Όλα για καλό: Γράμμα από Ελβετία

Κάποιος αναγνώστης μου από την Ελβετία, ονόματι Ουρς Φάουστ, με τον οποίον δεν έχω γνωριστεί, αλλά καταλαβαίνω ότι γνωρίζει άπταιστα την ελληνική γλώσσα και μου στέλνει μέηλ όποτε διαβάσει ένα βιβλίο μου, μου έστειλε σήμερα το πρωί το εξής καταπληκτικό. Προφανώς διαβάζει το Όλα για καλό (!):

“Πάει ο Μιχάλης.
Άντε γρήγορα πριν μαζευτούμε στο σπίτι της κυρα-Καλής να πείτε στον αναγνώστη σας στη Βασιλεία τι ψάρια είναι οι σουλούβαρδοι.
Το Μπαμπινιώτη δεν το έχει και ό,τι μου προσφέρει το Yahoo είναι ποδόσφαιριστής…(που τον έβγαλε ένας προπονητής στο 75. λεπτό…)
Πάλι πολύ ωραίες ώρες περνάω και με αυτό το βιβλίο σας.
Ευχαριστώ πολύ από την παγωμένη Ελβετία.
Σε χαιρετάει ο Φάουστ.
https://ch.search.yahoo.com/search…

Urs Faust”

Θα πάω εκεί

Τον Γιάννη Λαπατά τον γνώρισα το 2009. Ήταν καλοκαίρι, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου μου Η δεξιά τσέπη του ράσου, τη θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη φορά που μιλήσαμε, καθόμουν πρωί στο καφέ Ρόδι στη Χίο με φίλους και με πήρε τηλέφωνο, μου συστήθηκε, μου είπε αμέσως πόσο τον άγγιξε η ιστορία του Βικέντιου και της Σίσσυς, και μου ζήτησε την άδεια να το κάνει ταινία.
Πρωτάρης σε όλα τα περί τέχνης εγώ τότε, εκστασιάστηκα, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, δεν μπορούσε το μυαλό μου να συλλάβει τι σημαίνει όλο αυτό, αλλά ενστικτωδώς χάρηκα πολύ που το βιβλίο μου ενέπνευσε έναν άνθρωπο και θέλησε να το πάει παρακάτω, να το μετουσιώσει, και του είπα, όπως κάνω πάντα έκτοτε σε ανάλογες περιπτώσεις, αμέσως ναι, και ότι είναι τιμή μου η πρότασή του.
Από τότε πέρασαν 8 γεμάτα χρόνια υπομονετικής και διαρκούς αναζήτησης από τον ίδιον και τους συνεργάτες του των όρων που θα επέτρεπαν να γίνει πράξη το όνειρο.
Μέχρι που έφτασε σήμερα η στιγμή να ζω μαζί του τα γυρίσματα της ταινίας του, να χαίρομαι με τις εξαιρετικές επιλογές του όσον αφορά στους ηθοποιούς, που ενσαρκώνουν τους ήρωές μου, να ριγώ βλέποντας τις σκηνές και ακούγοντας τα λόγια τους.
Από τους ηθοποιούς γνώρισα τον Θοδωρή Αντωνιάδη, που υποδύεται τον πολύ απαιτητικό ρόλο του πρωταγωνιστή Βικέντιου, έναν άνθρωπο γλυκό και γαλήνιο, και ένιωσα αμέσως ότι είναι η πλέον επιτυχής επιλογή για τον ρόλο αυτόν, αφού η μορφή του ως καλόγερος, ο τρόπος που εκφέρει τον λόγο αλλά και η κίνησή του στον χώρο με συγκίνησαν. Γνώρισα επίσης τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση στον ρόλο του Μάρκου, που όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο ξέρει δίχως άλλες κουβέντες ότι δεν μπορούσε να υπάρχει άλλος ηθοποιός για να τον ενσαρκώσει, γνώρισα την Ντίνα Μιχαηλίδου στον ρόλο μιας πιστής χριστιανής που επισκέπτεται το μοναστήρι και ήταν καταπληκτική, γνώρισα τέλος και την Μαλού, στον ρόλο της πρωταγωνίστριας Σίσσυς, ένα πλάσμα πανέμορφο και πανέξυπνο, που με συγκίνησε πολύ με την ανταπόκρισή του στις απαιτήσεις του ρόλου μέσω της φροντίδας φυσικά του εκπαιδευτή του Γιάννη Απόκοτου.
Όλες αυτές τις μέρες, όταν φεύγαμε, νύχτα πια, από τα γυρίσματα ο Γιάννης Λαπατάς, εξαντλημένος από την γλυκιά κούραση της ολοήμερης δημιουργίας, οδηγούσε σαν αφημένος επάνω στο τιμόνι και τραγουδούσε Τσιτσάνη: Θα πάω εκεί στην αραπιά, που μ’ εχουνε μιλήσει, για μια τσιγγάνα μάγισσα τα μάγια να μου λύσει.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις στιγμές.

