Αντί Στεφάνου: Γράμμα από την Άννα

Γειά σου Γιάννη! Μολις επέστρεψα απο ένα ταξιδάκι στην Ικαριά. Ειχα μαζί μου το Αντί Στεφάνου για παρέα βιβλίου.
Ε λοιπόν, ταυτίστηκα με τον ήρωα τον Στέφανο σε ότι αφορά τον κήπο επάνω στο μνήμα (χωρίς τα του κοπρίσματος).

Είχα την ίδια έμπνευση για τον τάφο του αγαπημένου μου, που θάψαμε τον Μάη. Να του φτιάξω ένα βραχόκηπο απάνω στο μνήμα με βότανα και σκουλικόπετρες του βουνού. Δεν έχει σταυρούς και ντουλάπια. Ζήτησα και με βοήθησαν 2-3 φίλοι του και ο γιος μου και χτίσαμε τον τάφο γύρω -γύρω με ντόπια  πέτρα και από πάνω βάλαμε χώμα για να φυτέψουμε.
Ένας φίλος γλύπτης σκαλίζει τώρα σε μονόψυχη αλατσόπετρα απο το βουνό το όνομά του και τις ημερομηνίες.
Το έργο προχωράει και περιμένω τις βροχούλες πριν φυτέψω.

Ποτέ μου δεν φανταζόμουν ότι θα σκανδαλιστούν τόσο οι χωριανοί με αυτή την πράξη. Εγώ αυτό το σκέφτηκα σαν ιδέα, αυθόρμητα, χωρίς να το έχω δει ή διαβάσει κάπου. Έκλεισα τα μάτια και το είδα. Έτσι απλά.

Ανεβαίνουν λέει οι αίγες και κοπρίζουν στο χώμα και είναι αυτό μεγάλη βλασφημία για τον νεκρό. Τι να πεις!

Πάντως με κλόνισε όλο αυτό, γιατί ο σύντροφός μου ήταν και λίγο δημόσιο πρόσωπο, άρχισα να αναρωτιέμαι, κι εκεί απάνω έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο σου και να ξέρεις ήθελα, ότι πολύ με βοήθησε να ανακάμψω για να προχωρήσω τον μικρό κήπο, που κι εμένα κάποια στιγμή θα σκεπάσει εκεί μαζί με τον σύντροφό μου.

Να είσαι καλά εκεί που είσαι και όπου πας!

Άννα Μ.

«Όλα για καλό» (Athens Voice 15/9/17)

Μέσα από τη μυθιστορία του Μακριδάκη, οι άνθρωποι της «πρώτης γραμμής του πυρός» μας προκαλούν να στραφούμε κι εμείς μέσα μας

Γράφει η ΖΩΗ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ
Ο Μιχάλης, βρίσκεται νεκρός, τσακισμένος στα βράχια από τη βούληση του ισχυρού ανέμου, ή απ’ τη βούληση του ίδιου. Ο Μουεζίν βρίσκεται νεκρός, ξεβρασμένος στην ακτή, πνιγμένος απ΄ τη βούληση της μοίρας του πρόσφυγα. Ο πρώτος, «ο ξέπαπας», ο διαταραγμένος ψυχικά μοναχός, που πέταξε το ράσο, και ζούσε ασκητικά και μόνος, θα βρεθεί μετά το θάνατό του να έχει ζήσει μια ζωή που δεν την γνώριζε. Ο δεύτερος, πλούσιος μέσα στα βρεγμένα του ρούχα, που περιείχαν τα πατικωμένα δολάρια, θα βοηθήσει ερήμην του τους αναγκεμένους σαν κι αυτόν.

Ο Δημοσθένης, το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, βρίσκει και τους δύο νεκρούς, κι έτσι αρχίζει να προβάλλεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ολόκληρος ο κόσμος του παραμεθόριου νησιού. Δηλώνει λιγόψυχος, μα οι περιστάσεις θα τον υποχρεώσουν να φανερώσει έναν άνθρωπο αντοχής, βούλησης και επιμονής. Τον παρακολουθούμε να αλλάζει σιγά σιγά  με το βάρος των αποκαλύψεων και να μας γοητεύει με την εσωτερική του ανατροπή.

Μυστικά, κρυφές συμφωνίες, κιτρινισμένα απ’ τον καιρό χαρτιά που φανερώνουν τα ανείπωτα, ένα φοβερό έθιμο που μπερδεύει γονείς, παιδιά, οικογένειες, οι μνήμες των πιο παλιών του νησιού και η μνήμη του φόβου της λέπρας που κάποτε δυνάστευε τον τόπο,  αλλά και ο τωρινός φόβος, αυτόν που προκαλούν οι άνθρωποι που κύματα κύματα τους φέρνει το κύμα, των απελπισμένων, ανήμπορων, εξαθλιωμένων μεταναστών. Η κοινωνία του νησιού, τους αντιμετωπίζει διχασμένη, οι πολλοί βοηθούν, συμπαραστέκονται, συντρέχουν με οδηγό τη μνήμη της δικής τους προσφυγιάς. Μα είναι και τα «κοράκια», όντως παραταγμένοι στο ψήλωμα των ακτών, που καραδοκούν να γδύσουν, να αρπάξουν, να εκμεταλλευτούν την ανημπόρια και τον πόνο, που ασταμάτητα βγάζει η θάλασσα.

