Θεατρική ανταπόκριση

Η αναγνώστρια Χριστίνα Σαρλάμη, φωτογράφος, παρακολούθησε και φωτογράφισε την παράσταση “Ήλιος με δόντια”, του Βασίλη Βασιλάκη στην Αίγινα και μου έστειλε ανταπόκριση! Η παράσταση θα ανέβει φέτος τον χειμώνα στην Αθήνα. Μόλις μάθω περισσότερα, θα αναρτήσω εδώ προς ενημέρωσή σας, και βεβαίως θα φροντίσω να την δω κι εγώ!

“Ήταν η δεύτερη φορά που παρακολούθησα την παράσταση “Ήλιος με δόντια”, στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου Αίγινας αυτή τη φορά, και ήταν λες και έβλεπα μία άλλη παράσταση…

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Βασιλάκης επιλέγοντας αυτή τη φορά να δώσει μεγαλύτερη θεατρικότητα στην παράσταση και να εμφανιστεί μπροστά από τα σκηνικά (και όχι πίσω όπως στην προηγούμενη παράσταση που ο ηθοποιός φαινόταν σαν σκιά και ακουγόταν η φωνή του), μας παρουσιάζει μια πολύ έντονα συναισθηματική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Γιάννη Μακριδάκη.

Ο Βασίλης Βασιλάκης μας παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο βιβλίο και έναν εξίσου ιδιαίτερο χαρακτήρα, τον Κωνσταντή, μέσα σε ένα λιτό και απλό σκηνικό αλλά με έντονη πλέον την παρουσία του στην σκηνή, με τις εκφράσεις του προσώπου του να δίνουν ακόμα μεγαλύτερη ένταση στον μονόλογο. Όλο του το σώμα πάλλεται από την ορμή των αναμνήσεων και την αλήθεια τους. Ανακαλύπτουμε έτσι έναν απλό άνθρωπο, αλλά και ταυτόχρονα μοναδικό, που εξελίσσεται στην διάρκεια της παραστασης και μας δίνει την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε σιγά-σιγά και ουσιαστικά. Να νοιώσουμε όλα όσα νοιώθει, εκείνα με τα οποία χαίρεται και όσα τον έχουν πονέσει και πληγώσει.

Ο Βασίλης Βασιλάκης στον ρόλο του Κωνσταντή, παρουσιαζει τις ευαισθησίες ενός ταραγμένου και χαμένου μυαλού, που παλεύει να φέρει το παρελθόν στο παρόν, να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, να διώξει τον στιγματισμό που του έχει επιβάλλει η κοινωνία, και στο τέλος να μας φανερώσει αυτό που πραγματικά είναι…

Μια παράσταση για τις ευαισθησίες που όλοι κρύβουμε μέσα μας…

Του Θεού το μάτι στο culturenow.gr

Book Review: Του Θεού το μάτι – Γιάννης Μακριδάκης

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013 12:00
Book Review: Του Θεού το μάτι - Γιάννης Μακριδάκης

Ένας μονόλογος όχι εσωτερικός αλλά απευθυνόμενος σε ένα σκιάχτρο από έναν συνταξιούχο είναι η αφορμή για να καταγράψει ο Γιάννης Μακριδάκης μια αναδρομή στην ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση έως τις μέρες μας και στις πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κι έγιναν η αιτία να μετατραπεί το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας σε παθογόνο  καθεστώς.

Από την Τέσυ Μπάιλα

 

Ο Πεπόνας, ένας συνταξιούχος του δημοσίου, ένας άνθρωπος που καλλιεργεί πια τη γη του με παραδοσιακούς τρόπους και αγάπη  και νέμεται τη σοφία της «συνομιλεί» με τον Διομήδη, το σκιάχτρο που φτιάχνει για να προστατέψει τη σοδιά του και γίνεται το σκιάχτρο αυτό ένα σύμβολο της μοναχικότητας του κεντρικού ήρωα, ή καλύτερα η ίδια η συνείδησή του, καθώς ο Πεπόνας ανοίγει την καρδιά του και εκφράζει απέναντι στη σιωπηλή αμεριμνησία του σκιάχτρου όλες τις προσωπικές του ανησυχίες για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για την κρίση και τις πελατειακές σχέσεις των πολιτών με το καθεστώς, για το αναποφάσιστο της προσωπικής επανάστασης, ο Πεπόνας παραδέχεται πως κι εκείνος μέρος αυτού του ίδιου συστήματος είναι και αγωνιά για το μέλλον. Αυτή τη φορά όμως ανησυχεί. Η συνείδησή του δεν αποδέχεται το ζόφο που κρύβεται στο μέλλον και ο Πεπόνας αρχίζει πια να σκέφτεται για πρώτη ίσως φορά ότι η λύση θα πρέπει να είναι καθολική. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, η συνείδησή μας να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις πολίτη-κράτους και η ευκαιρία είναι οι εκλογές που επίκεινται. Αλλά το δίλημμα μεγάλο για τον Πεπόνα που θεωρεί χρέος του να μην αντιταχθεί απέναντι σε ένα σύστημα που οικογενειακά τον έχει στηρίξει.

 

Με ένα ευρηματικό τρόπο ο Μακριδάκης γράφει μια νουβέλα για την κρίση και το δίλλημα του σημερινού Έλληνα έτσι όπως εκφράζεται λίγο πριν τις εκλογές αλλά κυρίως στέκεται απέναντι στη συνείδηση όλων μας και στοιχειοθετεί λέξη-λέξη τη συλλογική ευθύνη αυτού του τόπου από την μεταπολίτευση έως τις μέρες μας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Πεπόνας είναι ένας από τους ευεργετημένους αυτού του συστήματος και το δίλημμά του είναι αν θα πρέπει τώρα πια να προδώσει και ο ίδιος όλα όσα τον προώθησαν όλα αυτά τα χρόνια. Άραγε θα μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να διεκδικήσει εκ νέου την αξιοπρέπεια του πολίτη που μοιάζει να έχει χάσει χρόνια βολεμένος και ο ίδιος στο σύστημα; Και πώς τελικά θα λογοδοτήσει απέναντι στα πουλιά που θα κάτσουν στο σκιάχτρο της συνείδησής του, αφού αυτά είναι έτσι κι αλλιώς το μάτι του θεού; Πώς θα αντέξει να ακούσει το κελαίδημα τους; Και τι απάντηση θα τους δώσει για «την άνοιξη που δεν έφερε;»

 

Ο Μακριδάκης μας δείχνει ότι απέναντι στην κρίση και τη ζωή μέσα στη χαοτική κοινωνία που δημιουργήθηκε μπορούμε να διαλέξουμε τη ζωή μέσα στη φύση και προτείνει την χρήση της γης με οικολογική συνείδηση ως απάντηση στις κοινωνίες που καταβαραθρώθρηκαν από τη λεγόμενη και αδιέξοδη τελικά ανάπτυξη. Επιστροφή στις ρίζες, στις αξίες, στη φύση, στη παραδοσιακή σπορά και προσωπική επανάσταση που θα σημάνει τη συλλογική είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους κινείται ο Μακριδάκης για να περάσει στους αναγνώστες του όλα όσα η συνείδησή του τού υπαγορεύει.

 

Μια καλογραμμένη νουβέλα από έναν γνωστό συγγραφέα, οικολόγο- ακτιβιστή που αποδεικνύει περίτρανα πως η πολιτική, οικολογική και κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας είναι δεδομένη και ίσως στις μέρες μας απολύτως απαραίτητη.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
“Λιγάκι παρακεί πάνε, απάνω στα ξινά κάθουνται και μας λοξοκοιτάζουνε. Εγώ που τους ξέρω, τους αντιλαμβάνομαι. Νιώθω το μάτι τους όση ώρα τρωγοπίνω και είναι καρφωμένο απάνω μου. Οι μουσαφιραίοι όμως δεν νιώθουνε τίποτα, Διομήδη. Σου λέει, εξοχή είναι, πουλιά έχει. Πού να ξέρανε πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε και πως λένε, άντε να ξεκουμπιστείτε, να πάμε κι εμείς στο σπίτι μας. Μόνο το Λούγαρο, που είναι σπουδαγμένος απάνω σ’ αυτά, ξέρει πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε ανελλιπώς. Και πως μας μιλούνε κιόλας. Αυτό το πιστεύει κι ο Κότσυφας βέβαια, όπως σου ‘πα, αλλά αυτός δεν πιάνεται διότι μπορεί να το λέει έτσι, μέσα από την παλαβωμάρα του. Ξέρεις, αυτοί οι ιδεολόγοι έχουνε όλο κάτι τέτοιες θεωρίες, αλλά ανάθεμα κι άμα πιστεύουνε στο βάθος βάθος τίποτα. Μόνο για τη μόστρα μού φαίνεται πως τα λένε. Για να κάνουνε τους εξωτικούς και να τραβούνε το ενδιαφέρον των γυναικών. Καλή ώρα σαν τη δικιά μου. Τέλος πάντων. Αυτά όμως που σου λέω ισχύουνε, Διομήδη. Είναι πράματα που τα ‘χουνε μελετημένα οι επιστήμονες. Έχουνε κάμει πειράματα κι έχουνε βγάλει αποφθέγματα. Ένα πουλάκι μού το μαρτύρησε, έτσι μας έλεγε η μάνα μας σαν ήμαστε μικροί και κάναμε καμιά ζημιά. Διότι όλα τα ξέρουνε τα πουλιά. Τα πουλιά είναι του Θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά.”

