Εκπομπή στο Μεταδεύτερο

Μια εκπομπή της Ειρήνης Παλαιολόγου, η οποία συμμετείχε στο πασχαλινό βιωματικό λογοτεχνικό εργαστήρι στη Βολισσό κάνει μια αναφορά στην εμπειρία της κοντά μας, καθώς και για το βιβλίο “Όλα για καλό”

Ακούστε την εκπομπή εδώ

Αναγνωστική απόκριση: Γιώτα (goodreads.com)

Γιώτα :
Βαθμολογία: ★★
Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη θεωρώ ότι το συγκεκριμένο είναι ανέμπνευστο. Γραμμένο με ευκολία , θυμίζει σενάριο παλιάς ελληνικής ταινίας( ο μετανοηθείς για τα σφάλματα του καλόγερος που επανέρχεται στα εγκόσμια, αφού έχει ήδη εν αγνοία του ένα παιδί, η Γερμανίδα που βρίσκεται στο νησί να βοηθήσει τους πρόσφυγες και παράλληλα να αναζητήσει τις ρίζες της και αυτές μπλέκονται τόσο με τη μοίρα του πρώην καλόγερου όσο και με την ιστορία του λεπροκομείου). Χωρίς ουσιαστικές ανατροπές, χωρίς πρωτοτυπία, χωρίς αυτή την πρωτόγονη ομορφιά των προηγούμενων βιβλίων του Μακριδάκη. Αυτό που συγκινεί τον αναγνώστη είναι η γλωσσική δύναμη του βιβλίου – ο Μακριδάκης χειρίζεται με ιδιαίτερη μαεστρία το λόγο και οι ήρωες του μιλούν απλά, λιτά και χωρίς φιοριτούρες.Θα κρατήσω την αγνότητα των χαρακτήρων του βιβλίου και τις όμορφες απόψεις τους , όπως και τις δυνατές μέσα στην απλότητα τους σκηνές της κηδείας και του αποχαιρετιστήριου δείπνου.

Όλα για καλό: Βιβλιοκριτική της Ειρήνης Παξιμαδάκη

“Όλα για καλό” είναι ο τίτλος του τελευταίου του μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη που κυκλοφόρησε μέσα στο 2017 από το βιβλιοπωλείο της  Εστίας. Τι περιμένει κάποιος αναγνώστης που δεν έχει γνωρίσει τον Γιάννη Μακριδάκη μέσα από άλλα έργα του διαβάζοντας μόνο τον τίτλο του έργου; Προφανώς μια αισιόδοξη στάση ζωής, μια θετική θέαση των πραγμάτων, μια στωική αλλά όχι μοιρολατρική αντιμετώπιση όλων όσα συμβαίνουν στη ζωή μας.

Ο τίτλος είναι μια φράση leit motiv που βγαίνει για πρώτη φορά από τα χείλη της κυρα-Καλής, του πιο θετικού και φωτεινού χαρακτήρα της ιστορίας, που διόλου τυχαία φέρει το συγκεκριμένο nomen omen, και στη συνέχεια εκφέρεται κι από τους άλλους ήρωες, πιο πολύ σαν διαπίστωση στην οποία οδηγεί η αδυναμία να ερμηνεύσουν την τροπή που παίρνει πολλές φορές η ζωή τους.

Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολύ κανείς ότι είναι η Χίος. Γύρω από το σπιτάλι, το παλιό λεπροκομείο της Χίου, έναν τόπο ερημωμένο και στιγματισμένο, που κάποιοι εθελοντές  με προσωπική δουλειά και μεράκι έχουν ανακαινίσει, ώστε να γίνει χώρος υποδοχής προσφύγων, να λειτουργήσει το κοινωνικό μαγειρείο και ένα μουσείο των λεπρών. Το αφηγηματικό παρόν της ιστορίας τοποθετείται τον Δεκέμβριο του 2015, συγκεκριμένα από τις 10 έως τις 15 Δεκέμβρη. Δύο θάνατοι και μια γέννηση είναι τα βασικά περιστατικά, γύρω από τα οποία ξετυλίγονται όλες οι ιστορίες που αποκαλύπτονται. Ιστορίες που εκτείνονται πίσω στον χρόνο και φτάνουν μέχρι το  κύμα προσφύγων κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου από την Ελλάδα στην Ανατολή, και σημαδεύουν την κοινή μοίρα των ηρώων. Το βιβλίο ξεκινά απρόσμενα με την αφήγηση της σκηνής του θανάτου του Μιχάλη, ενός αναχωρητή που ζούσε μόνος του στα βουνά, αφήγηση που δίνεται με αρκετή ελαφρότητα. Δεύτερος θάνατος ο πνιγμός του μαροκινού πρόσφυγα Μουεζίν Ουμπελκάς, το πτώμα του οποίου ξεβράζεται στις ακτές του νησιού (σελ. 39) και η κηδεία του είναι μια παρωδία εξοδίου ακολουθίας και ενταφιασμού ενός μουσουλμάνου σε χριστιανικό ναό. Τρίτος γεγονός η γέννηση του μικρού Σαββάς, μόλις η ετοιμόγεννη μητέρα του, Γιασμίν, και ο πατέρας του, Καχραμάν, πρόσφυγες κουρδικής καταγωγής, διασώζονται και περιθάλπονται από τους ήρωες της ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικό του ύφους του συγγραφέα το χιούμορ και η ελαφρότητα με την οποία δίνονται οι θάνατοι στο βιβλίο, σαν να θέλει να ξορκίσει το κακό και να ελαφρύνει την ανάγνωση, καθώς η τραγικότητα του θανάτου δεν αμφισβητείται από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να τον αφηγηθεί κανείς.

«Φέρναμε βόλτες πέρα δώθε μαζί στη σκοτεινή ακρογιαλιά, για να μην παγώσουνε τα πόδια μας, και αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι, μπας και ακούσουμε τον παραμικρό ανθρώπινο ήχο να έρχεται από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κάποτε πιάσαμε και μια κουβέντα ψιλή, τα πρώτα της γνωριμίας. Δεν προκάμαμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε, ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σα να καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν με  μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση προτού να έρθει εδώ» (σελ 38-19)

«Πιάσαμε τα σκοινιά από τις δυο πάντες κι αγαντάραμε. Σηκώθηκε σαν κούτσουρο, έτσι άκαμπτος που ήτανε. Κάναμε ύστερα δύο βήματα πλάγια ο καθένας, δρασκελίσαμε τον τάφο και τον βάλαμε ανάμεσα στα ανοιχτά μας σκέλια, με τον νεκρό να αιωρείται από πάνω του. Αφήσαμε κόμπο με τον κόμπο λάσκα τα σκοινιά και ο Μουεζίν φασκιωμένος με το σεντόνι του κατέβηκε μέσα. Τον αποθέσαμε γλυκά στη γη και τραβήξαμε τα σκοινιά από τη μια άκρη για να τα πάρουμε απάνω. Πιάσαμε ύστερα από μια χούφτα χώμα ο καθένας και τη ρίξαμε στο νεκροσέντονο, τον πότισε και λιγάκι νερό στη μούρη από το παγούρι της η Κατρίν. (σελ 72-73)

Βασικός φορέας της αφήγησης είναι ο Δημοσθένης, που ζει στο νησί, έχει καταφέρει να είναι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου και συμβάλλει ενεργά στην αρωγή των προσφύγων που καταφθάνουν εκεί. Όλη η ιστορία δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, με εστίαση αποκλειστικά εσωτερική, μέσα από τον Δημοσθένη, και μέσα από τη δική του αφηγηματική φωνή βγαίνουν στο φως οι ιστορίες όλων των προσώπων του μύθου. Όλοι οι ήρωες συνδέονται με μια αόρατη κλωστή που θα αποκαλυφθεί με την ολοκλήρωση της αφήγησης. Η αφηγηματική τεχνική που επιλέγει ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η διήγηση των όσων διαδραματίζονται δεν είναι σε καμιά περίπτωση γραμμική και χρονολογική. Αφήγηση αριστοτεχνικά δουλεμένη, σχεδόν συνειρμική, κινείται σπειροειδώς γύρω από τη γέννηση και τους θανάτους, αφήγηση δαιδαλώδης, παλίμψηστη, με πολλούς εγκιβωτισμούς, συνεχείς επαναλήψεις, προοικονομίες και προσημάνσεις, που στο τέλος όμως σε οδηγούν στην έξοδο από τον λαβύρινθο και στη λύτρωση. Είναι στιγμές που το παλίνδρομο της αφήγησης δίνει την αίσθηση των κυμάτων της θάλασσας που χτυπούν τις ακτές και πάλι τραβιούνται, έχοντας όμως αφήσει πίσω τους νεκρούς και ζωντανούς πρόσφυγες.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, καθώς ο καταιγισμός των αποκαλύψεων και οι απανωτές ανατροπές δεν σου επιτρέπουν να το αφήσεις από τα χέρια σου. Στο τέλος της ιστορίας δεν μένει καμιά απορία, κανένα κενό, κανένα σκοτεινό σημείο. Μυστικά ξεθάβονται, αλήθειες ξεσκεπάζονται και οι ζωές τους αναδιατάσσονται και τακτοποιούνται. “Όλα για καλό” γίνονται.

