Καλά ήτανε, του χρόνου πάλι, δεν αντέχουμε άλλο, άσ’ τες απάνω στα δέντρα τις υπόλοιπες, να φάνε και τα κοτσύφια, μου είπε ένας μεσήλικας την ώρα που έκοβε τις ελιές του και γέμιζε με λάδι τα μπιτόνια του. Έναν τόνο ελιές είχαν μαζέψει σε μια βδομάδα, εκείνος κι η γυναίκα του, μόνο με χτενάκια, δίχως ραβδιστικά και άλλα σύγχρονα κόλπα. Και βγάλανε το λάδι τους και το λάδι των παιδιών τους, να ταϊσουνε τρία τέσσερα σπιτικά για ένα δυο χρόνια.

Φαντάστηκα τα παιδιά του ότι θα είναι κάπου υπάλληλοι ή επιχειρηματίες, ότι θα ασχολούνται τέλος πάντων με το να βγάζουν χρήμα για να ζήσουν και θα την περνάνε δύσκολα όπως όλοι. Έχουν σκεφτεί άραγε πως ακόμα κι αν όλα πήγαιναν ρόδινα και το χρήμα έρεε από κάνουλες ολάνοιχτες σαν το λάδι, πάντα θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιοι που μαζεύουν ελιές για παράγουν λαδάκι, το οποίο να φτάνει στην αγορά και να μπορεί να το αποκτήσει κάποιος με χρήματα;

Προχθές που έκοβα και στοίβαζα τα καυσόξυλα θυμήθηκα τον μαστρο Φώτη που έκανε καμίνια κι έβγαζε κάρβουνο. Θυμήθηκα πόση μαστοριά χρειάζεται για να στηθεί ένα καμίνι, πόση τέχνη για να καίει τρία μερόνυχτα δίχως τον κίνδυνο να καταρρεύσει και να γίνουν όλα στάχτη αντί για κάρβουνο. Και σκέφτηκα ύστερα πως αυτό το ευτελές και δεδομένο για τα μπάρμπεκιου και τις ψησταριές των αστών ταπεινό υλικό, το κάρβουνο που το αγοράζουν εύκολα με το χρήμα τους για να απολαύσουν στο σπίτι ή στις ταβέρνες τα ψητά τους, έχει από πίσω του τόση τεχνογνωσία για να παραχθεί, που μόλις φύγουν πια οι τελευταίοι που την κατέχουν, όσα λεφτά και να διαθέτουν οι άνθρωποι-άτομα, μπάρμπεκιου δεν θα κάνουν εύκολα διότι θα αναγκάζονται να καίνε οι ίδιοι κακήν κακώς κάποια ξύλα για να φτιάχνουν τα κάρβουνά τους.

Με λίγα λόγια άμα δεν υπάρχουν οι άνθρωποι που παράγουν, δεν μπορούν ούτε να απολαύσουν ούτε καν να ζήσουν αυτοί που είναι στις πόλεις κι ασχολούνται με το χρήμα, ακόμα κι αν αυτό βρίσκεται σε πλήρη επάρκεια.

Κι ήρθε ύστερα στο ελαιοτριβείο ο κυρ Μιχάλης, με πάρκινσον ο κακομοίρης, για να κόψει τις ελιές του κι αυτός, όπως κάνει δεκάδες χρόνια τώρα. Πήγα και τον ρώτησα ποιος τις μαζεύει τις ελιές αφού ο ίδιος είναι ανήμπορος και τον φέρνουνε σχεδόν σηκωτό μέχρι το λιοτρίβι λόγω που ευφραίνεται η ψυχή του να βλέπει τα λάδι να ρέει. Πήρα, είπε, δυο Αλβανούς με 50 ευρώ μεροκάματο ο καθένας και μαζεύανε 6-7 τσουβάλια κάθε μέρα, χτες και προχτές μαζέψανε από 8, ήτανε καλές μέρες.

