Ο Μιχαλιός και η Μιχαλού

Σήμερα πέρασα από μια γειτονιά της πόλης και πήρε το μάτι μου τον Μιχαλιό, να στέκει αγέρωχος εμπρός στο αυτοκίνητο πλανόδιου μανάβη και να ψωνίζει κατιτίς. Ο πιο ονομαστός λαμπαδώρος στα γριγριά της Χίου και της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής ήτανε σ’ όλο τον βίο του. Τον αφήνανε μεσοπέλαγα μες το βαρκάκι, έπιανε αυτός τη μαλαστούφα και το πετρέλαιο, άναβε τη λάμπα, έβαζε κι ένα ραδιοφωνάκι να παίζει και καθότανε αραχτός στην πρύμη. Πού και πού σηκωνότανε και πήγαινε κατάπλωρα να σκύψει, να δει από κάτω αν μαζεύτηκε η ψαριά. Το αφεντικό, με το γρι γρί το υπόλοιπο, ήτανε κάνα δυο μίλα μακριά απαγκιωμένοι σε κάποια βάλα και περιμένανε ν’ ακούσουνε τη μπουρού του Μιχαλιού να τους ειδοποιεί, να τρέξουνε. Ο Μιχαλιός δεν βιαζότανε. Ήξερε. Καθότανε μες στα μαύρα σκοτάδια του πελάγους και φωτιζότανε μονάχα αυτός από τη λάμπα, σαν ηθοποιός σε μαύρο φόντο, σαν να μην ύπαρχε τίποτα άλλο εκτός από εκείνον σε όλο το στερέωμα.

Φέτος σε μια από τις εκδηλώσεις που πήγα, δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ τώρα πού, κάποιος άνθρωπος που γνώρισα μου είπε πως σαν ήτανε παιδί είχε κάνει κι εκείνος λαμπαδώρος, πως έπαιρνε τα βιβλία του και διάβαζε για το σχολείο μες στη βάρκα, κάτω από το φως της λάμπας που ψάρευε, και πως ακόμα θυμάται την παράξενη και πολύ δυσάρεστη αίσθηση τού να είσαι η μόνη εικόνα που φαίνεται μες στη θάλασσα, τού να μη βλέπεις απολύτως τίποτα ολόγυρα, μόνο πηχτά μαύρα σκοτάδια αλλά όλοι να σε βλέπουν, την αίσθηση του ότι όλα τα φώτα είναι στραμμένα μονάχα πάνω σου και πουθενά αλλού.

Ο Μιχαλιός λοιπόν ήτανε λαμπαδώρος άριστος. Κάπνιζε τα τσιγάρα του, άκουγε την μουσική του και περίμενε υπομονετικά ρίχνοντας πού και πού ματιές στο φωτισμένο νερό. Κι όταν κάποτε έβλεπε πως η ψαριά από κάτω του φτουρούσε, έπιανε την τσαμπούνα, ένα βουητήρι σαν κέρατο και φυσούσε μέσα, ειδοποιούσε με τον τρόπο αυτόν το γρι γρι να ρθει κοντά και να ρίξει το δίχτυ. Τον ακούγανε οι άλλοι από τη βάλλα και βάζανε μπρος. Σαν πλησιάζανε, τους φώναζε: Εκατό κιλά κολιός και διακόσια σαρδέλα. Ρίχνανε τα εργαλεία και φέρνανε απάνω εκατό κιλά κολιούς και διακόσια σαρδέλες. Ποτέ του δεν έπεφτε έξω ο Μιχαλιός γι’ αυτό ήτανε περιζήτητος.

Όλα αυτά και πολλά ακόμα μου χε πει σαν τον πρωτογνώρισα πριν από δέκα χρόνια και κάθισα μια δυο φορές μαζί του να ηχογραφήσω τον βίο του. Ήτανε ενεννήντα χρονών πριν δέκα χρόνια. Και σήμερα τον ξανάδα στητό και καμαρωτό με το μαλλί του λευκό και πλούσιο, να ψωνίζει μαναβική.

Εκατό χρονών παλικάρι.

Εντυπωσιακό σκαρί, σαν τα παλιά γριγριά, που τα κόβει η Ευρωπαϊκή Ένωση με επιδότηση για να τα αφανίσει.

Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως ο Μιχαλιός έχει έναν γιο που είναι εδώ και χρόνια σπουδαγμένος αστός, γκλαμουράτος δημοσιοσχετίστας και πολιτευτής (με κόμμα καθεστωτικό βεβαίως κι επικροτεί τα μνημόνια). Ενσαρκώνει ο Μιχαλιός την μετάλλαξη και την κατάντια της χώρας μας δηλαδή.

