Διακοπές με πολιτικό περιεχόμενο

Featured

Όταν πάρεις το βαπόρι και φύγεις από τη Χίο, νομίζεις ότι άλλαξες πλανήτη. Εδώ, στο νησί, το κύριο θέμα της ζωής μας είναι το προσφυγικό. Πόσοι ήρθαν, πόσοι φεύγουν, πού θα κατασκευαστεί η φυλακή, τι λένε οι αιρετοί και ο δεσπότης, τι κάνουν οι ακροδεξιοί και τι φρασεολογία χρησιμοποίησε η επιτροπή αγώνα, τι θα γίνει τώρα που φεύγουν οι ΜΚΟ, τι κάνουν οι αλληλέγγυοι και οι πρόσφυγες και μετανάστες μέσα στη Σούδα και στη ΒΙΑΛ. Όλη μέρα αυτά μας απασχολούν, την ίδια ώρα που στην άλλη Ελλάδα η ζωή υπό επιτροπεία των δανειστών κουτσά – στραβά συνεχίζεται και το καλοκαίρι φέρνει όσο να ‘ναι μια πιο ανάλαφρη αίσθηση.

Στη Χίο η κατάσταση των προσφύγων – μεταναστών είναι τραγική αφού κοιμούνται πια στο ύπαιθρο, έξω από τον καταυλισμό της Σούδας και της ΒΙΑΛ, λόγω υπερπληθυσμού και αδυναμίας των χώρων φιλοξενίας να τους χωρέσουν όλους.

Η Συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας όρισε το νησί της Χίου ως πλωτή φυλακή προσφύγων και μεταναστών, ως φυσικό ανάχωμα στην πορεία τους για την Ευρώπη, όρισε και εμάς, τους κατοίκους του νησιού ως υποψήφιους κανίβαλους ή αμνούς στο θυσιαστήριο, αφού αφεθήκαμε μόνοι να υποστούμε τις συνέπειες αυτής της Συμφωνίας και όλοι μαζί βράζουμε στο ζουμί μας, με μόνη συμμετοχή του κράτους την κατασταλτική με την παρουσία των ΜΑΤ και της ΦΡΟΝΤΕΞ.

Η Χίος αποτελεί πλέον γκρίζα ζώνη στο Αιγαίο, αφού έχει αποκτήσει εσωτερικά σύνορα με την Ευρώπη και την υπόλοιπη Ελλάδα, από τα οποία για να βγει κάποιος πρέπει να ελεγχθεί η ταυτότητά του και να διαπιστωθεί Ευρωπαίος πολίτης.

Όλη αυτή η κατάσταση και φυσικά η μεγέθυνση και διάδοση από τα ΜΜΕ διαφόρων κατά καιρούς περιστατικών, αλλά και των εικόνων της προσφυγιάς είχε ως αποτέλεσμα την στοχοποίηση του νησιού από το διεθνές σύστημα διακίνησης τουριστών και την πλήρη απομόνωσή του. Η διακίνηση τουριστών και η διακίνηση προσφύγων – μεταναστών είναι συμφέροντα αντικρουόμενα όπως φάνηκε. Έτσι, την ώρα που όπως λέγεται, η Ελλάδα δέχεται φέτος εκατομμύρια τουριστών και δεν υπάρχει δωμάτιο κενό πουθενά, στη Χίο ούτε ένα αεροπλάνο από εκείνα τα λιγοστά που ερχόντουσαν ως πρόσφατα από την Ευρώπη δεν προσγειώνεται, ούτε καν οι άνθρωποι που έκαναν επί χρόνια μόνιμα τις διακοπές τους στο νησί δεν μπορούν πια να έρθουν. Μόνον οι Τούρκοι που αποβιβάζονται τα σαββατοκύριακα από την απέναντι ακτή δίνουν κάποια ζωή στην τοπική αγορά και στις μικρές επιχειρήσεις του τουρισμού. Δεν επαρκούν όμως, ούτε οικονομικά ούτε, κυρίως, πολιτικά.