Κι ένας δύσκολος έρωτας, που διατρέχει όλο το βιβλίο, αποκαλύπτεται στο τέλος αδύνατος. Άγνωστες συγγένειες, καινούριοι πατεράδες, ακυρωμένοι γονείς, παιδιά που πρέπει να ξαναβρούν τη ρίζα της οικογένειας, μια πλοκή συχνά συναρπαστική. Όλα ακολουθούν μια δύσκολη πορεία, τόσο ανακουφιστική για όλους όμως, τόσο καταλυτική, όσο και η αλήθεια που παίρνει μπροστά στα μάτια μας σάρκα και οστά,  όσο και η πεποίθηση πως είναι όλα  για καλό.

«Όλα για καλό»

Ο Μακριδάκης κινείται σε ένα γνώριμο για εκείνον τοπίο, αφού το νησί είναι ο τόπος που ζει. Το νησί και ο κόσμος του, του είναι οικεία, μπορεί να τα ξεδιπλώσει με άνεση, με ακρίβεια, με πειστικότητα και συγκίνηση. Και βέβαια το κάνει. Ακόμη και οι λέξεις, οι ντόπιες εκφράσεις που χρησιμοποιεί χρωματίζουν αυθεντικά τα λεγόμενα. Μα περισσότερο γνωρίζει βέβαια τις ψυχές των ανθρώπων. Των δύσκολων, σκληρών, ανθεκτικών ανθρώπων, που μπορούν να είναι ταυτόχρονα  φιλεύσπλαχνοι, γενναιόδωροι, λυτρωτικά  σωσίβια για όσους έχουν ανάγκη. Τους περιγράφει με έγνοια να μην τους αδικήσει, με χιούμορ κάποιες φορές, τους συμπονά και τους θαυμάζει.

Μέσα από τη μυθιστορία του Μακριδάκη, οι άνθρωποι αυτοί, της «πρώτης γραμμής του πυρός» μας προκαλούν να στραφούμε κι εμείς μέσα μας και να αναρωτηθούμε πώς στέκουμε στις τωρινές προκλήσεις της προσφυγιάς, της ανάγκης, της δυστυχίας, που μας περιτριγυρίζει σε κάθε βήμα μας πια, μα και πόση αλήθεια αντέχει και χωράει η ζωή μας.

* Η Ζωή Καραμήτρου είναι δικηγόρος  

 

Πηγή

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ: «Ένας στέφανος για τον Στέφανο»

«ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ»

Ο αγροδίαιτος ορφανός μοναχογιός ενός νιόπαντρου ναυτικού εγκαταλείπει την ιατρική, περιηγείται χώρες της Άπω Ανατολής, μυείται σε πανάρχαιες μεθόδους θεραπείας, μελετά τρόπους καλλιέργειας της γης, επιστρέφει στα πατρώα, μετατρέπει την πέτρινη αποθήκη του παππού σε σπίτι του, απομονώνεται απ’ το ντόπιο περιβάλλον, αποδέχεται την θέση του νεκροθάφτη του χωριού και θάβει πρώτα απ’ όλους την άρτι αποθανούσα μητέρα του σε άλλον από τον συμφωνηθέντα χώρο εντός του νεκροταφείου μετατρέποντας το επί του τάφου της χώμα σε καρπερό φυτώριο ξυλαγγουριών για να τους χαρίσει στη φτωχολογιά. Ακολουθώντας ένα πρότυπο φυσικής διαβίωσης και εισάγοντας στην κοινωνία στο περιθώριο της οποίας ζει «καινά δαιμόνια» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις αρχές, προσελκύει το κουτσομπολιό όλου του οικισμού με τις παραδοξότητές του αλλά μένει πιστός μέχρι το τέλος της ιστορίας στις εμμονές και την ιδεοληπτική, λυτρωτική γι’ αυτόν αρχή της επιστροφής στη μάνα-φύση, μάλλον χωρίς δυνατότητα καθαρμού.

    Το νέο συγγραφικό πόνημα του ευφυούς και ευρηματικού πεζογράφου Γιάννη Μακριδάκη, θα τολμούσα να πω «ένα αιρετικό βιβλίο από έναν αιρετικό συγγραφέα»-, είναι ένα σχοινοτενές αφήγημα γραμμένο με μια «δικής του κοπής» γλωσσική και εκφραστική ιδιοτυπία.  Η επινοημένη βέβαια, μίξη μιας απλής καθαρεύουσας, πολύ οικείας στους παλιότερους που την έγραφαν και την διάβαζαν αναγκαστικώς στις εφημερίδες και τα δημόσια έγγραφα –που δεν την καταλάβαιναν όμως οι πιο πολλοί γι’ αυτό και  πολύ λίγοι την χρησιμοποιούσαν ως προφορική γλώσσα-  και της καθομιλουμένης λαϊκής γλώσσας με διάσπαρτα ιδιωματικά στοιχεία και εκφράσεις δημώδους καταγωγής δε δίνει την αίσθηση γλωσσικής  πόζας. Η γλώσσα αυτή, που έχει την μορφολογία «φτιαχτής», κυλάει φυσικά και αβίαστα και προσλαμβάνεται με θερμή αμεσότητα από τον αναγνώστη και τον ακροατή της, ιδίως όταν χρησιμοποιείται για να διασκεδάσει με τα σουσούμια διάφορων τύπων, γραφικών, κουτοπόνηρων ή ψωριάρηδων, να  περιγελάσει κάποια τραγελαφικά γεγονότα του κοινού βίου, και προπαντός να σαρκάσει καγχαστικά το γεγονός του θανάτου. Είναι μια γλώσσα που επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τα εφευρήματα του συγγραφέα γύρω από τα επιθανάτια δρώμενα, μνημόσυνα και τελετουργικά, προπαντός δε αυτά που διαδραματίζονται με θέατρο τον χώρο του νεκροταφείου και το μεζάρι, το επίμαχο μνημούρι της μάνας του νεαρού νεκροθάφτη.