Καθώς το κατασκευάζει, ο Πεπόνας αφηγείται στο σκιάχτρο του την πολυκύμαντη ζωή του, που τώρα πια, μετά τη σύνταξη, ολοκληρώνεται στο κτηματάκι του. Στην αφήγησή του παρελαύνουν αλλόκοτοι άνθρωποι με ονόματα ζώων ή φυτών, πουλιά και διάφορα άλλα ζωντανά με ονόματα ανθρώπινα, αλλά και ψυχωμένα άψυχα, σαν τον Διομήδη το σκιάχτρο. Η γενεαλογία της φύσης και η γενεαλογία των ανθρώπων συναντιούνται παντού, εκτός από την πολιτική και την κρίση. Οι πληγές του σύγχρονου κόσμου διατρέχουν το σύμπαν της νουβέλας. Ένα σύμπαν που παίρνει φωνή, αρθρώνεται και απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο στον καθρέφτη του.

 

Το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, Του Θεού το Μάτι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Τιμητικό “κατεβατό”!

Όταν ένα βιβλίο σε βάζει να σκεφτείς κι όχι απλώς να περάσεις καλά-τι σιχαμένη φράση-αυτά τα κατεβατά προκύπτουν….

Ο Θοδωρής, ο ακούων στο τσούκλι Πεπόνας,κληρονομιά του παρατσουκλιού μαζί με το κτηματάκι του παππού του,έχει- μια ζεστή μέρα του Μάη – ένα μόλις χρόνο μετά τις εθνικές εκλογές του 2012, μια δουλειά συγκεκριμένη να τελειώσει,χρειαζούμενη κι αχρείαστη μαζί,όπως μονολογεί ανάμεσα στ΄ άλλα:να φτιάξει και φέτος νέο Διομήδη , το…. σκιάχτρο που τριάντα χρόνια σερί έχει την θέση του κι αυτό στην ζωή του εκεί.

Τον Διομήδη τον πρωτόφτιαξε ο παππούς Πεπόνας και το ίδιο κάνει κι ο σημερινός,άξιος συνεχιστής του όχι μόνο ως προς το φτιάξιμο του σκιάχτρου αλλά του  φυλάγματος και της πρακτικής χρήσης των παλιών εύρωστων σπόρων ,των γερών καρπερών φυντανιών , των αποδοτικών φυσικών τρόπων καλλιέργειας του περιβολιού και γενικά ικανός , ακούραστος δουλευτής και  συνεχιστής διαφόρων παλιών φιλικών για την γη και τον άνθρωπο μεθόδων …
Αν όμως για τα του κτήματος καλά και περίκαλα κάνει και συνεχίζει με τις επιταγές του πάππου του και της καρδιάς του κι ευλογημένος ορατά κι αποδεδειγμένα κρατιέται ο τόπος γύρω,παράδεισος από φρούτα εποχής και ζαρζαβατικά στον καιρό τους, ανόθευτα και χωρίς φυτοφάρμακα και γι αυτό κι εκείνος,ο σημερινός Πεπόνας, μα και άλλοι συντοπίτες απολαμβάνουν τα καλά του ,κάνει άραγε το σωστό να μένει έτσι πιστός και στις επιταγές του κόμματος,που σαν να μην τα λέει και πολύ σόι βέβαια τελευταία κι έχουν γυρίσει οι πάντες στην χώρα ολόκληρη κι οι οικείοι του εναντίον,αυτοί μάλιστα λάβροι και εναντίον κόμματος και Πεπόνα εγγονού;

Ο Πεπόνας αυτές τις δυο τρεις ωρίτσες, όλες κι όλες, που μαστορεύει τον Διομήδη, παράλληλα του μιλάει,του ανοίγει τα μύχια της καρδιάς του και μέσα στην οργιάζουσα φύση αναλογίζεται με μεγάλη περίσκεψη -διηγούμενός τα και σε μας-τί έπραξε και πώς και γιατί την μέρα των εκλογών ένα χρόνο πριν και πώς λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες,στο τσακ,πρόλαβε χάρη στο κελάιδισμα του Φραγκούλη και ψήφισε,παρά την προσπάθεια των δικών του-όπως υποψιάζεται-να του αποσπάσουν την προσοχή , απασχολώντας τον στο περιβόλι που τόσο τ΄αγαπάει και κει μόνο χανει την αίσθηση του χρόνου, για να μην ψηφίσει το κόμμα-που ως κυβέρνηση σκατά κι απόσκατα,εδώ που τα λέμε, τα έχει κάνει- και έτσι, μονολογώντας τώρα μπροστά στον ευήκοο Διομήδη μαζί με  όσα άλλα του εξομολογείται, εκθειάζει τα καλά τής συνέχισης της φυσικής παράδοσης των πραγμάτων-βλέπε την πρόοδο στο κτήμα και την απόλαυση καρπών κι ομορφιάς με όλες τις αισθήσεις-αλλά βγάζει στην επιφάνεια και την απορία του για την άρον άρον πολιτική μεταστροφή των γύρω του,μη πολυθέλοντας να παραδεχτεί ότι η Φύση  μπορεί και πάει μπροστά αιώνες τώρα με το μεγαλείο και την ισορροπία της αρμονικής επανάληψης που την στηρίζει νομοτελειακά και από την κτίση της, αλλά οι άνθρωποι είναι- πάντα ως της φύσης  ένα αναπόσπαστο κομμάτι- άλλο πράμα καθώς αυτοί έχουν βούληση και πρέπεινα ξεκολλάνε από τις παλιές επιζήμιες συνήθειες,τις νοοτροπίες και τα κομματικά στεγανά, όταν χάνεται το δίκαιο και θυσιάζεται και ξεπουλιέται κάθε καλό και ηθικό …
Σάμπως τα κόμματα ο άνθρωπος δεν τα εφηύρε,υπάρχουν πουθενά στην φύση και δεν τα βλέπει; Αλλά ας όψεται…να που έτσι έχουν τα πράγματα…

Ο Πεπόνας,άνθρωπος απλός,λαϊκός,μεσήλικος πια,με την συνταξούλα του,την συντρόφισσά του,τα φιλαράκια του,το καλό και ήσυχο παιδί του που δουλεύει κι αυτό-δόξα τω Θεώ λέει ο Πεπόνας-χάρη στο κόμμα στην θέση που άφησε εκείνος όταν βγήκε στην σύνταξη,εργατικός και καλός δουλευτής της γης, που δεν έχει κάνει κακό σε άνθρωπο,δεν χρωστάει,δεν έκλεψε, μοιράζεται τα κόπια του από το κτήμα,είναι εν γένει δημοκρατικός,νομοταγής,δεν θέλει μπελάδες και φασαρίες,μόνο να πίνει τα ρακάκια του και να λέει καμιά κουβέντα στο καφενείο με τους άλλους,έντιμος και από πεποίθηση κι αίσθηση φιλότιμου πιστός μια ζωή σε μια παγιωμένη καθημερινότητα-ευτυχισμένος δηλαδή αυτός και τυχερός με τη απλή και φυσική ζωή του σ΄ένα περιβάλλον ειρηνικό και σχετικά απείραχτο ακόμα από τον πολιτισμό των σκουπιδιών και της ρύπανσης - β ο λ ε μ έ ν ο ς  είναι η σωστή λέξη κι ο ίδιος σε μια κ α τ ά σ τ α σ η , που τα τρωτά της δεν (θέλει να)τα βλέπει επειδή δεν τρώει κατ΄ευθείαν στην κεφάλα του την κρίση του συστήματος, που απορεί εν τούτοις και προβληματίζεται, υποψιάζεται, στεναχωριέται , σκέφτεται,βάζει με τον απλοϊκό αλλ΄έντιμο τρόπο σκέψης του ζητήματα, διχάζεται ανάμεσα στην επιταγή για έκφραση ευγνωμοσύνης και στην ανάγκη για σύγκρουση,τους αγαπάει για παράδειγμα αλλά τους τα ψιλοχώνει κιόλας των  δικών του,που έγιναν πολέμιοι τού κόμματός του μα που κι αυτοί,έννοια σου καλοί βολεψάδηκες είναι και του λόγου τους,τα καλά του Πεπόνα τα θέλουν τον Πεπόνα τον μάχονται ,που εννοεί να φανεί πιστός στο κόμμα του κι ας τα΄κανε κι αυτό μαντάρα και σαν να έδωσε-μοιάζει η όλη ιστορία-ο λαός στο κόμμα με τις  εκλογές υγιείς σπόρους και καλά φυντάνια κι αυτό τα τσαλαπάτησε , και γιατί,γιατί ,αυτό είναι που τον βασανίζει, καθώς τίποτα δεν ακολουθήθηκε σωστά και πάνε και τα σπόρια και τα φυτά….

Θα πω-σταματώντας εδώ,καλύτερα να το διαβάσετε -ότι ο Γιάννης Μακριδάκης έγραψε ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο,του οποίου η έξυπνη κι ευέλικτη μυθοπλασία με καταγοήτευσε για την τεχνική της, φυσικά σαν θέμα αυτό καθαυτό με συγκίνησε και πως για να αναπτυχθεί αρμονικά αυτή η ιστορία  δεν χρειάστηκε παρά μερικές ώρες σαν χρόνο,ένα ιδιωτικό περιβόλι σαν χώρο,έναν απλό άνθρωπο στη μέση της συνηθισμένης , ειρηνικής κατ΄επίφαση ρουτίνας του,να μονολογεί απέναντι σ΄ένα σκιάχτρο,έμπιστο πνευματικό σύντροφό του στα δύσκολα και που να μαρτυράει στον ήλιο και στα πουλιάτις μύχιες έννοιες του,για να μετατραπεί έτσι το απλοϊκό φαινομενικά αφηγούμενο,χωρίς μεγαλοστομίες και κραυγές,σε μια συγκλονιστική πολύπλευρη και πολύ βαθιά αναζήτηση του δια ταύτα της σύγχρονής μας ανθρώπινης ύπαρξης…

Αυτό είναι το έκτο βιβλίο του Μακριδάκη,μ΄έναν ακόμα εύγλωττο τίτλο,“Του Θεού το Μάτι”,μια δυνατή,τρυφερή,τεχνικά άψογη πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την μορφή νουβέλας,με γλώσσα όπως είπα πολύ ζωντανή, περιεκτική,με πεντακάθαρη την συγγραφική πρόθεση,όπως μας έχει καλομάθει κι ένα ευαίσθητο και εμπνευσμένο στοχασμό ν΄αναδύεται απ΄τις πρώτες κιόλας παραγράφους, ολιγοσέλιδη ως έκδοση κι όμως πολύ εκτενής,με μια απλή θεματικά ως προς την κεντρική ιδέα και το σκηνικό της μυθοπλασία, μα ταυτόχρονα εντυπωσιακά και σχεδόν δοκιμιακά πολύπτυχη.