Το νησί έχει ανάγκη από ανθρώπους, που θα έρθουν συνειδητά να κάνουν τις διακοπές τους εδώ και εκτός του ότι θα στηρίξουν οικονομικά την κοινωνία του νησιού, θα δηλώσουν με την παρουσία τους την αλληλεγγύη τους προς τον τοπικό και προσφυγικό πληθυσμό, αλλά και την αντίθεσή τους προς την άθλια συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας που εγκλωβίζει τους ανθρώπους, καθιστά το νησί φυλακή και το απομονώνει από την υπόλοιπη Ελλάδα και την Ευρώπη..

Όσοι έχετε την οικονομική δυνατότητα να κάνετε λίγες μέρες διακοπές φέτος και θέλετε να δείτε ένα υπέροχο νησί, να στηρίξετε την κοινωνία του και να δηλώσετε την αλληλεγγύη και συμπαράστασή σας στους πρόσφυγες και στους ντόπιους, ελάτε λοιπόν στη Χίο.

Όσοι φτάσετε δε και στο πιο απομονωμένο τμήμα της, στη Βολισσό, εδώ που δεν ζουν ούτε πρόσφυγες ούτε ντόπιοι καλά – καλά, και είναι οι παραλίες άδειες, ακόμα και τον Αύγουστο, περάστε και από τον φυσικό αγρό που ζω, στον Ροδώνα, να γνωριστούμε. Αν χρειαστείτε καμιά βοήθεια στην ανεύρεση καβάντζας για κατασκήνωση ή δωματίων ή παραδοσιακών σπιτιών στην περιοχή της Βολισσού, ευχαρίστως θα σας δώσω πληροφορίες (akridaki@gmail.com)

Όλα για καλό: Το βιβλίο της εβδομάδας στον Αθήνα 9.84

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Ακούστε το ηχητικό του σταθμού:

Ολα για καλό-Γιάννης Μακριδάκης

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Πολυπρισματικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε ένα νησί του ανατολικού Αιγαίου το 2015, με κεντρικό πρόσωπο και σημείο αναφοράς  το Μιχάλη, του οποίου ο παράξενος θάνατος,  που αποκαλύπτεται στην πρώτη φράση του βιβλίου, αναστατώνει  τη ζωή του αφηγητή Δημοσθένη.

Οι βίοι όσων σχετίστηκαν με τον Μιχάλη θα διασταυρωθούν και θα ξαναζωντανέψουν μέσα από αφηγήσεις,  κιτρινισμένες επιστολές και έντυπα, καθώς λησμονημένα γεγονότα και οικογενειακά μυστικά θα βγαίνουν στην επιφάνεια.

Σύγχρονες περιπέτειες μετανάστευσης αλλά και μνήμες προσφυγιάς ξεδιπλώνονται παράλληλα, μέσα από  αντίστροφες πορείες εκπατρισμού. Το εγκαταλειμμένο άσυλο λεπρών, που μετατρέπεται σε χώρο φιλοξενίας προσφύγων,  ο αναχωρητισμός ως προσωπική ανάγκη, ως κοινωνική επιταγή και ως πολιτική απόφαση.  η βουβή αντιπαλότητα ανάμεσα στις καθιερωμένες παραδόσεις, οι ατομικές επιθυμίες και το συλλογικό ασυνείδητο- συνθέτουν τον άξονα της ιστορίας.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, που ζει στη Χίο καλλιεργώντας τη γη, μας προσφέρει ένα ακόμη μυθιστόρημα γεμάτο ευαισθησία, αλλά και απρόσμενες ανατροπές, που δεν σταματούν μέχρι την τελευταία σελίδα.