Αυτή είναι η Ελλάδα. Από τη μια γενιά στην άλλη η παλικαριά γίνηκε φλωριά. Αλώθηκε η ψυχή από το χρήμα και την αμορφωσιά της εκπαίδευσης. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε πώς φτάσαμε στο σημείο να ξεπουλάμε την πατρίδα μας. Αφού πρώτα πρώτα ξεπουλήσαμε τα παιδιά μας, με δόλωμα δήθεν μια ζωή δίχως βάσανα, τα προσφέραμε δώρο στον Μινώταυρο του καπιταλισμού για να τα εκπαιδεύσει και να τα χειραγωγήσει, να τα καταβροχθίσει κατόπιν μαζί με την πατρίδα τους.

Αν ζούσανε οι Μιχαλιοί του παρελθόντος και μας βλέπανε, θα ήτανε βέβαιοι πως όλοι μαζί χρωστάμε πρώτα πρώτα στη Μιχαλού και κατόπιν στην Τρόικα. Μα το βάλανε το χεράκι τους κι εκείνοι στην κατάντια μας. Πλανευτήκανε πρώτοι.

Μισθόνια: Οι εξαρτημένοι από πρέζα μηνιαίου μισθού

Επέστρεψα από την Αθήνα και κίνησα αμέσως για τις δουλειές που με περίμεναν και είχαν μείνει πίσω.  Πήγα και στο καφενείο για να βρω κανέναν γέροντα που χει ελιές αμάζευτες, να μου τις παραχωρήσει, να μην πάνε χαμένες. Αν και ξέρω πια πως τίποτα δεν πάει χαμένο. Άλλες τις τρώνε τα πουλιά κι άλλες πέφτουν και γίνονται ζωή για τη γη, τέλος πάντων, αφού έχω χρόνο και όρεξη, είπα να τις κάνω λάδι για τους ανθρώπους.

Με είδε πρωί πρωί ο Θωμάς ο μπολιαστής και μου δωσε τη συμβουλή του πάλι: Όσο υπάρχει ζωή, να δουλεύεις, μου πε. Το μυστικό της μακροζωίας και της ισορροπίας είναι αυτό μάλλον, έτσι καταλαβαίνω από όσα βλέπω γύρω μου στον κόσμο των γερόντων. Όταν παραδοθείς, καταπέφτεις. Κι ύστερα δεν έχει πια γυρισμό, χειροτερεύει ολοένα η κατάσταση μέχρι την έξοδο.

Κατόπιν σκέφτηκα πάλι το παράδοξο. Όλα τα έχουμε κάνει στραβά εμείς οι σύγχρονοι. Από το “όσο υπάρχει ζωή, δουλεύεις”, που λέγαν οι παλιοί, φτάσαμε στο “όσο υπάρχει δουλειά, ζεις”.

Μα δουλειά υπάρχει συνέχεια. Μόνο που οι σύγχρονοι την έχουν αλλιώς ορισμένη. Ως θύματα του συστήματος της χρηματιστηριακής οικονομίας, θεωρούν πως έχουν δουλειά, και ακολούθως ζωή, μονάχα όταν αμοίβονται κάθε μήνα με χρήμα. Πλανώνται οικτρά πως δουλειά υπάρχει μονάχα εντός του συστήματος. Κι αν δεν μπορείς να μπεις ή αν σε ξεβράσει, λογίζεσαι άνεργος και δεν μπορείς να ζήσεις.

Παράδοξα πράγματα, ψεύτικα και άκρως επικίνδυνα. Εθισμένοι στον μηνιαίο μισθό δεν βλέπουν μπροστά τους τίποτε άλλο οι άνθρωποι πια. Κι όταν τον χάσουν, η στέρηση τούς καταθλίβει, και κάποιους τους οδηγεί στην αυτοκτονία. Στο να σκοτώσουν το άτομο που ξεβράστηκε από το σύστημα, το αποτυχημένο, άχρηστο άτομο που ενσαρκώνουν.