Έχει μάλιστα κάτι κι από την εσωτερική ομορφιά τής ιδιαίτερης,αγνής,τόσο ωραία υμνητικής προς την ζωή, πίστης και καθημερινότητας του μοναχού Βικέντιου από την “Δεξιά Τσέπη του Ράσου”,της μοναξιάς και της περηφάνειας του καπετάν Σίμου από το “Λαγού Μαλλί” ,της μητρικής και όχι μόνον αγωνίας της Κωνσταντίας από την ΄’Άλωση της Κωνσταντίας”,της αγχωμένης κι αιφνίδιας ανατροπής των συντεταγμένων τού κατά τι πατριαρχικού μα καλόκαρδου και λαϊκού Παναγή από το “Ζουμί του Πετεινού”….

Γι αυτό έκανα την σκέψη ότι ο Μακριδάκης (κατα)γράφει πλέον(σε)ενιαίο μυθιστόρημα , ένα πολύ πρωτότυπο ιστόρημα διαρκείας, τον Βίο και την Πολιτεία των ανθρώπων του τόπου μας,δοσμένο σε φαινομενικά αυτοτελείς συνέχειες.
Τα δύο μυθιστορήματα και οι τέσσερις νουβέλες του ήδη αποτελούν μιαν αλυσίδα ιστοριών , αλα Ροθ ,συγγραφέα πολυαγαπημένο,που μου ενέπνευσε τον όρο του…μόνιμου μυθιστορήματος. Όλα  στον Μακριδάκη ως τώρα έχουν κοινά γνωρίσματα και κοινή αφετηρία,εκείνη βασικά των πλούσιων συλλογισμών των ηρώων του-είτε τους κάνουν συνειδητά,είτε όχι-για το πού βαδίζει η δική μας χώρα,τί έχει κερδίσει και τί έχει χάσει από ιδρύσεως Νεοελληνικού Κράτους μονίμως αφηνόμενη στα χέρια ανίκανων ή και προδοτών, συναινώντας  με εκβιασμούς και γλοιώδη ρουσφέτια στις εκάστοτε πολιτικές τους.
Παραπλήσιοι ήρωες και στα έξι,προβάλουν οι λογής καθημερινές φιγούρες πολιτών,των οποίων τον εύθραυστο μικρόκοσμο, έστω κι αν ζουν μακριά από το πολύβουο κέντρο μιας κάποιας πόλης, τον διαπερνά εντονότατα και τον καθορίζει σε μεγάλο βαθμό έναςραγιαδισμός ενισχυμένος με το φονικό δηλητήριο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού- αυτός ο ραγιαδισμός ,η πιο σκληρή παθογένεια της ελληνικής κοινωνίαςπου ακόμα τον κουβαλάνε διογκωμένο από γενιά σε γενιά όλες αυτές οι προσωπικότητες, καθώς παίρνουν σάρκα και οστά με λέξεις και που είναι…εμείς!
Εμείς όλοι,σε παραλλαγές υπαίθρου και πόλης,σαν επιμέρους περσόνες ενός τελικά και του αυτού πρωταγωνιστή και μαζί κομπάρσου : του λαού,του (αυτο)ταλαιπωρούμενου -λιγότερο ή περισσότερο χειραγωγημένου-θύματος αλλά και θύτη, παραδομένου ενεργητικά και παθητικά,συνειδητά και ασυνείδητα στα ατελείωτα σκαμπανεβάσματα χώρας διαβιούσας σε πολλαπλή κρίση, κρισάρα μάλλον,που φυσικά δεν ξεκίνησε το 2009 μα σιγόβραζε δεκαετίες πριν,μην πω ρίζωσε επισήμως στον τόπο μας από την εποχή των Βαυαρών και του Καποδίστρια…

Οι ήρωες του Μακριδάκη,αυτοί οι κυριαρχημένοι πολίτες, επί γενιές και γενιέςεξαπατημένοι από μια εξουσία δόλια,που ξέρει καλά να χειραγωγεί καλλιεργώντας την χαζομάρα και την αμορφωσιά και  μιλάω για την αμορφωσιά εκείνην που αναπαράγει τώρα πια η τηλεοπτικοποιημένη, μαζικοποιημένη, νοικοκυραίικη και ψευτοτακτοποιημένη αντίληψη ζωής,κακώς εννοούμενη περί σύγχρονου κράτους και ανάπτυξης,απολύτως ψευδεπίγραφη.

Ο ίδιος,όταν τον ρωτούν,λέει,βάζοντας μαζί κι ένα ερωτηματικό,επειδή προφανώς δεν ασχολείται με φιλολογικές θεωρίες ή κι από σεμνότητα νομίζω,ότι κάνει απλώς(;) πολιτική λογοτεχνία.Παίρνει τα χαρτιά του και στο μούρκι του,ακούγοντας τα πουλιά-τα μάτια του Θεού-κι ανάμεσα στις τραχιές χειρωνακτικές δουλειές, που απαιτεί η ζωή εκεί,γράφει.Εγώ λέω ότι κάνει Λ ο γ ο τ ε χ ν ί α επιπέδου, με παρατηρητικότητα , ακρίβεια,σταθερή και λεπτολόγα ηθογραφική διεισδυτικότητα και φοβερή αίσθηση μέτρου!Τούτος ο αγρότης-συγγραφέας,που μας πρόκυψε στην πολύχρονη  αναβροχιά γράφει-πολύ αυστηρά κρινόμενος-εκπληκτικά ηθογραφικά κείμενα με βάθος,με τρόπο προσωπικό μεν, πολιτικοποιημένο, γιατί όχι αλλά μαζί και τόσο απλό , εύληπτο , κατανοητό,νουθετικό κατά την γλυκύτερη έννοια της λέξης και όχι…κατηχητικό,εξόχως συντροφικό,αγαπησιάρικο, καλόγνωμο….
Η συγγραφική του γλώσσα είναι ξέχειλο μπαούλο θησαυρών,με την ομορφιά,την ζωντάνια,την ροή της να μπαίνει πάνω από διανοουμενίστικα ψευτοδιλήμματα τύπου αν το προσωπικό αυτό ύφος του συγγραφέα ταιριάζει ή όχι στον αναγνώστη ιδιοσυγκρασιακά και τί ρόλο μπορεί να παίζει αυτό στο τελικό αποτέλεσμα.

Τον λιβανίζω-σιγά βέβαια μην το έχει ανάγκη-το ξέρω,κι ας μου καταλογίσετε υποκειμενικότητα από δηλωμένη (και)πολιτική συμπάθεια.Γιατί όμως το κάνω;Γιατί όταν κρίνουμε τους λογοτέχνες μόνον από και για την πολιτική τους στάση και δεν ταυτίζεται μ΄ αυτήν που έχουμε εμείς ή οι… εργοδότες μας και προσπαθούμε τότε να τους μειώσουμε ως προς το ταλέντο τους,ε, τότε γινόμαστε, επιεικώς, γελοίοι.
Με τον Μακριδάκη το είδα αυτό και έπαθα την πλάκα μου…
Όταν κάποιοι είπαν φτήνιες για την ποίηση της Δημουλά* με αφορμή τις πολιτικές της δηλώσεις έγινε της τρελής . Όταν λένε κακίες για τον αντίθετό τους Μακριδάκη,δεν λέμε τίποτα, ας περισσεύει ο φθόνος;
Διότι τί άλλο να εκλάβω ως κίνητρο της χολιασμένης,μη τεκμηριωμένης λογοτεχνικά κριτικής, εκτός από τον φθόνο τους για το πόσο ταλαντούχος είναι αυτός ο τύπος ο αντισυμβατικός  ,που έριξε μαύρη πέτρα στα τσιμέντα της Αθήνας και στα εκδοτικά συνάφια της αγωνιζόμενος κατά της άκρατης κι άκριτης αστικοποίησης κι όμως ο κόσμος τον ανακάλυψε,τον αγαπάει και τον διαβάζει συστηματικά, ενώ οι κατακριτές του,όταν εμφανίζονται οι ίδιοι σαν συγγραφείς, δεν πείθουν,δεν συγκινούν;

Λοιπόν κι εγώ πολιτικά δεν συμφωνώ ντε και καλά πάντα μαζί του, αλλά σαν συγγραφέα μπορώ κι εκείνον κι άλλους να τους σχολιάσω σαν αναγνώστρια ,χωρίςπολιτικές παρωπίδες μεγέθους τοίχου, προσπάθησα δε πάρα πολύ γι αυτό και περιμένω από όσους ασχολούνται -επ΄αμοιβή κιόλας,εκεί το απαιτώ-με την λογοτεχνίατων άλλων να επιστρατεύσουν την αξιοπρέπεια και όχι την χολή τους και να πράττουν επιτέλους το ίδιο…

*Δεν με άγγιξε ποτέ η ποίηση αυτής της γυναίκας ,ποτέ,στον βαθμό βέβαια των λίγων που σκαμπάζω από ποίηση και λειτουργώντας εντελώς υποκειμενικά , συναισθηματικά . Είναι δυνατόν όμως να την αποκαλέσω… ατάλαντη;Θα τρελαθούμε τελείως;Αλίμονο, αν επειδή είπε το ένα ή το άλλο που με βρίσκει πολιτικώς αντίθετη ,έβγαινα να πω, από το μπλογκ, την κάθε χοντράδα που θα μου ερχόταν και δη για το ταλέντο της….