Ας δούμε λίγο τους ήρωες έναν-έναν:

Ο αφηγητής-ήρωας Δημοσθένης, ο εθελοντής, ο πιονέρος της κατάληψης και αλλαγής χρήσης του παλιού λεπροκομείου, λειτουργεί λίγο ως Ρομπέν των Δασών και είναι το άλτερ έγκο του συγγραφέα, αν σκεφτεί κανείς την εθελοντική δράση του τελευταίου στο νησί και τη στάση του απέναντι στο θέμα της αντιμετώπισης των προσφύγων. Η ανακάλυψή του όμως ότι αποτελεί γέννημα μιας παλιάς παράδοσης του νησιού τον καθιστά ήρωα τραγικό.

Δίπλα στον Δημοσθένη, η ελληνογερμανίδα Κατρίν, που έρχεται ως εθελόντρια να βοηθήσει τους πρόσφυγες που καταφθάνουν στο νησί, πιο πολύ όμως να ανασκαλέψει το παρελθόν της, είναι ερωτευμένη με τον Δημοσθένη και κουβαλά τα περισσότερα μυστικά από όλους, «κρύβει μια ιστορία μέσα στη βαλίτσα και στην ψυχή της». (σελ. 145)

Δίπλα τους ο καπτα-Φώταρος, εμβληματική φιγούρα, πληθωρική προσωπικότητα, το αρχέτυπο του Έλληνα με την καλή ψυχή και τις αγαθές προθέσεις, με τη διάθεση για προσφορά και φιλοξενία να κυλά στις φλέβες του, έρχεται σε αντιδιαστολή με τον συντηρητικό και ξενόφοβο παπα-Σίωρο, ο οποίος τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για την ισλαμοποίηση της χώρας.

Η κυρα-Στάσα, η μαμή του χωριού, και η κυρα-Καλή, συμπαθητικές μητρικές φιγούρες. Η πρώτη διοργανώνει το δείπνο στο σπίτι, κατά τη διάρκεια του οποίου αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι των συνταρακτικών αποκαλύψεων και η δεύτερη κατευνάζει τα πνεύματα με την αφοπλιστική διαπίστωση “όλα για καλό”.

Κεντρική φιγούρα και ο Μιχάλης, η άλλη περσόνα του συγγραφέα. Ο ξέπαπας, ο πρώην καλόγερος και μετέπειτα αναχωρητής, ο τρελός του χωριού, που κάνει όμως λογικές διαπιστώσεις και έχει εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους που απειλούν το φυσικό περιβάλλον, συνταράσσει όλους, όχι τόσο με τον θάνατό του, όσο με την αποκάλυψη των μυστικών της ζωής του.

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιλέγει να επανέλθει στο λογοτεχνικό προσκήνιο με ένα θέμα προσγειωμένο στην επικαιρότητα, ένα θέμα που έχει διχάσει την ελληνική κοινωνία και εξακολουθεί να το κάνει: την υποδοχή και ένταξη των προσφύγων.

«Καθόμαστε εκεί λοιπόν, κρυμμένοι, και περιμέναμε, να εξαφανιστούν πρώτα οι άλλοι. Μετά παραλαβαίναμε εμείς τους ανθρώπους, τους δίναμε στεγνά ρούχα να αλλάξουνε, γάλα για τα μωρά τους, κάνα μπισκότο, ό,τι είχαμε τέλος πάντων, μπας και γλυκάνουμε τη ζωή τους λιγάκι, εδώ που ’ρθανε. Μπας και σβήσουμε κι εμείς τα κρίματα τα δικά μας, αλλά και των κουρσάρων μαζί· όλης της ανθρωπότητας. Μας φιλούσανε τα χέρια οι άμοιροι. Κλαίγανε από την ταλαιπώρια και τη χαρά τους μαζί. Πολλοί δεν είχανε ξαναδεί ποτέ τους τη Θάλασσα και τρέμανε σύγκορμοι σαν τρομαγμένα σκυλιά, πέφτανε με τη μούρη στην ακροθαλασσιά και φιλούσανε τα λιλάδια. Άλλοι χορεύανε ξυπόλυτοι, τραγουδούσανε, πιανόνταντε αγκαλιά και χοροπηδούσανε, φιλούσε ο ένας τον άλλο. Μεγάλο ραβαΐσι γινότανε, απερίγραπτο».(σελ 43)

