Κολοκύθια τούμπανα

Σήμερα έμαθα κάτι συγκλονιστικό. Ότι περισσότερα από τριακόσιες χιλιάδες φυντανάκια έγιναν εισαγωγή στο νησί από το Ισραήλ και πωλήθηκαν σε επίδοξους κηπουρούς.

Φανταστείτε πόσα κάναμε εισαγωγή ως χώρα.

Η Ελλάδα με την τόση βιοποικιλότητα, με τους τόσους ντόπιους σπόρους, κατάντησε να κάνει εισαγωγή φυτά ντοματιάς και μελιτζάνας από το Ισραήλ για να τα βάλουν μες στη γη κάποιοι που κάνουνε τους κηπουρούς.

Παλιά ο κηπουρός ασχολιόταν όλο το χρόνο με τα φυτά του. Να κρατήσει σπόρο το καλοκαίρι, να βάλει πρασιά τον χειμώνα, να μεταφυτέψει τα φυντανάκια την άνοιξη, να περιποιηθεί τα φυτά τοκαλοκαίρι και το φθινόπωρο και ξανά από την αρχή. Κι όλοι αυτοί οι σπόροι που θρέψανε γενιές και γενιές Ελλήνων, οι προσαρμοσμένοι στις συνθήκες και στο κλίμα κάθε τόπου, έχουν γίνει πλέον δυσεύρετοι. Μόνο κάποιοι λοξοί τους φυλάνε σαν τα μάτια τους και τους αναπαράγουν.

Οι υπόλοιποι, όσοι δεν τρώνε πλαστικούρες από την αγορά, τρώνε πλαστικούρες που τις καλλιεργούν οι ίδιοι παριστάνοντας τους αγρότες. Αγοράζοντας έτοιμα και γενετικά τροποποιημένα φυντανάκια, βάζοντάς τα μες στη γη και περιμένοντας να κόψουν τον καρπό. Και βλάκας να ‘σαι, θα φας. Αλλά πάλι εξαρτημένος από την πολυεθνική των σπόρων παραμένεις. Απλά, αντί να αγοράζεις την ντομάτα από το σούπερ μάρκετ, την κόβεις από την αγορασμένη ντοματιά. Και βαυκαλίζεσαι πως είναι δικιά σου.

Μια μεγάλη ντροπή της χώρας μας είναι ακριβώς αυτή. Ότι έγινε εξαρτημένη ακόμα και για έναν σπόρο. Διότι κανείς δεν θεώρησε ποτέ ότι του αξίζει να ασχοληθεί με τους σπόρους. Όλοι γεννήθηκαν για πολύ μεγαλύτερα πράγματα σε αυτή τη χώρα.

Όλα αυτά σκέφτηκα σήμερα μπροστά σε ένα καφάσι κολοκύθια που είχε ένας χωριανός για πούλημα στους ξένους. Κολοκύθια χωριάτικα δήθεν. Μπούρδες. Κάτι ασπρουλιάρικα χλωμά κολοκύθια ήτανε. Από αυτά που έτρωγε κάποτε μια φίλη μου αστή και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κολοκύθι είναι ένα ανιαρό και άνοστο λαχανικό. Μα όταν μια μέρα έφαγε το κανονικό κολοκυθάκι το πράσινο, από τον σπόρο τον δικό μας, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ούτε τον ενθουσιασμό ούτε την απορία της. Αυτό είναι κολοκύθι;

Αυτό είναι το κολοκύθι. Κανένα άλλο.

Ανέκαθεν ζόμπι και νεκροί ήταν..

Αναδημοσιεύω το παρακάτω κείμενο από την Lifo για έναν και μόνο λόγο. Για να δηλώσω την παρατήρησή μου ότι οι άνθρωποι στην Αθήνα συμπεριφερόντουσαν έτσι ανέκαθεν. Δεν είναι σημείο των σημερινών καιρών της κρίσης αυτό. Τα γεμάτα νεκρούς βαγόνια, ένας άνθρωπος που είχε συνηθίσει στην πραγματική ζωή, τα έβλεπε εδώ και χρόνια. Τα γεμάτα νεκρούς βαγόνια ήταν αυτά που εδώ και μια εικοσαετία με έκαναν να μην μπορώ ούτε να το διανοηθώ ότι θα ζήσω, έστω για ένα διάστημα της ζωής μου, στην Αθήνα.
Και οι ζωντανοί, ανάμεσα στους νεκρούς και τα ζόμπι, πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Αλλά είναι τόσο τραγικά λίγοι. Απλά για να επιβεβαιώνουν την νέκρα των πολλών. Πάντοτε υπέφεραν αυτοί οι λιγοστοί ζωντανοί ήρωες και πάντοτε τους θαύμαζα. Εγώ που δεν άντεξα λεπτό να ζήσω ανάμεσα σε ζόμπι και πεθαμένους. Τώρα τους θαυμάζω ακόμα περισσότερο τους λιγοστούς αυτούς Ανθρώπους της πόλης. Αλλά δεν συμμερίζομαι καθόλου πια την στάση τους, να παραμένουν εκεί, απλά για να υπάρχουν και κάποιοι ζωντανοί που αγωνίζονται για να ζωντανέψουν κι άλλους. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Μονάχα η θύμησή τους ας μένει.
Προσωπικά με πιάνει ανατριχίλα και μόνο στη σκέψη ότι θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα είμαι αναγκασμένος να μπω στο μετρό. Κάποτε το έβλεπα και ως εφιάλτη και ξυπνούσα κάθιδρος.
Διαβάστε το συγκλονιστικό άρθρο:

Ένα βαγόνι γεμάτο νεκρούς στο μετρό της Αθήνας

Όσο η ζωή δυσκολεύει, οι ζωντανοί λιγοστεύουν. Μια μαρτυρία από το μετρό της Αθήνας

 

Από το μπλογκ bananas

Άνοιξα τα μάτια λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Αυτό συμβαίνει τις μέρες του άγχους. Πρώτη σκέψη της ημέρας ‘δεν έχω πληρώσει τη δεη’. Γαμώ τη δεή, η επόμενη σκέψη. Το αντίδοτο του άγχους κοιμάται δίπλα μου. Ευτυχώς. Μέχρι να φτάσω στο μετρό η δεη έχει γίνει μια δουλειά που θα ταχτοποιήσω αύριο.