Απεξάρτηση από τον μισθό σε χρήμα, αυτή είναι η πρόταση για τις επόμενες γενιές μα και για όσους έχουν το κουράγιο σήμερα. Ας φροντίσουμε τα παιδιά μας να μη γίνουν μισθόνια, κατά το πρεζόνια, σαν και του λόγου μας

Καλό χειμώνα, ευτυχισμένο το 1941

Πλέον είναι όλα ξεκάθαρα ακόμα και στον πιο αδαή. Μονάχα όσοι είναι τελείως ηλίθιοι δηλαδή όσοι νοιάζονται ακόμη για το ατομικό τους συμφέρον και μόνο, δεν βλέπουν πως η Ελλάδα τέλειωσε. Ο Σαμαράς ήταν το τελευταίο χαρτί, ο άσσος στο μανίκι των κατακτητών, που εισέβαλαν στη χώρα κάνοντας έναν τριετή και προοδευτικά εντεινόμενο πόλεμο με σχετικά λίγους νεκρούς, που όμως θα φτάσουν σε αρκετά εκατομμύρια κατά την διάρκεια της πολύχρονης κατοχής τους, η οποία έχει ήδη αρχίσει. Βρισκόμαστε ήδη προ των πυλών ενός χειμώνα όπως εκείνον του 1941, μόνο που ο σύγχρονος θα διαρκέσει περί τον μισό αιώνα, όπως όλα δείχνουν.

Από δω και πέρα το καθεστώς είναι ορισμένο σαφώς. Η φτωχοποίηση των Ελλήνων πολιτών οδηγεί στην ελαχιστοποίηση της φοροδοτικής τους ικανότητας και η φοροδοτική ανικανότητα με την σειρά της οδηγεί συνεχώς σε περαιτέρω φτωχοποίηση, μέσω της περικοπής μισθών και δημοσίων δαπανών αλλά και την ταυτόχρονη αύξηση της φορολογίας. Αυτός ο φαύλος κύκλος, συνεπικουρούμενος από την πλήρη ανυπαρξία του κοινωνικού κράτους, θα οδηγήσει σε πολύ σύντομο χρόνο σε πλήρη αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ελλάδας, με κατασχέσεις περιουσιών, με εκποιήσεις δημοσίων και ιδιωτικών γαιών και κτισμάτων, με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και ξεπούλημα σε ξένους επενδυτές, με πλήρη παράδοση των φυσικών πόρων και της δημόσιας περιουσίας της χώρας στους δανειστές. Όλα αυτά θα έχουν ως αποτελέσματα αυτοκτονίες, φονικά, διώξεις, ηρωικές εξόδους από τη ζωή κατά τις οποίες οι αυτόχειρες ή οι αντιστεκόμενοι αγωνιστές θα παίρνουν μαζί τους και εκπροσώπους του καθεστώτος ή όργανά του, και βεβαίως σε θανάτους από ασθένειες ή ατυχήματα αφού δεν υπάρχει σύστημα υγείας. Ενδεχόμενη είναι και η έναρξη γενικευμένου εμφυλίου λόγω του ότι οι ναζί δεν ελέγχονται πλέον ούτε από αυτούς που τους εξέθρεψαν και τους επέβαλαν στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνική ζωή της χώρας.

Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται. Αυτή είναι η νέα Ελλάδας, ενώ ο Σαμαράς παριστάνοντας Πρωθυπουργό απευθύνει διάγγελμα και μιλάει για νέες μέρες που ξημερώνουν και άλλα παρόμοια τσιτάτα πολιτικού υπνωτισμού των νωχελικών πρώην παχύδερμων και νυν αγχωμένων πελατών του, οι οποίοι βεβαίως θα πεθάνουν πένητες και αβοήθητοι εντός των επόμενων ετών, παίρνοντας στον λαιμό τους και όλους τους υπόλοιπους.

 

Τι είδε ο χωρικός στην πόλη

Κάποτε όταν επέστρεφε από ταξίδι κάποιος, μαζευόντουσαν όλο το χωριό στο καφενείο για να τον ακούσουν να τους λέει όλα αυτά τα θαυμαστά κι απίστευτα που είδε. Κατόπιν, τα ταξίδια γίνανε πιο εύκολα κι οι άνθρωποι αρχίσανε να μη δίνουν πια σημασία στους ταξιδεμένους, αλλά τώρα, που όπως είδα και στο αεροδρόμιο Βενιζέλος οι ταξιδιώτες είναι πάλι μετρημένοι, είπα να σας γράψω εδώ τι είδα στην Αθήνα.

Πρώτα πρώτα αυτό που είπα παραπάνω. Πως το αεροδρόμιο, και κατά τη μέρα της άφιξής μου και σήμερα, κατά την αναχώρηση, ήταν σχεδόν έρημο. Οι κοπέλες στους γκισέδες της Ολυμπιακής βρίσκονταν σε ημιθανή κατάσταση από την βαρεμάρα, σχεδόν κοιμόντουσαν, αφού εκείνη που με εξυπηρέτησε νύσταζε τόσο εμφανώς, έξι ώρα το απόγευμα, που με ρώτησε αν θέλω διάδρομο ή παράθυρο, της είπα διάδρομο και μου ‘δωσε αμέσως παράθυρο. Κατόπιν είδα μια γνωστή μου, που ταξίδευε κι αυτή για Χίο, και μου δωσε την χαριστική βολή λέγοντάς μου ότι πήρε από το κέντρο το λεωφορείο Αθήνα Αεροδρόμιο και ήταν μέσα μόνη της ως επιβάτης, κι ότι μάλιστα ο οδηγός δεν της έβγαλε εισιτήριο, της είπε, τι ένας τι κανένας και φτάσανε παρέα, δίχως να τους ενοχλήσει κανείς μέχρι τον προορισμό τους!