Απ’ ό,τι φαίνεται οραματίζεται την επαναχρησιμοποίηση χώρων του νησιού, όπως είναι το παλιό λωβοκομείο της Χίου, η άλλη Σπιναλόγκα,   και προκρίνει την επιστροφή σε έναν τρόπο ζωής πιο κοντά στη φύση, τη ζωή σαν «φυσικός άνθρωπος», για να δανειστώ μια φράση από το “‘Ονειρο στο κύμα” του Αλέξανδρου Παπαπαδιαμάντη

Γράφει ένα μυθιστόρημα για το προσφυγικό χωρίς συναισθηματισμούς και ηθικολογίες και οι πτυχές της ιστορίας του αντικατοπτρίζουν τις δυο τάσεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία: από τη μια ο συντηρητισμός και η ξενοφοβία, από την άλλη η προσφορά και η φιλανθρωπία. Μέσα από το παρελθόν των ηρώων, μέσα από τις παλιές ιστορίες των στιγματισμένων τροφίμων του λεπροκομείου,   μέσα  την οδύσσεια των σύγχρονων εκτοπισμένων,  αναγνωρίζει κανείς τον πόνο του αποκλεισμού και της διαφορετικότητας, πόνο διαρκή κι επίμονο.    Και στο κέντρο του μυθιστορήματος, όπως στην αληθινή ζωή, ο άνθρωπος: «γιατί το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός» (σελ 173).

Αυτό που λογοτεχνικά ξεχωρίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη είναι οι γλωσσικές επιλογές του. Χιώτικες ντοπιολαλιές παρεισφρέουν στον λόγο με τόση φυσικότητα και παρ’ όλο που ίσως δυσκολεύουν τον αναγνώστη, ομορφαίνουν την αφήγηση (σπιτάλι, μπεγιέντησε, σπατσάραμε, λιλάδια, ραβαίσι, τεμπέκια, αλουέδες, μπουλμέδες, κούντρο, μαμούκια). Οι περισσότερες λέξεις γίνονται εύκολα κατανοητές από τα συμφραζόμενα, για ορισμένες έχει φροντίσει να παραθέσει ένα γλωσσάρι ο συγγραφέας στην ιστοσελίδα του και για άλλες έχει γράψει ο Νίκος Σαραντάκος στη δική του ιστοσελίδα.

“Όλα για καλό”, λοιπόν σ’ αυτό μυθιστόρημα. Για καλό πέθανε ο ξέπαπας Μιχάλης,  για καλό δεν ενέδωσε ο Δήμος στον έρωτα της Κατρίν, για καλό ξεβράστηκε το πτώμα του Μουεζίν στις ακτές, για καλό γεννήθηκε το μωρό των προσφύγων  στο σπιτάλι, για καλό έγραψε το μυθιστόρημα αυτό ο Γιάννης Μακριδάκης, αφού σίγουρα για καλό γράφεται η λογοτεχνία.

Προσεχείς εκδηλώσεις

11 Μαίου Κατερίνη, Βιβλιοπωλείο Νέστωρ
12-14 Μαίου Θεσσαλονίκη στο περίπτερο της Εστίας στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου
Σάββατο 13 Μαίου ώρα 21.00 εκδήλωση στην ΔΕΘΒ
15 Μαίου Βόλος, Βιβλιοπωλείο Χάρτα
16 Μαίου ώρα 19.30 Αθήνα ΜΟΝΚ, Καρόρη 4 Μοναστηράκι

“Ο πετεινός στο Άμστερνταμ”

Καλημερα Γιαννη,

Ξυπνησα στο αμστερνταμ κ παω στο σαλονάκι του σπιτιού που νοικιάζω κ τι βλεπω πάνω στο τραπεζάκι…;;; τον ροδωνα σου με τον πετεινο!
Τι καλύτερο απο αυτο;
Είσαι παντού!
Ελένη Μ.

Νοίκιασα ενα σπίτι air bnb απο μια ελληνίδα…δεν την ήξερα!
Αλλα μας υποδέχτηκε με Μακριδακη στο τραπεζάκι αντί για γλυκό κ μέντα!