ΥΓ.
Ωραία,λιτή,φιλολογική (και φυσιολογική,χαχα) παρουσίαση του βιβλίου,έκανε ο Γιάννης Ρουμπάκης στο μπλογκ του,Νεάρχου Παράπλους,και παραθέτει για του λόγου το αληθές κι ένα σωρό όμορφα αποσπάσματα,να΄ναι καλά.

Βιβή Γ.

Σ’ ευχαριστώ άγνωστη Ginger Mary …

Το ξέρεις πως “δραπέτευσα” απ’την Αθήνα.  Κι επείδη “ουδέν καλόν αμιγές κακού” συνέπεσε να “δραπετεύσω” και απ’την Πατρίδα.  Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως η Αθήνα ήταν ένας τόπος απ’τον οποίο θα έπρεπε να είχα “δραπετεύσει” χρόνια πρίν.  Μα πάρα πολλά χρόνια.  Αλλά βλέπεις άργησε να γεννηθεί η ανάγκη μέσα μου.  Βάλε και που δε βρέθηκε κάποιος στο διάβα μου να μού δώσει το έναυσμα.

Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν ένοιωσα βολικά τέσσερις γεμάτες δεκαετίες σ’εκείνη την πόλη.  Μιά ζωή-τρέξιμο έζησα και πέρα απ’τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής μου, το τσιμέντο και το καυσαέριο μού στέρησαν απολαύσεις, ίσως και ζωή, μ’αυτό δεν θα το μάθω ποτέ.

Προχθές καθισμένη στην βεράντα, με την απέραντη πρασινάδα να ξετυλίγεται μπροστά μου, τα δέντρα να οριοθετούν τα σύνορα τού προσωρινού μου κόσμου και μοναδική μουσική το κελάιδημα κάθε λογής πουλιών, κατάλαβα τι στερήθηκα στην πόλη.

Θα μπορούσε να ήταν η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, το Λονδίνο, η Βουδαπέστη.  Ετυχε όμως νά’ναι η Αθήνα.  Η Αθήνα που τώρα πιά τα τραγούδια που της έγραψαν γιά να την υμνήσουν τής προσομοιάζουν τόσο όσο και το Βάλς του Στράους γιά τον Γαλάζιο Δούναβη που μεταλλάσσεται μονίμως από πράσινος σε καφέ αλλά σίγουρα ποτέ σε γαλάζιος.

Και πάλι ρίχνω το βλέμμα ένα γύρω στην όμορφη γή μας, εδώ στην ξένη χώρα και σκέφτομαι πόσο χαμένη πάει στα χέρια μας.  Κι οι δυό μεγαλωμένοι σε μεγαλουπόλεις, πρωτευουσιάνοι βλέπεις, δεν ξέρουμε ούτε πως να της φερθούμε ούτε πως να την καλλιεργήσουμε.

Θαρρώ κι αυτή απλά ανέχεται τα βήματά μας επάνω της.

Κι εδώ όμως κάτι λείπει, γιατί παράδεισος δεν πρέπει να’ναι επι γής.  Λείπει η θάλασσα.  Το γαλάζιο κι η απεραντοσύνη της.  Κι όχι, δεν μπορώ να σταθώ δίπλα στο μεγάλο ποτάμι ούτε στην απέραντη λίμνη και να οραματιστώ τη θάλασσα.  Η θάλασσα έχει το δικό της χρώμα, τη δική της μυρωδιά, τη δική της ανάσα.  Και τίποτα δεν μπορεί να είναι ΣΑΝ θάλασσα παρά μόνο η θάλασσα.

Πως μου’ρθαν τώρα όλες αυτές οι σκέψεις, θ’αναρωτηθείς .  Είναι που πρόσφατα ανακάλυψα αυτόν τον συγγραφέα που έκανε ότι ήθελα να είχα κάνει, να μου είχε συμβεί ή όπως αλλιώς θες πες το.  Γιά τον Γιάννη Μακριδάκη σου μιλάω που ζει στη Χίο.

http://yiannismakridakis.gr

Πάνε λίγα χρόνια που άφησε τη ζωή του στην πόλη κι ας ηταν η πόλη της Χίου κι έγινε αγρότης.  Επιασε τα πράγματα απ’την σωστή αρχή και σειρά όπως έπρεπε.  Τώρα καλλιεργεί τη γή του, με τους δικούς του σπόρους (όχι εισαγώμενους, σπόρους απ’τους δικούς του καρπούς συνηθισμένους στις τοπικές κλιματικές συνθήκες ) και όποτε η έμπνευση του χτυπάει την πόρτα, στήνει το ερασιτεχνικό του τραπεζάκι δίπλα στο πηγάδι (γιά να μοιράζεται το ρεύμα της αντλίας) κάπου στο χωράφι του και κει πάνω μπαίνει ο λαπιτόπης γιά να γράψει για εαυτόν και γιά μας.

Ο Γιάννης είναι ένας σαραντάρης αγροτοσυγγραφέας.  Ή συγγραφέας που ξανάμαθε να ζει απ’τη γή, όπως οι προγονοί μας.  Που απαρνήθηκε τις συσκευασμένες τροφές των πολυεθνικών.  Κάτι που τον τελευταίο καιρό προσπαθώ με επιμέλεια να συνηθίσω κι εγώ.  Τελικά εχθρός μας αποδείχθηκε  αυτό που πρίν μερικές δεκαετίες έβαλε την ιδέα σε χιλιάδες (τότε) προγόνους μας, ν’απαρνηθούν τη γή τους και να κατακλύσουν την Αθήνα γιά περισσότερες ευκαιρίες και καλίτερη ζωή.

Τι δε θα’δινα να’χαν μείνει στον τόπο τους οι δικοί μου.  Οπου κι αν ήταν αυτός. Η Αθήνα δεν έγινε ποτέ δική μου πόλη.

Και γιά να μη χάσω πάλι τον ειρμό της σκέψης μου, να θυμηθώ να σου πω πως ο Γιάννης ο Μακριδάκης έχει εκδώσει ως τα τώρα οκτώ (νομίζω) βιβλία.  Ολα ένα κι ένα, κι όλα απ’τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.  Εχει κι άλλες ενασχολήσεις αλλά θα σε αφήσω να της ανακαλύψεις μοναχός σου.


ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ, 

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΣΤΑΝΤΙΑΣ, 

Η ΔΕΞΙΑ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥ ΡΑΣΟΥ

ΗΛΙΟΣ ΜΕ ΔΟΝΤΙΑ, 

ΛΑΓΟΥ ΜΑΛΛΙ, 

ΣΥΡΜΑΤΕΝΙΟΙ, ΞΕΣΥΡΜΑΤΕΝΙΟΙ, ΟΛΟΙ. ΧΙΩΤΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ 1941-1946, 

ΤΟ ΖΟΥΜΙ ΤΟΥ ΠΕΤΕΙΝΟΥ, 

Του Θεού το μάτι
ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟ ΜΑΤΙ

Μέχρι τώρα έχω διαβάσει αποσπάσματα μόνο απ’τη δουλειά του γιατί η ανακάλυψή μου και πρόσφατη είναι αλλά και μακρυά ζώ ώστε να προμηθευτώ μερικά απ’τά βιβλία του (αφού σε ηλεκτρονική μορφή δεν τα βρήκα να κυκλοφορούν).  Ομως έχω πεισθεί πως είναι ο επόμενος συγγραφέας που θέλω να εξερευνήσω κι αυτό θα γίνει μόλις κατέβω μέσα στο καλοκαίρι στην αγαπημένη μου Πατρίδα.

Μέχρι τότε εύχομαι να προλάβουν και να τον εξερευνήσουν οι φίλοι μου.

Κριτική από Τέσυ Μπάιλα στο culturenow.gr

Book Review: Ήλιος με δόντια – Γιάννης Μακριδάκης

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013 14:03
Book Review: Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης

Μια συγκροτημένη, συμπαγής αφήγηση, χωρίς καθόλου διαλογικά μέρη, χωρισμένη ωστόσο σε τρία μέρη, τόσα όσοι και οι αφηγητές, είναι η ιστορία του Κωνσταντή, ενός περιθωριοποιημένου μέλους της κλειστής κοινωνίας της Χίου των αρχών του αιώνα που γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης.

 

Από την Τέσυ Μπάιλα

 

Ο Κωνσταντής, ένας άνθρωπος με έντονη θηλυπρέπεια, που βρίσκει στοργή σε μια ξένη οικογένεια,  νιώθει την απόρριψη της μικρής κοινωνίας στην οποία ζει και βιώνει την αναπόδραστη μοναξιά της διαφορετικότητάς του.