Επίσης θέλω να σας πω ότι προχτές εκεί που περπατούσα στο πεζοδρόμιο, στο πλάι του Μεγάρου Μουσικής, είδα απέναντι, στην Αμερικανική Πρεσβεία να ‘ναι φυτεμένα πεντέξι ωραία και μεγαλούτσικα λιόδεντρα, πέρασα λοιπόν με μιας απέναντι, πήγα και στάθηκα από κάτω, να δω αν έχουνε απάνω καρπό, Νοέμβρης μήνας γαρ, είχανε κάμποσο, κάποια από δαύτα θέλανε και μπόλιασμα, να πάω τον Απρίλη να τα μπολιάσω σκέφτηκα, βγήκε λοιπόν ο αστακός, που προφανώς του φάνηκε ύποπτος ένας τύπος που στέκει και περιεργάζεται τις ελιές έξω από την σφηκοφωλιά, και με ρώτησε τι συμβαίνει, του λέω να πάρεις ένα χτενάκι κι ένα δυχτάκι και να πιάσεις να τις μαζέψεις τις ελιές, κρίμα είναι, κούνησε τότε το κεφάλι του και το χέρι του μαζί, και μου πε ναι, ναι, σαν να μαι σαλεμένος, μα εγώ δεν πτοήθηκα καθόλου, συνέχισα τον δρόμο μου και του ξανάπα φεύγοντας, αντί να κάθεσαι όλη μέρα μες στο κουβούκλιο και να μην κάνεις τίποτα, πιάσε να μαζέψεις τις ελίτσες, να κάνεις το λαδάκι σου. Δεν νομίζω όμως πως την πήρε σοβαρά την προτροπή μου.

Τι άλλο είδα; Είδα άστεγους και ζητιάνους αρκετούς. Είδα μια άλλη ατμόσφαιρα από αυτήν που είχα δει πριν ένα μήνα. Πιο καταθλιπτική

Είδα όμως και πολλούς ανθρώπους στις δυο εκδηλώσεις στα Πετράλωνα και στην Αγία Παρασκευή και κάναμε δυνατές κουβέντες με κάποιους απ’ αυτούς, γνώρισα τον ΜΙ.ΤΡΙΑ. που ήρθε από το χωριό του έξω από το Ναύπλιο, 150 χιλιόμετρα δρόμο έκανε για να γνωριστούμε και να μου φέρει ένα τόμο βιβλιοδετημένο με όλα μου τα δημοσιευμένα πολιτικά κείμενα τυπωμένα, και να μου πει με τον τρόπο αυτόν ότι με παρακολουθεί κατά βήμα σαν ασφαλίτης, συνάντησα επίσης τον σκηνοθέτη τον Γιώργο τον Μπακόλα που μου ‘δωσε ένα ντιβιντί, για να δω το κείμενό μου, το “δεν θα υποκύψουμε“, που το κανε ταινία μικρού μήκους, κι έπαθα πλάκα από την ερμηνεία του Κωστή του Μαλκότση. Αυτό το ταινιάκι μια μέρα που θα πάρω την άδεια του Γιώργου θα το ανεβάσω εδώ να το δείτε, αλλά όσοι είστε στην Αθήνα θα σας πρότεινα να πάτε στο BOOZE, στην Κολοκοτρώνη, για να απολαύσετε ολόκληρη την μουσική – θεατρική παράσταση, φινάλε της οποίας είναι η εν λόγω ταινία. Σας το συνιστώ διότι είναι επίκαιρο μα κυρίως εμψυχωτικό το αποτέλεσμα. Ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε αυτή τη δύσκολη ώρα.

Γοητευμένος από κάμποσους συγκεκριμένους ανθρώπους λοιπόν, αλλά απογοητευμένος από την γενική εικόνα και την ατμόσφαιρα που συνάντησα αυτό το διήμερο στην Αθήνα, πριν καλά καλά προλάβω να εγκλιματιστώ, επέστρεψα στο χωριό. Αν υπάρχει η χώρα σε ένα μήνα, σκοπεύω να ξαναπάω στην Αθήνα, να δω και την Άλωση της Κωσταντίας που ανεβαίνει από τις 6 Δεκέμβρη και μετά στο θέατρο Μεταξουργείο της Βαγενά.