Μπαίνω στο μετρό. Αλλάζω γραμμή στο Σύνταγμα και μπαίνω στο βαγόνι που με οδηγεί στον τελικό προορισμό. Μόλις που πρόλαβα να βρω τη γωνιά μου και να βγάλω το βιβλίο, μια σπαρακτική φωνή από δίπλα επαναλαμβάνει ‘Δε μπορώ να πάρω ανάσα’, ΄Χάνομαι’. Είναι μια γυναίκα γύρω στα 40 με τα ρούχα της δουλειάς. Έχει ιδρώσει, το βλέμμα της φανερώνει απελπισία, δε μπορεί να πάρει ανάσα. Παθαίνει έμφραγμα, κρίση πανικού, τι συμβαίνει; Οι διπλανοί της δεν την κοιτάνε καν. Την πλησιάζω. Δεν κουνιέται κανείς.

Μόνο εγώ την ακούω ρε; Τι γίνεται;

Στη διαδρομή μέχρι την επόμενη στάση, φωνάζει σπαρακτικά πως δεν έχει ανάσα. Κουνάει τα χέρια της για να κάνει αέρα στο πρόσωπο της. Σηκώνεται όρθια, το σώμα της έχει μια κλίση προς τα πάνω σαν να προσπαθεί να βγει πάνω από όλους μας, για να αναπνεύσει.

Δε νιώθετε ρε σείς την απελπισία της;

Η οδηγός του μετρό έρχεται στο βαγόνι μας και με πολύ αυστηρό ύφος της λέει ‘ Σας παρακαλώ κυρία μου, περάστε έξω’. Δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται, γιατί της μιλάει έτσι, τι έκανε λάθος; Τη βοηθάω να βγει έξω. Την ώρα που βγαίνει φωνάζει ‘Είχε σταματήσει για χρόνια. Με έχει πιάσει κρίση πανικού. Χάνομαι’. Ζητάει απελπισμένα ένα μπουκάλι νερό. Το ξέρω ότι δεν έχω στην τσάντα, αλλά κοιτάω. Δε ξέρω τι να κάνω. Ένα μπουκάλι νερό ρε σεις. Ο χρόνος έχει παγώσει στην αποβάθρα. Στην απόλυτη ησυχία μια γυναίκα φωνάζει την απελπισία της. Δε μπορεί να αναπνεύσει. Την ακούτε;

Γιατί κοιτάτε όλοι έτσι; Τι έχετε πάθει ρε; Τι σας συμβαίνει;

Ένας ζωντανός ανάμεσα τους της ρίχνει ένα μπουκάλι νερό στα μαλλιά, μια άλλη ζωντανή της δίνει οδηγίες για βαθιές ανάσες. Συνέρχεται. Ηρεμεί. Η ανάσα της κοπάζει, αλλάζει το βλέμμα της. Ζητάει συγνώμη.

Σας ζητάει συγνώμη ρε.

Πλησιάζει το βαγόνι, κάνει να ξαναμπεί. Δυο γυναίκες γύρω στα 60 δεν την αφήνουν. Απαγορεύεται να μπεις της λένε. Η κοπέλα που την είχε βοηθήσει νωρίτερα κι εγώ από λίγο πιο πίσω τους απαντάμε. Τι σημαίνει απαγορεύεται; Οι πόρτες κλείνουν, η γυναίκα μένει απέξω, το μετρό φεύγει.

Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα ή έχετε πεθάνει όλοι ρε σεις;

Κλαίω. Δεν είναι μόνο η απελπισία της και τα σπαρακτικά της λόγια που με έχουν λυγίσει. Είναι που δεν υπάρχουν ζωντανοί. Τι έχουν πάθει; Δε μπορώ να συγκρατήσω με τίποτα τα δάκρυα μου. Τα σκουπίζω. Ό άντρας δίπλα μου με κοιτάει.

Τι με κοιτάς ρε; Κι αυτό σου φαίνεται περίεργο; Νιώθεις ρε;

Κι άλλος ένας ζωντανός, γύρω στα 60, κλαίει κι αυτός. Δεν προλαβαίνω να τα μαζέψω και πέφτουν κι άλλα. Κλαίμε εμείς για σας, τρέχουμε εμείς για σας. Για σας, τα ζόμπι με τις ωτοασπίδες που αγχώνεστε να φτάσετε στη δουλειά σας. Που κοιτάνε παγωμένοι, που μπροστά στην απελπισία του άλλου μάθατε μόνο να παγώνετε. Δε σκεφτήκατε σε καμία στιγμή άραγε πως θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση της; Δε ξέρω πως τα καταφέρνετε.

Βγαίνω από το μετρό. Θέλω να μιλήσω σε έναν ζωντανό. Τα λέω. Κλαίω. Πρώτα μια περιγραφή, μετά η στεναχώρια και τα δε θέλω να ζω εδώ, κωλοέλληνες.

Εδώ, η ζωή δυσκολεύει. Νομίζεις πως θα την αντέξεις, από τη μία σκέφτεσαι πως εσύ πρέπει να συνεχίσεις να είσαι αυτός που θα βοηθήσεις τη γυναίκα που χάνεται και από την άλλη δεν αντέχεις άλλο να τους κοιτάς όλους αυτούς τους παγωμένους. Τους αδιάφορα παγωμένους.