Είναι φλεβάρης του 1944. Στο λιμάνι της Χίου έχει αγκυροβολήσει ένα σουηδικό πλοίο, το οποίο έχει φτάσει στη Χίο με σκοπό να φέρει τρόφιμα στο νησί. Οι Βρετανοί επιτίθενται και βομβαρδίζουν το πλοίο και δεκαέξι άνθρωποι σκοτώνονται ενώ πολλοί τραυματίζονται. Ανάμεσα στους σκοτωμένους είναι ο Αποστόλης, ο μοναδικός αγαπημένος και  υποστηρικτής του Κωνσταντή στο νησί. Ο Κωνσταντής μετά το χαμό του παραφρονεί .

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Παρακολουθούμε την προφορική εξιστόρηση από τον Κωνσταντή. Παρόλα αυτά ο Μακριδάκης  καταφέρνει μέσα από μια γλώσσα ρέουσα, με αρκετούς ιδιωματισμούς της χιώτικης διαλέκτου να αναπαραστήσει με έντονες περιγραφές την ιστορία του λιμανιού της Χίου, τη ζωή γύρω από αυτό, αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας της Χίου από την περίοδο του μεσοπολέμου έως το 1944 που σημειώνεται ο βομβαρδισμός.

Πέρα από την αφήγηση του Κωνσταντή όμως αφηγητής γίνεται και ο αδελφός του ο οποίος μας μεταφέρει όλα όσα ακούει να λέει ο Κωνσταντής μέσα στο παραλήρημά του και ο εγγονός του αδελφού του αργότερα. ΟΜακριδάκης  μέσα από αυτούς βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει ολόκληρη την ανθρωπογεωγραφία της εποχής εκείνης με αρτιότητα και  έμφαση στη πολιτισμική χαρτογράφησή της. Το κάστρο και τα γύρω του χαμόσπιτα, τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων, η ζωή των αριστοκρατών σε αντίθεση με τη ζωή του λιμανιού, οι γυναίκες της γειτονιάς, ο κάλφας, οι παστρικές, οι μεροκαματιάρηδες. Κι όλα αυτά ο Μακριδάκης τα παρουσιάζει με ιδιαίτερο σεβασμό και σε απόλυτη συσχέτιση με την ιστορική πραγματικότητα, αποτυπώνοντας τη φυσιογνωμία μιας ολόκληρης βιωμένης μνήμης. Από την καταστροφή της Σμύρνης και τη δικτατορία του μεταξά στην κατοχή, τη λαϊκή αντίσταση και τελικά τη σχέση των Άγγλων με τα αποτελέσματα που κινούν το μύθο και την πλοκή του βιβλίου. Και οι παράπλευρες απώλειες όλων αυτών. Όπως η ζωή του Κωνσταντή που ναυάγησε ως αποτέλεσμα αυτού του πολέμου. Ευρηματική η σύλληψη  της αλλαγής των αφηγητών που επιτρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια σημεία από την αφήγηση του Κωνσταντή, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα πιο συγκινητική. Ο Κωνσταντής δεν έχασε τη ζωή του αλλά το σοκ που υπέστη όταν είδε ανάμεσα στους νεκρούς τον πατέρα του και τον απόστολο ήταν πολύ μεγάλο. Και προσπαθεί να ανασυνθέσει τη μνήμη του μιλώντας ξανά και ξανά με ένα λόγο αστείρευτο στον εαυτό του στην προσπάθειά του να θυμηθεί τι ακριβώς συνέβη.

Ο συγγραφέας στήνει τους χαρακτήρες του με αληθοφάνεια και πρωτοτυπία μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που με μεγάλη ακρίβεια παρουσιάζει. Αυτό όμως που μοιάζει να τον ενδιαφέρει δεν είναι  μόνο  η ιστορία  και η καταγραφή ενός σχεδόν άγνωστου στους πολλούς πολεμικού συμβάντος στο λιμάνι της Χίου αλλά η παρουσίαση του παράδοξου ήρωα του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο να σκηνοθετήσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και της κοινωνίας και τη σχέση του ομοφυλόφιλου ήρωα μαζί τους που φτάνει τελικά να γίνει αποδεκτός τόσο από μια αντιστασιακή ομάδα όσο και από την ίδια την εκκλησία, γεγονός που από μόνο του προκαλεί με την αντίφασή του. Τι είναι τελικά ο Κωνσταντής; Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει από αποδιοπομπαίος τράγος  της μικρής κοινωνίας να γίνει ακόμη και ιερέας παρά τη γνωστή του ιδιαιτερότητα ή ένα πρόσωπο ψυχικά διαταραγμένο που βιώνει μια σκληρότητα από την κοινωνία γύρω του, έναν παρανοϊκό εγκλεισμό στους  ηθικούς κώδικες της εποχής του και στην προσωπική του διαταραχή;  Και το ίδιο το βιβλίο είναι τελικά η συνειρμική αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας που χάνεται στη δίνη της ιστορικής πραγματικότητας ή η καταγραφή των παράπλευρων απωλειών που οι κοινωνικοί κώδικες της ηθικής μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου έφεραν και πόσο διαχρονικές μπορεί να είναι αυτές;

Ο Μακριδάκης με ευρηματικό τρόπο, μέσα σε ένα μυθιστόρημα ποταμό, μας καλεί να προβληματιστούμε και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Απόμεινα τότε, θυμάμαι, εκεί, κάτω από τη μεγάλη γαλαρία, γερμένος για κάμποση ώρα πάνω στη βαριά σιδεριά της καστρόπορτας, να κλαίω με αναφιλητά, ώσπου μέσα στο βούρκο του μυαλού μου άστραψε η σκέψη πως από κείνη την ώρα ήμουνα πια εγώ η μοναδική, η πιο μεγάλη ντροπή του Φρουρίου. Σκέφτηκα τις μέγαιρες αφρισμένες να με διώχνουνε, να με κατασπαράζουνε και να με ματώνουνε με τα νύχια και με τα δόντια τους. Τότε ένα σαρδόνιο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα μου και μια δύναμη, που δεν ξέρω από πού ήρθε, έσφιξε τις γροθιές μου. Ένιωσα άτρωτος. Έκανα αμέσως μεταβολή και τράβηξα αποφασισμένος, με το κεφάλι ψηλά και με βήμα γοργό κατά το σπίτι μας. Στα παραθύρια πια δεν έστεκε καμιά. Δεν είδε καμιά τη δύναμη μου. Εκείνο το πρωί δεν πήγα στο μαγαζί. Αλλά ούτε θυμάμαι να ξανάνιωσα ποτέ τόσο άτρωτος όσο εκείνη τη μέρα.

 

Μια χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής.

Ένας άνθρωπος – παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ.

Μια άκρως προσωπική υπόθεση…

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας

Σαραντάκος για του Θεού το μάτι

Του Θεού το μάτι, του Γιάννη Μακριδάκη

b186870

Σήμερα είναι ιδιόμορφη μέρα, ολίγον αργία και ολίγον εργάσιμη, έψαχνα ένα θέμα που να μην είναι εντελώς καθημερινό αλλά να ξεφεύγει κι από την πασχαλινή θεματολογία που άλλωστε έκλεισε πια τον κύκλο της, οπότε σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο που διάβασα προχτές στο αεροπλάνο που ταξίδευα· το είχα αγοράσει εδώ και κάμποσο καιρό, αλλά το φύλαγα για την περίσταση, γιατί στο ταξίδι απολαμβάνω ό,τι διαβάζω και με τον Μακριδάκη η απόλαυση της ανάγνωσης είναι εγγυημένη. Ταιριάζει κιόλας, διότι το βιβλίο αναφέρεται σε πράγματα που συνέβαιναν πέρσι τέτοιες μέρες.

Μάλλον ο σημαντικότερος νέος Έλληνας πεζογράφος, ο Χιώτης Γιάννης Μακριδάκης παρουσιάζει εναλλάξ μυθιστορήματα και νουβέλες με ρυθμό περίπου ένα βιβλίο το χρόνο. (Ταυτόχρονα έχει και άλλη δράση, ακτιβιστική-οικολογική, αλλά αυτά τα λέει καλύτερα ο ίδιος στον ιστότοπό του).  Το καινούργιο του βιβλίο, που βγήκε γύρω στον Φλεβάρη, το έβδομο μυθοπλαστικό του, σπάει τη σειρά, αφού είναι νουβέλα και όχι μυθιστόρημα, αλλά, όπως και οι προηγούμενες νουβέλες (όλα τα βιβλία από την Εστία) έχει σαφείς αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της πρόσφατης πολιτικής επικαιρότητας· θυμίζω ότι η «Δεξιά τσέπη του ράσου» παρακολουθεί την αγωνία ενός καλόγερου, τις μέρες που χαροπαλεύει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, να σώσει το κουτάβι της αγαπημένης του (και νεκρής πια) σκύλας· το «Λαγού μαλλί» ξεκινάει με μια βάρκα που φαίνεται στο φόντο πίσω από τον Γιώργο Παπανδρέου που κάνει το ιστορικό του διάγγελμα από το Καστελλόριζο και κλείνει με τον απόηχο από τους νεκρούς της Μαρφίν· στο «Ζουμί του πετεινού», ο Παναγής, που ζει απομονωμένος με τη γυναίκα του στο μούρκι του, στο χτήμα του θα λέγαμε εμείς, πάει να πλαντάξει όταν ακούει να συζητάνε για τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας.

Στου «Θεού το μάτι» οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση είναι πολύ πιο έντονες, αφού ο αφηγητής, ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, που μοιάζει αρκετά με τον Παναγή του προηγούμενου βιβλίου, εξηγεί στον βουβό ακροατή του, τον Διομήδη, πώς παραλίγο να ξεχαστεί και να μην ψηφίσει στις κρίσιμες εκλογές του Μαΐου 2012: «Άμα δεν ήτανε ο Φραγκούλης, ούτε που θα πήγαινα να ψηφίσω. Είχ’ αποξεχαστεί ολωσδιόλου με τις δουλειές όλη μέρα. Κάτσαμε κιόλας το μεσημέρι εκεί στον μαγκανόγυρο, και δώσ’ του τα ρακιά και οι κουβέντες, τι εκλογές και ξεκλογές; Τίποτα δεν θυμήθηκα. Φύγανε απ’ το μυαλό μου εντελώς και παραλίγο να πάει ο ψήφος μου χαμένος».

