Λαγού μαλλί και ένα διήγημα…

παπανδρεου, καστελοριζο

Σαν σήμερα πριν από 4 χρόνια.

Είχαμε πλήρη άγνοια για το τι θα ακολουθήσει

Αυτή η εικόνα μού ενέπνευσε το κορυφαίο των έργων μου. Των λογοτεχνικών (διότι το κορυφαίο όλων είναι σε εξέλιξη και δεν είναι λογοτεχνικό αλλά το κτήμα της φυσικής καλλιέργειας)

Λαγού μαλλί.

Τώρα που μάθαμε, που καταλάβαμε και που κυρίως νιώσαμε, τώρα που τελείωσε το μεγάλο πλιάτσικο και ξεπουλήθηκε πλέον η χώρα, τώρα που οι αναξιοπρεπείς πατριδοκάπηλοι εντός και εκτός βουλής έκλεισαν αισίως, για λόγου τους, τον κύκλο τού “ναι σε όλα”, εκποιώντας και εκπορνεύοντας την Ελλάδα και τη ζωή μας, τώρα πλέον φαντάζουν ως μνημόσυνο του πάλαι ποτέ τσαγανού και της λεβεντιάς μας τα λόγια του καπτα Σίμου του Σφαντού, τα γραμμένα τον Μάη του 2010 σαν έμπαινε το σκαρί της Ελλάδας στη μεγάλη φουρτούνα.

“… τα λόγια τως και των γαδάρων οι κλανιές είναι το ίδιο πράμα, Νικολή, ίντα θα γίνομε, φιρί φιρί το πάνε να μας ξεκάτσουνε από το γιαλό, μα δε θα τως κάμω το χατίρι, θα το κάψω στα τελευταία, δε θα μου δώκουνε δεκάρα μα θα το βγάλω εκειδά, να του βάλω φωτιά να το κάψω. Δε θέλω τίποτι, ούτε μου δώκατε σ’ όλη μου τη ζωή που είμαι ψαράς, πούστηδοι, ούτε θα μου δώκετε, άμα τελειώσω την αποστολή μου θα του βάλω πυρκαγιά εκεινά να το κάψω”

Αξιοπρέπεια.

Ο καπτα Σίμος μιλάει για κάτι τελείως άγνωστο πια. Για την Αξιοπρέπεια που την τσάκισε σαν σήμερα πριν από 4 χρόνια ο Γ. Παπανδρέου στο Καστελόριζο και την αποτελείωσαν κατόπιν οι αιρετοί εκπρόσωποι των αναξιοπρεπών προσκυνημένων ελλήνων καταναλωτών της χώρας τους.

Τόση παρακμή, τέτοια κατάντια, ούτε πυρκαγιά δεν απολυμαίνει, ούτε πλημμύρα δεν ξεπλένει τις καταναλωτικές συνειδήσεις που φτάσανε μέσα σε δυο δεκαετίες και τρία μνημόνια στον πάτο τον κόσμο μας

Πριν καταλάβουμε και τι ρόλο έπαιζαν τα καθεστωτικά ΜΜΕ και κυρίως οι εφημερίδες του ΔΟΛ στην υπόθεση, τότε που ακόμα εργαζόταν στα Νέα η Μικέλα Χαρτουλάρη, μου είχε προτείνει να γράψω ένα διήγημα επί του γενικού θέματος “Ήμουν κι εγώ εκεί” και να διαλέξω ένα ιστορικό γεγονός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το οποίο να περιγράψω σαν αυτόπτης μάρτυρας. Είχα ήδη γράψει το Λαγού Μαλλί και ήμουν μέσα στην υπόθεση του ψαρά που περνούσε με το καϊκι του το πράσινο πίσω από τον ΓΑΠ εκεί στο Καστελόριζο την αποφράδα εκείνη μέρα. Οπότε έγραψα το παρακάτω διήγημα το οποίο δημοσιεύθηκε δυστυχώς στα Νέα εκείνον τον Αύγουστο του 2010. Διαβάστε το:


Εκεί ήµουνα, που να µην έσωνα, µα δεν επήρα χαµπάρι τίποτα, είχα από το πρωί µεγάλη σκοτούρα. Τους είδα βέβαια κουστουµαρισµένους να βολοδέρνουνε απάνω στο ντόκο, είδα και τους άλλους, µε τις µηχανές στα χέρια, να τρέχουνε από δω κι από κει µες στον ήλιο αλλά δεν έδωσα σηµασία. Είχα βούρλο στον κώλο, καταλαβαίνεις, καιγόµουνα.

Διότι είχα αφηµένο το παραγάδι κάτω από τις πέντε το πρωί κι η ώρα κόντευε έντεκα, ντάλα ο ήλιος, µια ζέστη να λιγοθυµάς, κι αυτοί να τριγυρίζουνε απάνω στο µόλο και να παίρνουνε πόζες, µα είχα εγώ καιρό για να κάθοµαι να τους βλέπω; Αποσπερίς βέβαια είχε κυκλοφορήσει µια φήµη πως θα ‘ρθει ο Πρωθυπουργός στο νησί µα δεν έδωσα βάση, µου το ‘πε κι ο Μήτσος εκείνο το πρωί σαν πήγα στο µαγαζί του, πως θα ‘χοµε επίσηµες επισκέψεις και πως κάτι περιµένουνε να γίνει αλλά ούτε που κατάλαβα να σου πω την αλήθεια, δεν έκατσα να τ’ ακούσω προσεχτικά διότι βιαζόµουνα. Εχανε το σωληνάκι, τόση δα µια τρύπα είχε κάνει κι έσταζε το πετρέλαιο σταγόνα σταγόνα µες στο καΐκι, καλά που το πήρα χαµπάρι και πρόκαµα να βγω όξω, µεσοπέλαγα ήµουνα, µόλις το ‘χα καλάρει το παραγάδι κι ετοιµαζόµουνα να ‘ρτω γιαλό, να χταποδέψω κάνα δίωρο και να πά’ να το σηκώσω ύστερα, ό,τι που είχε αρχίσει να ροδίζει η αυγή ήτανε, αλλά σαν έσβησα τη µηχανή κι έριξα τη σαλαγκιά στη θάλασσα, µε πήρε η βρώµα του πετρέλαιου, ανοίγω και τι να δω, πληµµυρισµένο το καΐκι. Βρε από πού χάνει, βρε από δω, βρε από κει, είδα κι έπαθα αλλά το βρήκα. Ενα τόσο δα τρυπαλάκι ήτανε, το κέρατό του και κόντεψε να µου αδειάσει το τάγκι. Τι να κάµω, πήρα απάνω τη σαλαγκιά, έβαλα µπρος και ήρτα στο λιµάνι βλαστηµώντας.

Εκανε µπουνάτσες καλές εκείνες τις µέρες και δεν είχα καθισιό, δόλωνα, καλάριζα, λεβάριζα, ξεψάριζα, νετάριζα, ξαναδόλωνα και πάλι τα ίδια, φούριες µεγάλες, κάθε µέρα ώρα πέντε το πρωί ήµουνα έτοιµος για µόλα, µα άξιζε τον κόπο διότι είχα βρει καλή γαρίδα, ζωντανή από την ανεµότρατα και χτυπούσανε σα διαολεµένα τα λιθρίνια κι οι σαργοί, και κάτι µουρµούρια του κιλού, θερία, καλά µεροκάµατα είχε κείνες τις µέρες κι είπα να µην κάµω καθόλου κράτει, µπας και βγάλω τα σπασµένα του χειµώνα αλλά έπαθα τη ζηµιά και µου κόπηκε η ρέντα.