https://www.youtube.com/watch?v=yE6Fo91qNgs

Φωτογραφία του Γιάννης Μακριδάκης.
Φωτογραφία του Γιάννης Μακριδάκης.

Ραντεβού στην μεγάλη οθόνη

Το να βλέπεις από κοντά τα γυρίσματα μιας ταινίας είναι εμπειρία μαγική. Πόσω μάλλον όταν η υπόθεσή της βασίζεται πάνω σε μια δική σου μυθοπλασία.


Είχα λοιπόν την ευτυχία να ζήσω κάποια γυρίσματα της Δεξιάς τσέπης του ράσου στη Μονή Καισαριανής. Να βιώσω το πρωτόγνωρο συναίσθημα που πήγαζε από την αίσθηση ότι ένα συνεργείο 25 ανθρώπων και άλλων τόσων ηθοποιών και κομπάρσων βρίσκονταν ολημερίς σε δημιουργική δράση για να ενσαρκώσουν και να ζωντανέψουν τις λέξεις που έγραψα.
Το έχω νιώσει και στο θέατρο αυτό το θαύμα, με ταλαντούχους παλαιούς και νεώτερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες, αλλά αυτή τη φορά η συγκίνησή μου ήταν ακόμη πιο μεγάλη, ανέκφραστη με λέξεις αυτή.

Μόλις μου δώσουν την άδεια οι παραγωγοί και ο σκηνοθέτης, θα ανεβάσω μερικές φωτογραφίες από τα γυρίσματα κάποιων σκηνών του έργου. Προς το παρόν δύο σχετικές αλλά άσχετες με την καλλιτεχνική υπόθεση.
Ευχαριστώ τον Γιάννη Λαπατά και τους συνεργάτες του για τη χαρά και τη συγκίνηση που μου έδωσαν.

ΥΓ
Έκανα κι εγώ ένα πέρασμα, σε πλάνο γενικό, δίπλα στον Γεράσιμο Σκιαδαρέση!
Ραντεβού λοιπόν στη μεγάλη οθόνη

Τελευταίες παραστάσεις. Μην το χάσετε

Ανάμισης ντενεκές

 του Γιάννη Μακριδάκη

 

Θέατρο Φούρνος

 Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα 11472

Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 6460748

Πρεμιέρα 14 Δεκεμβρίου 2017

 

Σκηνοθεσία Μαρία Αιγινίτου

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη ο «Ανάμισης ντενεκές», ύστερα από δύο επιτυχημένους κύκλους παραστάσεων σε Ελλάδα και Κύπρο και μετά την παρουσίαση της παράστασής στo Monodrama Showcase, που διοργάνωσε ο οργανισμός «Πάφος 2017 Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», επιστρέφει για μια νέα σειρά παραστάσεων στο Θέατρο Φούρνος, από τις 14 Δεκεμβρίου 2017.

Η πρώτη σκηνοθεσία της Μαρίας Αιγινίτου, για την ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους – ή αλλιώς , πώς ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε θρύλο. Μια ιστορία που εμπνέεται από την ιστορική μνήμη και τη λαϊκή αφήγηση. 

Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους

Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου

Μουσική: Σωτήρης Καστάνης

Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος

Ερμηνεία: Χάρης Χαραλάμπους

Παραστάσεις κάθε Πέμπτη στις 21:00, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.

Διάρκεια παράστασης : 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα.