Ως τότε ελπίζω να πέσει καμιά βροχή. Διότι κι ο Θεός μάς αποφεύγει μου φαίνεται. Ίσως να μας έχει βαρεθεί κι εκείνος διότι προφανώς του πιάνει την κουβέντα συνέχεια ο Σαμαράς, και γι’ αυτό μάλλον κάνει πως δεν μας βλέπει.

Το παραφύσιν του πράγματος

Το να ξυπνάς το πρωί και να κάνεις τα καθημερινά σου, να ταίζεις πρώτα πρώτα τις γάτες για να γλιτώσεις από λόγου τους, διότι αλλιώς δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε, αφού γκρινιάζουν και μπλέκονται μες στα πόδια σου συνεχώς,

να μπαίνεις ύστερα φορτωμένος μεζεδάκια στο κοτέτσι,

 

 

 

 

να μαζεύεις τα μαντερίνια που πέσανε,

 

 

 

 

 

 

να ελέγχεις για κάμπιες τα λάχανα και τα μπρόκολα,

 

 

 

 

να καμαρώνεις τις ντοματιές που αν και 25 του Νοέμβρη επιμένουν όχι μόνο και κοκκινίζουν τις ντομάτες αλλά και να ανθίζουν,

 

 

 

 

 

να πηγαίνεις μια βόλτα μέσα απ’ τα περιβόλια ίσαμε τη θάλασσα,

 

 

 

 

να θαυμάζεις στο δρόμο τα πάντα γύρω σου μα πιο πολύ τις μυρμηγκότρυπες, την τέχνη και την σοφία αυτών των ταπεινών πλασμάτων,

 

 

 

αλλά ταυτόχρονα με όλα αυτά να έχεις και στο μυαλό σου ότι σε μερικές ώρες θα είσαι εκτός απροόπτου στην Αθήνα, θα κυκλοφορείς ανάμεσα σε κουτιά τσιμέντου, θα περπατάς σε άσφαλτο και πεζοδρόμια και θα είσαι παρών

σε μια εκδήλωση περί βιβλίων στα Πετράλωνα, σου δημιουργεί μια πολύ παράξενη αίσθηση λόγω του ότι είναι τελείως αφύσικο πράγμα. Κι άντε να συνηθίσεις. Κι άντε να μπορέσεις να προσαρμοστείς στα νέα δεδομένα σε τόσο λίγο χρόνο. Έτσι την κάναμε τη ζωή μας. Αφύσικη. Να προχωρεί πιο γρήγορα από τους βιορυθμούς και να τρέχουμε από πίσω της. Κι αυτό το παραφύσιν καθεστώς λέγεται εξέλιξη, ανάπτυξη.

 

 

Ο καθένας στον χρόνο του

Σήμερα με επισκέφθηκε ολιγομελής ομάδα νέων ανθρώπων, ανάμεσά τους κι ένας βαθιά νυχτωμένος από ζωή επιστήμονας, οι οποίοι, όπως ο ίδιος μου εξήγησε, δουλεύουν ένα σχέδιο μετάδοσης στο ευρύ κοινό, μέσω της κινηματογραφικής τέχνης, των γνώσεων επί του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής και των τρόπων αντιμετώπισης και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος από τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ο συγκεκριμένος μού θύμισε τον αδαή εαυτό μου, όταν ξαμολιόμουν με ένα μαγνητοφωνάκι και μια φωτογραφική μηχανή στα χωριά και έψαχνα ανθρώπους να μου πουν για τη ζωή. Σημαντική διαφορά το ότι προσωπικά είχα αποκηρύξει τα πανεπιστήμια από τότε, και ένιωθα πραγματική περιέργεια να μάθω από τους ανθρώπους της γης όσα δεν είχα διδαχτεί από το εκπαιδευτικό και πανεπιστημιακό σύστημα, και σε δεύτερο χρόνο να επικοινωνήσω όλα αυτά μέσω του περιοδικού. Δεν είχα την αίσθηση του σπουδαγμένου που ξέρει πολλά και απλά ψάχνει την επιβεβαίωση των όσων θεωρητικά γνωρίζει μέσα από τις πρακτικές και την στάση ζωής άλλων ανθρώπων.