Μάτι ήτανε, είµαι σίγουρος. Και ξέρω και ποιος πούστης µ’ έφαγε. Ο Φραγκούλης ο Σκορπιός. Είµαι σίγουρος.

Δεν υπάρχει καµιά περίπτωση να ήτανε άλλος διότι αυτός είχε πάθει το ατύχηµα εκείνες τις µέρες και δε µπορούσε να πάει στη δουλειά, µε τα δεκανίκια περπατούσε και βλαστηµούσε όλη µέρα κι όλη νύχτα που χάνει τις καλές µπουνάτσες, ποιος σου ‘πε, ρε κερατά, να καβαλάς µηχανάκι στην ηλικία σου, λες και είναι πια η µεγάλη απόσταση για να πας από το σπίτι ίσαµε το καΐκι, αλλά όχι, εκείνος πήρε µηχανάκι, κοπάνησε λοιπόν κάτω και χάλασε τον αστράγαλό του, ξάπλα του ‘πε ο αγροτικός να κάτσει αλλά πού αυτός, ο κώλος του είχε καρφιά, έβλεπε τη θάλασσα κάλµα και σιχτίριζε. Και να σου τον κάθε πρωί να κατεβαίνει κούτσα κούτσα στο λιµάνι και να µετρά πόσα καΐκια λείπουνε, πόσοι επήγαµε στη δουλειά. Δεν έφευγε αν δεν εγυρίζαµ’ όλοι. Τον διάβολό µας είχαµε έβρει εκείνες τις µέρες που ήτανε ανάπηρος. Δεν επρολάβαινες να δέσεις και τσούκου τσούκου µε τα µπαστούνια ερκούντανε από πάνω σου ο κερατάς, κι όλο µες το µπουγέλο ήβλεπε, να δει την ψαριά, να τήνε φάει µε το µάτι του ο γρουσούζης. Μια δυο τρεις µου το ‘καµε και µετά πήρα µια µαξιλαροθήκη από τη γυναίκα κι ένα βρακολάστιχο παλιό και σκέπαζα το µπουγέλο σαν έµπαινα µέσα απ’ την µπούκα, τίποτα δεν είχε σήµερα, του ‘λεγα µόλις τον έβλεπα να περιµένει σαν τον γλάρο από πάνω µου, τσάµπα τα πετρέλαια τσάµπα και τα δολώµατα, µα δεν το ‘χαφτε ο διάολος, διότι ύστερα µ’ έβλεπε που σήκωνα το µπουγέλο για να το βγάλω όξω κι από τη δύναµη που έβαζα καταλάβαινε πόσα έχει µέσα, τον έβλεπα που ζύγιαζε µε το µάτι και κουνούσε την κεφαλή του µε ζήλεια, λες και του πήρα τα δικά του ψάρια, ναι, που να του βγει το µάτι, Θε µου, σχώρα µε. Εκείνη τη µέρα λοιπόν που ήµουνα µες στα νεύρα πρώτον µε τη ζηµιά και δεύτερον που θα µου τρώγανε οι σκουλόπετρες τα λιθρίνια, εκείνη τη µέρα λοιπόν που γύριζα άδειος, δεν ήτανε στο µόλο να περιµένει ο Σκορπιός. Μια µέρα, βρε κερατά, δε µε νοιάζει που θα µε δεις και µόνο σήµερα δεν είσαι απίκο, τόνε βλαστήµησα, έδεσα γρήγορα γρήγορα και πήδηξα όξω να πάω στου Μήτσου για το σωληνάκι. Μα ήτανε ακόµα κλειστός. Ηπια έναν καφέ και καθόµουνα στα καρφιά, έλεγα να πάω να το πάρω απάνω το παραγάδι και να ξανάρτω, να τη φτιάξω τη ζηµιά ύστερα, µα υπολόγιζα πως µε το ρυθµό που έσταζε το γαµηµένο, προλάβαινα δεν προλάβαινα να κάµω τη δουλειά. Κι άµα µ’ άφηνε από πετρέλαιο µες στο πέλαγος, άντε ύστερα να ‘ρτω πίσω µε τα κουπιά, δεν είµαι πια και είκοσι χρονώ, θα ξεκάµω µες στο λιοπύρι. Διότι δεν ξέρεις τι µπορεί να σου τύχει άµα φέρνεις απάνω το παραγάδι. Τρακόσα αγκίστρια ήτανε, µεγάλο, κοντά χίλιες οργιές, είχα και τέσσερα κολοκύθια βαλµένα απάνω, ένα κάθε εκατό αγκίστρια, για να λιγοστεύω τη φύρα, γιατί έχει µπλεξίµατα εκεί ο βυθός και µπορεί να σου κοπεί και να χάσεις το µισό, µεγάλη ζηµιά µπορείς να πάθεις, υπολόγιζα λοιπόν πόση ώρα χρειάζοµαι για να το φέρω όλο απάνω κι έλεγα να το ρισκάρω µα τελικά αποφάσισα να περιµένω πότε θ’ ανοίξει ο Μήτσος, να πάρω το σωληνάκι, να το αντικαταστήσω, να πάρω και ένα µπετονάκι πετρέλαιο για συµπλήρωµα και ύστερα να πάω.

Εκατσα λοιπόν στο καφενείο και τους άκουα που λέανε για την επίσκεψη, κατήβηκε και ο Δήµαρχος από νωρίς, σκουπίζανε την προκυµαία οι υπάλληλοι, λαµπίκο την κάµανε, κάτσανε ύστερα όλοι και περιµένανε, λέανε πως µάλλον θα κάµει και µια ανακοίνωση ο Πρωθυπουργός σήµερα και πως είναι πολύ µεγάλη διαφήµιση για το νησί που µας διάλεξε για να ‘ρθει εδώ να πει όσα έχει να πει, τέτοια λέανε αλλά δεν έδινα σηµασία διότι είχα αλλού το νου µου.

Να µη στα πολυλογώ, σαν άνοιξε ο Μήτσος το µαγαζί, πήα και πήρα το σωληνάκι, µου ‘πε κι εκείνος µια από τα ίδια, άσε µε, του λέω, να πάω να σιάξω τη ζηµιά και να φύγω, έχω να πάρω το παραγάδι απάνω, βιάζοµαι, µε τους πρωθυπουργούς θ’ ασχολούµαι, σάµπως εκείνοι ασχολούνται µαζί µου, εσύ, του λέω, που είσαι αργόσχολος, να κλείσεις το µαγαζί και να πας να τους προϋπαντήσεις, µη χάσεις. Κι έφυγα στα γρήγορα. Πήρα και από το Στεφανή ένα µπετονάκι πετρέλαιο και πήγα στο καΐκι.

Είδα κι έπαθα να το σιάξω. Ο ήλιος είχε ανέβει µισοούρανα, πάει η ψαριά, όλα θα τα ‘χανε φαγωµένα οι σκουλόπετρες. Στο µόλο η κίνηση είχε αρχίσει να πολλαίνει, άκουα και κάτι ελικόπτερα που πετούσανε πού και πού από πάνω, σήκωνα το κεφάλι µου και τα ‘βλεπα που κάνανε κύκλους, δε µας χέζετε κι εσείς µε τη φασαρία σας, είχα γίνει µούσκεµα στον ιδρώτα, τελικά το ‘σιαξα, σηκώθηκα και είδα πιο πέρα την Καταδίωξη µε τις ελληνικές σηµαίες, όλο το χωριό µαζεµένο στον µόλο και οι κουστουµαρισµένοι να βγαίνουνε από ’να καΐκι, χειραψίες, φιλιά, λουλούδια, ιστορίες, έβαλα µπρος τη µηχανή να τη δοκιµάσω κι έφυγα αµέσως να πάω να λεβάρω.