     Είναι μια γλώσσα αρκετά συγγενής με το παπαδιαμαντικό ιδίωμα. Μα με τον μεγάλο Σκιαθίτη ο Μακριδάκης έχει αναλογικά και άλλες συγγένειες, μία απ’ αυτές, η βασικότερη, είναι ότι, όπως εκείνος, διαλέγει να γράψει ιστορίες ανθρώπων που ζουν μακριά από την τύρβη των πόλεων, σε θύλακες όπου διασώζονται ακόμη παλιές μορφές ζωής, αντλώντας αντίστοιχα απ’  κοινωνίες των χιώτικων χωριών, παρουσιάζοντας βέβαια μια «δική του» Χίο, που αναλογεί τόσο σε ρεαλιστικά όσο και ονειρικά δεδομένα, όπως αντίστοιχα ο Παπαδιαμάντης αναδείκνυε με τις ιστορίες του μια «δική του» Σκιάθο.

    Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που του αναλογεί περίπου  το τελευταίο του τέταρτο, αποκαλύπτεται το πρόσωπο του αφηγητή και το πεζογράφημα παίρνει τρόπον τινά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

   Ο συγγραφέας ξέρει, -όπως όλοι μας άλλωστε- πως δε μπορεί  να ξεγελάσει την επίσκεψη του θανάτου.  Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να τον διακωμωδήσει και μαζί μ’ αυτό  να προπηλακίσει την φαρισαϊκή και ηθικοληπτική συμπεριφορά του κόσμου της επαρχίας, -εδώ της νησιωτικής επαρχίας-, και ιδιαίτερα των θεωρούμενων ως σημαίνοντα πρόσωπα στα στενά και απροσπέλαστα όρια της περιχαρακωμένης κοινοτικής εθιμοτυπικής  ζωής, έστω κι αν παίρνει η μπάλα τα   καθιερωμένα νεκρικά έθιμα προσβάλλοντας μια πατροπαράδοτη, απαράβατη εθιμοτυπία. Ο περιγελασμός του θανάτου είναι θρασύτητα, είναι όμως και ανατρεπτικό τόλμημα, από αυτά που δεν τα’ χει ανάγκη τόσο η λογοτεχνία για την ανανέωση της θεματικής γκαρνταρόμπας της, όσο η ίδια η ζωή, για να μπορούμε να την κοιτάξουμε κάπως μ’ ένα άλλο μάτι. Ο Μακριδάκης ανιχνεύοντας την ψυχολογία μιας περίκλειστης μικροκοινωνίας που πασχίζει να δώσει εξηγήσεις στο αινιγματικό χαμόγελο μιας νεκρής μάνας κατορθώνει να δώσει καίρια τα ψυχογραφικά πορτρέτα μιας σειράς λαϊκών τύπων, ενώ μιλώντας για πράματα λυπητερά που κανονικά θα προκαλούσαν μελαγχολία, με την τεχνική του υπηρετεί μια «τέχνη αλυπίας», αφού τα δράματά του αποπνέουν αύρα παραμυθητική. 

     Η άλλοτε πλάγια ή υποδόρια ειρωνεία κι άλλοτε χοντροκομμένη φάρσα του Μακριδάκη γίνεται ένα εργαλείο εγκαυστικής κοινωνικής κριτικής με χαρακτήρα σε βάθος πολιτικό και στην ευρύτερη πρόσληψή της μυκτηρισμός της γελοίας και επονείδιστης πλευράς του μέσου μονοδιάστατου(που θα’ λε κι ο Μαρκούζε) ανθρώπου, που, ενώ έχει πατόκορφα αλλοτριωθεί και ενδώσει στις σειρήνες της μεταποίησής του σε κάτι εντελώς ξένο απ’ τον γνήσιο, τον «παραδοσιακό», αν θέλετε, εαυτό του, εντούτοις  ακολουθεί στις περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις του μια σειρά καθιερωμένων προτύπων, που δεν τα πολυπιστεύει μα ποτέ δεν τολμά να τα αμφισβητήσει, πόσω μάλλον να τα ανατρέψει και αντιδρά σε κάθε περίπτωση κριτικής, περιφρόνησης και γελοιοποίησής τους.