Κι αμέσως σκέφτηκα πόσοι κυρ Μιχάληδες υπάρχουνε ανά την Ελλάδα. Εδώ στο χωριό έχουνε βρεθεί ήδη τρεις ηλικιωμένοι που μου προτείνανε να μου δώσουν τα λιόδεντρά τους να τα μαζέψω εγώ, λόγω αδυναμίας τους, για να μην πάνε χαμένα. Διότι ούτε κουράγια έχουνε ούτε εργάτες βρίσκουνε για να τις μαζέψουν. Αν υπήρχε μια ομάδα νέων με όρεξη για δουλειά πραγματική, θα έκαναν χρυσές δουλειές εδώ στο χωριό κατά το δίμηνο Νοέμβρη Δεκέμβρη στις ελιές, παίρνοντας μεροκάματα καλά ή λάδι για να πουλήσουν, αλλά το κυριότερο δουλεύοντας για να μη μένουν άνεργοι όπως νομίζουν πως είναι, όπως τους έχει ονομάσει το άθλιο αυτό χρηματοοικονομικό σύστημα που τους ξέρασε. Κι όταν περάσει αυτό το δίμηνο, θα έχουν πια δικτυωθεί και θα μπορούν να διαχειριστούν αλλιώς την τύχη τους στο χωριό, θα τους δώσουν οι ανήμποροι τη γη τους για να τη δουλεύουν μόνιμα, τόσοι και τόσοι το κάνουν ήδη αφήνοντας τα κτήματά τους, σε Αλβανούς συνήθως, που ζουν στα χωριά. Η προοπτική για τη νέα γενιά δεν είναι στη μετανάστευση στο εξωτερικό, σε χώρες ανοίκειες και πόλεις μουντές, σε δουλειές σκλαβιάς για είσπραξη χρήματος που θα φεύγει αμέσως σε έξοδα διαβίωσης, η προοπτική είναι η μετανάστευση στο εσωτερικό, κοντά στης Ελλάδας τον πλούτο, που είναι ανώτερος, πολυτιμότερος και απείρως πιο σημαντικός από το χρήμα αλλά και που φέρνει το τόσο απαραίτητο στις μέρες μας χρήμα.

Η ολοένα αυξανόμενη αστικοποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού, που τείνει να μετατρέψει τη γη στα πρότυπα της Ελλάδας, περισσότεροι στις πόλεις και λιγότεροι στην παραγωγή, είναι καταφανώς μια αδιέξοδη εξέλιξη για τους ανθρώπους. Όσο χρήμα και να κόβουν οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν θα έχει αντίκρυσμα αν δεν υπάρχουν αγαθά. Και για να υπάρχουν αγαθά, πρέπει να υπάρχουν οι αγαθοί άνθρωποι, οι παραγωγοί, αυτοί που ζουν μαζί με τον πραγματικό πλούτο και που ξέρουν να τον παράξουν. Και να λιγοστέψουν τα αστικά άτομα, τα ανταγωνιστικά μεταξύ τους για το ποιος θα κυκλοφορήσει το περισσότερο χρήμα μέσα στην ματαιότητα του βίου τους

Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου (ΕΡΤ)

http://www.ert.gr/book/item/25751-Giannhs-Makridakhs-%C2%AB%CE%9Dostalgw-thn-ellhnikothta-poy-chathhke%C2%BB

Γιάννης Μακριδάκης: «Νοσταλγώ την ελληνικότητα που χάθηκε»

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012 10:25

 Γιάννης Μακριδάκης - συγγραφέαςΓιάννης Μακριδάκης – συγγραφέας

«Το ζουμί του πετεινού»: Τα τελευταία είκοσι χρόνια και βάλε ο Παναγής τα ‘χε ζήσει καταγής. Μες στο μούρκι του παππού του στον Λειμώνα, μια κοιλάδα εύφορη, στο ξεψύχισμα του ποταμού, δίπλα στη θάλασσα, μακριά απ’ τον κόσμο, μια ώρα δρόμος μέσα απ’ τα βουνά η πιο κοντινή πόλη, είκοσι λεφτά ποδαρόδρομος το διπλανό χωριό, εκεί πέρασε όλα τα παιδικά του καλοκαίρια, μα και Χριστουγεννόσκολα και Πάσχα κάθε χρόνο εκεί ήτανε, μέσα σ’ εκείνο το μούρκι που ‘χε στο έμπα του έναν δρυ, θεριό ολάκερο, με τις κλαδούρες του να διαφεντεύουνε αθρώπους και ζωντανά από κάτω…».

Πέρσι τις Απόκριες τον Παναγή τον έπιασε η κρίση. Η νευρική. Διότι, εντελώς τυχαία, εκεί που κάθισε σιμά σε μια παρέα να πιει μαζί τους το ρακί του, πήρε τ’ αυτί του μερικές κουβέντες τους για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, οι οποίες δεν τ’ άρεσαν διόλου… Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας σελ 91

«Το ζουμί του πετεινού»…Παράξενος πλην τραβηκτικός ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου…

Παραδοσιακό φάρμακο το πετεινόζουμο για τους Έλληνες. Και νεκρούς ανασταίνει. Έτσι λέγαν οι παλιοί, οι οποίοι βέβαια σεβόντουσαν τα ζωντανά και τρώγανε κρέας με φειδώ, ξέρανε πως άμα το σφάξεις, το ‘χασες. Όχι όπως οι σύγχρονοι καταναλωτές που βλέπουν τα κομμάτια των ζώων μέσα σε βιτρίνες στολισμένα σαν άψυχα αντικείμενα.