Καθώς έμπαινα στο γραφείο, με έπιασα να φωνάζω σιωπηλά αυτά που δεν είπα στην 60άρα με το απαγορεύεται. Πόσα ‘εσείς μας φέρατε ως εδώ’ να επανέλαβα άραγε.

Την ξέρω την κρίση πανικού. Είναι μια σκέτη φρίκη. Ωμή απελπισία που σου κόβει την ανάσα. Αυτό που σε πεθαίνει όμως δεν είναι αυτό. Θάνατος είναι αυτά τα εκατοντάδες όρθια και καθιστά ζόμπι που παρακολουθούσαν. Τα σώματα τους έχουν παγώσει από το θάνατο. Η μόνη με ζεστό ακόμα χνώτο φώναζε ‘χάνομαι’ και 4-5 ζωντανοί της κρατούσαν το χέρι. Αυτοί, οι μόνοι ζεστοί.

Ο Αμπντούλ και το μαστιχάκι

Χτες γνώρισα τον Αμπντουλ. Στο λιμάνι της Χίου καθόταν κι έπινε τούρκικο καφέ. Είχε μόλις τελειώσει τις εμπορικές του εργασίες και περίμενε να έρθει η ώρα για να ταξιδέψει απέναντι, στον Τσεσμέ της Τουρκίας κι από κει με λεωφορείο να φτάσει ως τα μέρη του.

Σύριος ο Αμπντούλ, από το Αλέπο, έτσι μου είπε. Το Χαλέπι δηλαδή. Την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας που δοκιμάζεται εδώ και καιρό από αιματηρές συγκρούσεις.

Ο Αμπντούλ είναι έμπορος. Έχει μπαχαρατζίδικο στο Χαλέπι. Έρχεται, όπως μου είπε, στη Χίο σχεδόν κάθε μήνα επί τριάντα συναπτά έτη. Τα πρώτα δέκα χρόνια ερχόταν ως συνοδός του εμπόρου πατέρα του, ο οποίος ερχόταν με τη σειρά του κάθε μήνα επί εξήντα συναπτά έτη.

Ένας αιώνας στο δρόμο της Μαστίχας οι δυο τους.

Ο πατέρας του έζησε περιπλανώμενος στο δρόμο του Μαστιχιού. Το ίδιο και ο Αμπντούλ που συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση. Έρχεται στη Χίο πάντα οδικώς από την Τουρκία, φορτώνει εκατό κιλά μαστίχα σε κούκουδο και σκόνη, και παίρνει το δρόμο της διάδοσης και της πώλησής της στην Ανατολία. Όλα τα καφεπωλεία, τα μπαχαρατζίδικα, τα ντοντουρμάδικα της Τουρκίας, από τα αιγαιοπελαγίτικα παράλια μέχρι τη Συρία, όλα όσα είναι πάνω στο δρόμο του, ο Αμπντούλ τα προμηθεύει με μαστίχα Χίου. Ο Αμπντούλ και ο πατέρας του τούς την έμαθαν των Τούρκων ζαχαροπλαστών και μπαχαρατζήδων την μαστίχα. Έτσι μου ‘πε. Και τώρα, δεν υπάρχει καφές, δεν υπάρχει παγωτό, δεν υπάρχει μείγμα μπαχαριών σε όλη τη διαδρομή αυτή, που να μην έχει μέσα μαστίχα Χίου. Δεν υπάρχει μαγαζί δίχως ένα βάζο μαστίχα σκόνη στα ράφια του. Και ο Αμπντούλ ζει ευχαριστημένος και κονομημένος από τον κόπο του.

Αυτή την εποχή το μαγαζί του στο Χαλέπι είναι μια μέρα ανοιχτό και τρεις κλειστό. Οι διαδηλώσεις κατά του Άσαντ διοργανώνονται από το φέισμπουκ, μου είπε. Μαζεύονται οι αντικαθεστωτικοί στο ραντεβού κι αρχίζει το μακελειό. Διότι οι δυνάμεις του Άσαντ είναι ήδη ενισχυμένες από 100.000 χιλιάδες Ρώσους στρατιώτες, και όλοι μαζί πυροβολούν αδιακρίτως. Χτες του τηλεφώνησε η γυναίκα του και του είπε ότι όλη η χώρα δεν έχει καύσιμα και ότι θα είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψει, αφού δεν κινείται τίποτα. Ο Αμπντούλ όμως ήτανε γελαστός. Θα πάω με λεωφορείο μέχρι τα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία, είπε, κι από κει θα τηλεφωνήσω στο ταξί. Μέχρι να φτάσω, θα έχουν πάει και τα καύσιμα. Ο ταξιτζής ξέρει πού είναι ο πόλεμος και δεν πάει από κει.

Μεγάλη εντύπωση μού έκανε χτες ο Αμπντούλ στο λιμάνι της Χίου. Και ως άνθρωπος που εν μέσω πολέμου συνεχίζει τη ζωή και τη δουλειά του, αλλά κυρίως ως παραδοσιακός έμπορος, ως συνεχιστής μιας παραδοσιακής διαδικασίας προώθησης ενός μοναδικού προϊόντος της Ελλάδας. Ως ένα εργατικό μυρμήγκι που διαδίδει τον πλούτο και την μοναδικότητα της χώρας μας αθόρυβα. Μακριά από τις σύγχρονες πρακτικές του εμπορίου των πολυεθνικών. Με τις ανθρώπινες σχέσεις ως όπλο και όχι τις δημόσιες σχέσεις. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο Αμπντούλ. Ως άνθρωπος που επιβιώνει επί της γης, χάριν στην αγάπη του για το χιώτικο μαστίχι, το οποίο είναι απόλυτα συνδεμένο με τη ζωή του και με την ιστορία της οικογένειάς του. Ο Αμπντούλ θα πεθάνει κάποτε στην διαδρομή, πάνω σε μια βαλίτσα μαστίχας χιώτικης. Ευωδιαστός θάνατος. Ο δρόμος της μαστίχας όμως δεν θα συνεχιστεί μετά από αυτόν. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι έμποροι.