Από τις εκδόσεις  Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πηγή

Μεγάλη μπουκιά

Featured

Με το κλείσιμο του μεγάλου αυτού κύκλου επιχειρώ μια μικρή ανασκόπηση:

Το 1997 άρχισα να ηχογραφώ ανθρώπινες ιστορίες, να εξερευνώ τη φύση και να μελετώ την ιστορική πορεία της Χίου για να εκδίδω το περιοδικό Πελινναίο. Μέσα από αυτές τις εργασίες προέκυψαν εκτός από τα 56 τεύχη του περιοδικού, και τα βιβλία Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, καθώς και το 10.516 μέρες Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912-1940.

Κατόπιν ήρθε η λογοτεχνία, επηρεασμένη κι αυτή απόλυτα από τις έρευνες και την συναναστροφή μου με τους ανθρώπους

1. Ανάμισης ντενεκές, το αυθόρμητο. Η ιστορία του θρυλικού Γιώργη Πέτικα, περιπέτειες του οποίου είχα διαβάσει στις εφημερίδες της εποχής 1915-20 κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για την συγγραφή του 10.516 μέρες. Η παρουσία του ονόματός του στο σήμερα ήταν όμως αυτή που με έκανε να ψάξω την περίπτωσή του και να γράψω το βιβλίο. Με συνάρπασε το γεγονός ότι “το όνομά του ακόμα στέκει”, όπως πολύ όμορφα και με αληθινή έκπληξη στα μάτια με είχε ρωτήσει η υπεραιωνόβια κυρά Βασιλικώ, όταν πήγα να τη βρω και να την ρωτήσω για λόγου του. Άρχισα λοιπόν να μελετώ και να γράφω ένα βιβλίο για το πώς ένας άνθρωπος γίνεται θρύλος στο στόμα του λαού και το πώς αυτός ο θρύλος μεταφέρεται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά μέσα στον αιώνα. Δύο όψεων η ιστορία που έγραψα. Η πρώτη μυθοπλασία, με ήρωα τον Πέτικα και η δεύτερη διήγηση, με ήρωα τον ερευνητή-εμένα, που ανασκαλεύει τα ίχνη του ήρωά του 100 χρόνια μετά. Το πρώτο μου λογοτεχνικό έργο, το οποίο απέστειλα χειρόγραφο σε 4 εκδοτικούς οίκους των Αθηνών, οι 3 το απέρριψαν και η Εστία το εκτίμησε και το εξέδωσε. Από τότε άρχισε η γνωστή πορεία στην πεζογραφία.

2. Η δεξιά τσέπη του ράσου, το τρυφερό. Αυτό ήταν το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο δεν βγήκε μόνο του. Δεν βγήκε δηλαδή μέσα από μια ήδη αρχηνισμένη εργασία, στην οποία προέβαινα από έμφυτη περιέργεια, και μόνο για να ικανοποιήσω κάποια ανάγκη μου προσωπική, χωρίς να έχω σκοπό την κατάληξη σε κάποιο βιβλίο, όπως έκανα ως τότε, αφού τα 3 πρώτα βιβλία μου είχαν βγει ως αποτέλεσμα των ερευνών μου και όχι ως αυτοσκοπός. Η δεξιά τσέπη ήταν ένα στοίχημα. Επειδή διαπίστωσα ότι άρεσε σε πολλούς ανθρώπους ο Ανάμισης ντενεκές και ότι με ένα λογοτεχνικό έργο είχα περισσότερες αναγνωστικές αποκρίσεις από όσες είχα όλη την έως τότε 10ετία που έγραφα άρθρα και ιστορικά τεκμήρια, αλλά κυρίως επειδή διαπίστωσα ότι περνάω πολύ πιο όμορφα γράφοντας ιστορίες παρά οτιδήποτε άλλο, είπα μέσα μου ότι θέλω να δω αν είμαι ικανός να σκαρφιστώ και να γράψω μια ιστορία από την αρχή ως το τέλος, χωρίς να έχω πηγές και ιστορικά συμβάντα, παρά μόνο ένα μοναστήρι στον νου και στην ψυχή μου και το συμβάν του θανάτου του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, που πέθανε εκείνες τις μέρες και μου γέννησε στο μυαλό την πρώτη φράση του βιβλίου: “Την νύχτα που πέθανε ο αρχιεπίσκοπος, γέννησε η Σίσσυ”. Μόλις έκατσα να σημειώσω αυτή την πρώτη φράση, βγήκε χειμαρρωδώς σε 21 μέρες όλη η ιστορία από μέσα μου. Σαν κλωσσού που κάθεται 21 μέρες στα αυγά της για να βγάλει τη νέα ζωή, έτσι κι εγώ δεν σηκωνόμουν παρά μόνο για φαγητό και ύπνο. Κάπως έτσι  βγήκε η ιστορία του Βικέντιου και της σκυλίτσας του, το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο μου μέχρι τώρα, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο, το σπουδαιότερο για κάθε συγγραφέα νομίζω. “Η δεξιά τσέπη” παίζει με δίπολα. Τον έσω και τον έξω μας κόσμο, την ψυχή, την καλλιέργεια και το φαίνεσθαι, το σημαντικό και το ασήμαντο, το άδολο και το κραυγαλέο, το κοσμικό και το μοναχικό, το προσωπικό και το συλλογικό, το πένθος και την ελπίδα.