Από τον «Αναμιση ντενεκέ» μέχρι τον «Πετεινό» έχετε γράψει άλλα τέσσερα βιβλία Η αφετηρία για μια νέα σας ιστορία κυρίως έρχεται …

Από την τρέχουσα πραγματικότητα και την στάση ζωής των ανθρώπων, που επιλέγω ως ήρωες και αποτελούν συνήθως την λοξή ματιά στη ζωή και στην πολιτική.

Το πρώτο σας βιβλίο μεταφράστηκε και αγαπήθηκε από τους Τούρκους. Εσείς τι αισθάνεστε για τους κοντινούς σας γείτονες;

Μ’ αρέσει πάρα πολύ η τουρκική γλώσσα, η Τουρκία ως φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον, έχω πολλούς φίλους εκεί και γενικώς νιώθω πως οι άνθρωποι στην απέναντι μεριά του Αιγαίου έχουν ακόμη τα χαρακτηριστικά που είχαν οι Έλληνες μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, πριν αλωθούν από το δανεικό χρήμα και πριν ισοπεδωθούν κατά κράτος. Οι Τούρκοι φίλοι μου και οι απλοί άνθρωποι που παρατηρώ, με κάνουν να νοσταλγώ την ελληνικότητα που χάθηκε

«Η δεξιά τσέπη του ράσου »ήταν να βγει στη μεγάλη οθόνη. Εξακολουθεί να παίζει το σενάριο ή μήπως η κρίση το φρενάρισε;

Η πρόθεση των δημιουργών της ταινίας υπάρχει ακόμη. Απομένει να εξευρεθούν οι πόροι για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Δύσκολες εποχές…

Γράφετε λίγο σαν το Μαρσελ Προυστ Χωρίς τελείες , μονορούφι…

Γράφω όπως μου βγαίνει, δίχως περιορισμούς. Γράφω επειδή ακούω γύρω μου την λογοτεχνία και επειδή προσπαθώ να ζω την Τέχνη που εκπέμπεται από τις ζωές των ανθρώπων. Δεν γράφω μέσα από διαβάσματα, δεν έχω ασχοληθεί με την γραπτή λογοτεχνία παρά μόνο με την προφορική.

Αληθεύει ότι ζείτε απομονωμένος σε ένα χωριό και ασχολείστε με τη γή σας; Και δεν είναι στιγμές που αποζητάτε μια απόδραση σε μια πόλη μεγάλη, σε μια Νέα Υόρκη έστω για λίγο;

Ζω στην Βολισσό της Χίου και ασχολούμαι με την καλλιέργεια ενός μικρού κτήματος, με την συλλογή ελαιοκάρπου, με την παρασκευή σούμας από σύκα και με την διατήρηση τοπικών σπόρων αλλά και τροφών με παραδοσιακές μεθόδους. Με αγχώνουν οι πόλεις και κυρίως οι μεγαλουπόλεις, διότι εκεί δεν νιώθει ο ένας τον άλλον ως συμπληρωματικό άνθρωπο, αλλά ως ανταγωνιστικό άτομο. Δεν έχω καμιά διάθεση και καμιά ανάγκη να πάω σε μεγαλούπολη ούτε για λίγο. Απεναντίας, έχω ανάγκη να παραμένω στο χωριό.

Το Κένρο Χιακών Μελετών, το δικό σας έργο, τι περιλαμβάνει;

Την έρευνα μελέτη καταγραφή διάσωση και διάδοση των τεκμηρίων του νησιού. Φτιάχνεται μια εγκυκλοπαίδεια για την Χίο σε τεύχη μέσα από το περιοδικό «Πελινναίο». Αφορά τομείς όπως ανθρωπολογία, γεωλογία, ιστορία, τοπιογραφία, αρχιτεκτονική, γενεαλογία, βιοποικιλότητα κλπ.

Πρόσφατα μιλήσατε με το κοινό σας στην Αθήνα. Η αίσθηση που είχατε από αυτή την συνάντηση;

Η Ελληνική κοινωνία ολοένα και ξεφεύγει από την νοοτροπία του πολίτη-πελάτη και υπηκόου. Βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή που, οδηγεί σε πιο συνειδητοποιημένους πολίτες και πιο ενεργές πολιτικά συνειδήσεις.