 

Τιμές εισιτηρίων

Γενική είσοδος: 12 ευρώ | Άνω των 65 ετών: 10 ευρώ

Φοιτητικό: 8 ευρώ | Ανέργων, ατέλειες: 5 ευρώ

Συγκίνηση

Επιστολή στο Γιάννη Μακριδάκη
Αγαπητέ Γιάννη
Από καιρό ήθελα να σου γράψω ή να σου πω (άν και αυτό είναι δύσκολο, αφού εδώ πατείς και εκεί βρίσκεσαι) ένα «Μπράβο Γιάννη».
Αυτό δεν αναφέρεται ούτε στην αμεσότητα του Λαγού μαλλί ούτε στην τρυφερότητα και στην ευαισθησία του Στη δεξιά τσέπη του ράσου. Εξ’άλλου περισσότερο αρμόδιοι εμού είπαν και θα πουν πολλά καλά.
Αναφέρομαι σε ένα βιβλίο σου που κατά περίεργο τρόπο δεν είναι πολύ γνωστό άν και θα έπρεπε να έχει διαβαστεί από όλους εμάς τους Χιώτες κυρίως δασκάλους καθηγητές και μελετητές.
Πρόκειται για το μεγαλειώδες έργο 10,516 ΜΕΡΕΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΙΟΥ 1912-1940, το οποίο παρόλο που είναι ιστορικό, εντούτοις είναι γραμμένο με κέφι και φαντασία, χιούμορ και αγάπη για τη Χίο, ένα ωραίο μυθιστόρημα.
Το βιβλίο που αναφέρεται στα πρώτα εικοσιεννέα χρόνια της Χίου, από την 11η Νοεμβρίου 1912 μέχρι την 28η Οκτωβρίου 1940, είναι γραμμένο μετά από έρευνα σε 11,250 φύλλα εφημερίδων.
Είναι ένα άγνωστο έργο, σταθμός για τη νεώτερη ιστορία της Χίου, που διαβάζεται ευχάριστα δίνοντας πληροφορίες όχι μόνο ιστορικές, μα και κοινωνιολογικές, καλλιτεχνικές εκκλησιαστικές, αλλά πάνω απ’ όλα καθρεφτίζει την εξέλιξη μιας προοδευτικής αλλά παράλληλα συντηρητικής κοινωνίας όπως είναι η κοινωνία της Χίου.
Εκτιμώ βαθύτατα την εργατικότητά σου και την πολυπραγμοσύνη σου (τελευταία επιστρέφεις και στην ευλογημένη καλλιέργεια της γής).
Το έργο σου είναι τεράστιο έργο ενός ολόκληρου πνευματικού κέντρου.
Μπράβο Γιάννη
Μαρία Ξύδα, αρχιτέκτων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκης 1973, Ελλάδα
Ειδικότητα στις Αποκαταστάσεις Μνημείων και Τόπων, Università della Sapienza, Rome 1977
Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2012, Ελλάδα

 

Φωτογραφία της Maria Xyda.

 

 

Ανταπόκριση 2η εξ Εσπερίας.

Φεστιβάλ ευρωπαϊκής νησιωτικής λογοτεχνίας στο Κονιάκ της Γαλλίας.
Η μεταφράστριά μου Μονίκ Λυράνς γράφει:
“Τελευταία συνάντηση, με τον Χριστό Οικονόμου και τον Loïc Marcou για το θέμα τις κρίσης, εξηγώ τις ιδέες σου”
Επισυνάπτει και φωτογραφία.
Είναι σημαντικό ο άνθρωπος που σε μεταφράζει να έχει πλήρη γνώση της φιλοσοφίας και της πολιτικής στάσης σου στη ζωή. Η Μονίκ με έχει μελετήσει πολύ καλά. Γι’ αυτό και δεν παρεξηγείται που παρίσταται μόνη.