3. Ήλιος με δόντια, το προσωπικό. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ήρωας απολύτως φανταστικός, δίχως ουδεμία δόση πραγματικής ύπαρξης. Ένα βιβλίο που προέκυψε άμεσα από το 10.516 μέρες. Ο Κωσταντής, ένας άνθρωπος περιθωριακός της εποχής του μεσοπολέμου αφηγείται την προσωπική του ιστορία παράλληλα με την ιστορία του τόπου του. Το βιβλίο αναδεικνύει πώς η κοινωνία μπορεί να τρελάνει έναν “διαφορετικό” άνθρωπο και έχει ως αφορμή το ιστορικό γεγονός του βομβαρδισμού του πλοίου Wiril του ερυθρού σταυρού στο λιμάνι της Χίου στις 7 Φεβρουαρίου 1944. Λόγω τού  γεγονότος ότι ποτέ μέχρι τώρα δεν δόθηκε ουδεμία επίσημη εξήγηση για το πώς έγινε το τραγικό αυτό δυστύχημα, που κόστισε της ζωή σε πολλούς ανθρώπους άμαχους, ένιωσα την ανάγκη να φτιάξω έναν ήρωα, ο οποίος θα αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για τον βομβαρδισμό και κατόπιν όμως θα αποδεικνύεται ο πραγματικός λόγος, ο οποίος μόνο μέσα από την λογοτεχνική προσέγγιση της Ιστορίας θα μπορούσε να ανακαλυφθεί και να καταγραφεί.

4. Η άλωση της Κωσταντίας, το ευχάριστο διάλειμμα. Την Κωσταντία την έγραψα για να κάνω διάλειμμα από όλα αυτά τα κουραστικά βιβλία που είχα γράψει ως τότε. Πήγα για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και μίλησα με Ρωμιούς, Ρωμιές και Τούρκους. Όταν επέστρεψα στο νησί είχα καταλάβει ότι το μεγαλύτερο ζήτημα που απασχολούσε και άγχωνε τους Ρωμιούς της Πόλης ήταν να μην παντρευτεί το παιδί τους τούρκο ή τούρκισσα, οπότε μου βγήκε αβίαστα από μέσα μου η Κωσταντία, που είναι και το μοναδικό βιβλίο, του οποίου ο τίτλος δεν αποτελεί φράση της ιστορίας του, αλλά ταιριαστό με την περίπτωση λογοπαίγνιο. Ο τρόπος δόμησης της ιστορίας είναι η αφήγηση της αφήγσης της αφήγησης, αφού ο παντογνώστης αφηγητής αφηγείται την ιστορία που αφηγείται ο γαμπρός της στην Κωσταντία, την ώρα που εκείνη την διαβάζει στο γράμμα και την αφηγείται στην φίλη της, κάνοντας παράλληλα και σχόλια επ’ αυτής. Ένα σκερτσόζικο, παιχνιδιάρικο βιβλίο, που έφερε μια παιχνιδιάρικη ανατροπή της τελευταίας σελίδας.