Διαβάζοντας τις ιστορίες σας νιώθω πως είστε αγανακτισμένος, θυμωμένος …

Κάποιες στιγμές είμαι. Διότι συμβιώνοντας με φυτά και ζωντανά νιώθω ως εκπρόσωπος αυτών απέναντι στον αλαζόνα άνθρωπο, ο οποίος με την αστική του νοοτροπία, καταστρέφει το περιβάλλον και τους βιοτόπους των συντρόφων μου, αλλά και τον δικό μου, για να ζει τα τσιμέντα. Οι έγκλειστοι εντός αυτών, με όσο περισσότερες ανέσεις μπορούν, αδιαφορώντας για όλα τα άλλα και σπαταλώντας απερίσκεπτα φυσικούς πόρους και ενέργεια.

Όλα μούσκεμα

Βρέχει συνέχεια σήμερα.

Το Πελινναίο είναι μέσα στα σύννεφα και η ομίχλη στον δρόμο πηχτή

Ολόγυρα από το χωριό, στα χαμηλά, κατά τη θάλασσα, καπνοί λευκοί ανεβαίνουνε ολημερίς στον ουρανό. Βρήκανε όλοι ευκαιρία να κάψουνε τα κλαδέματα κι από κάθε χωράφι εκπέμπονται μηνύματα καπνού δίχως παραλήπτη. Τι κι αν δε βγήκε λευκός καπνός στο Γιούρογκρουπ χτες βράδυ, σκασίλα μας.

Γυρνώντας από το λιοτρίβι σταμάτησα στο μπακάλικο. Ήτανε μέσα δυο τρεις άνθρωποι και σχολιάζανε την τρέχουσα επικαιρότητα. Φαινόντανε πολύ ευχαριστημένοι, χαμογελαστοί και καθώς πλησίασα άκουσα τα λόγια τους:

Ωραία βροχή

Όλη νύχτα έριχνε

Να δεις για πότε θα σκάσει το κοκκάρι τώρα, θα γεμίσει η γης μπαχάρια

Τώρα θα βγούμε για αμανίτες

Μια λιακάδα να κάνει τώρα και θα γεμίσει ο τόπος μανιτάρια

Ευφορία στο μπακάλικο. Στην γωνία, ψηλά, μια τηλεόραση σε χαμηλόφωνη παρουσία. Ο Βενιζέλος γέμιζε την οθόνη. Κάτι έλεγε κι αυτός για τους αναξιόπιστους εταίρους που χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως άλλοθι και διάφορα άλλα τέτοια αλλά σημασία κανείς δεν του ‘δινε, τα χείλια του ήτανε πάλι άσπρα στις άκρες, κάτι θα χει αυτός, μα ούτε που γυρνούσαν να τον κοιτάξουν οι θαμώνες. Εδώ θα σκάσουνε τώρα οι αμανίτες, με τον Βενιζέλο, που κοντεύει να σκάσει από το φαϊ, θα ασχολούμαστε..

Σε μια στιγμή που ησύχασε η πρωινή παρέα ακούστηκαν πιο δυνατά τα λόγια της τηλεόρασης. Κάποιοι δημοσιογράφοι μιλούσαν και λέγανε πως η Γερμανία έχει ήδη κερδίσει 45 δις ευρώ από την κρίση χρέους και πως πρέπει να πληρώσει κάποια από δαύτα για να βρεθεί η λύση.

Σαρανταπέντε δις ευρώ, ακούς Στεφανή;

Έχεις ιδέα πόσα είναι σαρανταπέντε δις ευρώ; Άμα τα είχαμε σε πενηντάευρα δεν θα χωρούσανε μες το μαγαζί.

Κούνησε το κεφάλι του γελαστός ο Στεφανής. Ούτε ήξερε, ούτε ποτέ τον ένοιαξε να έχει σαρανταπέντε δις ευρώ, ούτε θα ήξερε τι να τα κάνει και πώς να τα κουλαντρίσει αν τα είχε μπρος του.

Εδώ ρε βρέχει, ρίχνει νερό, ζωή, η γης μας απολαμβάνει, βγάζει τα μπαχάρια και τα χορτάρια της, σε λίγο θα βγούνε κι οι αμανίτες και θα τους φάμε τηγανητούς να φχαριστηθεί η ψυχούλα μας, κι εσύ μας λες για σαρανταπέντε δις ευρώ και πράσιν’ άλογα, ποιος τα χέζει;

Ξαναβγήκα μες στη βροχή χαμογελώντας. Άντε τώρα αυτή η Ελλάδα να γίνει ποτέ Ευρώπη και να ασχολείται με το κρύο χρήμα. Να χει αντικείμενο συζήτησης στα καφενεία και στα μπακάλικα το ότι δεν συμφώνησαν χτες ωράδυ οι υπουργοί στο Γιούρογκρουπ και πως αργεί η δόση. Γίνεται; Δεν γίνεται. Κι άντε ποτέ οι Ευρωπαίοι και οι εγχώριες μαριονέτες τους να νιώσουνε τι σημαίνει Ελλάδα και τι σημαίνει ζωή. Φύσει αδύνατον.