Αλλά το ότι ήμουν το ίδιο αδαής περί της πραγματικής ζωής και το ίδιο πλανεμένος από την εικονική πραγματικότητα εντός της οποίας γαλουχήθηκα, όπως και ο σημερινός επισκέπτης μου, είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Και το νιώθω βεβαίως τώρα, που βιώνω την καθημερινότητα μακριά από την νοοτροπία της εξαγοράς της ζωής, που αισθάνομαι ως ένα ακόμη πλάσμα αυτής της φύσης και τίποτε παραπάνω, που ακολουθώ τις πρακτικές και χρησιμοποιώ τις γνώσεις και τα υλικά των πρότερων ανθρώπων για να ζω παράγοντας και συλλέγοντας ύλη και σοφία, “υλικά” που παρέχονται απλόχερα στη φύση αρκεί να αποκτήσεις τα εφόδια για να τα νιώσεις και να τα κάνεις κτήμα σου.

Εξήγησα λοιπόν, ευγενικά ελπίζω, στον επισκέπτη μου ότι δεν μου λένε τίποτε οι σπουδαγμένοι, ακόμη κι εκείνοι που είναι ή κάνουν τους εναλλακτικούς και τους ψαγμένους, όταν ασχολούνται μονάχα με την θεωρητικολογία και όταν η στάση της ζωής τους δεν συμβαδίζει ούτε στο ελάχιστο με όσα πρεσβεύουν και με τόση ευκολία διατρανώνουν και βεβαίως τεκμηριώνουν επιστημονικά. Δεν μπορώ πλέον να μιλήσω με έναν “επιστήμονα” που ασχολείται λόγου χάριν με το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, όταν ο ίδιος δεν έχει καμία συναίσθηση όλων αυτών που λέει, αμέσως μόλις σταματήσει να τα λέει. Θεωρώ υποκριτές μέγιστους όλους αυτούς που θεωρητικολογούν για τους κινδύνους που διατρέχει ο πλανήτης και για τα όσα ο άνθρωπος με την συμπεριφορά του προξενεί στο περιβάλλον, που μελετούν ώρες ατελείωτες επ’ αυτών, αλλά μόλις πέσει η αυλαία της διάλεξής τους ή της έρευνάς τους, πηγαίνουν στο κοντινότερο ταχυγαφείο για να στυλωθούν με ένα χάμπουργκερ ή μπαίνουν στο σούπερ μάρκετ καθημερινά και αγοράζουν ένα κάρο συσκευασίες εισαγώμενων προϊόντων διατροφής, τα οποία σπαταλούν αδιανόητη ενέργεια για να έρθουν ως την γειτονιά του και γενικά με όσους από δαύτους έχουν μιαν τελείως συμβατή με τις αρχές του καταναλωτισμού και του αστισμού προσωπική καθημερινότητα. Δεν μπορώ ούτε λεπτό να παραμείνω πλέον σε συνομιλία με ανθρώπους που υποστηρίζουν με σθένος πως για να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει να αλλάξεις πρώτα τον εαυτό σου, αλλά εννοούν να το κάνουν όλοι οι άλλοι πλην από τους ίδιους.

Η τέχνη, η διανόηση, η φιλοσοφία, η μόρφωση, ο εξανθρωπισμός του ατόμου κατακτώνται και προάγονται μόνο ζώντας στην πραγματική ζωή. Και η πραγματική ζωή έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές. Ολιγάρκεια, ταπεινότητα, περιφρόνηση του υλικού πλούτου και της φιγούρας, εκτίμηση του κάθε τοσοδούλη σπόρου, καλλιέργεια της ψυχής και της εσωτερικότητας, μόχθο για παραγωγή, άμεση επαφή με τη γη και άμεση συνάφεια με τα υπόλοιπα πλάσματα που μας περιβάλλουν, συμπεριλαμβανομένων βεβαίως των ανθρώπων που είναι εν δυνάμει συμπληρωματικοί μας όλοι.

Με λίγα λόγια έχω κουραστεί πλέον από τους άψογα καταρτισμένους αλλά απολύτως αποστειρωμένους και εξαρτημένους εκ του χρηματοοικονομικού συστήματος επιστήμονες και “καλλιτέχνες”, τους οποίους δεν εκτιμώ ούτε κατ’ ελάχιστον, ενώ υποκλίνομαι μπρος σε ανθρώπους συνήθως ασπούδαχτους αλλά βαθιά μορφωμένους, βαθείς γνώστες της τέχνης της ζωής, που ο ίδιος ο βίος τους είναι τέχνη απαράμιλλη και η όψη των χεριών τους μάρτυρες της τέχνης αυτής. Κι ευτυχώς, έχω γνωρίσει κάμποσους τέτοιους ως τώρα.