Έτσι μου ρθε να πάω μαζί του μέχρι τη Συρία και να καταγράψω τη διαδρομή και τα όσα θα είχε να μου διηγηθεί. Για διάφορους λόγους δεν το έκανα όμως. Και τώρα σκέφτομαι ότι μάλλον μεγάλωσα αρκετά πια. Πριν μερικά χρόνια δεν θα ετίθετο κανένα ζήτημα. Θα ήμουν σήμερα στο λεωφορείο για Χαλέπι…

Η Κωσταντία πάει Μεταξουργείο

Στο θέατρο Μεταξουργείο μεταφέρεται το φθινόπωρο (αν υπάρχει Ευρώπη και Ελλάδα ως τότε)  η Άλωση της Κωσταντίας. Η Άννα Βαγενά και η Ελένη Γερασιμίδου θα ενσαρκώσουν την Κωσταντία και την Βαγγελία, τις δυο φιλενάδες του μυθιστορήματος, οι οποίες διαβάζουν το γράμμα του Γιάννη, του τουρκόσπορου γαμπρού της πρώτης (Κωστής Καλλιβρετάκης).

Την θεατρική διασκευή και την σκηνοθεσία του έργου έχει αναλάβει ο Χρήστος Βαλαβανίδης, ο οποίος από χθες φιλοξενείται εδώ, στην Βολισσό, και επεξεργαζόμαστε το σενάριο παράλληλα με τα σκαλίσματα και τα ποτίσματα.

 

 

Ο Θωμάς και οι ντομάτες

Σήμερα πρωί πρωί είδα τον τρομερό μου γάτο τον Θωμά να έχει κάτσει δίπλα σε μια ντοματιά που είχε πάνω ώριμες ντομάτες κατακόκκινες (τις είχα αφήσει να παραωριμάσουν για να κρατήσω σπόρο) και να ‘χει χώσει τη μουσούδα του μέσα στα φύλλα του φυτού. Κάτι έκανε εκεί. Ήταν εμφανώς αφοσιωμένος στη δουλειά του.

Γνωρίζοντας την λαιμαργία του και την εκλεπτυσμένη αίσθηση του ντελικατέσεν που έχει, πήγε αμέσως ο νους μου στο κακό και έτρεξα κοντά του. Πράγματι, δεν είχα άδικο. Δεν τον παρεξήγησα.

Οι δυο πιο ώριμες και πιο ζουμερές ντομάτες του φυτού ήτανε ήδη φαγωμένες. Είχε ανοίξει από μια τρύπα στην σάρκα της καθεμιάς και βύζαινε τους χυμούς της.

Του έκοψα τη γλύκα στη μέση. Τον έδιωξα τον κερατά κι έκοψα τις ντομάτες για να σώσω τουλάχιστον από μέσα όσα σποράκια είχανε απομείνει. Πήγε λίγο πιο κει τρομαγμένος κι απόμεινε κι αυτός να γλείφεται και να με κοιτάζει με κάποια απορία που του χάλασα την απόλαυση.

Δεν έχω ξαναδεί γάτα να τρώει ντομάτες και μάλιστα πάνω από το φυτό, σαν ποντικός. Μου έκανε εντύπωση όλο αυτό και, γυρνώντας στο χωριό, σταμάτησα στο καφενείο, να ρωτήσω τους γέροντες.

Σου τρώει τις ντομάτες; Ρίξτου μια τουφεκιά του κερατά! Αυτή την απάντηση έλαβα από έναν που έπινε τον καφέ του τον πρωινό. Κρέμασέ τον, αναφώνησε ένας άλλος από το βάθος! Όχι, τίποτα απ’ αυτά να μην κάμεις, είπε ένας ακόμα σοφός γέροντας. Μονάχα ένα κουκουδάκι ποντικοφάρμακο θα πάρεις, θα το βάλεις μέσα σε μια ψαροκεφαλή και θα του το δώκεις να το φάει.

Καθόμουν και τους άκουγα έντρομος. Είχανε γουρλώσει τα μάτια μου φαίνεται και ήταν εμφανής η αποστροφή μου. Άμα δεν τον ξεκάνεις, δεν θα σου αφήκει ντομάτα για ντομάτα, τώρα που είδε τη γλύκα, μου είπε πάλι ο πρώτος, ο οποίος κατάλαβε προφανώς πως δεν είχα σκοπό να ακολουθήσω τις οδηγίες τους.

Αυτοί είναι οι παλιοί Έλληνες. Οι άνθρωποι των χωριών. Σκληροί και αδίστακτοι. Όταν πρόκειται για την τροφή τους, είναι ικανοί να ξεπαστρέψουν όλους τους ανταγωνιστές. Σαν τα ζώα. Τα ζώα όμως παλεύουν το καθένα με τα κουράγια του και νικάει το δυνατότερο, για να διαιωνίσει όσο γίνεται καλύτερα το είδος. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί το μυαλό του ύπουλα. Όχι μόνο απέναντι στα άδολα ζώα αλλά και μέσα στην κοινωνία του. Απέναντι στους συνανθρώπους του.