 

Στην Αθήνα πάλι

Εκδηλώσεις παρουσιάσεις συζητήσεις

Κυριακή 25 Νοέμβρη ώρα 7μμ στα Πετράλωνα, στο μπαρ Βραζιλιάνα στην πλατεία Μερκούρη, με την Πολιτιστική ομάδα Πετραλώνων και το βιβλιοπωλείο Αμόνι

Δευτέρα 26 Νοέμβρη ώρα 7.30 μμ στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής (Αλ. Κοντόπουλου 13)

Χαμογέλα ρε, δεν έπαθα και τίποτα!

Όταν έφυγα από την ζωή στις πόλεις και ήρθα να ζήσω κοντά στη γη είχα πολύ έντονη την πεποίθηση πως πέθανα. Κάθε πρωί που άνοιγα τα μάτια μου και έβγαινα στη φύση, ένιωθα να με τυλίγουν τα αρώματα, οι ήχοι και οι εικόνες της κι ήμουν βέβαιος πως είμαι πια νεκρός, πως έφυγα απ’ τη ζωή κι ήρθα εδώ και πως από δω και πέρα έτσι θα είναι όλα, αρμονικά κι όμορφα εις τον αιώνα τον άπαντα.

Όποιος φτιάχνει τον προσωπικό του παράδεισο, μακριά από την σύγχρονη ζωή και αντίληψη της κατανάλωσης και της μόστρας, κοντά στη φύση, σε συμβίωση με τα φυτά, τα ζώα και τα πετεινά, σε απόλυτη προσαρμογή με τους ημερήσιους και ετήσιους ρυθμούς του φωτός, του σκοταδιού, της άνοιξης, του θέρους, του φθινοπώρου, της χειμερίας νάρκης, όποιος βιώνει αυτή τη φωτεινή περίοδο της Ζωής από την αρχή, από το μηδέν, παράγοντας, συλλέγοντας, απολαμβάνοντας, δίχως συμβάσεις και δίχως καθημερινή καταπίεση για την απόκτηση αντιμισθίας, όποιος αντιληφθεί τον πλούτο μακριά από το χρήμα κι όποιος μοχθεί πραγματικά κάθε μέρα για να κερδίζει τον βίο του κι όχι να τον εξαγοράζει, γνωρίζει τη Ζωή και συμφιλιώνεται με τον Θάνατο.

Ο Θάνατος αποτελεί μέγα φόβητρο για τον σύγχρονο άνθρωπο-άτομο. Διότι είναι άγνωστος όπως άγνωστη γι’ αυτόν είναι και η Ζωή. Μες στην πλαστή και πλάνα πραγματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, που θεωρεί Ζωή, το χειρότερο που μπορεί να του τύχει είναι να πεθάνει ή να πεθάνει κάποιος γνωστός του ή κάποιος διάσημος κι έτσι να του θυμίσει για λίγες μόνο στιγμές, διότι το σύστημα φροντίζει να μην διαρκεί πολύ το πένθος και η θλίψη που είναι εχθροί της κατανάλωσης, πως για όλους το τέλος είναι αναπόφευκτο και ένα.

Όταν γνωρίσει όμως την πραγματική Ζωή, γνωρίζει και την άμεση σχέση της με τον Θάνατο, γνωρίζει βαθιά τον Θάνατο, τον ρόλο του, την χρησιμότητά του για την συνέχιση της Ζωής, παύει να τον φοβάται, είναι η Ζωή του προετοιμασία για τον Θάνατο κι όχι μια καθημερινή πλάνη απουσίας Θανάτου. Είναι λοιπόν στην Ζωή του Άνθρωπος και σέβεται τον Άνθρωπο, τα άλλα πλάσματα γύρω του, αλλά και όσους έζησαν πριν απ’ αυτόν και τις δημιουργίες τους. Δεν είναι άτομο που έχει την πεποίθηση πως μόνο αυτός γεννήθηκε στη γη, πως όλα είναι για πάρτη του, πως όλοι γύρω είναι ανταγωνιστές του και πως κάθε τι που τον περιβάλλει είναι φτιαγμένο για τον υπηρετεί.

Δυστυχώς όμως ξέχασε ο άνθρωπος πως η Ζωή είναι προετοιμασία Θανάτου κι ας το φωνάζει όλη η Φύση γύρω του. Την παράτησε τη Φύση να φωνάζει μόνη της κι εκείνος κλείστηκε στην ψεύτικη ευημερία του, έβαλε και διπλά τζάμια να μην ακούει τίποτα. Μονάχα κάνα δεκαπενθήμερο κάθε χρόνο, κι αυτό καλοκαιρινό, αυγουστιάτικο, ίσως μπορεί να ακούσει τη Φύση μα και πάλι κάνει πως δεν ακούει ή δεν έχει πλέον τα εφόδια για να την κατανοήσει.