Καλά που δεν είχα πάει προτού το σιάξω γιατί θα ‘χα µείνει µες στο πέλαγος. Τρία µπλεξίµατα είχα εκείνη τη µέρα, το µισό παραγάδι κάτω µου ‘µεινε, αυτός ο γρουσούζης ο Σκορπιός, τέλος πάντων, ας µην κολάζοµαι, µπορεί και ο Πρωθυπουργός να ’τανε ο υπαίτιος κείνη τη µέρα, πιο γρουσούζης αυτός, χέσ’ τα. Ούτε τρία κιλά ψάρι δεν επήρα, δυο τρία λιθρινάκια γερά, άλλα τόσα µισοφαγωµένα από τα µαµούνια, δυο σαργουδάκια µωρά κι ένα φαγκρόπουλο της λύπησης.

Γρουσούζικια µέρα, σου λέω. Να πάει και να µην ξανάρτει.

Αλλά δε µε φτάνανε όλα αυτά, είχα ύστερα και την τηλεόραση. Μπαίνω στο λιµάνι και βλέπω όλους τους επίσηµους στηµένους στο µόλο, δε µας έφτανε ο Σκορπιός που έκανε κάθε πρωί τον κατάσκοπο, τώρα είχαµε και την κρατική ηγεσία να µας ελέγχει. Σκέπασα το µπουγέλο µε τη µαξιλαροθήκη, έζωσα σφιχτά το βρακολάστιχο κι έπιασα τα παλαµάρια να πά’ να δέσω στη θέση µου. Ευτυχώς αυτοί στεκόντανε αλάργα. Μονάχα που έπρεπε να περάσω από πίσω τους. Εκανα πως ξεµπλέκω τα σκοινιά, πως ισιώνω το διάκι µη µε ρίξει απάνω στο µόλο, διάφορα τέτοια έκανα και πέρασα δίχως να τους βλεφαριάσω καθόλου. Σαν έδεσα, τα µάζεψα σβέλτα, ψάρια και εργαλεία και πήγα αµέσως στο σπίτι, φτου, σκόρδα στα µάτια σας, κερατάδες, µουρµούριζα σ’ όλο τον δρόµο. Μονάχα σαν µπήκα στον αυλόγυρο κι έκλεισα και την ξώπορτα, µονάχα τότε χαλάρωσα. Η Βιβή βέβαια έλειπε. Στην προκυµαία ήτανε µαζί µε τις φιλενάδες της. Οχι θα ‘χανε τέτοιο πανηγύρι. Της πέταξα τα ψάρια στο νεροχύτη να τα καθαρίσει κι έκατσα αµέσως να νετάρω το παραγάδι. Πάνω από εκατό αγκίστρια είχα χαµένα κι έπρεπε να τα ξαναφτιάξω, µονάχα για φαΐ σηκώθηκα, το µεσηµέρι, σαν γύρισε η χάρη της κι έπιασε να µου δώκει ρεπόρτο, κάτι για µια σηµαντική εξαγγελία πως έκανε ο Πρωθυπουργός, πως µας έβαλε σ’ ένα διεθνές ταµείο και πως θα φτωχύνουµε όλοι από δω και µπρος µου ‘λεγε, σηµασία δεν της έδινα, λες και ήµασταν πλούσιοι ώς τα τώρα, µα εκεί που έτρωγα, τσουπ, µου ‘βαλε και την τηλεόραση, να δούµε λέει στα νέα το νησί που έχει την τιµητική του. Και τότε κατάπεσα τελείως. Γιατί δείξανε κι εµένα οι ρουφιάνοι. Ναι. Σε µια στιγµή µε δείξανε σαν περνούσα µε το καΐκι από πίσω από τον Πρωθυπουργό την ώρα που ‘κανε κείνες τις καταραµένες τις εξαγγελίες του, είχα ξεχασµένο και το µπουγέλο µε τα ψάρια κατάπλωρα, σκεπασµένο ευτυχώς, τινάχτηκα πάνω µε την µπουκιά στο στόµα κι έπιασα να φτύνω στον κόρφο µου σαν µε είδα, πάει, πάει, είπα, δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναπάρω ψάρι, δε µου φτάνανε όλοι οι γρουσούζηδες που µε τριγυρίζουνε, τώρα θα ‘χω και το µάτι του καθενός που µε ‘δε στην τηλεόραση, άσε που µπορεί να βουλήσει και το καΐκι, Παναγία µου, σταυροκοπήθηκα, µου κόπηκε η όρεξη στο λεφτό, δε µπορούσα να το πιστέψω, φούσκωνα ξεφούσκωνα από τη σύχυση και δεν άκουα καθόλου τη Βιβή που µου ‘λεγε δες εδώ και δες εκεί, έριξα µια µούντζα σ’ όλους, παράτησα το πιάτο µισογεµάτο και πήγα να ξαπλώσω. Ενιωθα µεγάλη αδιαθεσία. Από κείνη τη µέρα µ’ έπιασε ένας φόβος, τέσσεροι µήνες έχουνε περάσει ίσαµε µε σήµερα και δεν έχω ξαναµπεί στο καΐκι.


 

Αναγνώστες κρίνουν

Του Θεού το Μάτι: Ενα αριστούργημα του Γιάννη Μακριδάκη.