   Απ’ την πλευρά αυτή, ο Μακριδάκης ακολουθεί –από υγιές κοινωνικό, ίσως, ένστικτο- ή πάντως εκφράζει την σύγχρονη αναβίωσή μιας μακραίωνης γνήσιας παράδοσης, καθώς θυμίζει έντονα τις παλιές «τσούχτρες», φιλοσκώμμονες και χλευαστικούς τύπους, όπως οι Μωμόγεροι του Πόντου. Σαν σύγχρονος «Μώμος», ακολουθεί το τυπικό του αρχισαρκαστή  των πανάρχαιων εκείνων λατρευτικών τελετών για την γονιμότητα της γης και την καλοχρονιά που έχουν σήμερα μετεξελιχθεί, σε πολλές περιοχές της χώρας μας, σε λαϊκά σατυρικά δρώμενα ψυχαγωγικής εκτόνωσης και κοινωνικού εξαγνισμού. Συγγενεύει επίσης με κάποιους ήρωες του Αριστοφάνη που χλευάζουν και αναγελούν τα καμώματα των αξιάγαστων δήθεν, μα κατ’ ουσίαν κατάπτυστων αρχόντων. Κάποιες περιγραφές του βέβαια φέρνουν στο νου ακόμη και την γελοιοποιητική νοοτροπία του Καραγκιόζη απέναντι σε ποικίλους φαιδρούς και τραγελαφικούς, εξουσιαστικούς ιδίως, τύπους. Πρόκειται λοιπόν για κωμωδία, για φάρσα, μήπως για φαρσοκωμωδία; Το «Αντί Στεφάνου»,  με μικρό «σ» για το στεφάνι και κεφαλαίο «Σ» για τον ήρωα του συγγραφέα, τον Στέφανο, -όπως προτιμάτε-, μοιάζει να προσεγγίζει στην πρόθεσή του πιο πολύ το σατυρικό δράμα, όχι μόνον για την θεματική του επιλογή, όσο για την αμφιθυμική αίσθηση που σου προκαλεί το αρμονικό δέσιμο, η έξυπνη συνεργασία του δραματικού και του σατυρικού στοιχείου μέσα στην κωμικοτραγική ανθρώπινη καθημερινότητα.

   Η συγγένεια της νουβέλας με δρώμενα και κείμενα  χλευαστικά και «ανίερα» της ελληνικής παράδοσης και της γραμματείας είναι σχεδόν απτή, και ο κύριος εκφραστής  της ιδιότυπης, επαναστατικής, αντιπαραδοσιακής  στάσης είναι ο Στέφανος, ο φυτοφάγος και κοπρολάγνος, «ανώμαλος» για τους χωρικούς, «φιλόσοφος του πρωκτού» για τους γραμματιζούμενους, ο οποίος αφοδεύει πάνω στον φρέσκο τάφο της μάνας του και καλλιεργεί ξυλαγγουριές  με ξεκάθαρο φιλανθρωπικό σκοπό.    

    Ποιος είναι άραγε ο πιο βέβηλος –φυσικά ο συγγραφέας έχει πάρει απ’ την αρχή θέση-, και ποιος εκφράζει επί της ουσίας την «ύβριν», ο βασταγμένος Ελληνοαμερικάνος θείος, που, βουλιαγμένος σε υπεροψία και μέθη» συνεργάζεται με τον επί των τελετουργικών ιερέα, ποθώντας την οικοδόμηση ενός προκλητικού μαυσωλείου για την φαμίλια του, αποθέωση του κιτς και κραυγαλέα επιτομή της ανθρώπινης μωροφιλοδοξίας και ματαιότητας ή ο «σαλεμένος» νεαρός φυσιολάτρης, που ναι μεν κοπρίζει επί του σημείου ταφής της μητρός του αλλά στοχεύει –έστω και με ουτοπική προοπτική- στην βελτίωση και αναζωογόνηση του φυσικού περιβάλλοντος και την διευκόλυνση του «κύκλου της ζωής;»

        Ο συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει την ευτέλεια και την κωμικοτραγικότητα της καθημερινής ζωής κυκλώνοντας έναν θίασο φανταστικών προσώπων που αντιστοιχούν όμως κάλλιστα σε χαρακτηριστικούς επαγγελματικούς τύπους και λησμονημένους –για τους αστούς-  ψυχολογικούς χαρακτήρες  επαρχιωτών.

   Η γραφή του Μακριδάκη, ο τρόπος που χτίζει την αφήγησή του, οδηγεί τον αναγνώστη στην διαμόρφωση μιας τουλάχιστον συμπαθητικής, ακόμη και υπερθετικής,  γνώμης για τον βασικό ήρωά του και του προσδίδει αξία, σε αντίθεση με την υποτιμητική γνώμη που σχηματίζει κανείς για τους συγχωριανούς του απ’ τους οποίους ο ίδιος ο νεκροθάφτης Στέφανος εισπράττει την απαξιωτική παρεξήγηση, θεωρούμενος αποσυνάγωγος και σαλεμένος. Ο «τρελός του χωριού» λοιπόν, μέσα από τις απόπειρες εφαρμογής των «παράδοξων» για τους άλλους παγανιστικών και φυσιολατρικών θεωριών του αποκτά υψηλή και ιδιαίτερη τιμή στο αξιακό σύστημα των ανθρωπίνων αξιών.