Οι άνθρωποι όμως που έχουν επιλέξει να ζουν κοντά της, οι άνθρωποι που ζουν βίο ασκητικό, σαν όλα της τα πλάσματα, μπορούν να την ακούν κάθε μέρα, να την κατανοούν και να έχουν όχι μόνο συμφιλιωθεί με το τέλος τους αλλά να μπορούν και να αναγνωρίσουν την στιγμή που αυτό θα ρθει, να μπορούν ακόμη και να το φέρουν οι ίδιοι όποτε θελήσουν, όποτε νιώσουν πανέτοιμοι να το βιώσουν, όποτε κουραστούν από τον βίο.

Είμαι βέβαιος πως ο αγαπημένος Χρόνης Μίσσιος ήταν ένας απ’ αυτούς. Η Ζωή του μαρτυρά πως γνώριζε τον Θάνατο, πως είχε προετοιμαστεί, βιώνοντας, γι’ αυτόν και πως επέλεξε την ώρα του να φύγει διότι έκρινε πως ήταν ό,τι ήθελε πραγματικά εκείνη τη στιγμή. Τώρα η ψυχή του θα πετά πάνω από τον επίγειο παράδεισό του στο Καπανδρίτι και θα χαμογελά κάθε φορά που μπαίνει η άνοιξη κι ανθίζουν οι πορτοκαλιές.

 

Το άλλο με τον Φώτη το ξέρετε;

Τα μάθατε; Η Τρόικα έστειλε μεηλ σήμερα πρωί πρωί και απαίτησε να μεταφερθούν 500.000 άνθρωποι από τα νησιά στην Αθήνα διότι δεν συμφέρει να μένουν εκεί και να έχει τόσες διάσπαρτες υπηρεσίες το ελληνικό κράτος, αλλά ο Κουβέλης το απέρριψε το αίτημα κατηγορηματικά και τους ανάγκασε και το πήραν πίσω! Όπως το άλλο με τους 22.000 που θα απολυόταν! Για να μη λέτε πως δεν έγινε διαπραγμάτευση και πως η κυβερνώσα αριστερά είναι φασίστες, σιαμαίοι με τους ναζί

Η κατάρρευση θα είναι ολική

Με ξεκάθαρες πλέον χουντικές μεθόδους κυβερνά το γελοίο τρίο και εκπληρώνει τις διαταγές των αφεντικών του.

Οδηγεί την Ιστορία στο να γράψει μια και μόνη φράση για τους μοναδικούς δύο αιώνες ζωής του νεοελληνικού κράτους: Οι Έλληνες απελευθέρωσαν την Ελλάδα από την Οθωμανική αυτοκρατορία για να την ξεπουλήσουν.

Η κυβερνώσα αριστερά με αρχιτσαρλατάνο τον Κουβέλη είναι ό,τι πιο σιχαμερό έχει να επιδείξει η νεοελληνική ιστορία. Μαζί με το σιαμαίο έκτρωμα του Μιχαλολιάκου αβαντάρουν τους υπαλλήλους των διεθνών τοκογλύφων και οδηγούν την σύγχρονη Ελλάδα στο τέλος της. Οι μεν ως κράτος και οι δε ως κοινωνία. Και, έχω ξαναγράψει, πως η εκπορνευμένη συνείδηση είναι τρισχειρότερη από την βλακεία. Ο καλοντυμένος “πολιτισμένος” εκδορέας της αξιοπρέπειας είναι πιο κατάπτυστος από τον νταβατζή.

Ακόμα έχουμε κάμποσο δρόμο μπροστά μας, δεν τελειώσαμε, όσο κι αν φαίνεται εμφανές αυτό. Έχουμε ακόμη την τελευταία περίοδο, την τελευταία πράξη του νεοελληνικού δράματος, στην οποία μάλλον θα εισέλθουμε αργά ή γρήγορα και δεν είναι άλλη από την διακυβέρνηση Σύριζα. Εκεί θα σκάσει η βόμβα που με τόση μεθοδικότητα κατασκευάζουν σήμερα οι χουντικοί εταίροι της εσωτερικής τρόικας, λαμβάνοντας καθημερινά οδηγίες από την εκρηκτική συνταγή της διεθνούς.