Ευφυές. Έτσι θα χαρακτήριζα το έργο του Γιάννη Μακριδάκη. Το Μάτι του Θεού (ή “του Θεού το Μάτι”) αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα ντοπιολαλιάς σε ένα απροσδιόριστο μέρος της υπαίθρου μας. Έτσι τουλάχιστον μου επιτρέπει η φαντασία μου να προσδιορίσω τοπικά την εξέλιξη της ιστορίας. Μια ιστορίας απλής από άποψης σύλληψης, αλλά ευφυούς από άποψης ανάπτυξης.
Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο, εξομολογητικό και απλογητικό συνάμα. Ο ήρωας ξεκινά ένα “διάλογο” με το σκιάχτρο, που έχει στο μποστάνι του, το οποίο προφυλάσσει τη σοδειά από τα αρπακτικά νύχια και ράμφη των πτηνών. Το σκιάχτρο λέγεται Διομήδης και αποτελεί απλώς την αφορμή για συζήτηση πάνω σε θέματα κυρίως πολιτικού χαρακτήρα. Το σκιάχτρο δεν μπορεί να φέρει αντίλογο. Είναι ο ιδανικός συνομιλητής, ο οποίος συμφωνεί και δεν φέρνει αντιρρήσεις. Αποτελεί το σάκο του μποξ, απορροφώντας κάθε σκέψη και κυρίως παράπονο του ήρωα. Ο Διομήδης δίνει πάτημα στον αφηγητή να ξεδιπλώσει τις θέσεις του πάνω σε πολλά ζητήματα, όπως: η συγκαταβατική διαμονή ενός ζεύγους ύστερα από αρκετό καιρό συμβίωσης, η σπουδαιότητα της φιλίας, η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία και η εκφορά πολιτικού λόγου και μάλιστα από έναν άνθρωπο “του χωριού”. Ο ιδιόρρυθμος αυτός διάλογος με δέκτη ένα σκιάχτρο – ουσιαστικά μονόλογος – εκτυλίσσεται συνεχώς γύρω από το ερώτημα αν ο ήρωας πρέπει να πάει να ψηφίσει στις εκλογές του Μαίου του 2012 “το κόμμα”. (Περισσότερα δεν σας αποκαλύπτω, διότι θα χαλάσω τη μαγεία αυτού του λογοτεχνικού αριστουργήματος) Όμως δεν ακούμε μόνο τη φωνή του ήρωα – αφηγητή. Μέσα από την ιδιόμορφη μονολογική  αυτή αφήγηση ακούγονται οι φωνές και άλλων, οι οποίες συχνά εναντιώνονται στην κυρίαρχη ομιλία και υπογραμμίζουν διαλογικά τα συν και τα πλην των διαφορετικών απόψεων
Οι δισημίες πολλές, όπως και οι αλληγορίες. Το σκιάχτρο όμως δεν είναι το μοναδικό αντικείμενο του έργου που προσωποποιείται. Ζώα και φυτά, έχουν ονόματα και συμπεριφέρονται. Παίζουν μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της άποψης του ήρωα. Αποτελούν μέρος της οικογένειάς του. Ο Μακριδάκης πείθει. Και μάλιστα χρησιμοποιώντας την εσκεμμένη αφέλεια του ήρωα ως εφαλτήριο, αντικατοπτρίζοντας έτσι τον προβληματισμό του μέσου ψηφοφόρου, τη σκέψη ενός εκλογέα – χωρικού, απομακρυσμένου από την πίεση της αστικής καθημερινότητας. Χειριζόμενος άψογα το λόγο και την τοπική διάλεκτο, μεταφέρει τον αναγνώστη στην ιδανική ατμφόσφαιρα, ώστε το αφήγημά του να αναπτυχθεί στο κατάλληλο έδαφος. Η λεπτή ειρωνεία διαπερνά ολόκληρο το κείμενο, τονίζοντας τα “ελαττωματάκια” του έθνους μας.
Πολιτική νουβέλα. Έτσι θα χαρακτήριζα το έργο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Εστία”. Ένα αφήγημα αντί πολιτικού δοκιμίου, ευκολοδιάβαστο από οποιονδήποτε, το οποίο δίνει άφθονη τροφή για σκέψη και προβληματίζει ακόμη και τον πιο απαθή πολίτη. Ο ρόλος της γυναίκας (τη δική του την αποκαλεί με το συνθηματικό “Νυφίτσα”) και οι γενικότερες κοινωνικές συνιστώσες στη διαμόρφωση της γνώμης του συζύγου – πολίτη θίγονται αριστοτεχνικά. 140 σελίδες περίπου με έκαναν να φανώ αχόρταγος, θέλοντας να διαβάσω κι άλλο και να πω για πολλοστή φορά, όπως έκανα σχεδόν σε κάθε σελίδα: “Να αγιάσει το στόμα σου!”.
Κλείνω με ένα απόσπασμα του έργου, του οποίου το τέλος θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ενέχει μια πεντανόστιμη γουλιά μελαγχολικής ειρωνείας ή ότι είναι ακόμη και άκρως κωμικό. Εξαρτάται από το πώς θα το διαβάσει κανείς. Η τέχνη άλλωστε είναι πλούσια στις ερμηνείες της. Εύχομαι ο καταξιωμένος συγγραφέας από τη Χίο να συνεχίσει να “κεντά” παραπλήσια λογοτεχνικά πονήματα απτόητος

“Κι ώσπου να τελειώσουνε όλ’ αυτά, πήγε πια η ώρα δέκα και βρήκα τη Νυφίτσα μονάχη της σαν γύρισα στο καλύβι, να βλέπει τηλεόραση και να ΄ναι και καταχαρούμενη. Εντάξει, με ρωτά, τα κατάφερες; Δεν μίλησα. Πρόφτασες να κάμεις το χρέος σου στην πατρίδα και στο κόμμα; με ξαναρωτά. Πάλι δεν έβγαλα άχνα. Δεν έδωσα καμία σημασία στις ειρωνείες της. Πήγα γραμμή στο κρεβάτι μου κι από την άλλη μέρα το πρωί ίσαμε σήμερα, μια βδομάδα ακριβώς, δεν έχουμε αλλάξει κουβέντα. Γι’  αυτό δεν είπε ούτε καλημέρα τώρα που ήρθε από την εκκλησία.  Μόν’ έκαμε πως δεν μας είδε. Να δούμε πού θα καταλήξει η όλη αυτή υπόθεση, Διομήδη. Έχω μεγάλη περιέργεια. Πάντως το φαί μου στο τραπέζι μού το βάζει ακόμα. Κάτσε να σε σηκώσω τώρα. Να σε στήσω εδώ, μες στη μέση, να δούνε οι κωλοσπουργίτες τι έχουνε να πάθουνε. Και μετά θα σου ζωγραφίσω τη μούρη να με βλέπεις. Μη χάσεις.” 
http://kostasleimonis.blogspot.gr/2014/02/blog-post_11.html

Μια εξαιρετική ερμηνεία

Ήλιος με ΔόντιαΉλιος με Δόντια

Μια χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής. Ένας άνθρωπος – παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ…Ένα σκοτεινό κελί με μια υποψία φωτός από το μικροσκοπικό παράθυρο, η σιλουέτα ενός ιερέα και τα στοιχειά του παρελθόντος. Πιθανότητες θετικής κατάληξης, μηδαμινές. Ο Βασίλης Βασιλάκης βρίσκεται αντιμέτωπος ξανά με το κείμενο του Γιάννη Μακριδάκη, του Χιώτη συγγραφέα που έχει με διαολεμένη μαεστρία καταφέρει να πλάσει εκ του μηδενός ώριμους, εναργείς μα και σοφούς λογοτεχνικούς κόσμους, λες και έχει βιώσει ο άτιμος, την εμπειρία δεκάδων ζωών, συμπιεσμένες μέσα στα 40 βιολογικά του χρόνια. Ο αυτοσκηνοθετούμενος ηθοποιός τολμά, όχι μόνο να φανταστεί, αλλά και να υλοποιήσει το όραμά του για μια παράσταση κοινωνικού ρεαλισμού, που επιζητά την πυρκαγιά των λέξεων και της ποίησης και που, στο λυτρωτικό φινάλε γίνεται και ο ίδιος παρανάλωμά της. Ο «Ήλιος» είναι η ιστορία του απόκληρου, θύμα κοινωνικού ρατσισμού στις αρχές του αιώνα, Κωνσταντή του οποίου η έκδηλη θηλυπρέπεια, τον μετέτρεψε στο αγαπημένο παιχνίδι για το κατιναριό ενός ολόκληρου νησιού. Τα ψήγματα συμπόνιας από τις ομοιοπαθούσες, περιθωριοποιημένες πόρνες και τα ψίχουλα του εραστή του, Αποστόλη, δεν θα αρκέσουν για αυτό το μικρό αγόρι που συνήθισε να τον ξεφωνίζουν κυρία, γυναικωτό και Ιδιώνυμον. Με πρωτοπρόσωπη, σχεδόν τεθλασμένη αφήγηση, διανθισμένη με μπόλικους χιώτικους ιδιωματισμούς, με χρονικά σούρτα φέρτα που περισσότερο ιντριγκάρουν παρά μπερδεύουν, ο ηθοποιός με θαυμάσια γλαφυρότητα και ακρίβεια στο λόγο, ως άλλη Πηνελόπη υφαίνει λεκτικές περιγραφές από μετάξι, ακυρώνοντάς τες ταυτόχρονα μες τις ακαθαρσίες, τους μαχαλάδες και τους γιγάντιους ποντίκαρους της ανέχειας και της φτώχειας του ‘40. Το σασπένς φτάνει στο απόγειό του. Βγάζεις χαρτομάντηλα, ξεφυσάς, αναπάντεχα ξεκαρδίζεσαι με το εμβόλιμο, θαυμάσιο χιούμορ και τέλος δεν μπορείς παρά να συγχαρείς δύο καλλιτέχνες (ηθοποιό και συγγραφέα) που προσφέρουν σπάνια έντονες θεατρικές στιγμές και που δίνουν νέα πνοή στην έννοια του «ουμανισμού».Ανέστης Κορνέζος (neaepohi.gr)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν». Συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης από το 1978 έως το 1985 και πήρε μέρος σε παραστάσεις αρχαίου και σύγχρονου δράματος, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεργάστηκε επίσης με την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου όπως και με τους θιάσους Γ.Φέρτη, Στ.Φασουλή, Αιμ.Υψηλάντη, Ν.Τσακίρογλου, Σπ.Παπαδόπουλου, Β.Παπαβασιλείου, Γ.Αρμένη, Κ.Βασιλάκου, Αν.Φόνσου, Ν.Δαφνή κ.α. Εργάστηκε στα ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και Λαμίας. Τη θεατρική περίοδο 2007-08 συνεργάστηκε με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στην παράσταση «Ποιος είναι ο κ.Κέλερμαν». Την επόμενη περίοδο με τη Ρένα Πιττακή και την Αγλαΐα Παππά, έπαιξε στο Aalst, σε σκηνοθεσία Ελπίδας Σκούφαλου. Τη περίοδο 2009-11 συνεργάζεται με τους Σταμάτη Κραουνάκη & Λίνα Νικολακοπούλου, στην παράσταση με τίτλο «’Ένα σπίτι παραμύθια». Ακολούθησε η παράσταση «Φάρμα των Ζώων» σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη (2012-2013). Στο εργαστήρι του D.Kennedy μαθήτευσε στην γλυπτική και την κατασκευή κούκλας και μαριονέτας. Το 1997 ίδρυσε το Θέατρο Μαριονέτας και από τότε παρουσιάζει παραστάσεις σε χώρους σχολείων, φεστιβάλ κλπ.