Ο Διομήδης ακούει με υπομονή την αφήγηση χωρίς να λέει λέξη, επειδή είναι σκιάχτρο, που το φτιάχνει ο Πεπόνας για να τρομάζει τα πουλιά, αν και δεν τρέφει και μεγάλες ελπίδες για τις ικανότητές του: «Για μόστρα σ’ έχω πιο πολύ και για το έθιμο εσένα, όχι πως κάνεις και σπουδαία πράματα. Ούτε τους σπουργίτες δεν θα διώχνεις σε κάμποσες μέρες. Ξέρεις τι πονηροί και ακαμάτηδες είναι αυτοί; … Τέλος πάντων, ας μη σε απογοητεύω κιόλας, ακόμα δεν σ’ έστησα και νιώθεις πως σε κάμνω και με το ζόρι. Θα σε φτιάξω πολύ όμορφο και θα σε μπήξω εδώ, κι εσύ κάνε ό,τι μπορείς. Τουλάχιστο τώρα, στην αρχή, κάτι θα καταφέρεις. Διότι τώρα είναι όλη η υπόθεση. Που ’ναι ακόμα μωρά τα φυτά κι έχουνε ανάγκη».

Κι όση ώρα σκαρώνει μερακλήδικα ο Πεπόνας τον Διομήδη, του διηγείται τα καθέκαστα της μοιραίας εκείνης Κυριακής του Μάη (πέρσι τέτοιες μέρες) όταν, με το μούρκι γεμάτο μουσαφίρηδες που είχαν συρρεύσει για να προμηθευτούν τους σπόρους της χρονιάς, ξεχάστηκε και παραλίγο να μην προλάβει να ρίξει τον ψήφο του. Διότι ο Πεπόνας, ναυτικός στην αρχή και στη συνέχεια υπάλληλος, συνταξιούχος τώρα απροσδιόριστης δημόσιας υπηρεσίας, είναι παραδοσιακός μπαχτσεβάνης, βάζει μόνο δικούς του σπόρους για τα ζαρζαβατικά του, από πατροπαράδοτες ποικιλίες, κι έχει όνομα στην περιοχή και κάθε χρόνο έρχονται όλοι οι γειτόνοι να πάρουν τους δικούς του σπόρους και τα φιντάνια του, άσχετο αν δεν τα καταφέρνουν το ίδιο καλά -γιατί είναι αρμπάνηδες και δεν ξέρουν να φροντίσουν τα φυτά.

Γιατί ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, ο μερακλής και οικολόγος (αλλά χωρίς να το ξέρει) αγρότης, ήξερε τι θα ψηφίσει στις 6 Μαΐου πέρυσι. «Κι εγώ που δεν τ’ απαρνήθηκα το κόμμα μου ποτές, ούτε είχα σκοπό να το προδώσω τώρα που βουλιάζει και όλοι το βρίζουνε και φεύγουνε από κοντά του σαν τους ποντικούς, παραλίγο να μην προκάμω να πάω να του δώσω τον ψήφο μου. Ακούς τι πήγα να πάθω;» Η έμπνευση του συγγραφέα, να δώσει τέτοια σαφή πολιτική ταυτότητα στον κεντρικό του ήρωα, λειτουργεί εξαιρετικά. Σε πείσμα όλων των φίλων και γειτόνων που έχουν μεταστραφεί, ο Πεπόνας, που είναι χήρος και συζεί με μια χήρα, που κι αυτηνής της έχει πάρει τα μυαλά ο Κότσυφας, ένας «κουμουνιστής και αναρχικός» νεαρός με οικολογικές ιδέες, δικαιολογεί τα μέτρα των προηγούμενων κυβερνήσεων, από την ψήφιση του μνημονίου και την περικοπή των συντάξεων (μαζί και της δικής του) ως ακόμα και τη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών. Στην αφήγησή του Ο Πεπόνας ευγνωμονεί εκείνους που «δώσανε φαγάκι στον φτωχό να λιγδώσει τ’ αντεράκι του» και θυμάται ότι γράφτηκε στην τοπική οργάνωση και «με διορίσανε στο άψε σβήσε μέσα στην υπηρεσία. Στο ταμείο με βάλανε. Να κάθομαι και να μετρώ το χρήμα. Διότι είχα και το χέρι μου το ζαβό, που δεν μου επέτρεπε να κάνω βαριές εργασίες». Όμως φοβάται κιόλας: «Πόσες φορές δεν της είπα, ρε συ Διομήδη, πως θα απολύσουνε τον Τάσο μου από την υπηρεσία, που και τι δεν κάναμε για να τον διορίσουνε, να φύγει από το χωριό κι από το κεφάλι μας, και νάχει έναν μισθό κι αυτός, ας είναι και του πόνου. Μέχρι και υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές έβαλε μαζί τους πριν από τρία χρόνια, που δεν βρίσκανε άλλονε. Εκτέθηκε σ’ όλη την κοινωνία, εικοσπέντε χρονώ παλικάρι, για να βοηθήσει το κόμμα και να βρει μια δουλίτσα».

Όμως δεν μιλάει μόνο, ή κυρίως, για τα πολιτικά ο Πεπόνας· ταυτόχρονα περιγράφει και τη ζωή στο μούρκι, και εκθέτει τις ιδέες του υπέρ της παραδοσιακής, μη εμπορευματοποιημένης γεωργίας, χωρίς χημικά, χωρίς υβριδικές ποικιλίες, με οδηγό τις συμβουλές των παλιών. Μερικά αποσπάσματα της φιλοσοφίας του Πεπόνα βρίσκουμε ανθολογημένα σε κάποιο άλλο ιστολόγιο.

Όπως και στα άλλα έργα του Μακριδάκη, ξεχωριστή θέση έχει η γλώσσα, με έντονο το ιδιωματικό στοιχείο, αλλά με μαστόρικες διαφοροποιήσεις από το ένα έργο στο άλλο ανάλογα με τον εκάστοτε ομιλητή. Η απουσία πλοκής στις περισσότερες νουβέλες του Μακριδάκη είναι μία μόνο από τις ομοιότητες με τον Παπαδιαμάντη -και δεν νομίζω πως είναι άτοπη η σύγκριση. Επειδή όμως εδώ μπαίνουμε σε βαθιά νερά λογοτεχνικής κριτικής ενώ το ιστολόγιο ως γνωστόν έχει αποστολή να λεξιλογεί, θα κλείσω με μια σταχυολόγηση των σπάνιων λέξεων και εκφράσεων που βρήκα στου Θεού το μάτι. Και πάλι, σπάνιες θεωρώ τις λέξεις που δεν υπάρχουν στα δυο μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας, το κριτήριο δηλαδή που είχα χρησιμοποιήσει στις Λέξεις που χάνονται.

* χρουσαλοιφές (σ. 11) Έτσι χαρακτηρίζει ο αφηγητής τις δυο κόρες της συμβίας του, που είναι δασκάλες ή καθηγήτριες και μένουν στην Αθήνα, κι έρχονται τα καλοκαίρια. Η λ. υπάρχει στα λεξικά (με τον καλαμαρίστικο τύπο, χρυσαλοιφή) αλλά όχι με τη μεταφορική σημασία που έχει εδώ, που πρέπει να σημαίνει κάποιον που πάει να σε ρίξει με μαλαγανιές.

* πακιάρομαι (σ. 13): ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. Χιώτικη λέξη, αν μας βρείτε την ετυμολογία θα σας χρωστάω χάρη. Και πακιαρίζομαι αλλού.

* φιάκα (19) να του κάμουνε και φιάκα πως είναι καλοί κηπουροί. Φιάκα είναι θαρρώ η φιγούρα, εξού και ο Φιάκας της παλιάς κωμωδίας του Μισιτζή.

* ξεχαλικώ (20) νομίζουνε πως ξεχαλικώ. Πως είναι παλαβιάρης. Ρετάρω, χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται.

* φούσκωση (31) Η φάση που το φεγγάρι μεγαλώνει. Τη σημασία αυτή δεν την έχουν τα λεξικά. Και γέμωση (πιο κάτω)

* λίγωση (32) θα φυτεύανε με λίγωση τους μπαξέδες τους. Κι άντε πια να κάμεις μαξούλι υπό τέτοιες συνθήκες. Λίγωση είναι η χάση του φεγγαριού, όταν δηλ. πάρει να μικραίνει, οπότε, κατά την παράδοση, δεν πρέπει να φυτεύεις γιατί δεν θα πιάσουν.

* μαξούλι (32) Η (καλή) συγκομιδή, μια από τις 366 Λέξεις που χάνονται (τουρκικό δάνειο).

* μούρκι: το μούλκι στα χιώτικα (όπου το λάμδα σε ορισμένα συμφωνικά συμπλέγματα τρέπεται σε ρο, όπως γίνεται και στα κερκυραϊκά και σε άλλα ιδιώματα). Μούλκι είναι το χτήμα, μία από τις 366 Λέξεις που χάνονται.

* μέλερη: ένα ζωύφιο, που έχει την τιμή να απαθανατίζεται στα Άτακτα του Κοραή, αλλά δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι -αν κατάλαβα καλά, μήτε ο Κοραής ξέρει. Πάντως, φόβος και τρόμος στο μούρκι.