Για τις 10516 μέρες

Τελείωσα την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου και λέω πρώτη γιατί είναι η φύση του τέτοια που σε προτρέπει να ανατρέξεις ξανά και ξανά στις σελίδες του. Απίστευτη δουλειά έκανες, πολύ το ευχαριστήθηκα, ζωντάνεψε μέσα από τις σελίδες η Χίος σε όλες της τις διαστάσεις, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου εποχές και γεγονότα, πολιτικοί και πολιτικές, άνθρωποι της πόλης και άνθρωποι της υπαίθρου, καλλιτέχνες, αθλητές, ληστές, μηχανορραφίες και κουτοπονηριές, ελπίδες και ματαιωμένα όνειρα, κακουχίες και τραγελαφικές αστοχίες, άπειρες, επαναληπτικές ονοματοθεσίες των ίδιων δρόμων και περιοχών, διωγμός, προσφυγιά, ασθένειες και φυσικές καταστροφές, μέχρι τον καιρό είδα, τη βροχή και τα σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό, το πυκνό σκοτάδι της νύχτας, τη βουή του ανέμου και την τρικυμισμένη θάλασσα.
Ένιωσα, αφουγκράστηκα, μύρισα, άκουσα την Χίο μέσα στον χρόνο και ήταν απολαυστικό αυτό το ταξίδι εκτός από επιμορφωτικό. Σε ευχαριστώ και πάλι, ήταν το κομμάτι του παζλ που έλλειπε, ο θεμέλιος λίθος του έργου σου, η αρχή όλων όσων ακολούθησαν, μεγάλωσαν και άνθισαν μέσα στη λογοτεχνία σου και έγιναν τέχνη.
Υπέροχο! Σε ευχαριστώ!
Μαρίνα Σ.

Pelineo.doc: Ποιος θα το λατρέψει;

 

Η Σούδα, η τάφρος δηλαδή του Κάστρου της Χίου ήταν κάποτε ένα κομμάτι εύφορης γης στο κέντρο της πόλης. Την καλλιεργούσαν οι πρόσφυγες που ζούσαν μέσα στον οικισμό του Φρουρίου. Με την έλευση της καταναλωτικής εποχής και την αλλαγή των αξιών της ανθρωπότητας η Σούδα μεταμορφώθηκε. Αλλού το χώμα της σφραγίστηκε από άσφαλτο και έγινε δρόμος και χώρος στάθμευσης οχημάτων, αλλού έγινε «εξωραϊσμός» με γκαζόν και διαδρόμους περιπάτου και τέλος, ένα μεγάλο κομμάτι της χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη καταυλισμού των σύγχρονων προσφύγων του καταναλωτικού καπιταλισμού.

Η ανθρωπότητα όμως οδεύει τάχιστα ξανά προς μια εποχή αναγκαίας επανεκτίμησης των αρχέγονων αξιών και του πραγματικού πλούτου των φυσικών πόρων. Κινήματα αστικών καλλιεργειών αναπτύσσονται δυναμικά από νέους ανθρώπους σε όλες τις πόλεις του «αναπτυγμένου» κόσμου. Η Σούδα του Κάστρου κάποια στιγμή πολύ σύντομα θα ξαναγίνει για τους ακτήμονες κατοίκους του Φρουρίου και της πόλης εύφορη γη για καλλιέργεια. Μια Δημοτική Αρχή με καλαισθησία και όραμα για τον τόπο θα την είχε ήδη αναδείξει ως τέτοια και θα είχε οργανώσει δράσεις αστικών καλλιεργειών στο κέντρο της πόλης με εκπαιδευτικούς αλλά και κοινωνικούς στόχους.

Το Pelineo.doc παρουσιάζει την Σούδα του Κάστρου ως τόπο παραγωγής τροφής των ανθρώπων του Φρουρίου. Η Μαρία Φεγγουδάκη, προσφυγικής καταγωγής κάτοικος Φρουρίου μας εξιστορεί τις αναμνήσεις της.