Οι ντομάτες που θα βαστάς για σπόρο πρέπει να ‘ναι θηλυκές, μου φώναξε ένας από την παρέα καθώς έκανα να φύγω βυθισμένος στις σκέψεις μου. Οι σερνικές δεν έχουνε σπόρο, μου είπε. Αυτό δεν το είχα ξανακούσει. Ποιες είναι πάλι οι θηλυκές ντομάτες; Πήρα τις δυο γατοφαγωμένες που είχα μαζί μου και πήγα κοντά του για να τις δει και να μου δείξει κι εμένα. Τούτη είναι καλή, μου λέει, θηλυκιά, τη βλέπεις; Κάνει γούβα εδώ, στον κώλο της. Η άλλη είναι σερνικιά, έχει εξόγκωμα από κάτω, δεν κάνει για σπόρο.

Βέβαια. Ήταν απολύτως εμφανές. Και με το μάτι και με την αφή. Αν παρατηρήσετε το κάτω μέρος της ντομάτας, θα το καταλάβετε αμέσως το φύλο της. Αν δεν τις είχε φάει ο Θωμάς σήμερα το πρωί, δεν θα τη μάθαινα αυτή την τρομερή πληροφορία. Οι σοφοί πρωτόγονοι γέροντες με αποζημίωσαν για την διεστραμμένη, σύμφωνα με την εποχή μας και την σύγχρονη κουλτούρα μας, προσέγγισή τους απέναντι στα “άχρηστα” και “ζημιάρικα” ζωντανά.

Αυτοί είναι οι άνθρωποι της ελληνικής επαρχίας. Ακραίοι. Σαν τη φύση την ίδια ώρες ώρες.

Με αφορμή την Μαίρη

Γράφει σε ένα σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση η Μαίρη:

“Το διάβασα το Ζουμί απνευστί. Με έκανες να σκεφτώ διάφορα. Κυρίως: μπορεί στ’ αλήθεια να είναι τόσο απλή η λύση; Και, αν ναι, είναι εφικτή και αποτελεσματική αυτή η λύση; Μήπως η κοινωνία μας έχει γίνει πολύπλοκη; Ο θυμός, το πάθος και η αγάπη του αφηγητή/πρωταγωνιστή σου με συνεπήραν, αλλά… δεν ξέρω…. μου είναι δύσκολο να πιστέψω…”

Με προκάλεσε αυτό το σχόλιο κι είπα να γράψω εδώ την προσωπική μου εμπειρία. Μέχρι πριν από δύο χρόνια που ζούσα κι εγώ μια εντελώς αστική καθημερινότητα, πράγματι ένιωθα σαν τη Μαίρη. Δεν μπορούσα ούτε να το διανοηθώ ότι η λύση υπάρχει, ότι είναι τόσο απλή και ότι είναι βεβαίως εφικτή και αποτελεσματική.

Όταν πήρα την απόφαση να ζήσω σε ένα χωριό και διάλεξα την Βολισσό της Χίου, ήταν χειμώνας. Δύσκολη απόφαση σε δύσκολη εποχή, μα ένιωθα ότι δεν πάει άλλο. Το ένστικτό μου είχε επαναστατήσει και με καθοδηγούσε δίχως να μπορώ να του αντισταθώ. Από τις πρώτες κιόλας μέρες μου εδώ, γνώρισα τον άνθρωπο που αποτέλεσε την έμπνευση για να φτιάξω τον μυθιστορηματικό Παναγή. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του Παναγή και η ζωή του είναι πάνω κάτω όπως αυτή που περιγράφεται στο βιβλίο. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, μπορώ να πω πλέον με απόλυτη βεβαιότητα, ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, ο οποίος κάθε πρωί, με την αυγή, που τον συναντώ (αφού έχει το μούρκι του κοντά στο δικό μου), είναι ευτυχισμένος. Δυο χρόνια τώρα, δεν τον έχω δει ποτέ να μην είναι χαρούμενος, να μη γελάει τρανταχτά και να μην έχει όρεξη να πιάσει τη μέρα από τα κέρατα, να ζήσει τη ζωή με όλα τα κουράγια του. Επίσης, με την ίδια βεβαιότητα μπορώ να πω ότι είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, κι ας έχω συναναστραφεί με τόσους οικονομικά επιφανείς ανθρώπους κατά το αστικό μου παρελθόν, κι ας είναι αυτός μόνο ένας χωρικός με ζώα, δέντρα και φυτά. Αυτός ο άνθρωπος δίνει συνεχώς στον καθένα που θα βρεθεί κοντά του. Δίνει διότι απλά μπορεί να δώσει. Δίνει διότι έχει, και διότι ξέρει τον τρόπο για να έχει πάντα. Δίνει διότι του αρέσει να θρέφει τους ανθρώπους και να θρέφεται από τον καλό τους λόγο και από τον τρόπο που τον κοιτάνε όταν τους δίνει. Είναι ο άνθρωπος που δουλεύει στα ζώα και στη γη για να υπάρχει, που συμβιώνει με τη φύση γιαι να είναι ευτυχισμένος, και κατόπιν δουλεύει κάποιες ώρες ως μαγαζάτορας, εντός του οικονομικού συστήματος, για να βγάζει λεφτά και να ταϊζει το Κράτος, όπως λέει γελώντας και πάλι.