Πολιτική και θρησκεία

Στη Γερμανία, που οδηγεί για ακόμη μια φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, με όχημα το ευρώ τώρα, την Ευρώπη στον ναζισμό, η πολιτική κρίση θα φέρει μάλλον πρόωρες εκλογές και ή νέα καταγραφή του ποσοστού της ανοδικής πορείας των ακροδεξιών θα γίνει πιο σύντομα.
Η πολιτική όταν είναι μπολιασμένη με θρησκεία, είτε μουλάδες λέγονται αυτοί, είτε τζιχαντιστές, είτε χριστιανοδημοκράτες ή χριστιανοκοινωνιστές ή αρχιεπίσκοποι και δεσποτάδες με πολιτικές κορώνες και δράσεις, προωθεί τον λαϊκισμό, τη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, το μίσος, και έχει πάντοτε τραγική κατάληξη για την ανθρωπότητα.
Όταν το τρόπαιο της θρησκείας είναι η πολιτική και της πολιτικής η θρησκεία, οι συνέπειες είναι αποτρόπαιες.

Συναπαντήματα

Σήμερα το πρωί ακολούθησα τον περίπατο – ξενάγηση στην πυρίκαυστο ζώνη της Θεσσαλονίκης του 1917, που διοργάνωσε ο Γ. Γκλαρνέτατζης και οι συνεργάτες του. Ακούσαμε και μάθαμε πολλές πληροφορίες για την πόλη. Από την Παναγία Αχειροποιήτου μέχρι την Πλατεία Ελευθερίας, μέσω Αριστοτέλους και Καπανίου. Κάθε τόσο κάναμε στάσεις και μας έδινε πληροφορίες ιστορικές και άλλες για την περιοχή.
Σε μια στιγμή εκεί που σταθήκαμε, γινόταν μετακόμιση από ένα σπίτι και κατέβαιναν άνθρωποι που κουβαλούσαν καναπέδες, τραπεζάκια και λοιπά και τα φόρτωναν σε ένα μικρό φορτηγό. Μας είπαν ευγενικά να μετακινηθούμε λίγο πιο εκεί διότι τους ενοχλούσαμε στο διάβα τους, μια φίλη τούς πρότεινε να βάλουμε όλοι μαζί ένα χεράκι να τελειώνουν, γέλασε ο τύπος, είπε ότι δεν γίνεται αυτό και ότι εντάξει, δεν έχουν τόση ανάγκη από χέρια, κατέβηκε όμως έξαλλη εκείνη την ώρα η κυρία του σπιτιού, μια τύπισσα στα σαράντα και άρχισε να περπατάει εκνευρισμένη ανάμεσά μας και την στιγμή που πέρασε από δίπλα μου, με κοίταξε μες στα μάτια και είπε: δεν είναι δυνατόν αυτό που μου συμβαίνει. Να δούμε τι άλλο θα με βρει σήμερα.
Κατάλαβα ότι εννοούσε όλους εμάς τους περιπατητές φυσικά, ως το ένα από τα δυσάρεστα ή έστω τα εμπόδια που την βρήκανε σήμερα και ποιος ξέρει τι άλλο θα την έβρισκε ακόμα, σαν εμάς ή μπορεί και χειρότερο, και ένιωσα ένα άγχος μέσα μου γι’ αυτήν και τα συναπαντήματα.
Μετά όμως από λίγα λεπτά το ξέχασα εντελώς. Διότι αφού τελείωσε ο οδηγός μας την παράθεση των πληροφοριών που είχε να μας πει και περπατήσαμε να πάμε παρακάτω, είδα μια ζαρτινιέρα και εντός της φυτρωμένο ένα ωραίο θαλερό ραδικάκι. Πλησίασα λοιπόν και του χάιδεψα τα φύλλα του, σκέφτηκα να κόψω και να φάω, αλλά το ξανασκέφτηκα και δεν το επιχείρησα. Τότε με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει, είσαι ο τάδε; Ναι, του λέω. Αχ, μου λέει, το κατάλαβα και πολύ χαίρομαι. Έχω διαβάσει βιβλία σου, σε κοιτάζω εδώ και ώρα και αναρωτιέμαι αν είσαι εσύ, αλλά όταν σε είδα να χαιδεύεις το φυτό, είπα αυτός είναι.
Ένιωσα μια γλύκα εκείνη την ώρα, που συνειδητοποίησα πως με είχε συνδέσει μέσα του με το ραδίκι ο άνθρωπος. Ήτανε ένα τελείως διαφορετικό συναπάντημα αυτό από το προηγούμενο.

Ο φίλος μου ο Κ.