Έφυγαν δίχως να κάνουμε συνέντευξη σε κάμερα οι επισκέπτες μου σήμερα αλλά νιώσαμε πως οι κουβέντες που ανοίξαμε ήσαν πιο ουσιαστικές και πιο εποικοδομητικές για όλους μας, κι έτσι κάποτε θα επανέλθουν, όπως συμφωνήσαμε. Ο καθένας στον χρόνο του.

Μικρή σημερινή ιστορία

Σήμερα είχα ραντεβού με έναν ψυκτικό για να μου αλλάξει τον χαλασμένο θερμοστάτη του ψυγείου στο σπίτι. Επειδή θα ερχόταν από την πόλη και θα είχε κι άλλες δουλειές στο πρόγραμμά του, ξεκίνησα κι εγώ το δικό μου πρόγραμμα κανονικά και περίμενα ταυτόχρονα το τηλεφώνημά του.

Πράγματι, κατά τις 11 και ενώ είχα βάλει μια τεράστια φωτιά στο χωράφι κι έκαιγα τα κλαδέματα των λιόδεντρων, να τος και παίρνει τηλέφωνο. Τον κατατοπίζω για το πού ακριβώς πέφτει το χωράφι και σε λίγο έρχεται. Του δίνω το κλειδί του σπιτιού, του δίνω και οδηγίες για το πώς θα το βρει, του επισημαίνω πως έχει και μια κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι και φεύγει. Εγώ μένω ήσυχος πως η δουλειά θα γίνει όπως πρέπει και συνεχίζω το κάψιμο.

Πράγματι, μετά από κάνα μισάωρο με ξαναπαίρνει τηλέφωνο και μου λέει πως τελείωσε τη δουλειά και πως αφήνει τα κλειδιά μου στην σκαλότρυπα, δίπλα στην πόρτα, για να μην ξανάρχεται στο χωράφι.

Σαν τελείωσα κι εγώ με τις φωτιές και γύρισα σπίτι, πήγα κατευθείαν στην τρύπα για να πάρω τα κλειδιά και να ανοίξω την πόρτα αλλά δεν υπήρχαν. Τον ξαναπήρα τηλέφωνο και με διαβεβαίωσε ότι τα άφησε εκεί και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην είναι, μάλλον δεν τα βλέπω και να ψάξω καλύτερα. Με τα πολλά και ενώ η συνομιλία μας προχωρούσε, μαζί και η έρευνά μου, καταλάβαμε πως είχε μπει σε άλλο σπίτι και είχε αλλάξει τον θερμοστάτη σε άλλο ψυγείο! Και πως το κλειδί του σπιτιού μου άνοιξε κανονικά την πόρτα του άλλου σπιτιού!

Ξαναγύρισε ο άνθρωπος πίσω και επιβεβαιώσαμε το απίστευτο γεγονός! Είχε ανοίξει με το κλειδί μου και δίχως καμία προσπάθεια, την πόρτα ενός σπιτιού, του οποίου η φίλη ιδιοκτήτρια δεν μένει στο χωριό τους χειμώνες κι είχε αλλάξει τον θερμοστάτη από το ψυγείο της, το οποίο βεβαίως δεν ήταν χαλασμένο!

Της αφήσαμε φυσικά τον καινούριο θερμοστάτη και βάλαμε έναν άλλον στο δικό μου ψυγείο

Την έγραψα αυτή την μικρή όμορφη σημερινή ιστορία για να προκαλέσω την φαντασία σας να σκεφτεί τι θα συνέβαινε, αν μπορούσε να είχε εκτυλιχθεί σε μια μεγαλούπολη όλο αυτό. Ευχαρίστως θα διαβάσω, και όλοι οι επισκέπτες του ιστότοπου υποθέτω, τις υποθετικές και φανταστικές ιστορίες σας

Σε λίγο ξεκινάμε καζάνισμα διήμερο. Διακόσια κιλά σύκα περιμένουν στα βαρέλια για να γίνουν σούμα. Όσοι πιστοί πότες δηλώστε συμμετοχή στο απόσταγμα. Και Κυριακή Αθήνα.

 

Πάμε ανάποδα

Φανταστείτε την πραγματικότητα αλλιώς:

Να υπάρχουν οργανωμένες πόλεις με τα καταστήματα, τα νοσοκομεία, τα καφενεία, τα ασανσέρ, τις συγκοινωνίες, τα πάντα, στις οποίες όμως να μετακομίζουν οι άνθρωποι μόνον όταν από γήρας ή ασθένεια καθίστανται ανίκανοι για να δουλέψουν. Να μετοικούν στις πόλεις, μόνοι τους ή με συνοδούς και να χαίρονται εκεί τις ευκολίες της ζωής, ήτοι την διαβίωση δίχως παραγωγή αλλά με εξαγορά αλλά και την χρήση υπηρεσιών υγείας.