Αυτά τα δυο χρόνια που ζω κι εγώ έχοντας ως βασική μου ασχολία την καλλιέργεια της γης, που είμαι πλέον ικανός να παράγω την τροφή μου και την τροφή όποιου φίλου περάσει από το μούρκι μου, που αναπαράγω τους δικούς μου σπόρους και έχω πλέον συνηθίσει τις γεύσεις που έχουν χαθεί στις πόλεις, που δεν μπαίνω πια σε σούπερ μάρκετ για να αγοράσω το συσκευασμένο φαγητό μου, που τρέφομαι ανάλογα με την εποχή και την παραγωγή, που έχω πλέον συνηθίσει να ξυπνώ με τα πουλιά και να ζω με τα φυτά, που κάθε αυγή μπαίνω στον μπαξέ και βλέπω ολοζώντανη μπροστά μου την μοναδική έννοια της ανάπτυξης που υφίσταται στη φύση, το πόσο δηλαδή μεγάλωσαν τα κολοκύθια και τα ξυλάγγουρα, το πόσο κοκκίνισαν οι ντομάτες, τώρα πλέον κατάλαβα ότι αυτή είναι η μόνη πραγματικότητα, η μόνη αλήθεια. Ότι αυτός είναι ο μοναδικός πλούτος κι αυτή μόνο είναι η ζωή. Διότι αυτή είναι η απλή οδός προς την ευτυχία.

Το να νιώθεις ότι η πολύπλοκη κοινωνία των ανθρώπων δεν σε αφορά στην καθημερινότητά σου, το να κατανοείς ότι όσα κι αν σπούδασες στα πανεπιστήμια, δεν έμαθες εν τέλει τίποτα για τα βασικά και τα σπουδαία, το να γίνεσαι συνεχώς μάρτυρας του θαύματος της ζωής, αφού από ένα τόσο δα σποράκι που φυτεύεις με τα χέρια σου, θα τραφείς και θα χαρίσεις τροφή και σε άλλους, το να βιώνεις κάθε μέρα την χαρά και τη ζωή των άλλων πλασμάτων που ζουν γύρω σου αδιαφορώντας επιδεικτικά για την πλάνη της ανθρώπινης κοινωνίας, το να θωρείς κάθε τόσο τον θάνατο και την ανάσταση της φύσης, όλα αυτά σε κάνουν να ρουφάς τη ζωή και να νιώθεις την κάθε σου ανάσα, να νιώθεις αυτάρκης και δυνατός, να κατανοείς την μόνη απόλυτη αλήθεια που δεν είναι άλλη από την Οικονομία της Φύσης και να γελάς με την σοβαροφάνεια των νόμων της ανθρώπινης κοινωνίας και των όρων της οικονομίας του χρήματος, να λυπάσαι τους θλιβερούς πολιτικάντηδες και κάθε λογής παράγοντες, που ζουν σφιγμένοι μέσα σε κοστούμια, φυλακισμένοι εντός αποστειρωμένων γραφείων και βαυκαλίζονται νομίζοντας πως κάνουν κάτι σπουδαίο και έχοντας λησμονήσει παντελώς τον επερχόμενο Θάνατο. Να λυπάσαι για την κατάντια του ανθρώπου, που αν και ανέπτυξε επιστήμες και τεχνολογίες, όχι μόνο δεν κατάφερε να ευτυχίσει, αλλά βρέθηκε εν τέλει δυστυχής, να κυνηγάει μια συνεχή ανάπτυξη, έχοντας ξεχάσει παντελώς πως κάθε άνοιξη θρέφει μέσα της ένα φθινόπωρο και κάθε φθινόπωρο εγκυμονεί μιαν άνοιξη.

Ναι, Μαίρη. Η λύση είναι απλή, όπως κάθε λύση τελικά είναι απλή. Διότι για ζωή γεννηθήκαμε. Όχι για οικονομία. Παρόλα αυτά, φτιάξαμε ένα σύστημα που κινείται σε ένα επίπεδο παράλληλο με την ζωή. Μεταπηδήσαμε από τη ζωή και μπήκαμε στο άλλο επίπεδο. Από ανθρώπινα όντα γεμάτα ζωντάνια, γίναμε ειδικότητες και επαγγελματίες. Στεγνώσαμε. Γίναμε καταναλωτές, αριθμοί φορολογικού μητρώου, νούμερα τηλεφώνου και διεύθυνσης.

Και όταν έρθει η ώρα σου να βγεις από το σύστημα και να μεταπηδήσεις ξανά στη ζωή, έχεις αρχικά την εντύπωση ότι πέθανες. Ότι αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος. Η μετάβαση από την καταπιεστική και ψεύτικη οικονομία του χρήματος, στην πραγματική ζωή και την ευτυχία. Κάτι τέτοιο πρέπει να ελπίζουν κι αυτοί που αυτοκτονούν για να αλλάξουν επίπεδο και να γλυτώσουν από το σύστημα. Την πραγματική ζωή ψάχνουν κι αυτοί αλλά με άλλον τρόπο. Γυρνώντας όμως στην φύση και στα βασικά, στα πρωτογενή που έθρεψαν τον άνθρωπο για χιλιάδες χρόνια, απελευθερώνεσαι και νιώθεις πως πέθανες ως καταναλωτής, ως αριθμός. Νιώθεις πως είσαι σε μιαν άλλη διάσταση. Κάπου αλλού. Και βλέπεις την προηγούμενη ζωή σου από ξέμακρα. Κατανοείς το ψέμα της, νιώθεις την παρούσα αλήθεια και παύεις να φοβάσαι τον φυσικό σου Θάνατο. Διότι από τη μια ζεις χορταστικά κι από την άλλη βλέπεις κάθε τόσο μπροστά σου τη φύση να τον κατατροπώνει.

Προσωπικά δεν μπορώ πλέον να ξυπνήσω ούτε ένα πρωινό μακριά από το χωράφι και τα φυτά μου. Ό,τι και να δω, σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου κι αν βρεθώ, δεν είναι ικανό να συγκριθεί με τη λαχτάρα για ζωή που μου προσφέρει μια ανθισμένη στο πρωινό αγιάζι κολοκυθιά. Τα φυτά κάθε πρωί πεθαίνουν για ζωή. Το ίδιο και ο άνθρωπος. Αντιθέτως, ο καταναλωτής ζει για τον Θάνατο.