* σωτηρεύομαι (57): Ο χειμώνας μ’ αρέσει. Το κρύο σωτηρεύεται, τρέχεις, δουλεύεις, ζεσταίνεσαι. Αντιμετωπίζεται, παλεύεται.

* «του αξινογυριού οι μύτες στάζουνε νερό» (60), παροιμία γεωργική που δείχνει την αξία του σκαλίσματος, που είναι εξίσου αναγκαίο όσο και το πότισμα.

* του φόβου (60), έναν μπαχτσέ του φόβου που θα τον ζηλεύει ο πάσα ένας· ως επίθετο «φοβερό», και για καλά και για κακά.

* γέμωση (76), η γέμιση του φεγγαριού (που την έχουν έτσι τα λεξικά). Εξαιρετικά ποιητικό απόσπασμα: Για να βάλεις φρέζα μες στο χωράφι, θέλει το φεγγάρι να’ναι στη γέμωση. Ν’ αφρατεύει η γης, να κυματίζει σαν θάλασσα. Να τη βλέπεις να σπαρταρά και να σου’ρχεται να κυλιστείς μέσα της να τη φας.

* μπεγεντίζω (79) παινεύω (τουρκ. δάνειο)

* τσούκλι (87) το παρατσούκλι

* γεντί μπελάς (94) Είναι γεντί μπελάς ο άνθρωπος, ένα πράγμα προσπαθείς να ξεμπλέξεις μαζί του και μπερδεύεις άλλα εφτά. Στα τούρκικα γεντί σημαίνει εφτά (Γεντί κουλέ = Επταπύργιο). Άρα, εφτά φορές μπελάς, μεγάλος μπελάς (πρβλ. πεντακάθαρος, εφτασφράγιστο). Δεν ξέρω αν όντως το λένε αυτό στη Χιο ή αν είναι έμπνευση του συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι πως λέγεται. Γκουγκλίζοντας βλέπω ότι υπάρχει τέτοιο όνομα και σε ένα παραμύθι.

* η ελιά θέλει λωλό αφεντικό (99) Γεωργική παροιμία, επειδή πρέπει να την κλαδεύει κανείς βαθιά και άσπλαχνα.

* έκαμα τα κουφά αφτιά (103) Παλιά παροιμία, σήμερα λέμε πιο πολύ «έκανα τον κουφό».

* λούγαρο (108) Ωδικό πουλί, σαν την καρδερίνα, βλ. εδώ. Έτσι είναι και το παρατσούκλι ενός γείτονα στο βιβλίο.

* στράνιος (109): παράξενος πρέπει να σημαίνει, ιδιόρρυθμος, αν και σε διάφορα χιώτικα γλωσσάρια βρίσκω και άλλες σημασίες («αυτός που δεν συμβιβάζεται»). Την έχει κι ο Κοραής τη λέξη.

* σόικος (109): καθωσπρέπει, εντάξει. Ο αφηγητής λέει πως το Λούγαρο δουλεύει σε κάτι δουλειές που «δεν μου φαίνονται και σόικες». Η λέξη γνωστή, αλλά όχι στα λεξικά (μόνο το σοϊλήδικος υπάρχει)

* δεντροκούβακας (115) Δεντροβάτραχος. Ο Φραγκούλης, για τον οποίο συνεχώς λέει ο αφηγητής ότι εξαιτίας του θυμήθηκε να ψηφίσει, είναι, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, ένας δεντροβάτραχος, όχι άνθρωπος.

* σαν μύγδαλο σιδερίτικο (134) Υποθέτω σημαίνει σκληρός κι ανθεκτικός· την παρομοίωση τη χρησιμοποιεί ο αφηγητής για μια γειτόνισσα που δεν ενδίδει στην πολιορκία κάποιου.

* «τι μας νοιάζει εμάς αν του Παντελή τ’ αρνιά είναι δέκα γιά εννιά;» Παροιμία, μάλλον παροιμιόμυθος.

* πίκουπα (143) Μπρούμυτα. Τη λέξη τη χρησιμοποιεί για το μάτσο τα ψηφοδέλτια που του έδωσε η δικαστίνα: «Τα γύρισα ίσια, διότι ήτανε όλα πίκουπα, και έπιασα να μετροφυλλώ για να βρω το κόμμα μου».

Κλείνω με δυο τιτίζικες παρατηρήσεις. Πρώτον, το οπισθόφυλλο είναι παραπλανητικό στο σημείο που λέει ότι ο Ποπόνιας αφηγείται «την πολυκύμαντη ζωή του». Όχι, ελάχιστα μαθαίνουμε για την προηγούμενη ζωή του και καθόλου συνταρακτικά δεν είναι, ακόμα και το ναυτικό του ατύχημα που τον έριξε στη στεριά το περνάει ακροθιγώς και στο τέλος. Τη φιλοσοφία του μας εκθέτει ο άνθρωπος.

Και δεύτερο, και περίεργο, στη σελ. 142, εκεί που ο Φραγκούλης, ο δεντροκούβακας, έκρωξε λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες, ο αφηγητής διηγείται τη σκηνή ως εξής: «Διότι εκεί στις παρά τέταρτο, να ο Φραγκούλης κι έκρωξε. Βρε, καλώς μου το, είπα, κι αμέσως είδα το ρολόι για να τσεκάρω αν είναι στην ώρα του σαν κάθε απόγεμα. Και μόλις είδα το ρολόι, λες, ρε παιδί μου, και προσγειώθηκα ξαφνικά στη γη. Μου ’ρθανε η μια σκέψη μετά την άλλη, αράδα. Εφτά παρά τέταρτο, Κυριακή πέντε του Μάη, της Αγιάς Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, πού να τα βρεις τώρα τα χρυσά βαλάντια έτσι που μας καταντήσανε, σε λίγο ούτε σύνταξη δεν θα μας δίνουνε, αμάν, εκλογές, το κόμμα, ο ψήφος. Και πετάχτηκα πάνω. Ρε, πανάθεμά σε, Πεπόνα, εσύ δεν θα πας να ψηφίσεις, είπα φωναχτά στον εαυτό μου…»

Πέρα από τη μαστοριά της γραφής, προσέξατε κάτι παράξενο σ’ αυτό το απόσπασμα;

Να το πάρει το ποτάμι. Πέντε του Μάη Κυριακή είναι φέτος, το 2013. Πέρσι, το 2012, η Κυριακή των εκλογών έπεφτε 6 του Μάη. Ασφαλώς όχι αμέλεια του συγγραφέα, αλλά ποιητική άδεια για να ταιριάξει τον συνειρμό με την Ειρήνη. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε ότι ο Πεπόνας λάθεψε και στην ημερομηνία, κι έτσι σωτηρεύεται και η μικρή ημερολογιακή ανακρίβεια.

http://sarantakos.wordpress.com/2013/05/07/theoutomati/

Πλημμύρα στο Blue Bell

Φωτογραφίες από την εκδήλωση εδώ

Πλημμύρισε το Blue Bell στο Π.Ψυχικό από τον κόσμο και τον βιωματικό λόγο του συγγραφέα και ακτιβιστή Γιάννη Μακριδάκη και οι καρέκλες αποδείχτηκαν τελικά λίγες, για να χωρέσουν τις φίλες και τους φίλους των «ΟΜΠΡΕΛΩΝ» που παρακολούθησαν την εκδήλωση ακόμα και όρθιοι ,για δύο συνολικά ώρες. Από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εκδήλωσης ήταν η έναρξη και η ολοκλήρωσή της μέσα στον προγραμματισμένο χρόνο και η σχεδόν ευλαβική παρακολούθηση του κοινού που άκουσε το συγγραφέα να αναπτύσσει με γλαφυρό τρόπο τις απόψεις του για τη   ζωή που ζούμε ,την κρίση του καταναλωτικού μοντέλου ανάπτυξης,τους ήρωες των βιβλίων του και τις προσωπικές ιστορίες που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την συγγραφή των βιβλίων του.Είναι ενδεικτικά τα λόγια μιας φίλης  που παραβρέθηκε στην εκδήλωση , «η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ζεστή και αναδύονταν συναισθήματα». Η εκδήλωση μεταδόθηκε ζωντανά – live streaming- μέσω του tvxs αλλά και του facebook    των ΟΜΠΡΕΛΩΝ και παρακολουθήθηκε από εκατοντάδες ανθρώπους. Μετά τη λήξη της ομιλίας του συγγραφέα ακολούθησε ολιγόλεπτη συζήτηση με το κοινό . Ένας σημαντικός αριθμός βιβλίων του Γ.Μακριδάκη πωλήθηκε στη διάρκεια της εκδήλωσης  από τοπικό βιβλιοπωλείο του Δήμου μας. Ακολούθησε οινοποσία με συνοδεία σνανκς και ζωηρή συζήτηση σε αυτοσχέδια «πηγαδάκια» μεταξύ των παρισταμένων και του συγγραφέα. Σύντομα θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα μας ,ολόκληρο το βίντεο της εκδήλωσης.

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΧΙΟΝΗ…

 

Αυτό το Σάββατο 20 Απριλίου στις 8μμ στο θέατρο “Άγγελος Σικελιανός” στο Ξυλόκαστρο, θα γίνει η εκδήλωση μνήμης για τον Αργύρη Χιόνη.