Όσοι είναι νέοι και εύρωστοι να διαβιούν μακριά από τις πόλεις και να παράγουν για να ζουν οι ίδιοι αλλά και για να εφοδιάζουν τις πόλεις έτσι ώστε να μπορούν να ζήσουν και οι άλλοι. Μόνο όσοι απ’ αυτούς λόγω κλίσης ή λόγω διάθεσης προσφοράς ή λόγω άλλων προσωπικών αιτιών θέλουν και μπορούν, να διαβιούν στις πόλεις και να εργάζονται παρέχοντας υπηρεσίες στους ανήμπορους (γιατροί, νοσοκομοι, έμποροι, οδηγοί κλπ). Κάπως έτσι πρέπει να ξεκίνησε το μοντέλο που κατέληξε στο σημερινό αδιέξοδο, όντως.

Κατά τη γνώμη μου οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι χαραμίζονται μες στις πόλεις. Γερνούν πριν την ώρα τους. Σέρνονται και γίνονται μαλθακοί, δίχως αντοχές. Χαραμίζουν τη ζωή τους καταπιεζόμενοι. Παραμένουν δια βίου άσχετοι με την πραγματική ζωή και γίνονται σκλάβοι και μάλιστα ανταγωνιστικοί μεταξύ τους, από την ώρα που αρχίζουν να καταλαβαίνουν τον κόσμο.

Ο νέος άνθρωπος αν δεν ζήσει ελεύθερος και παραγωγικά, αν δεν ζήσει μαζί με τα πουλιά, αν δεν ερωτευτεί κάτω από τα δέντρα ή τα αστέρια, αν δεν παράξει κάτι με τα χέρια του για να βιώσει την αγαλλίαση και την ευτυχία, αν δεν νιώθει κάθε πρωί που ξυπνάει την ορμή να ρουφήξει τη ζωή, αν δεν εντρυφήσει στη ζωή και στο θάνατο από νωρίς, αν δεν βιώσει τις συνέπειες της κάθε απλής του καθημερινής κίνησης, αν δεν κατανοήσει ότι δεν είναι υπεράνθρωπος και ότι έχει ανάγκη τον διπλανό του ως άνθρωπο συμπληρωματικό, αν δεν τα μάθει όλα τα παραπάνω στην πράξη, δεν πρόκειται να μορφωθεί ποτέ αληθινά. Και στις πόλεις δεν μπορεί να συμβεί πραγματική μόρφωση (πλέον), παρά μόνο εκπαίδευση και εξειδίκευση για παραγωγή καλορεγουλαρισμένων και ποδηγετούμενων γραναζιών.

Το φυσικό και το όμορφο λοιπόν είναι οι ανήμποροι και οι συνταξιούχοι να απολαμβάνουν την εικονική Ζωή, τη ζωή με ευκολίες αφού “η μοίρα τούς χτύπησε σκληρά” ή η ηλικία τους δεν τους επιτρέπει πλέον να απολαύσουν την πραγματική Ζωή. Οι παραγωγικοί και νέοι να απολαμβάνουν τους κόπους τους, να απολαμβάνουν τη Ζωή γύρω τους και μέσα τους και να γίνονται άνθρωποι μέσα από τις διαδικασίες του καθημερινού βίου, να φέρνουν δε στον κόσμο ανθρώπους και να τους καθιστούν άξιους συνεχιστές.

Κάπου τα χάσαμε στη διαδρομή ως ανθρωπότητα. Η ροπή για ευκολία και άκοπη ζωή μάς πλάνεψε. Δεν θέλαμε τα παιδιά μας να ζήσουν τις δυσκολίες και τους μόχθους μας και έτσι τα κάναμε να μη ζουν. Πιάσαμε όλοι την “καλή”. Και δεν σκεφτήκαμε καθόλου πως δεν γίνεται μόνο να κερδίσουμε από την ευκολία του βίου και πως από κάπου αλλού θα χάσουμε στα σίγουρα. Είτε αυτό λέγεται υγεία, είτε παιδεία, είτε ψυχή, είτε, τελευταία, οικονομία. Διότι γερασμένα πριν την ώρα τους, αντιπαραγωγικά και αμόρφωτα εξειδικευμένα και ποδηγετούμενα γρανάζια συγκεντρωμένα όλα μαζί, ήταν εμφανές και βέβαιον ότι θα το μπούκωναν το σύστημα και θα άρχιζε να ξερνάει.