     Ο Μακριδάκης γράφει μια ιστορία από εκείνες που μοιάζει να συμβαίνουν πολύ σπάνια ή να μη συμβαίνουν ποτέ. Και είναι αξιοθαύμαστο το ιδιοφυές «τέχνασμά» του να στήσει έναν ανθρώπινο θίασο βάζοντας τον πρωταγωνιστή του στην άκρη του χορού, αυτόν τον στιγματισμένο παρία, ανατροπέα πατροπαράδοτων ταμπού και εθελούσιο δραπέτη από τον κλοιό των κοινωνικών συμβάσεων, αλλά μέσω της αλλόκοτης για τους πολλούς δράσης του,  με προσωπικότητα υγιούς και παρεμβατικού αυτοπροσδιορισμού για τους λίγους –και φυσικά για τον ίδιο-, να τον κάνει μέσα από την εξέλιξη των επεισοδίων να μας κερδίσει όλους και απ’ το  περιθώριο να βρεθεί στο κέντρο του χορού, πάντα ανεξάρτητος και αυτόνομος, όμως αποκαθαρμένος απ’ την κοινωνική χλεύη, λυτρωμένος στα μάτια μας και  με ατομικότητα σημαντικά διακριτή λόγω της  μοναδικότητας της.

    Ο Μακριδάκης  υποδεικνύει με την κατασκευή αυτού του ήρωα-αντιήρωα της καθημερινότητας ένα ζητούμενο τον καιρών μας : την ανάγκη για καλλιέργεια της θετικής πλευράς του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος με πρωτοβουλία, παρρησία και ανθρωπιστικό όραμα, σε συνδυασμό με την ουσιαστική αγάπη και την θεραπεία της φύσης, πέρα απ’ τις συνήθειες και κόντρα στον συμβατικό κώδικα ζωής της πλειοψηφίας, προτείνει ανατρεπτικά, εναλλακτικά πρότυπα ζωής που δυνάμει μπορούν να βελτιώσουν ή να διασώσουν την ατομική περίπτωση και –σίγουρα- να βοηθήσουν το συλλογικό όραμα.

  Κι αν όλα αυτά μοιάζουν –και ίσως είναι- ουτοπικά, πώς να τα πιστέψει κανείς; Απαντάει σ’ αυτή την ερώτηση ο προσφάτως αποδημήσας οικουμενικός δάσκαλος Εντουάρντο Γκαλεάνο : «Την ουτοπία, όσο και να περπατώ, δεν θα την φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει τότε η ουτοπία; Σ’ αυτό χρησιμεύει, στο να περπατάς. … Πρέπει να ονειρευτούμε, γιατί χωρίς όνειρα δεν ξέρουμε προς τα πού περπατάμε». 

   Το σενάριο της ιστορίας «Αντί στεφάνου» δένει αρμονικά τις δύο ιδιότητες τις οποίες δηλώνει ο δημιουργός της, πρώτα φυσικός καλλιεργητής κι  έπειτα συγγραφέας.

    Ο Γιάννης Μακριδάκης, με κέντρο ζωής την απείρου φυσικού κάλλους Βολισσό στα βορειοδυτικά της νήσου Χίου, ακτιβιστής, αντικαπιταλιστής, παρεμβατικός στις πολιτικές εξελίξεις μέσω διαδυκτίου και αλλιώς, γράφει ανάμεσα στα άλλα για πράσινους ήρωες και για πράσινους εμπρηστές με κείμενα φλογερά που απευθύνονται σε όλους μας, δίνοντας μηνύματα και επισημαίνοντας κινδύνους για την διάσωση του ρημαγμένου φυσικού περιβάλλοντος, την φυσική και ψυχική υγεία και την σωτηρία του ανθρώπου.  Εκτός από πρωτοποριακός και σημαντικός συγγραφέας,  πολυπράγμων και πολυπρισματικός ως συνολική προσωπικότητα, είναι ένας δημιουργός ευεργετικά ψυχωφέλιμος και ένας πολλαπλά χρήσιμος άνθρωπος.  

     Ας του ευχηθούμε, όπως του ευχήθηκε ένας μικροκαλλιεργητής απ’ την Κω σ’ ένα γράμμα του : να έχει  τους καλούς δαίμονες μαζί του και το ιερό πουλί της υγείας κοντά του.

H Νένα Μεντή διαβάζει Θωμά Κοροβίνη και Γιάννη Μακριδάκη

 

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017  και ώρα 8μμ στην πλατεία Πυθώνα στη Βολισσό

 

Δυο φίλοι συγγραφείς που η γραφή τους επικοινωνεί, ο Θωμάς Κοροβίνης (εκδόσεις ΑΓΡΑ) και ο Γιάννης Μακριδάκης (εκδόσεις ΕΣΤΙΑ) θα μιλήσουν ο ένας για το έργο του άλλου με την εισήγηση και του κριτικού λογοτεχνίας Κώστα Καλημέρη. Αποσπάσματα επιλεγμένα από τα λογοτεχνικά τους κείμενα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Νέα Μεντή και Σταύρος Μερμήγκης.

Θα ακολουθήσει μουσική με παραδοσιακά και ρεμπέτικα άσματα. Στο ούτι ο Νίκος Σβίγκος και στο κανονάκι ο Γιάννης Φασιανός. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί με τη φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Βολισσού «Ο Όμηρος».