Θα έρθουν φίλοι του απ’ όλη την Ελλάδα. Θα έρθει και ο Γιάννης Μακριδάκης από τη Χίο. Αυτό το “παλικάρι” που μας έλεγε ο Αργύρης ότι “και γράφει καλά και είναι και καλό παιδί”. Θα παρουσιάσουμε το καινούριο βιβλίο του με τίτλο “Του Θεού το μάτι. Θα μιλήσουν γι’ αυτό ο Χριστόφορος Κάσδαγλης και ο συγγραφέας.
Θα έρθουν κι άλλοι πολλοί. Θα αφηγηθούμε ιστορίες και ποιήματά του, θα δούμε βίντεο, θα συζητήσουμε και στο τέλος θα πιούμε και μερικά ποτήρια στη μνήμη του Αργύρη. Μετά την εκδήλωση θα γίνει τσιμπούσι στο φουαγιέ του θεάτρου με μεζέδες και πιοτά που θα φτιάξουμε και θα φέρουμε όλοι μας. Κάντε τα κουμάντα σας κι ελάτε.
Ο Αργύρης έλεγε: “Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων. Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη. Χάριν συμμετρίας”. Το Σάββατο θα κάνουμε μια γιορτή ασύμμετρη. Για τον Αργύρη…

 

http://armoniki.blogspot.gr/2013/04/blog-post_16.html

Τα μπερεκέτια ήρθανε!

Φτάσανε σήμερα στη Βολισσό τα δώρα του Μιχαήλου.

Του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη από το Ναύπλιο, που έβγαλε κρασί και λάδι με ετικέτες τους τίτλους των βιβλίων μου

Λάδι “Ανάμισης Ντενεκές” και κρασί “Το ζουμί του πετεινού”

Μέσα σε μοσχομυριστά ξύλινα κιβώτια, το πιο ακριβό και γευστικό δώρο που έχω λάβει

Δοκίμασα ήδη οίνο ερυθρό ξηρό και αγαλλίασε ο ουρανίσκος μου

Καλά να σαι φίλε Μιχάλη και καλή αντάμωση στο Ναύπλιο σε λίγες μέρες

Μιλώντας με ένα σκιάχτρο

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes–politismos&id=357498

 

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Μια χώρα χαμογελαστών δούλων. Μια χώρα εξαρτημένων επιχειρηματιών και κοστουμαρισμένων στελεχών, μια χώρα εργατών με στολές, με κράνη, με γιλέκα, μια χώρα που ξεπουλά τη γη και τους φυσικούς πόρους της, ώστε να μη σηκώσουμε κεφάλι ποτέ.

Αυτή είναι η εικόνα της σημερινής Ελλάδας για τον Γιάννη Μακριδάκη, κάπως έτσι την περιγράφει στη δημοφιλή ιστοσελίδα του (www.yiannismakridakis.gr) και μέσα απ’ αυτήν την Ελλάδα ξεχώρισε τα τελευταία χρόνια ο ίδιος, μ’ όλες του τις ιδιότητες: ως ζωντανή μνήμη του νησιού του, της Χίου, ως οικολόγος-ακτιβιστής και, πάνω απ’ όλα, ως συγγραφέας που προτείνει κι ενσαρκώνει ένα εναλλακτικό μοντέλο ζωής, μέσα στη φύση, ριζωμένο στην παράδοσή μας.

Το καινούργιο βιβλίο του Μακριδάκη, «Του Θεού το μάτι» (εκδ. Εστία), το έβδομο από το 2008, είναι μια νουβέλα-σχόλιο για την Ελλάδα της κρίσης, με κεντρικό ήρωα ένα γέροντα Χιώτη, σε κουβέντα με το σκιάχτρο που φτιάχνει για το χωράφι του. «Παραδοσιακός σε όλα του», ο Θόδωρος Πεπόνας φυτεύει σπόρους από καλή γενιά που δεν θέλει να χαθεί, απεχθάνεται τα μεταλλαγμένα όπως ο διάολος το λιβάνι και η παραγωγή του είναι ελάχιστη – ούτε εμπόριο κάνει ούτε φιλοδοξεί να ταΐσει τον κόσμο ολόκληρο.

Ο Πεπόνας δεν ήταν ανέκαθεν αφοσιωμένος στη γη. Για ένα μικρό φεγγάρι υπήρξε ναυτικός και επί δεκαετίες ήταν ένας βολεμένος, όσο και ολιγαρκής, δημόσιος υπάλληλος. Τώρα όμως είναι συνταξιούχος κι απολαμβάνει ψυχή τε και σώματι την καθημερινότητά του, συντροφιά με τον Διομήδη, όπως έχει βαφτίσει το σκιάχτρο του, με τον μπαξέ, τα φιντάνια και τα πουλιά τριγύρω, που όλα τα ξέρουν και όλα τα ακούν. «Τα πουλιά είναι του Θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά»…

Οσα διαβάζουμε στη νουβέλα δεν είναι παρά ένας χειμαρρώδης εσωτερικός μονόλογος του γέροντα αγρότη, πυροδοτημένος από τις «πιο κρίσιμες» εκλογικές αναμετρήσεις από την εποχή της Μεταπολίτευσης. Γι’ άλλη μια φορά, ο Μακριδάκης επιστρατεύει ένα γεγονός του δημόσιου βίου για να το παντρέψει με μυθοπλαστικά στοιχεία, χωρίς ο ίδιος ν’ απομακρύνεται από το μικρόκοσμο του γενέθλιου τόπου του. Στο πιο επιτυχημένο πεζό του, τη «Δεξιά τσέπη του ράσου», η ιστορία του μοναχού ήρωά του διαδραματίζεται παράλληλα με την κηδεία του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, ενώ στο «Λαγού μαλλί», που ακολούθησε, όλα συμβαίνουν καθώς ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοινώνει την ένταξή μας στο ΔΝΤ από το Καστελόριζο. Τώρα, σειρά παίρνουν οι διπλές εκλογές του περασμένου καλοκαιριού.

Το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας κρέμεται από μια κλωστή, ο Πεπόνας έχει βαρεθεί να τ’ ακούει από τα κανάλια νυχθημερόν. Κι ενώ ο ίδιος δεν θέλει να προδώσει την παράταξη που τον τάιζε τόσα χρόνια, φίλοι και συγγενείς τον πιέζουν να σηκώσει ανάστημα. Επειδή μάλιστα δεν είναι σίγουροι για το τι θα ψηφίσει, απειλούν ότι θα τον κλειδώσουν σπίτι την ημέρα των εκλογών!

Να τος, λοιπόν, απαυδισμένος, να μουρμουράει: «Ακυβέρνητη πολιτεία έχουμε καταντήσει, Διομήδη. Για βάλε με το νου σου να μείνει ακυβέρνητος ο μπαξές. Σε μια βδομάδα θα ‘χει γίνει να σιχαίνεσαι να τον βλέπεις… Ετσι θα την καταντήσουν και την καψερή την Ελλάδα μας… Κι ας αγωνίζεται ο πρόεδρός μας να τους συμμορφώσει, διότι αλλιώς θα μας πετάξουν οι εταίροι απ’ όξω κι όλες μας οι θυσίες θα πάνε χαμένες. Τίποτε αυτοί. Μόνο κούφια λόγια κι επανάσταση».

Εκείνον που έχει άχτι πάνω απ’ όλους ο γέροντας είναι τον «αναρχικό» που τριγυρνάει τελευταία στο νησί και ξεσηκώνει τον κόσμο με τις ιδέες του. Κάποιον που εγκατέλειψε την πόλη για να δοκιμάσει να ζήσει εκτός συστήματος, και ο οποίος λίγο έλειψε να σαγηνεύσει ακόμα κι αυτόν: «Μου ‘λεγε πως ήθελε να παράγει το φαΐ του και να μην πληρώνει για να το βρίσκει, τέτοια μου ‘λεγε.

»Και πως αυτό που είχε καταλάβει, λέει, ήτανε πως δεν συμφέρει να δουλεύεις, όσο μεγάλο μισθό κι αν έχεις, διότι το χρήμα που σου δίνουνε σ’ το παίρνουν πάλι πίσω, ένα γρανάζι στις μηχανές τους είσαι και στο τέλος ούτε σου απομένει τίποτε και σου ‘χουνε ρουφήξει τα πιο καλά σου χρόνια».

Ο Πεπόνας κατά βάθος συμφωνεί και προσυπογράφει. Πώς όμως να φανεί αχάριστος στη βουλευτίνα, που ώς και το γιο του βόλεψε στο Δημόσιο; Η συνείδησή του δεν το αντέχει.

Αυτό το μπέρδεμα αφηγείται ο Μακριδάκης στη νουβέλα του, βάζοντας τον ήρωά του στη μέγκενη ενός διλήμματος που ταλάνισε πρόσφατα πολλούς. Οσο κι αν ο γέροντας εθελοτυφλεί, όσο κι αν αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τι κόστος έχουν οι κομματικές δουλείες που σέρνει πίσω του, έτσι όπως εμφανίζεται ταγμένος στη γη και στο δικό του κώδικα αξιών, παραμένει συμπαθής, κι ας μην προβαίνει σε κανένα «επαναστατικό» άλμα. Ο ίδιος ο Μακριδάκης, πάντως, όπως και ο «αναρχικός», το μυθιστορηματικό alter ego του, έχει ξεσηκωθεί για τα καλά.

Απευθυνόμενος σε «πρώην συναγωνιστές», μέσα από την ιστοσελίδα του πάντα, έγραφε τις προάλλες πως ο ΣΥΡΙΖΑ «έχει εκφυλιστεί, έχει χάσει τον όποιο ριζοσπαστισμό του». Το ζητούμενο για τον Χιώτη ακτιβιστή είναι ένα κίνημα ανατροπής, τοοποίο θα εμπνεύσει και θα βοηθήσει πολιτικά την Ελλάδα που σήμερα «βράζει από συλλογικότητες». Ενα κίνημα που ενδεχομένως θα έπειθε και τον μπαρμπα-Πεπόνα να κάνει επιτέλους την υπέρβασή του…