Δείτε το ταινιάκι

Αν σας αρέσουν οι μικρές ταινίες που παράγει το Pelineo.doc και θέλετε να γίνετε συμπαραγωγοί, επικοινωνήστε μαζί μας στο pelineo.doc@yahoo.com
Με τις πρώτες συνδρομές θα μας βοηθήσετε να αποκτήσουμε μια νέα κάμερα και ένα σύστημα ηχογράφησης για να βελτιώσουμε την ποιότητα της δουλειάς μας. Σας ευχαριστούμε πολύ

Έλενα Μαργαριτίδη
Γιάννης Μακριδάκης

Αντί Στεφάνου: Αναγνωστική απόκριση Αθηνάς Ζ.

makridakis-Anti-Stefanou21

Εκδόσεις Εστία, 2015
Επιμέλεια-διορθώσεις: Δώρα Καραφύλλη

Ο Στέφανος Λαδικός, εναλλακτικός καλλιεργητής και απομονωμένος από την τοπική κοινωνία κατά την επιστροφή του στο νησί, αναλαμβάνει χρέη νεκροθάφτη τις μέρες ακριβώς που η μητέρα του Πάτρα αποδημεί. Ο θείος εξ Αμερικής Σιλβέστρος, σε κρυφή συνεννόηση με τον παπά – Μαρίνο, επιχειρεί να καταστρέψει τη μικρή φυτοκοινωνία που έχει δημιουργήσει ο Στέφανος πάνω στο χώμα της μητέρας του, για να φτιάξει έναν περίτεχνο μαρμάρινο οικογενειακό τάφο.

Στη ολιγοήμερη θητεία του ως νεκροθάφτης, ο Στέφανος θα προσπαθήσει με τις πράξεις του να δείξει στους συγχωριανούς του μία διαφορετική αντίληψη ζωής, εφαρμόζοντας μοναχικά το δικό του πανανθρώπινο όραμα και προκαλώντας πρωτόγνωρες αντιδράσεις:

«… επέστρεψε δε τότε αποφασιστικά πάνω στα κόπρανα, ανέπνευσε βαθιά εξ αποστάσεως ακόμη ευρισκόμενος, οπλίστηκε με δύναμη ψυχής και με ξυλίκι μακρουλό, και επιδόθηκε να τα παρατηρεί και να τα ανασκαλεύει, οδηγούμενος πολύ σύντομα και δίχως καμία σχεδόν αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι εξήλθαν απ’ το έντερο του ίδιου της του γιου, του μόνου στη νήσο γνωστού χορτοφάγου και σποροφάγου ανθρώπου αποκλειστικά […] αφού μοιάζανε στην όψη τα περιττώματά του με τα συνήθη στην ύπαιθρο της νήσου πλήρη σπόρων κόπρανα αγρίων ζωντανών, εμπεριείχαν δηλαδή ίνες φυτικές […] λόγω της χλωροφύλλης που λάμβανε με την τροφή.»

Μέσα από τραγελαφικά γεγονότα, η αναγέννηση συνομιλεί με τη φθορά˙ ο ρυθμός της φύσης διατηρεί την αιωνιότητά του απέναντι στο εφήμερο της πρόσκαιρης ανθρώπινης κατανάλωσης˙ η αποδοχή των πραγμάτων συγκρούεται ανοιχτά με τη ματαιότητα του ανθρώπινου «εγώ» που, φοβισμένο υψώνει μάρμαρα, σε μια εναγώνια προσπάθεια να αφήσει ίχνη, αντί να αφεθεί να σβήσει για να ξαναγεννηθεί.

Ο Στέφανος Λαδικός φέρει ένα μήνυμα. Κάνει τον εαυτό του σιωπηλό σύμβολο και ενώνεται με τη ζωοποιό φύση, τη στιγμή που οι γύρω του πασχίζουν να ζήσουν εναντίον της, ξεχνώντας ότι και οι ίδιοι είναι κομμάτι της. Θα μπορέσουν να τον καταλάβουν;

Πηγή

Όλα για καλό: Νησιώτικα μυστικά ζωής, έρωτα και θανάτου (vidalart.gr)

Ο Γιάννης Μακριδάκης από τη Χίο είναι ένας από τους τέσσερις Ελληνες σύγχρονους πεζογράφους που μ’ αγγίζουν ιδιαίτερα (οι άλλοι τρεις είναι ο  Πειραιώτης Διονύσης Χαριτόπουλος και οι Θεσσαλονικιοί Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ισίδωρος Ζουργός).

Μ’ αφορμή το καινούργιο  μυθιστόρημα του Μακριδάκη «Ολα για καλό» (έκδοση του βιβλιοπωλείου της Εστίας) ας πούμε αρχικά τι εκτιμούμε στη  γραφή του αλλά και στον ασυνήθιστο τρόπο ζωής του.