Ήλιος με δόντια στο ΚΘΒΕ

 

«Ήλιος με δόντια». Ένας σπαραχτικός μονόλογος, μία χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής, που ακροβατεί ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, στο τώρα και στο χθες, με πικρές αναφορές στα ”χρηστά ήθη” της ελληνικής επαρχίας, την υποκρισία, τον μίζερο καθωσπρεπισμό.Ο Κωνσταντής. Ένα θύμα κοινωνικού ρατσισμού στις αρχές του αιώνα στη Χώρα της Χίου. Ένας άνθρωπος, παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ…

Ο Γιάννης Μακριδάκης, συγγραφέας μεγάλων επιτυχιών, ένας πνευματικός άνθρωπος, ερευνητής, μελετητής, που έχει ταράξει τα πολιτιστικά νερά του τόπου του και ο Βασίλης Βασιλάκης, συνεπής για άλλη μία φορά στη θεατρική γραμμή και πορεία που έχει χαράξει, προσκαλούν το κοινό σε ένα ταξίδι στη βαθειά αλήθεια του θεάτρου.

Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο «Ήλιος με δόντια», του Γιάννη Μακριδάκη, Εκδόσεις Εστία.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Σκηνοθεσία – Ερμηνεία – Θεατρική μεταφορά: Βασίλης Βασιλάκης
Επιμέλεια σκηνικού χώρου: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Γιούλα Ζωιοπούλου
Video art – Μουσικές επιλογές: Ανέστης Κορνέζος

Ανεμοδαρμένα μυστικά, σπιτάλια του χθες και του τώρα (ΤΑ ΝΕΑ 2/9/17)

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο συγγραφέας από τη Χίο ξετυλίγει το κουβάρι των αποκαλύψεων μιας μικρής συντροφιάς με φόντο την έλευση απελπισμένων προσφύγων στα παράλια του νησιού

Ο 46χρονος Γιάννης Μακριδάκης στο αγρόκτημά του στη Βολισσό της Χίου. Ζει μόνιμα εκεί όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια της γης