5. Λαγού μαλλί, η αξιοπρέπεια. Τη νουβέλα αυτή την εμπνεύστηκα από το πλάνο που δείχνει τον ΓΑΠ να στέκει εκεί στο λιμάνι στο Καστελόριζο, να μας βάζει στο ΔΝΤ και να περνά ένα καϊκι πράσινο από πίσω του. Την έγραψα τότε, το 2010 τον Μάη, ό,τι που μπαίναμε στην λεγόμενη οικονομική κρίση και στην διαρκή επιτροπεία, δεν είχαμε καταλάβει ακόμη καλά – καλά τι μας γίνεται, αλλά το βιβλίο μιλάει προφητικά για την αξιοπρέπεια, για την πιο σημαντική μας απώλεια ως άνθρωποι, ως πολίτες και ως κράτος αυτή την ιστορική περίοδο που διανύουμε. Το βιβλίο παρουσιάζει τον καπτά Σίμο τον ψαρά, έναν σπάνιο άνθρωπο, από αυτούς τους λιγοστούς πλέον, που θεωρούν ως αποστολή την ζωή τους, ο οποίος πεθαίνει μες στο καϊκι του και στέκει αξιοπρεπής μέχρι την τελευταία του ώρα, παρά τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες της νέας εποχής.

6-7. Το ζουμί του πετεινού και Του Θεού το μάτι, οι δυο νουβέλες της κρίσης. Η πρώτη με ήρωα τον Παναγή που ζούσε καταγής, παρουσιάζει μια πρόταση ζωής στην φύση σαν αντίδοτο στην κρίση και η δεύτερη με ήρωα τον Θόδωρο τον Πεπόνα που λέει την προσωπική του ιστορία στο σκιάχτρο καθώς το κατασκευάζει, παρουσιάζει τον νεοέλληνα και την ιστορική πορεία της προσωπικής και συλλογικής κατάντιας του.

8. Αντί Στεφάνου, η κορωνίδα. Η απόλυτη σύνδεση της φιλοσοφίας μου ως φυσικός άνθρωπος με την λογοτεχνία. Γλώσσα ειρωνικά επίσημη, ήρωας νεκροθάφτης, κηδεία της μάνας, της υπέρτατης ιδέας, αφόδευση στον τάφο της επί του κήπου που φύτεψε πάνω της ο υιός της. Ο Στέφανος είναι άλλης εποχής άνθρωπος, μετακαταναλωτικής, και στο μικρό νησί του προκαλεί την έκπληξη, το μένος και την κατακραυγή των συγκατοίκων του. Μια ιστορία για τον κύκλο της ζωής στο Χάος του Οικοσυστήματος και τον ρόλο του σαρκίου μας σαν σημείο αυτού του κύκλου.

9. Η πρώτη φλέβα, η επαναφορά στα εγκόσμια. Μετά τον Στέφανο και την απογείωση σε άλλον πλανήτη από τον σύγχρονο της καταναλωτικής πραγματικότητάς μας, προσγειώνομαι ξανά απότομα στα ανθρώπινα πάθη. Σαν να ένιωσα ότι ξέφυγα από τους ανθρώπους με την προηγούμενη νουβέλα και ζωή, και επιχειρώ να τους ξανασυναντήσω βουτώντας στα πιο ταπεινά και πρωταρχικά τους ένστικτα. Μια πόρνη και ένας ναυτικός που πηγαίνει με πόρνες στα λιμάνια του κόσμου, αφηγούνται εναλλάξ την ιστορία των βίων τους, που δεν συναντιούνται στους συνήθεις τόπους και με τον αναμενόμενο τρόπο, παρά μόνον μεταφυσικά, στα μικράτα τους. Η μοναξιά των στερνών χρόνων μετά από μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, ανθρώπους και πάθη, αποτελεί τον ανθρώπινο φόβο που πραγματεύομαι τελικά στην ιστορία αυτή, ίσως για να τον πατάξω, ίσως για να τον ξορκίσω.