Μολονότι σπούδασε μαθηματικά κι έμεινε ένα φεγγάρι  στην Αθήνα, επέστρεψε στο νησί του τη Χίο  κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα μακρινό χωριό ζώντας μόνιμα εκεί ως αγρότης. Σπάνιο φαινόμενο να καλλιεργεί κανείς τη γή και τη γραφή, να είναι παραλληλα ακτιβιστής και ανθρωπιστής , να παλεύει για τον τόπο του αλλά και για πρόσφυγες-μετανάστες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Είναι άξιο μνείας ότι σχεδόν όλα τα βιβλία του έχουν πηγή έμπνευσης το νησί του, πατούν στέρεα στο χτες  και το σήμερα. Στις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του «δένουν» αρμονικά οι αντιθέσεις  των παλαιότερων με τους νεότερους. Η γη, η παρέα, το φαγοπότι, το κρασί, οι μνήμες και οι διηγήσεις ευφραίνουν και γλυκαίνουν τους καθημερινούς μικροήρωές του παρά τα στραπάτσα και τις κακοδαιμονίες  που ελλοχεύουν. Η φύση είναι κυρίαρχο «κάδρο» στα βιβλία του.

Η γραφή του έχει μια αδιόρατη μαθηματική δομή και συχνά στις ιστορίες του υπάρχει κάποιο «μυστικό» που θα αποκαλυφθεί προς το τέλος (από το πρώτο του βιβλίο «Ανάμισης τενεκές», την «Αλωση της Κωνσταντίας» έως το τωρινό του «Όλα για καλό» όπου… δίνει ρέστα σε μυστικά κι ανατροπές).

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στις μικρές προτάσεις του είναι απλή και κελαρυστή. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις από τον άφθονο γλωσσικό πλούτο της λαγαρής δημοτικής των απλών καθημερινών ανθρώπων αλλά και από τη χιώτικη ντοπιολαλιά. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι οι μικρόκοσμοι των ιστοριών του έχουν ενίοτε μια… παπαδιαμαντική αχλή.

Ας έρθουμε όμως στο καινούργιο του μυθιστόρημα «Όλα για καλό» (ο τίτλος παραπέμπει στη φράση που λένε  συνήθως άνθρωποι ηλικιωμένοι δίνοντας ένα τόνο αισιοδοξίας κι υπέρβασης έστω κι αν εδώ έχει ένα στωΪκό, γλυκόπικρο χρώμα).

Είναι πολύ δύσκολο να δώσεις το περίγραμμα του βιβλίου χωρίς να «προδώσεις» τα απανωτά οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά που υπάρχουν σ’ αυτό και σιγά-σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια.  Θα το επιχειρήσουμε ακροθιγώς  κεντρίζοντας τον αναγνώστη να «ταξιδέψει» μόνος του στα παιχνίδια της μοίρας, που συμπαρασύρουν τους δύο κεντρικούς ήρωές του.

Η ιστορία του διαδραματίζεται σ’ένα απομακρυσμένο χωριό του νησιού  στο χρονικό διάστημα Νοέμβριος -Δεκέμβριος του 2015 με ορισμένες αναδρομές στο παρελθόν.

Βασικός πρωταγωνιστής του ο 38χρονος Δημοσθένης, που μαζί με μια μικρή ομάδα έχουν φτιάξει σ’ένα εγκαταλειμμένο σπιτάλι (παλαιότερα οικισμό λεπρών), ένα κοινωνικό  μαγειρείο για να προσφέρουν τροφή στους πρόσφυγες. Ο ίδιος φιλοξενεί  την δέκα χρόνια μικρότερή του Κατρίν από τη Γερμανία και κατά το ήμισυ Ελληνίδα, η οποία έχει έρθει εθελοντικά να συνδράμει τους πρόσφυγες.

Ένα τρίτο πρόσωπο καθοριστικό στην ιστορία είναι ο 60χρονος Μιχάλης, ευφυής αλλά φευγάτος, που ζει απομονωμένος σ’ένα καλύβι στο βουνό (εξαιτίας ενός ατυχήματος με δική του υπαιτιότητα έγινε μοναχός για κάποια χρόνια και μετά αποσχηματίστηκε για να ζήσει σαν ερημίτης σε βουνό).