Ανεμοδαρμένα μυστικά, σπιτάλια του χθες και του τώρα

Τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται. Πιστός όχι μόνο στο νησί του αλλά και στην αφηγηματική του άρθρωση, ο Γιάννης Μακριδάκης στο δωδέκατο βιβλίο του έρχεται αντιμέτωπος με τη μικρή και τη μεγάλη ιστορία του τόπου του. Ενός τόπου που σαν ζωντανός οργανισμός δεν παύει να γεννά και κυρίως να ξεβράζει θαμμένα κρίματα. Ακόμη και στις μικρές κοινότητες υπάρχουν μυστικά. Ιδίως σ’ αυτές. Και μάλιστα είναι δεμένα με γερό σκοινί καθότι, αν τυχόν λασκάρει ή σπάσει, τότε θύτες και θύματα από εκεί που μοιράζονται ένα πιάτο φαΐ, θα μοιράζονται αποξένωση και θάνατο.
Το βιβλίο ξεκινά μ’ ένα αστείο, φαινομενικά, θανατικό. Ο Μιχάλης, ένας ερημίτης αποτραβηγμένος χρόνια στο καλύβι του, παρασύρεται από τον δυνατό άνεμο. Πέφτει άτσαλα και πεθαίνει ακαριαία. Ο χαμός του θα φωτίσει αργότερα τις ανήλιαγες ρίζες γενεαλογικών δέντρων που κανείς δεν φανταζόταν ότι έχουν δημιουργήσει υπόγειες συνδέσεις. Από κει και πέρα, έχουμε τον Δημοσθένη. Αποκλειστικός αφηγητής και πιστό alter ego του συγγραφέα. Γενναιόδωρο και ευαίσθητο παλικάρι βοηθά τους πρόσφυγες να ξεφύγουν από τα δεινά του θαλασσοπνιγμένου ταξιδιού τους. Μαζί του η αινιγματική και ερωτοχτυπημένη Κατρίν που έχει καταφτάσει από το Βερολίνο ως εθελόντρια, ο καπτα-Φώταρος, ένας καραβοκύρης παλαιάς κοπής και αριστερών καταβολών, η γυναίκα του η κυρά Καλή, η μαμμή της κοινότητας, όπως και μερικοί ακόμη φίλοι. Δρουν πάνω στις αρχές της αλληλεγγύης, του σεβασμού προς τη φύση και των ανθρώπινων αναγκών, δίχως εσωτερικές ενδορρήξεις. Αυτές, όποτε έρθουν, έχουν ως αφετηρία τις συναισθηματικές κυματώσεις που προκαλούν οι αναπάντεχοι στροβιλισμοί των ανθρώπινων πράξεων.
Γνώστης των παραδόσεων και της ιστορίας της Χίου, ο συγγραφέας υφαίνει έναν δραματικό ιστό γύρω από το λεπροκομείο του νησιού ή σπιτάλι, όπως αναφέρεται εντός βιβλίου από τους πρωταγωνιστές. Το βάρος της σκιάς του κατανέμεται σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της αφήγησης. Πολλές φορές ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι τα τεκταινόμενα της πλοκής μοιάζουν με αλληγορική προέκταση του χώρου αυτού. Λες και έχουν δραπετεύσει απ’ τα ντουβάρια του. Να θυμίσουμε ότι το ίδρυμα ξεκίνησε τις εργασίες του τον 14ο αιώνα και έκλεισε οριστικά περίπου στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Είχε αυστηρότατους κανόνες, έλεγχο από την Εκκλησία, ενώ απαγορεύονταν οι γάμοι μεταξύ των ασθενών (το αντίθετο συνέβαινε στη Σπιναλόγκα). Η παρέα αναλαμβάνει να ανακατασκευάσει το σπιτάλι σε κατάλυμα για να φιλοξενήσει νέες ζωές ντόπιες και ξένες.
Με τον Δημοσθένη να βρίσκεται σε τροχιά ολοκλήρωσης των βαθύτερων επιθυμιών του, ένα πλαίσιο που ορίζεται από την ερωτική αναγέννηση μέχρι την άδολη κοινωνική συνεισφορά, ο συγγραφέας προχωρά στην υπεράσπιση των καλών προθέσεων, διαλύοντας την γκρίζα περιοχή των αμφιβολιών. Ετσι λοιπόν όταν το πτώμα ενός πρόσφυγα κρύβει μερικές χιλιάδες δολάρια, αυτά πηγαίνουν στη σίτιση και στέγαση άλλων προσφύγων. Δεν αφήνεται καμία υπόνοια προσωπικής εκμετάλλευσης, εκτός από μια ελαφριά αλλοίωση των γεγονότων για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις στην τοπική κοινωνία. Συμφιλιωμένοι οι ήρωες με τον κύκλο της ζωής, υποδέχονται στο σπιτάλι ένα νεογέννητο, το οποίο είναι καρπός δύο προσφύγων. Στο μέρος όπου «μεγαλούργησαν» ο θάνατος και η απομόνωση έρχεται η ζωή να περπατήσει.
Το αλισβερίσι των ψυχών
Αυτό το αλισβερίσι των ψυχών έχει και τις συνέπειές του που δεν είναι ευνοϊκές μοναχά. Εν συνεχεία αποδεικνύεται ότι η Κατρίν δεν είναι απλά μια εθελόντρια από το Βερολίνο. Εχει έρθει στη Χίο για να βρει την καταγωγή της. Το πραγματικό όνομα του Μιχάλη είναι Νικηφόρος. Ο οποίος αποδέχθηκε για ένα διάστημα το ιερατικό σχήμα και βοηθούσε τους χανσενικούς συντοπίτες του. Ενώ η σκούφια του βασικού μας ήρωα Δημοσθένη κρατά από εκεί που δεν το φαντάζεται κανείς, ούτε καν ο ίδιος. Ο Μακριδάκης δεν βλέπει να υπάρχει ουσιαστικός δόλος πίσω από την κουρτίνα των μικροψεμάτων, που συγκεντρωμένα όλα μαζί καταλήγουν ενδεχομένως σε μια οξεία διαστρέβλωση. Ετσι όπως θα το αντιλαμβανόταν ίσως ένας εξωτερικός παρατηρητής, ένας τουρίστας. Ο αμυντικός μηχανισμός μιας απομονωμένης κοινωνίας βρίσκει τρόπους για να ζήσουν τα μέλη της και την επόμενη μέρα. Οχι πως ο συγγραφέας αθωώνει εντελώς τους κλειδοκράτορες των αποσοβήσεων. Οταν αρχίζει η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων, ο ήρωας αφήνεται ξεκρέμαστος. Το σαράκι της αμφιβολίας εισβάλλει κάτω από το δέρμα και οι εξηγήσεις παραμένουν ανεξήγητες.

Παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι
«Τα γεγονότα είναι οι εχθροί της αλήθειας»
Η οικογενειακή τύχη των πρωταγωνιστών ευθυγραμμίζεται με την πορεία των προσφύγων. Το φευγιό των τελευταίων από ένα ασταθές περιβάλλον πολέμου, η συνάντηση με το άγνωστο, επιβιβάζεται στο σαπιοκάραβο ενός εσωτερικού κενού, διαμορφωμένου ήδη στον ντόπιο ψυχισμό. Κυρίως του Δημοσθένη αλλά και της Κατρίν. Ο συγγραφέας παιχνιδίζει με τους χαρακτήρες και τους αναγνώστες όπως η γάτα με το ποντίκι, ανοίγοντας μια γκάμα συμπεριφορών και περιστατικών που σκοπό έχουν να ανεβάσουν τον δείκτη του αιφνιδιασμού. Για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, δεν έχουμε να κάνουμε με αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ξανοίγεται στον ιστορικό χρόνο, μπολιάζοντάς τον συνεχώς με το ανασχηματιζόμενο παρόν. Η αρμονία των μελών της κοινότητας διαταράσσεται από την ανοιχτή ομολογία των παθών του παρελθόντος. Η συνείδηση ξαλαφρώνει για λίγο, μέχρι να αντιληφθεί τις πληγές τις οποίες άνοιξε. Ομως δεν είναι δυνατόν να ζουν οι άνθρωποι αιώνια μέσα στο ψέμα. Κάποια στιγμή ένα τυχαίο γεγονός ή ο συνδυασμός εξωτερικών παραμέτρων θα καταφέρουν να αλιεύσουν την παραδοχή. Για να θυμηθούμε και τα λόγια του Θερβάντες: «Τα γεγονότα, καλέ μου Σάντσο, είναι οι εχθροί της αλήθειας».