10. Όλα για καλό, το κοινό πολυπρισματικό μυθιστόρημα. Μια ιστορία μέσα στην οποία ενέπλεξα ό,τι μου είχε μείνει αχρησιμοποίητο από μια 20ετία γεμάτη έρευνα, συνεντεύξεις και εμπειρίες ζωής. Πλεγμένες ζωές ανθρώπων, σύγχρονο προσφυγικό, ιστορία προσφυγιάς και ασθένειας, εγκαταλειμμένο άσυλο λεπρών, κοινοτισμός, πολιτική στάση ζωής, ανθρώπινες προσωπικές ιστορίες, αναχωρητισμός, παραδόσεις κοινωνικές, όλα μαζί μπλέκουν τον μύθο του βιβλίου, που έχει πολλά κέντρα βάρους και είναι γραμμένο για πρώτη φορά με τρόπο εντελώς κοινό, λόγω που ήθελα να το γράψω ακριβώς έτσι, στρωτά και νεοελληνικά, όπως γράφεται συνήθως η σύγχρονη πεζογραφία, διότι δεν είχα κανένα άλλο βιβλίο γραμμένο με αυτό τον τρόπο νομίζω.

Όλα για καλό λοιπόν για το τέλος. Αν δεν είναι για καλό, δεν είναι το τέλος.

Καλά να στε όλες και όλοι, σας ευχαριστώ για την τιμή που κάνατε στο πρόσωπό μου και στο έργο μου όλα αυτά τα χρόνια και ακόμη. Όταν και αν υπάρξει λόγος, θα ξανασυναντηθούμε λογοτεχνικά. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες.

 

 

 

Λογοτεχνικό εργαστήρι Ομηρείου ΠΚΔ Χίου

Στις 14 Ιουνίου και ώρα 19.30 θα παρουσιάσουμε τη δουλειά μας

Λογοτεχνικά εργαστήρια εντός καλοκαιριού στη Βολισσό δεν θα οργανωθούν τελικά φέτος, λόγω αδυναμίας προσωπικής να συναναστραφώ σε καθημερινή βάση και με πρόγραμμα με τόσο πολύ κόσμο.

Όποιοι όποιες έρθετε διακοπές κατά δω, στείλτε ένα μέηλ να συναντηθούμε κάποια στιγμή.

κάλλιο αργά παρά ποτέ

Σήμερα είδα μια φωτογραφία που ανάρτησε κάποιος φίλος και σε σκέφτηκα…
Σου τη στέλνω λοιπόν- είναι μια φωτογραφία από ένα κλειστό μαγαζί ( απ τα πολλά που έχουν βάλει λουκέτο… ) στο οποίο κάποιος έχει γράψει στη βιτρίνα του- μου θύμισε το τίτλο του βιβλίου σου και γι αυτό στη στέλνω…
Β.Π

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση PROUST & KRAKEN

«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»