Διότι βεβαίως κανένας σύριζα και κανένας Τσίπρας δεν θα μπορέσει, ίσως και δεν θα θέλει, να ξανακάνει την Ελλάδα αυτόνομο κράτος, να φέρει την νομιμότητα στην διοίκηση, να  εισαγάγει για πρώτη φορά την αξιοπρέπεια στην πολιτική, να διαμορφώσει πολίτες και όχι πελάτες. Είναι πολύ λίγος ο κάθε Σύριζα για να μπορέσει να ανατρέψει το καθεστώς που ταχύτατα εγκαθιστούν οι φασίστες της κυβερνώσας αριστεράς σε συνεργασία με τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο και τους ναζί πολύτιμους συνεργάτες τους. Είναι πολύ λίγος για να μπορέσει να απασφαλίσει την βόμβα που θα παραλάβει και να φροντίσει να μην του σκάσει στα χέρια. Είναι πολύ λίγος διότι βρίθει κομματικών στελεχών που πιο πολύ μοιάζουν με πασόκους αναξιοπρεπείς πελατολάγνους πολιτικούς του παρελθόντος παρά με αριστερούς του μέλλοντος και είναι πολύ λίγος διότι ανέρχεται εκλογικά με την δύναμη της ψήφου όσων καλλιέργησαν και συντήρησαν αυτούς που τώρα φτύνουν.

Πριν κλείσουν δυο αιώνες νεοελληνικού κράτους έρχεται ολοταχώς η παταγώδης και αιματηρή κατάρρευσή του και η μετατροπή του σε Νεοελληνική αποικία του Αρχιπελάγους. Με Δήμιους αντί αντί για Δήμους.

Μια δόση από Νοέμβρη πραγματικό

Αυτές τις μέρες η μισή Ελλάδα παράγει στο φουλ. Ελιές, λάδια, καυσόξυλα, σούμες και  τσίπουρα. Νοέμβρης, ωραίος μήνας, γεμίζει τα πυθάρια.

Η άλλη μισή Ελλάδα ζει στον κόσμο της, όπως έκανε πάντα, μόνο που τώρα είναι λιγάκι πιο μίζερος. Και νομίζουν κιόλας πως αυτός είναι ο κόσμος ολάκερος.

Ακούσατε κανέναν από τους πολιτικάντηδες που κόπτονται για την ανάπτυξη της χώρας και για τη σωτηρία της, να μιλάει για παραγωγή; Προσωπικά μονάχα για ξεπουλήματα και για προσέλκυση ξένων επενδύσεων ακούω.

Γιατί; Διότι αυτοί που ζούνε στον κόσμο τους, μακριά (από την γη και) την παραγωγή, μάθανε να εξαγοράζουν τη ζωή και τον καθημερινό τους βίο. Κι όταν εξαγοράζεις, ξεπουλάς κιόλας σαν έρθει η ώρα. Κι όταν έχεις ξεπουληθεί συνειδησιακά, ξεπουλάς τα πάντα δίχως τσίπα, δίχως αξιοπρέπεια. Άγνωστη λέξη.

Έχουμε πρωθυπουργό από την Καλαμάτα αλλά ούτε που νοιάζεται για την παραγωγή. Κι ας αναστενάζει η μισή χώρα στα λιοτρίβια τούτον τον μήνα. Δεν ενδιαφέρουν οι χωριάτες. Μονάχα οι αστοί. Οι χωριάτες είναι εμπόδιο στα σχέδια και επιβάλλεται να τους ξεκάτσουμε από τα μέρη τους. Να τα απελευθερώσουμε από λόγου τους, από τα κουρέλια που παράγουν ακόμα και να τα ξεπουλήσουμε όσο όσο σε πολυεθνικές για να στήσουν εργοστάσια, με πρώτες ύλες τα τοπία της πατρίδας μας και εργάτες, όπου χρειάζονται, φτηνούς αστούς που θα μεταφερθούν λόγω πείνας και ανάγκης μισθού, διότι έτσι μάθανε.

Φύγανε κάποτε οι άνθρωποι από τη γη για να μη δουλεύουν και τώρα παραπονιούνται πως μείνανε άνεργοι. Είχανε τον κόπο τους ανεκτίμητο πλούτο και τώρα αγοράζουν τοις μετρητοίς και πανάκριβα τον κόπο άλλων, έχοντας νοικιάσει τον εαυτό τους σε εταιρίες για να πάρουν μισθό σε χρήμα και να μπορέσουν να αογράσουν αυτά που θα είχαν αν ήξεραν να παράγουν. Ας μη μιλήσουμε για ποιότητα.