INFO
Το ερχόμενο Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου ο Γιάννης Μακριδάκης θα συνομιλήσει με τον συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη στην πλατεία της Βολισσού. Συντονίζει ο κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Καλημέρης.
Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Νένα Μεντή και Σταύρος Μερμήγκης. Εναρξη: 8.30 μ.μ. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί με τη φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Βολισσού.

Από το προφίλ του Θωμά Κοροβίνη στο φβ

Με μεγάλη χαρά ταξιδεύω με παρέα αγαπημένους φίλους καλεσμένος για δέκα μέρες στη Χίο, από 1 μέχρι 10 Σεπτεμβρίου, απ΄ τον αδερφό συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη. Σε συνεργασία μ’ αυτόν τον μοναδικό πεζογράφο και σπουδαίο ακτιβιστή οργανώνουμε κάποιες πολιτιστικές εκδηλώσεις στο νησί. Και όπως λέει η πολυαγαπημένη μου Νένα Μεντή “πάμε εκεί γρήγορα, που το’ χουν πιο πολύ ανάγκη”.

ΣΥΜΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΘΩΜΑ ΚΟΡΟΒΙΝΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ

Στη Βολισσό της Χίου το Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου, ώρα 8. 30 μμ., στην πλατεία του χωριού, παρουσιάζονται δυο φίλοι συγγραφείς που η γραφή τους επικοινωνεί, ο Θωμάς Κοροβίνης(εκδόσεις ΑΓΡΑ) και ο Γιάννης Μακριδάκης(εκδόσεις ΕΣΤΙΑ). Θα μιλήσουν ο ένας για το έργο του άλλου με την εισήγηση και του κριτικού λογοτεχνίας ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΗΜΕΡΗ. Αποσπάσματα επιλεγμένα από τα λογοτεχνικά τους κείμενα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί ΝΕΝΑ ΜΕΝΤΗ και ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΡΜΗΓΚΗΣ.

Θα ακολουθήσει συναυλία με παραδοσιακά και άλλα άσματα.
Η εκδήλωση θα γίνει με τη φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Βολισσού.

Φωτογραφία του Thomas Korovinis.
Φωτογραφία του Thomas Korovinis.
Φωτογραφία του Thomas Korovinis.

Περί Στεφάνου

Καλησπέρα κ. Μακριδάκη, 

Ονομάζομαι Ελένη Αδ. και κατοικώ στη Ναύπακτο.
Σας έχω γνωρίσει μέσα από τα βιβλία σας και την ιστοσελίδα σας.
Τυχαία έπεσα πάνω σε μια παλαιότερη ανάρτηση τοπικής ειδησεογραφικής ιστοσελίδας.
Μπήκα στον πειρασμό να σας την διαβιβάσω άμεσα.
Δεν έχω ερευνήσει ποιος, πού, γιατί το έκανε!

Όταν η πραγματικότητα εγγίζει- ή και ξεπερνά- τη λογοτεχνική μυθοπλασία.

Μποστάνι σε νεκροταφείο της Ναυπάκτου…Φωτο

Απίστευτο κι όμως αληθινό είναι αυτό που κατέγραψε ο φακός του Nafpaktianews.gr σε κοιμητήριο στη Ναύπακτο. Άγνωστος έσπειρε σπανάκι και σκόρδα πάνω σε δύο τάφους, κοινώς δημιούργησε το δικό του μποστάνι μέσα στα στενά όρια ενός  οικογενειακού τάφου. Το Nafpaktianews.gr σας παρουσιάζει την προσπάθεια αλλά και  την σοδειά η οποία απ’ ότι βλέπετε  είναι πολύ παραγωγική.

DSC_0596

DSC_0595DSC_05942014-04-19 20.09.40

Μια ξεχωριστή εκδρομή στον Ροδώνα

 

Το κτήμα του Γιάννη Μακριδάκη στον Ροδώνα Βολισσού ανοίγει στο κοινό για μια συνάντηση με τον συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη και τον κριτικό λογοτεχνίας Κώστα Καλημέρη

Το «Λογοτεχνικό Εργαστήρι» του Ομηρείου διοργανώνει εκδρομή την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου στο κτήμα του Γιάννη Μακριδάκη στον Ροδώνα Βολισσού, όπου μετά φαγητού, μπάνιου και περιπάτου θα λάβει χώρα συνάντηση με τον συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη και τον κριτικό λογοτεχνίας Κώστα Καλημέρη. Η συζήτηση θα περιστραφεί γύρω από το γνωστό βιβλίο του Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου» και θα επεκταθεί σε διάφορα θέματα λογοτεχνικού ενδιαφέροντος.

Πληροφορίες

  • Προτεινόμενη ώρα άφιξης στον Ροδώνα 11 πμ
  • Οι συμμετέχοντες καλό είναι να κρατούν κι ένα φαγητό παρασκευής τους για το ομαδικό τραπέζι
  • Τηλέφωνο για όσους δεν γνωρίζουν πως να φθάσουν στον Ροδώνα: 6977000744