Αν δεν το ζήσεις, δεν το πιστεύεις Μαίρη, πράγματι. Έχεις απόλυτο δίκιο να αναρωτιέσαι..

Σκόρπιες σκέψεις

Τελικά ο άθλιος καπιταλισμός που εντός του έχουμε περιπλέξει γορδίως τις ζωές μας, μας έχει κάνει να χάσουμε τα αυγά και τα πασχάλια. Αν ήταν να βλέπουμε το Κράτος ως επιχείρηση και να βάζουμε Υπουργό Οικονομικών έναν “καλό” τραπεζίτη, υπουργό ναυτιλίας έναν “καλό” εφοπλιστή, υπουργό Ανάπτυξης έναν “καλό” ντήλερ κλπ, τότε για πιο λόγο να κάνουμε εκλογές; Ας προβαίναμε σε άλλες διαδικασίες, πιο σύγχρονες και πιο συμβατές με την ηλιθιότητα του καπιταλισμού. Από καλλιστεία για Υπουργό Τουρισμού, μέχρι έρευνα αγοράς για τους περισσότερους από τους υπόλοιπους. Για πρωθυπουργό θα μπορούσαμε να κάναμε απλά μία οντισιόν μετά διαγωνισμού βαθμολογίας απολυτηρίων του Κολεγίου Αθηνών.

Η είδηση ότι Υπουργός της κυβέρνησης έχει υπεράκτια εταιρία και αποφεύγει την φορολογία, δεν φτουράει για να μας εξοργίσει πλέον, όπως βλέπουμε. Απεναντίας, το θεωρούμε κάτι φυσιολογικό και δεδομένο. Ποιος Έλληνας της κατηγορίας “Υπουργού” δεν έχει μια τέτοια εταιρία άλλωστε. Αλλιώς δεν θα είχε τα προσόντα να γίνει Υπουργός.

Όλοι αυτοί οι άθλιοι τύποι που ευαγγελίζονται την σωτηρία της χώρας, αυτό που βαθιά μέσα τους θα ήθελαν, είναι να μας απολύσουν όλους από τη ζωή. Όπως συμπεριφέρονται σε έναν υπάλληλό τους, ο οποίος κατά τη γνώμη τους ζημιώνει την επιχείρηση, έτσι θα ήθελαν να συμπεριφερθούν και σε μας, βλέποντας ως επιχείρηση το κράτος, το οποίο ζημιώνεται από τις απαιτήσεις της ζωής μας. Με λίγα λόγια θέλουν να μας ξεπαστρέψουν αλλά είναι τόσο άθλιο και ψεύτικο το σύστημα, που σκέφτονται αμέσως ότι ύστερα ποιος θα πληρώνει φόρους και ποιος θα κάνει τις δουλειές που σνομπάρουν αυτοί. Γι αυτό δεν μας ξεκάνουν. Και απλά, ψάχνουν τους τρόπους να μας κάνουν μόνο να δίνουμε και να μην παίρνουμε, ούτε να ζητάμε τίποτα. Αλλά πώς να δώσεις δίχως να πάρεις; Ούτε αυτό είναι εφικτό. Όχι μόνο στον ηλίθιο καπιταλισμό, του οποίου προϊστανται οι άθλιοι, αλλά και στην πραγματική ζωή.

Παρακολουθώντας το μεγάλο ξεπούλημα της χώρας που γίνεται τώρα τελευταία αλλά και την πολιτική δράση των αιρετών, από Δημοτικούς Συμβούλους έως Υπουργούς, όλα αυτά τα χρόνια, είμαι πλέον πεπεισμένος ότι σχεδόν όλοι αυτοί έχουν πάει σε κάποια μυστικά σεμινάρια αναπτυξιολαγνείας ή ότι είχαν τραυματικές εμπειρίες ως παιδιά ή ότι έχουν στερημένη σεξουαλική ζωή από την ενηλικίωσή τους και δώθε . Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι ξεστομίζουν όλοι τις ίδιες αθλιότητες περί ανάπτυξης, το ότι έχουν όλοι την ίδια εμφάνιση και το ίδιο φαιδρό ύφος, αλλά και το ότι έχουν την ίδια ακριβώς μπακαλίστικη προσέγγιση σε όλα, ακόμα και στα πλέον σπουδαία ζητήματα.

Χτες το απόγευμα με πήραν τηλέφωνο από το ραδιόφωνο του Σκάι για να μιλήσουμε περί βιβλίου (Το ζουμί του πετεινού) και περί της στάσης ζωής που προτείνει αυτό. Η συνομιλία μας με τον δημοσιογράφο Κουφόπουλο είχε διάρκεια λίγων λεπτών. Όταν εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και άρχισα να λέω για το ξεπούλημα της χώρας, για την αθλιότητα των βιομηχανικών ΑΠΕ και για το ότι δεν είναι δυνατόν να πουλάμε τη γη μας για να λάβουμε χρήμα, το οποίο, όπως αποδείχτηκε περίτρανα, δεν αποτελεί πλούτο, η γραμμή έπεσε ξαφνικά κι έμεινα μετέωρος, να τα λέω στα φυτά μου, διότι εκείνη τη στιγμή που μιλούσα στο ραδιόφωνο, πότιζα ταυτόχρονα τον μπαξέ. Ίσως να ήτανε τυχαία η διακοπή, ίσως όμως και να μην ήτανε. Δεν μου έχει τύχει πολλές φορές να μιλάω με Αθήνα και να πέσει η γραμμή.