Ο Κ. είναι ένας άνθρωπος ιδιαίτερος. Διαβάζει λογοτεχνία, είναι κοινωνικά πολύ ενεργός και μιλάει πολύ ελκυστικά, με όλο του το κορμί, αφού ο τρόπος που εκφέρει τον λόγο είναι βαθύς και συνοδεύεται πάντα με κινήσεις επεξηγηματικές και περιγραφικές των χεριών του.
Χθες βράδυ γυρνούσαμε μαζί προς τα σπίτια μας και είδαμε ένα παιδί να κοιμάται τυλιγμένο σε δυο κουβέρτες μπροστά στον μασούτη στην αγίας σοφίας. Όσην ώρα ανηφορίζαμε, ο Κ. σκεφτόταν το παιδί αυτό κι ένιωθε ενοχές. Αναρωτιόταν τι θα μπορούσαμε να κάναμε, τι δομές θα μπορούσε να φτιάξει ο δήμος, αν θα μπορούσαμε να ειδοποιήσουμε κάποια μκο και να τον φροντίσει σε περίπτωση που ήταν ασυνόδευτο προσφυγόπουλο, αν πήγαινε πίσω να τον ξυπνήσει και να τον πάρει στο σπίτι του, αλλά τι, για μια νύχτα μόνο, τι νόημα έχει για μια νύχτα, μονολογούσε δίπλα μου και έθετε τέτοιες σκέψεις και προβληματισμούς ώσπου αποχωριστήκαμε.
Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο Κ. Με κλέψανε, μου λέει. Γύρισα σπίτι και είχαν μπει μέσα, μου πήραν κάποια λίγα χρήματα. Τους είχε δει τους κλέφτες. Την ώρα που γύρισε, αυτοί έφευγαν. Τους κατάλαβε κατόπιν. Ήτανε κάτι παιδιά, το πολύ είκοσι χρονών.
Σήμερα το πρωί του τηλεφώνησα να δω πώς πέρασε τη νύχτα του μετά από τον ψυχολογικό αυτόν βιασμό που είχε δεχτεί. Τον άκουσα ευδιάθετο. Δεν σου κρύβω, μου λέει, ότι τους καταράστηκα σε μια στιγμή τους κλέφτες. Αλλά κατόπιν το ξανασκέφτηκα και είπα ποιος ξέρει τι βία θα έχουν δεχτεί κι αυτά τα παιδιά, για να βγουν να κλέβουν. Σκέφτηκα και ότι δεν μου είχαν πειράξει τίποτε άλλο μες στο σπίτι, μόνο τα λεφτά πήρανε, δεν μου είχαν αναστατώσει τα βιβλία, έλεγε ο Κ. και ήταν πολύ ήρεμος, σαν ευχαριστημένος. Μπορεί, είπε σε λίγο, να είδαν τα βιβλία και να τα σεβάστηκαν, παιδιά ήταν. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του κι εμένα ότι μπορεί κι έτσι να ‘γινε, προσπάθησε να βάλει μία ακόμη πινελιά συμπάθειας στους κλέφτες του σπιτιού του. Έτσι δε είναι, με ρώτησε στο τέλος. Αφού μπορούσαν να το κάνουν άνω κάτω το σπίτι, να σκίσουν βιβλία, να τα πετάξουν κάτω, δεν μπορούσαν; Αλλά δεν κάνανε τίποτα, μόνο τα λεφτά πήρανε, που είχα πάνω στο τραπέζι, μετακίνησαν έτσι λίγο, ίσα-ίσα και κάτι βιβλία που είχα εκεί και φύγανε.
Απέμεινε λίγο σκεπτικός.
Άλλη φορά τα λεφτά θα τα κρύβω μες στα βιβλία άμα φεύγω από το σπίτι, απεφάνθη. Μέσα στον Παλαμά θα τα βάζω. Όπως έκανε ο Καρούζος. Για να τα αυγατίσει ο Παλαμάς, έτσι έλεγε ο Καρούζος, που δεν ήταν πλούσιος κι αυτός, όπως κι εγώ, έτσι μου είπε ο Κ. κι έφυγε να πάει Κυριακή στο χωριό του χωρίς ίχνος αγανάκτησης για τους κλέφτες μέσα του.