Σε συνεργασία με τον Μορφωτικό Σύλλογο Αίγινας «Καποδίστριας» σκηνοθέτησε: «Κομμάτια και θρύψαλα» του Γ.Σκούρτη, «Ο κουρέας της Σεβίλλης» του Ζ.Μπομαρσέ, «Η πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Ν.Τσιφόρου, «Λοκαντιέρα» του Κ.Γκολντόνι. Το 2006 απέκτησε ένα μικρό θεατρικό χώρο στην Αίγινα και δημιούργησε τη θεατρική του ομάδα. Σκηνοθέτησε τις παραστάσεις «Με δύναμη από την Κηφισιά» Κεχαίδης-Χαβιάρα, «Ελεύθερο ζευγάρι» Ντ.Φο, «Εβραία» Μπ.Μπρεχτ, «Τελευταία έκτρωσις» Π.Τακόπουλου, «Οι δούλες» Ζ.Ζενέ, «Φαλακρή τραγουδίστρια» Ε.Ιονέσκο, «Γέρμα» Φ.Γκ.Λόρκα. Το 2010 σκηνοθέτησε και ερμήνευσε την Ασκητική του Ν.Καζαντζάκη. Ακολούθησαν: «Ο Μαρξ στο Σόχο» (H. Zinn), «Υπόθεση Κούγκελμας» (W. Allen), «Λόγω Βλάβης» (Γ. Μπήτρου), «Ελλάς…και ξανά προς τη Λόρδα τραβάς» (Γ.Μπήτρου) 

http://www.viva.gr/tickets/music/ilios-me-dontia/#description

Το αντίτυπο του σκηνοθέτη…

Συγκλονιστικός ο Βασίλης Βασιλάκης ως Κωσταντής στον Ήλιο με δόντια.Τον είδα απόψε στην θεατρική παράσταση που έδωσε τιμής ένεκεν εδω στη Χίο πριν ξεκινήσει επίσημα στο θέατρο Αθηναίς απο 27 Ιανουαρίου κ με καθήλωσε.Όπως κ όλους τους θεατές.Το κείμενό μου απέκτησε άλλη διάσταση,πήρε μορφή κ ψυχή,έγινε πρόσωπο,ένιωσα μεγάλη συγκίνηση.Θα το ξαναδώ και αύριο να το χωνέψω.Νιώθω ότι στον Βασιλάκη ο ήρωας μου ο Κωσταντής βρήκε τον άνθρωπό του.Ιστορική συνάντηση

Αυτό που με άγγιξε όμως πολύ βαθιά ήταν που σήμερα το πρωί ξαναπέρασα από τον χώρο στον οποίο ανεβαίνει η παράσταση και είδα το αντίτυπο του βιβλίου μου χρησιμοποιεί ο Βασιλάκης ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το αντίτυπο του βιβλίου μου που γέννησε αυτή την παράσταση στην ψυχή και στο κορμί αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη

Η εικόνα του βιβλίου τα λέει όλα

Στο Καρπενήσι

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ένας συγγραφέας , ένα βιβλίο, και εμείς

«Η Λέσχη Αναγνωστών»
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καρπενησίου,
σας προσκαλούμε και σας περιμένουμε
την Δευτέρα , 2 Δεκεμβρίου 2013 ,
ώρα 18.30 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βιβλιοθήκης.
Ο συγγραφέας :Γιάννης Μακριδάκης
Το βιβλίο: «Του Θεού το μάτι»
Παρουσιάζει: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, κριτικός λογοτεχνίας
Συνδιοργάνωση:ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ-ΓΑΚ ΑΡΧΕΙΑ Ν. ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ.