Το άρθρο που προτείνει συνάντηση γνωριμίας και ανταλλαγής απόψεων και εμπειριών όσων αντιστέκονται στην καταστροφή των τόπων τους, έχει κάποια απήχηση, όπως φαίνεται από τα σχόλια. Ας το κυκλοφορήσουμε μεταξύ μας ως ιδέα και ας το συζητήσουμε. Ίσως ο Οκτώβριος να είναι μια καλή εποχή για να γίνει αυτή η συνάντηση. Ίσως η Θεσσαλονίκη να αποτελεί μια βολική για τους περισσότερους τοποθεσία. Νομίζω ότι μπορούμε να δικτυωθούμε και να το κουβεντιάσουμε παραπάνω.

Ξανά Σημίτης

Στουρνάρας λοιπόν.

Αυτός ο Σημίτης ακόμα μας κατατρέχει.

Τα κουρεία θα γίνουν κομμωτήρια και τα καφενεία θα γίνουν καφετέριες, είχε πει τότε. Γινόμαστε Ευρωπαίοι

Σήμερα, μιας και τα τότε ψέματα θα συνεχιστούν μπας και κρατηθούμε εντός αυτού του άθλιου και, ευτυχώς, καταρρέοντος οικονομικού συστήματος, θα μπορούσε να την συνεχίσει την αθλιότητα που ξεστόμισε τότε:

Τα βουνά θα γίνουν εργοστάσια και στους κάμπους θα σπέρνουμε καθρέφτες. Γινόμαστε η πόρνη της Ευρώπης

Μόνο το Υπουργείο Εκποίησης-Εκπόρνευσης λειτουργεί κανονικά

Όσο περνάνε οι ώρες τόσο σιγουρεύομαι ότι του έφυγε όλος ο ενθουσιασμός του Αντώνη Σαμαρά αμέσως μόλις ορκίστηκε, μόνος του, Πρωθυπουργός.

Μάλλον ήταν ένα εφηβικό όνειρο από το Κολέγιο και πέρασε μεμιάς άμα τη ορκωμοσία.

Κι αυτό φαίνεται από τα όσα φαιδρά επακολούθησαν αυτήν και συνεχίζουν να διαδραματίζονται.

Νομίζω ότι ο Σαμαράς έψαχνε απεγνωσμένα κάποιον λόγο για να μην πάει στην Συνάντηση Κορυφής. Για να δικαιολογήσει την απουσία του, όπως τα σχολιαρόπαιδα. Γι’ αυτό διέρρεε από το περιβάλλον του ότι θα πάει έστω και οδικώς. Και ότι νιώθει σαν λιοντάρι σε κλουβί! Επειδή ήξερε πως δεν πρόκειται να πάει καθόλου.

Επίσης, ο Ράπανος μια από τα ίδια. Είναι εμφανές ότι κανείς δεν θέλει να αναλάβει το Οικονομικών και ότι ο Πρωθυπουργός προτιμά να είναι Κοινοτάρχης εντός του ελληνικού χωριού, το οποίο ζει υπό την κατάρα του Μητσοτάκη, όπως λέει στενός συνεργάτης του Πρωθυπουργού, ο οποίος καλεί τον υπερήλικα πολιτικό να σταματήσει, λέει, να τρυπάει κουκλάκια και να κάνει μάγια στην κυβέρνηση! Σε τι χώρα ζούμε! Μήπως να φωνάξουμε τον Δρυίδη από τον Αστερίξ, να μας κυβερνήσει;

Πέραν του αστείου όμως, έχω την αίσθηση ότι η κυβέρνηση θα είναι μία βραχύβια πολιτική επιθεώρηση και αυτό θα αποτελέσει την χαριστική βολή για την χώρα. Γελοιοποίηση, που ήδη την υφίσταται η Ελλάδα μετά τα του “Αβραμόπουλου -Αρχηγού Κράτους”, και ταυτοχρόνως πλήρες ξεπούλημα με τις υπογραφές να πέφτουν η μια μετά την άλλην. Ο μόνος τομέας του Κράτους. που θα λειτουργεί κανονικά μέχρι παραιτήσεως της κυβέρνησης, θα είναι το Υπουργείο Εκποίησης-Εκπόρνευσης.

Μακάρι να αποδειχτώ κακεντρεχής.

Πρόταση γνωριμίας και κοινής αντίστασης

Εδώ και πολύν καιρό λαμβάνω διάφορα μέηλ από ανθρώπους που αγωνίζονται ανά την Ελλάδα για να αποτρέψουν το ξεπούλημα και την εκπόρνευση των τόπων τους. Των βουνών τους από ορυχεία, από Βιομηχανικές ΑΠΕ, και γενικά από διάφορα τέτοια εγκληματικά γιγαντιαία έργα, που θα καταστρέψουν τα τοπία και τον χαρακτήρα των περιοχών τους.

Με τη χθεσινή ανάρτηση που είχε τίτλο “Μια ταπεινή γενιά” αναζωπυρώθηκε κάπως αυτή η επικοινωνία.

Μπορώ λοιπόν από εδώ να προτείνω και να θέσω προς συζήτηση την ιδέα για συνάντηση κάπου στην Ελλάδα (θα πρότεινα Θεσσαλονίκη) αντιπροσωπειών των ανθρώπων και των κοινωνιών που αντιστέκονται στην καταστροφή των τόπων τους.

Θα είναι μια καλή ευκαιρία γνωριμίας, οργάνωσης, ανταλλαγής εμπειριών και δράσεων, και βέβαια εκεί ίσως μπορέσουμε να διοργανώσουμε το καραβάνι τέχνης και αντίστασης στις περιοχές που πλήττονται από την αναπτυξιακή λαίλαπα και την αναξιοπρέπεια τους εθνικού μας ξεπουλήματος.

Θα ήθελα τη γνώμη σας και τις προτάσεις επ’ αυτού.