Κι όσοι έχουμε μείνει πίσω και δουλεύουμε από την αυγή ως το τελευταίο φως, καμιά φορά και ύστερα απ’ αυτό, παράγοντας, τους βλέπαμε πριν να μας χλευάζουν επειδή είχαμε μείνει πίσω, λέγανε, και η ζωή προχώρησε δίχως εμάς, και τώρα μας χλευάζουν πάλι επειδή δεν μεταλλαχτήκαμε, υπερασπιζόμαστε τους τόπους μας κι έναν τρόπο ζωής προϊστορικό για τα δεδομένα τους. Έτσι τους μοιάζει η ζωή μας. Τους αξίζει να αγοράζουν πανάκριβα συσκευασμένα λάδια με φυτοφάρμακα. Τους αξίζει να πληρώνουν 250 ευρώ τον τόνο τα καυσόξυλα.

Τα λιοτρίβια τούτες τις μέρες είναι οι πιο χαρούμενοι τόποι. Ούτε χρέη, ούτε δάνεια, ούτε ευρώ, ούτε δόση. Μονάχα ο μόχθος να γίνεται λάδι και να τρέχει από την κάνουλα. Κι οι ξωμάχοι όλοι, γελαστοί και χαρωποί, να κάνουνε σχέδια για την επόμενη μέρα σαν να μην υπάρχει ζήτημα κανένα. Κουβέντα δεν ακούς για χρέη και για μισθούς που δεν φτάνουνε. Κι ας είναι οι μισοί από δαύτους υπάλληλοι. Ξεχνιούνται κάτω απ’ τα λιόδεντρα και βλέπουνε οι άνθρωποι τη ζωή όμορφη σαν γεμίσουνε τα τσουβάλια. Μεγάλη εντύπωση μου κανε, πράγματι, που δεν συνάντησα κανέναν κατσούφη στο ελαιοτριβείο, τρεις φορές που έχω πάει μες στον Νοέμβρη. Διότι η παραγωγική ζωή σε κάνει άνθρωπο. Σε αντίθεση με την κατανάλωση που σε κάνει άτομο. Αναλώσιμο. Κι έχει γεμίσει ο πλανήτης από τέτοιους, δυστυχώς. Και τον κουμαντάρουνε στραβά, όπως και τις ζωές τους.

Πάμε ξανά

Όταν μένεις στο χωριό κι έχεις και ολημέρις δουλειά με την συλλογή ελαιοκάρπου -οι ελιές είναι εκβιάστριες, δεν σε αφήνουν να καθυστερήσεις διότι το λάδι ανεβάζει οξύτητες- όταν σου χαλάσει ο υπολογιστής, μπορεί να μείνεις και μια βδομάδα “άφωνος”.

Αυτό έπαθα κι εγώ αλλά μ’ ‘άρεσε

Το βράδυ στην ΕΤ 1 όπως με ενημέρωσαν θα δείξει το ντοκυμαντέρ Χιώτικη Ελεγεία, που γυρίσαμε τον Αύγουστο, μια βδομάδα μετά τη μεγάλη πυρκαγιά

ΦΩΤΟΣΦΑΙΡΑ: «Χιώτικη ελεγεία» Η καταστροφή της Χίου τον περασμένο Αύγουστο έχει καταγραφεί από την ΦΩΤΟΣΦΑΙΡΑ τις πρώτες ημέρες της πυρκαγιάς. Παρουσιάζεται η εικόνα του οικοσυστήματος αμέσως μετά την κατάσβεση, ένα τοπίο τραυματισμένο μια εκδοχή της φτώχειας του περιβάλλοντος και οι άνθρωποι μέσα σε αυτό. Πολίτες που είναι αναγκασμένοι να ζήσουν σε αυτό το τοπίο, ενώ είχαν συνηθίσει το άλλο. Το εύφορο το πράσινο το πλούσιο σε χλωρίδα και πανίδα. Πως θα συμπεριφερθούν από εδώ και στο εξής; Ποιες οι πρώτες σκέψεις τους, οι πρώτες αποφάσεις τους; Την ίδια χρονική στιγμή, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα καμένα, μέσα από το Μούρκι, το μικρό περιβόλι του, ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης καταθέτει μια άποψη ζωής. Πρόταση για τον σημερινό πολίτη για δημιουργία ευημερία και έναν άλλου τύπου πλούτο. Η Χίος του 1822, η Χίος του 2012, η Χίος του μέλλοντος μέσα από λόγο αυθεντικό, πονεμένο, δυναμικό. Παρουσίαση: Χαρά Φράγκου Σκηνοθεσία: Χρίστος Ακρίδας Δ /ση φωτογραφίας: Στέφανος Ευθυμιάδης.

Όποιος το δει ας μου γράψει γνώμη, δεν έχω τηλεόραση από το 1998 και θα αναμένω να το δω διαδικτυακά όποτε ανέβει

Καλώς σας ξαναβρίσκω