Του Θεού το μάτι

Όσοι παρακολουθούν την καταιγιστική συγγραφική πορεία του Γιάννη Μακριδάκη τα τελευταία έξι χρόνια, κατά τα οποία εκδίδει περίπου ένα βιβλίο τον χρόνο, έχουν να του αναγνωρίσουν υφολογική ωριμότητα αλλά και να τον κατηγορήσουν για απροκάλυπτο διδακτισμό. Κι αν τα θετικά του γνωρίσματα είναι ικανά να αναδείξουν τον πεζογράφο σε φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, ο εξόφθαλμος ακτιβισμός του ναι μεν εντάσσεται στην τρέχουσα αναζωπύρωση της πολιτικής λογοτεχνίας, η οποία έχει επανέλθει στο προσκήνιο ακμαία, αλλά συνάμα ξαναθέτει το θέμα της σχέσης της με τη στράτευση, με την ηθική, με τον ρόλο του καλλιτέχνη και την αυτονομία ή όχι του έργου του. Πολλοί πλέον δεν δέχονται ανεπιφύλακτα την κλειστή, ερμητική, δομή του κειμένου, η οποία το κάνει περίκλειστο κόσμο, ανεξάρτητο από την κοινωνική προβληματική που το περιβάλλει, τόσο στην παραγωγή του όσο και στην πρόσληψή του. Έτσι μπορούμε να δούμε και το τελευταίο μικρό μυθιστόρημα του Μακριδάκη, που συνεχίζει την παράδοση της μάχιμης οικολογίας, όπως στο “Ζουμί του πετεινού” (2012), της πολιτικής τοποθέτησης, όπως στο “Λαγού μαλλί” (2010), και της αφηγηματικής πολυφωνικής μονολογικότητας, όπως στο “Ήλιος με δόντια” (2010). Ο Μακριδάκης ίσως εξωλογοτεχνικά προκαλεί επιφυλάξεις κι έτσι αντανακλαστικά το έργο του φαίνεται ως προπαγάνδα σε καιρούς λογοτεχνικής νηνεμίας και πολιτικής ορθοφροσύνης. Το κείμενο αποτελείται από τον μονόλογο του γερο-Πεπόνα στο σκιάχτρο του, στο οποίο μιλάει σαν να είναι άνθρωπος. Έτσι, εύλογα το ύφος είναι λαϊκό, απλοϊκό, δείγμα προφορικού λόγου, γεμάτο χιώτικους ιδιωματισμούς, ρήσεις θυμοσοφίας, αποστροφές και ήπιες λεκτικές εξάρσεις. Ως λαϊκός λόγος ακολουθεί μια καλοδουλεμένη σπειροειδή πορεία με επικαλύψεις και επαναλήψεις, που κάθε φορά προσθέτουν και καινούργια στοιχεία στα παλιά και συμπληρώνουν τον πίνακα του περιβάλλοντος του αφηγητή. Μέσα σ’ αυτόν τον μονόλογο θίγονται θέματα όπως είναι η πολιτική, με αφορμή τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, η δύσκολη ζωή του Πεπόνα με την ανύμφευτη συμβία του, η επαφή με τη φύση και η αυτάρκεια που η τελευταία προσφέρει κ.ά. Η δεξιότητα στη γραφή του Μακριδάκη έγκειται στο ότι υφοποιεί τον μονόλογο του αφηγητή του κι έτσι μέσα σ’ αυτόν ακούγονται οι φωνές των άλλων που συχνά εναντιώνονται στην κυρίαρχη ομιλία και αναδεικνύουν διαλογικά τα συν και τα πλην των ποικίλων απόψεων. Ο Πεπόνας εκπροσωπεί τον απλό πολίτη που ψήφιζε μια ζωή ένα από τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα, λίγο από συντηρητισμό και λίγο από φόβο για τον κομμουνισμό. Φυσικά δεν λείπουν και οι ιδιοτελείς λόγοι που συντήρησαν το πελατειακό σύστημα της μεταπολίτευσης, καθώς αφενός ο ίδιος ο αφηγητής είχε διοριστεί παρότι αγράμματος στο δημόσιο και αφετέρου ο γιος του βρήκε ανάλογη θέση με ανάλογο μέσο. Έτσι, τώρα που κλονίζεται το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ και η αριστερά έχει μπει στο σπίτι του (η συμβία του φλερτάρει με την “επανάσταση”), ο γερο-Πεπόνας νιώθει προδομένος και προδότης, τελευταίος ίσως στυλοβάτης μιας φιλήσυχης καθημερινότητας που δεν πρέπει να διασαλευτεί από “αναρχικές” ιδέες και εξτρεμιστικές προσεγγίσεις. Και φυσικά δεν λείπουν οι έμμονες προσπάθειες του αφηγητή να διαφυλάξει τη φύση, τα υγιεινά προϊόντα, τους ανόθευτους σπόρους για τη φύτευση, τα ζουμερά πεπόνια και τα αγαθά ζώα του βουνού, είτε πρόκειται για την κουκουβάγια, το φίδι είτε για τις φθοροποιούς κάμπιες. Η φύση, το διακηρύσσει όπου βρεθεί ο συγγραφέας, απαξιώνει το χρήμα και προσφέρει τη μέγιστη αυτάρκεια. Φορέας των ιδεών του συγγραφέα δεν είναι ως προς αυτό μόνο ο αφηγητής, αλλά και ο “Κότσυφας”, νεαρός που εγκατέλειψε τη φαιά Αθήνα, επέστρεψε στη Χίο για να ζήσει αρμονικά με τη γη. Είναι το πρόσωπο του Μακριδάκη που εμφιλοχωρεί μέσα στο μυθιστόρημα και εξυμνεί τη φύση, προς ικανοποίηση του Πεπόνα, αλλά και διαλαλεί την ανάγκη για πολιτική αλλαγή. Στο μυθιστόρημα εκπροσωπούνται οι μεγάλοι άνθρωποι που μένουν πιστοί στις παραδοσιακές αξίες με τις οποίες έστησαν τη ζωή τους. Πολιτικά παραμένουν δοσμένοι στα δύο κόμματα που κυβέρνησαν κατά τη Μεταπολίτευση, ενώ παράλληλα υπηρετούν με παπαδιαμαντική ευλάβεια τη φύση και τη γη, τα προϊόντα και τα ζωντανά της. Το ζητούμενο είναι αν αυτή η παραδοσιακή εμμονή, που είναι ευάρεστη όταν μας οδηγεί στο να ζήσουμε υγιεινά με βάση τα φυσικά προϊόντα, πρέπει να σπάσει ως προς τα πολιτικά μας πιστεύω και να μας δώσει το περιθώριο να προβούμε σε πιο εκσυγχρονιστικές, ακτιβιστικές και αντικαθεστωτικές πρακτικές. Ο Μακριδάκης κάνει την προπαγάνδα του και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Διαβάστε περισσότερα στο: http://www.in2life.gr/culture/book/article/304089/toy-theoy-to-mati.html
Πηγή: www.in2life.gr

 

Κάνω προπαγάνδα με εργαλείο τη λογοτεχνία, λέει ο Πατριάρχης Φώτιος, τον οποίον εκτιμώ ιδιαίτερα ως κριτικό.
Κι έχω να κάνω μια ερώτηση περί τέχνης και περί διδακτισμού. Ένας συγγραφέας έχει ή δεν έχει δικαίωμα να φτιάξει έναν κεντρικό ήρωα ο οποίος να κουνάει το δάχτυλο στους άλλους ήρωες του βιβλίου; Η μισή Ελλάδα από τέτοιους ανθρώπους κατοικείται, αυτό έλειπε να μη γίνονται ήρωες σε μυθιστορήματα. Πάει να πει λοιπόν αυτό ότι ο συγγραφέας ασκεί διδακτισμό στον αναγνώστη του μέσω του ήρωά του; Μήπως τα χουμε μπερδέψει λιγάκι;
Το γράφω εδώ διότι το σκέφτομαι πολύν καιρό, από μια κριτική στο Ζουμί του Πετεινού, από κάποιον άλλον κριτικό, τον Χατζηβασιλείου αν θυμάμαι καλά, ο οποίος μου απέδιδε τον διδακτισμό του ήρωα Παναγή προς τους πελάτες της ταβέρνας του. Αν μπλέκουμε τον ήρωα με τον συγγραφέα επειδή η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, υπάρχει κάποιο πρόβλημα..

Κριτική από Κατερίνα Τ.

 

Λαγού μαλλί, Γιάννης Μακριδάκης

 

Στην αρχή, οι ιδιωματισμοί μπορούν να ξενίσουν κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος. Γρήγορα, όμως, παρασύρεται κανείς για να εισέλθει στη σκέψη των ηρώων που είναι πηγαία και καθηλωτική, κατά τη γνώμη μου. Ίσως αυτό συμβαίνει, αφενός χάρη στη μαεστρία του Μακριδάκη και αφετέρου επειδή το ξένο είναι πιο ενδιαφέρον από το οικείο. Εν προκειμένω, το ξένο είναι η ζωή και η σκέψη του ανθρώπου της υπαίθρου.
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, είναι τόσο ελκυστική η ροή της ιστορίας και η διείσδυση στις σκέψεις εναλλακτικά από ήρωα σε ήρωα, ώστε γίνεται σχεδόν απογοητευτικό το γεγονός ότι πρόκειται για νουβέλα (και επομένως τελειώνει γρήγορα).
Στο τέλος, τον αναγνώστη τον περιμένουν δύο αναπάντεχες συνδέσεις με την κοινή νεοελληνική πραγματικότητα. Δεν είναι σωστό να μιλήσω περισσότερο για αυτές, στερώντας την έκπληξη από ένα δυνητικό αναγνώστη. Πάντως, την πρώτη τη βρήκα εξαιρετική, ενώ η δεύτερη μάλλον με δυσαρέστησε, χωρίς να υπονοώ ότι αφαιρεί από την αξία του βιβλίου. Αντιθέτως, θεωρώ ότι αποτελεί τροφή για σκέψη. Και για να εξηγήσω τι εννοώ, όταν λέω ότι με δυσαρέστησε και ότι αποτελεί τροφή για σκέψη, θα χρησιμοποιήσω ως συνειρμό την τέταρτη στροφή από τους”Μοιραίους” του Βάρναλη:

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Οι στίχοι αυτοί, λοιπόν, με δυσαρεστούν, όχι επειδή ο Βάρναλης δεν τους έγραψε καλά ή επειδή αυτό που περιγράφει δεν είναι ακριβές, αλλά ακριβώς επειδή απεικονίζουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι είτε οι άνθρωποι συνειδητά εθελοτυφλούν απέναντι στις αιτίες από τις οποίες πηγάζουν τα προβλήματά τους είτε πραγματικά αδυνατούν να εντοπίσουν αυτές τις αιτίες (από αβουλία; από ανικανότητα;). Ό,τι από τα δύο κι αν ισχύει, είναι δυσάρεστο και, επομένως, πρέπει να αλλάξει. Αυτές τις σκέψεις έκανα με βάση την πρώτη ανάγνωση. Και σαφώς υπονοώ ότι θα υπάρξει και δεύτερη.
Ανεξάρτητα από τις προσωπικές μου σκέψεις, πρόκειται για μία νουβέλα-διαμαντάκι που αξίζει κανείς να διαβάσει.

http://anagnoseisvivlion.wordpress.com/2013/09/07/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AF-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82/

Ανακοίνωση από τις εκδόσεις της Εστίας

Oι Εκδόσεις της Εστίας ανακοινώνουν με μεγάλη χαρά ότι o γαλλικός οίκος Sabine Wespieser Editeur ανέλαβε την μετάφραση των βιβλίων του Γιάννη Μακριδάκη.
Η Sabine Wespieser είναι εκδότρια έργων λογοτεχνίας από διάφορες χώρες, με υψηλά κριτήρια πάντοτε. Οι εκδόσεις της έχουν κατακτήσει ιδιαίτερη θέση στο γαλλικό τοπίο, λαμβάνοντας εξαιρετικές κριτικές, αποσπώντας συχνά βραβεύσεις και ακολουθούμενες από ένα πιστό και πολυπληθές αναγνωστικό κοινό.

Ήλιος με δόντια

Σκόπευα,έχοντάς το διαβάσει απνευστί αλλά πριν ξημερώσει η πιο μαύρη μέρα αυτού του Σεπτέμβρη,να σταθώ προσεκτικά στις εντυπωσιακές θεματικές λεπτομέρειες,στην έξοχη τεχνική σύνθεσης της μυθιστορίας και στην αρτιότητα της λεκτικής διατύπωσης του κειμένου, για να τεκμηριώσω για ποιο λόγο με συγκίνησε και να βγάλω ευδιάκριτα προς τα έξω τα πάρα πολλά λογοτεχνικά προτερήματά του, καλά αναλύοντάς τα, για τους επισκέπτες του μπλογκ- τους οποίους ευχαριστώ για μιαν ακόμα φορά που με διαβάζουν και συχνά μου κάνουν πολύτιμα σχόλια από τα οποία τόσα παίρνω-και επίσης να πω γιατί το θεώρησα,το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη “Ήλιος με Δόντια” ,ούτε λίγο ούτε πολύ, ωςένα από τα πιο σημαντικά κι ελπιδοφόρα σημερινά ελληνικά βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια,ένα από εκείνα τα πολύ εκλεκτά, που ανεβάζουν την ελληνική λογοτεχνία των ημερών μας ακόμα ένα σκαλί,σε ακόμα πιο ψηλό επίπεδο, αρχίζοντας-αυτά-την ανοδική τους πορεία από ΄κεί ακριβώς που πρέπει,εκεί που εναπόθεσαν την δική τους λογοτεχνία σαν παρακαταθήκη για τους νέους τα κοφτερά μυαλά σπουδαίων συγγραφέων όπως ο Παύλος Μάτεσις,για την υπέροχη “Μητέρα του Σκύλου” του οποίου, ο “΄Ηλιος με Δόντια” ήρθε, μου φαίνεται ,την πιο κατάλληλη για μένα στιγμή, σαν ένα απρόσμενο,ένα συγκλονιστικό alter ego * να μου μιλήσει με έναν άλλο αφηγηματικό τρόπο,πιο λιτό,πιο “σιωπηλό”,πιο φρέσκο,ίσως και κατά τι πιο τολμηρό, για τις ίδιες χρονικά τραγικές για την χώρα και τους ανθρώπους της ιστορικές περιόδους,παρμένες από την δύσκολη ζωή ενός αφελούς ορφανού αγοριού κι ύστερα  κατατρεγμένου, ομοφιλόφυλου άντρα,που έζησε τα γεγονότα του ΄22,τα πριν και τα μετά, μα και της Κατοχής,στην κλειστή για εκείνον,τόσο στριφνή, αναίτια σκληρή κοινωνία της τοτινής Χίου,τοποθετώντας τον σε κομβική θέση στα και για τα, αληθινά ιστορικώς, γεγονότα μιας συγκεκριμένης ημέρας και για την κατάληξη του ελλιμενισμένου στην Χίο σουηδικού πλοίου Wiril το 1944.