Ο ξαφνικός θάνατός του όπως και ένας πνιγμένος πρόσφυγας που πριν ένα μήνα εκβράστηκε στην ακτή και τον οποίο βρήκαν τυχαία ένα βράδυ οι δύο συγκάτοικοι , οι δύο παράξενες κηδείες που ακολούθησαν, μια απρόσμενη γέννηση όπως και τρία διαδοχικά δείπνα συνθέτουν τον κορμό του μυθιστορήματος, που εκτυλίσσεται σ’ένα βροχερό και παγερό… αγγελοπουλικό τοπίο.

Στα τρία δείπνα που παραθέτουν στα σπίτια τους δύο  ηλικιωμένα φιλόξενα και καλόκαρδα ζευγάρια του χωριού, ανασύρονται παλιές ιστορίες ξεχασμένες, γράμματα κιτρινισμένα, συμπτώσεις και μυστικά που αναστατώνουν τον Δημοσθένη πρωτίστως, τη νεοφερμένη Κατρίν αλλά και τους συνδαιτημόνες .

Αυτό το γαϊτανάκι συμπτώσεων και αποκαλύψεων που αγγίζει τα όρια του μελοδράματος,  στα δοκιμασμένα  χέρια του Μακριδάκη αποκτάει μια ανθεκτική υπόσταση, υπαρξιακή και κοινωνική. Με μαστοριά ανακατεύει την «τριπλή τράπουλα» της ζωής (γέννηση, έρωτας, θάνατος), με πηγαία ευαισθησία ακουμπάει στα ελαττώματα και προτερήματα, στα ήθη κι έθιμα του Ελληνα της αιγαιοπελαγίτικης περιφέρειας  δίνοντας παράλληλα ένα αυθεντικό «χρώμα» οικουμενικότητας και ανθρωπιάς.

Με αδρό τρόπο καταγράφει τη συνύπαρξη της νεότερης γενιάς με την τρίτη ηλικία εκφράζοντας διακριτικά το θαυμασμό και σεβασμό του σ’εκείνη τη «μαγιά» ανθεκτικών και υπομονετικών ανθρώπων παλαιάς κοπής, που σιγά-σιγά εκλείπει.  Στο μυθιστόρημά του αυτό, ο Φώταρος, η κυρά Καλή, η κυρά Στάσα  είναι  οι υπερήλικες  «αφανείς φάροι» θέλησης και καλοσύνης, κουράγιου κι απαντοχής.

Ιδού  ένα σχετικό μικρό απόσπασμα:

«Είχαμε μείνει όλοι αποσβολωμένοι. Δεν πιστεύαμε στ’αυτιά μας. Αχού, τι είναι τούτο πάλι ; είπε η κυρα –Στάσα και χτύπησε με τα χέρια το πρόσωπό της. Ετούτο δεν το είχα σκεφτεί. Εψαχνε να βρει ένα σημάδι σε όλα όσα συμβαίνανε, ήτανε το φυσικό της αυτό. Γύρισε τότε στην κυρα-Καλή, να βρει παρηγοριά και εξήγηση. Καλλιόπη, εσύ τι λες ; για καλό είναι, για για κακό τούτο τώρα ; τη ρώτησε. Η κυρα Καλή χαμογέλασε ήρεμη. Όλα για καλό είναι, Στάσα, της είπε, ακόμα δεν το’μαθες ; Όλα για καλό είναι, μη σκας».

«Όλα για καλό» λοιπόν, παρά τα πάθη, τα λάθη, τα παιχνίδια της  μοίρας στο διάβα της ζωής.

Εν κατακλείδι δυο μικρές παρατηρήσεις καλή τη πίστη :

* Επρεπε στο τέλος του βιβλίου να υπάρχει ένα γλωσσάρι με λέξεις που δεν είναι γνωστές και κατανοητές. Λέξεις χιώτικες, υποθέτουμε, όπως : εμασιά, αναγκασία,  πίκουπα, να ξελαφάξω, μαμούκιασε, αγκούσιες,  σιτζίμια, τσουκαρούσα, πίζουλη, αδιαφόρετο,  μπροστέλα, μπουρούρισα, μεζάρι, ξεχαλικά, σφαντό.

* Οι  παράγραφοι του βιβλίου είναι σχεδόν πάντα μακροσκελείς. Χρειάζεται να παίρνει μια ανάσα ο αναγνώστης.  Ιδιαίτερα όταν τα λόγια διαφόρων προσώπων του μυθιστορήματος αναμειγνύονται  με την πρωτοπρόσωπη διήγηση, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί με περισσότερες και μικρότερες παραγράφους.

Πηγή