Μα δεν θα κάνω τελικά τίποτα απ΄αυτά.Το μελάνι τρέχει συνεχώς και μπόλικο μπόλικο στο διαδικτυακό τετράδιο παρουσίασης βιβλίων κι από περιλήψεις και κανονικό μαρτύρημα-τι κακό συνήθειο,να κάθονται και ν΄ αποκαλύπτουν όλο το βιβλίο με το νι και με το σίγμα -όλων όσων εξιστορούνται εδώ,ποιός είναι και τι κάνει ο κεντρικός ήρωας,ο Κωνσταντής Χάψας κι από αναλύσεις και μπηχτούλες ή κολακειούλες και βαρύγδουπες γνώμες και παρόλες, άλλο τίποτα.
Οι τρεις τελευταίες σειρές της προηγούμενης παραγράφου αρκούν και με το παραπάνω,νομίζω, ως στοιχειώδης περίληψη για το περιεχόμενο!
Εξάλλου έτυχε να παρακολουθώ αναγνωστικά τον Μακριδάκη,από την αρχή του και με προσοχή , προσπαθώντας και καταφέρνοντας, πιστεύω,να μη μπερδεύω παράλογα τα πολιτικά με τα λογοτεχνικά του κείμενα αποδεχόμενη ότι μια ιστορία του θα με κερδίσει περισσότερο από μιαν άλλη, ανάλογα με την εκάστοτε δική μου αποτίμηση της πολιτικοκοινωνικής κατάστασης,που περνάμε,γιατί,ναι,κάνει πολιτική λογοτεχνία και την κάνει με χαρισματικό τρόπο και μεγάλη έμπνευση,οπότε φυσικά το μετράω κι αυτό.
Η στιγμή της πρώτης… εκθρόνισης αγαπημένου βιβλίου, ας πούμε, μ΄ένα φύγε “Δεξιά Τσέπη του Ράσου” κι έλα “Λαγού Μαλλί” δεν φαινόταν στον αναγνωστικό μου ορίζοντα για πολύ καιρό αλλά ήρθε κι έτσι εκείνη της δεύτερης εκθρόνισης ,φύγε “Λαγού Μαλλί” κι έλα “Ήλιε με Δόντια” ακολούθησε μια χαρά.
Βασιλιάδες βέβαια δεν έχουμε-ευτυχώς,φτάνουν και περισσεύουν οι ποικιλόχρωμοι φασίστες,κρυφοί
και φανεροί-μικρή μα και μεγάλη Ολλανδέζα εγώ δεν είμαι να παίρνω σοβαρά τον ηλίθιο θεσμό, περιόρισα λοιπόν τις…ενθρονίσεις και τις…εκθρονίσεις στα βιβλία του Γ.Μ.από τα οποία κανένα δεν διάβασα με τυπική χρονολογική σειρά έκδοσης,κανένα με επιεική διάθεση,το αντίθετο….
Τώρα όμως θα πω τα καλύτερα για το έργο του συνολικά ,αφού με το μυθιστόρημα αυτό τον έχω πια διαβάσει όλο,αν πρέπει βέβαια να διαλέξω ένα από τα βιβλία του για να το προτείνω σαν αυτό με το οποίο θα τον γνωρίσει καλύτερα ένας αμύητος αναγνώστης ,δυστυχώς δεν μπορώ, διότι έχω αφεθεί συνειδητά σε έναν υποκειμενισμό άνευ προηγουμένου,διαβάζω όλα τα βιβλία μετά το “Paradiso” του Λίμα με διάθεση απολύτως συναισθηματική ,μπλέκω ηθελημένα κι αθέλητα τις πληροφορίες για τα πραγμένα του δημιουργού με το ίδιο το δημιούργημα και κακώς ,το ξέρω,όμως γύρω μου η λεγόμενη περιρρέουσα ατμόσφαιρα βαραίνει κι ένα καινούργιο βιβλίο,συνέχεια ή όχι της φιλοσοφίας του προηγούμενου, μπορεί ωραιότατα να υπερκεράσει το παλιότερο,μιλώντας πάντα για τα έργα του ίδιου συγγραφέα στο σύνολο.Και τέλος, έτσι θέλω να διαβάζω από δω και πέρα,με τα μάτια της ψυχής, ελεύθερα,συναισθηματικά,όπως κι όπου με οδηγεί η συγκυριακή μου διάθεση, χωρίς φόρμες και όρια κι αυτό το μυθιστόρημα μου έδωσε μεγάλη ελευθερία.
Δεν ξέρω,βλέπετε, και τι θ΄ακολουθήσει στο μέλλον,μια νουβέλα,ένα μυθιστόρημα ή κάποια συλλογή. Ο Μακριδάκης γράφει ακατάπαυστα,όπου βρει ευκαιρία και χώρο,κινούμενος με θαυμαστή λεκτική άνεση από το φατσοβιβλίο (!) στο μπλογκ του,αποτυπώνοντας παντού δυναμικά την συγγραφική του ιδιαιτερότητα και εκεί που ρίχνει ενίοτε άγκυρα,στο λιμανάκι της ελληνικής λογοτεχνίας κι ας μην παραδέχεται ότι είναι συγγραφέας ,εκεί τελικά μαστορεύει φοβερά βιβλία-και εργαλεία σκέψης και πηγές αναγνωστικής απόλαυσης - κι αν βιαστεί κάποιος απ΄τους ανόητους που δεν τον χωνεύουν – επειδή δεν κρατάει το στόμα του κλειστό για τα πολιτικά σκατά που γίνανε δεύτερος Όλυμπος στην χώρα,τι Όλυμπος,πάνε για Ιμαλάια-και πει,αυτός ο κάποιος, ότι έτσι που γράφει καθημερινά ο Γ.Μ. όπου βρει και για ό,τι από την πολιτική κυρίως επικαιρότητα πέσει στην αντίληψή του και σκορπάει το ταλέντο του άρα ξοδεύεται,βλακεία ολκής θα έχει ξεστομίσει διότι τέτοια ποτάμια ζωντανής,ανεπιτήδευτης γραφής δύσκολα στερεύουν.
Μερικά μάλιστα από τα κείμενά του, στο ιστολόγιό του δημοσιευμένα κυρίως,όχι απλώς μερικά, αλλά πάρα πολλά, δεν είναι καθημερινά, εύληπτα αρθράκια ανάμιξης στην τρέχουσα πολιτική αλλά πανέμορφα διηγήματα, λαϊκές ιστορίες και αφηγήσεις ψυχής φωλιασμένες σε κείμενα πρώτης τάξης από τεχνικής πλευράς,που επιπλέον μοσχοβολάνε ηθογραφικό αυθορμητισμό και αυθεντικότητα.
Μια συλλογή επομένως αυτών των ευαίσθητων και σημαντικών κειμένων του ,δεν μπορεί,λέω,στο μέλλον θα την κάνει.
ΥΓ.Αφού λοιπόν είμαστε σε μια μόνιμη αναμονή και μένα αυτός ο Έλληνας συγγραφέας είναι ο αγαπημένος μου για πέντε χιλιάδες λόγους-τι να κάνουμε τώρα-ένα βρίσκω τίμιο και πρακτικώς έξυπνο να σας πω: πάρτε, δανειστείτε, βρείτε όλα τα βιβλία του,όπως κάναμε τον παλιό καλό καιρό-λογοτεχνικώς καλύτερο καιρό σίγουρα-όταν αισθανόμασταν ότι μας μιλάει ένας συγγραφέας και τα βιβλία του δεν ήταν προτιμήσεις της στιγμής και της φάσης,όχι βρε καχύποπτοι τύποι,δεν μου δίνει ποσοστά ούτε του κάνω διαφήμιση,ανακαλύψτε τα μόνοι σας,όλα έχουν κάτι ιδιαίτερο θεματικώς, όλα είναι πάρα πολύ καλά ως προς την δομή και όλα έχουν εξαίσια γλώσσα,ακόμα κι εκείνα με τις ντοπιολαλιές στο φόρτε τους, μα όποιο δεν τραβάει ιδιαίτερα η καρδιά σας χαρίστε το ή ανταλλάξτε το, σίγουρα αυτό θα αγγίξει κάποιον φίλο κι ένα άλλο θα βρει την μόνιμη θέση του στα σκαλιά της δικής σας αναγνωστικής συνείδησης.
*Μη μου τη πέσετε ότι συγκρίνω συγγραφείς,ούτε κατά διάνοια, απλώς βρήκα μια δίοδο, μια γέφυρα αληθινά πολύ γερή και ήταν ωραία ναναγνωστική εμπειρία η άντληση συναισθημάτων από δυο εκπληκτικά ελληνικά γραψίματα, που έχουν μεγάλη χρονολογική διαφορά έκδοσης αλλά θεματικώς καλύπτουν-όσο καλύπτονται τέτοιες εθνικές φαρσοκωμωδίες–συνταρακτικές  περιόδους που όσοι και να τις εξιστόρησαν,όσο καλά κι αν το έχουν κάνει, ποτέ δεν θα είναι αρκετή η πλήρης κάλυψή τους.
Κάντε το,διαβάστε την “Μητέρα του Σκύλου” και τον “Ήλιο με Δόντια” και το συζητάμε.Κι επίσης συζητάμε και το γιατί μετά δεν θα σας ικανοποιεί εύκολα η μαζική,ελληνική λογοτεχνία,αυτή του συρμού και όχι δεν μαντέψατε σωστά,δεν μιλάω για τον χώρο του ροζ,όχι,για κάτι πλασαριζόμενα ως μη εμπορικά λέω την κακιούλα μου….
Δημοσιεύτηκε Yesterday από τον χρήστη 

Αίθρια λογοτεχνικά μεσημέρια

Στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων του Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας, με γενικό τίτλο “Αίθρια Λογοτεχνικά μεσημέρια”, θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου “Του Θεού το μάτι” την Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, ώρα 13.00 (;), στο Αίθριο των Γραφεών του Φεστιβάλ.