Το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη που διάβασα ήταν «Η δεξιά τσέπη του ράσου». Είχα εντυπωσιαστεί με την τρυφερή αυτή και ευαίσθητη νουβέλα. Φυσικά, όπως κάνω πάντα με τα βιβλία που λατρεύω, πίεσα τους πάντες να σπεύσουν να το διαβάσουν (δεν είχα τότε το blog, για να γίνει αυτό σε μεγαλύτερη κλίμακα!), ενώ και εγώ με τη σειρά μου αγόρασα αμέσως το «Ανάμισης ντενεκές», το οποίο ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει ακόμα (είναι μια κάποια διαταραχή που έχω: κρατάω βιβλία αγαπημένων συγγραφέων στην άκρη για καιρό, ώστε να έχω απόθεμα σε περίπτωση λογοτεχνικής ξηρασίας). Το «Ήλιος με δόντια» είναι ένα ακόμη από τα πιο λατρεμένα μου βιβλία από Έλληνα συγγραφέα, ενώ και η «Άλωση της Κωνσταντίας» έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου. Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω και για άλλα βιβλία του Μακριδάκη, αλλά εν προκειμένω προτεραιότητα πρέπει δικαίως να δοθεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Όλα για καλό», που εκδόθηκε πρόσφατα από την Εστία (όπως και όλα τα βιβλία του) και το οποίο με συνεπήρε, όπως ο άνεμος τον Μιχάλη στην αρχή του βιβλίου.
Ο εξηντάχρονος Μιχάλης (πρώην μοναχός Νικηφόρος), αν και νεκρός από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της γεμάτης ανατροπές νέας ιστορίας του Μακριδάκη, αφού η ζωή του, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας με συνεχή flash-back, έχει ορίσει τις ζωές των άλλων δύο πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του τριανταοχτάχρονου Δημοσθένη και της κατά δέκα χρόνια νεότερής του Κατρίν με τρόπο απρόσμενο. Θα διαβάσετε στο βιβλίο με ποιον τρόπο, γιατί ένα από τα πράγματα που κυρίως στο δεύτερο μέρος θα λατρέψετε είναι αυτές ακριβώς οι ανατροπές στην πλοκή, που θα σας αφήσουν άφωνους και με μάτια βουρκωμένα.

Λίγα μόνο ακόμα λόγια για την ιστορία χωρίς spoilers:

Βρισκόμαστε στη Χίο και είναι χειμώνας του 2015. Το νησί κατακλύζεται από πρόσφυγες, πτώματα ξεβράζονται στις ακτές και ο Δημοσθένης μαζί με λίγους κατοίκους του χωριού φτιάχνουν σε ένα παλιό νοσοκομείο που πια δεν χρησιμοποιείται και στο οποίο κάποτε νοσηλεύονταν άνθρωποι με λέπρα («σπιτάλι» αναφέρεται στο βιβλίο, νεολογισμός από το «hospital») μία αυτοσχέδια κουζίνα, για να φτιάχνουν στους πρόσφυγες της γύρω περιοχής φαγητό. Τους βοηθάει μια Ελληνογερμανίδα, η Κατρίν, η οποία επισκέφθηκε το νησί αφενός για να γίνει εθελόντρια, αφετέρου για να δει τον τόπο καταγωγής της και να μάθει πράγματα για την οικογένειά της, τα οποία και εμείς μαθαίνουμε σταδιακά. Πέραν των τριών αυτών ηρώων, βρίσκουμε και άλλους πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, κυρίως ηλικιωμένους, που με καλοσύνη, ανθρωπιά και αυταπάρνηση βοηθούν τον κόσμο που καταφθάνει από τα παράλια της Μικράς Ασίας, όπως την κυρα-Στάσα, την κυρα-Καλή και τον καπτα-Φώταρο, ενώ είναι πολλοί ακόμα οι χαρακτήρες που ξεπλέκουν το κουβάρι της αφήγησης, ξεπηδώντας από το παρελθόν, όπως η Γιασεμώ, ο Ιωακείμ και η Εμμανουέλα, για να κλείσουν ανοιχτά κεφάλαια του αφηγηματικού παρόντος. Φυσικά, βρίσκουμε και άλλους χαρακτήρες που πιστεύουν ακράδαντα ότι μέσω των προσφύγων υπάρχει σχέδιο εξισλαμισμού της ελληνικής κοινωνίας, ενώ αναφορές γίνονται και σε πλιατσικολόγους που σαν πειρατές περιμένουν στις ακτές τους πρόσφυγες, για να πάρουν τις μηχανές απ’ τις βάρκες που τους μεταφέρουν, πριν καταφθάσουν οι αρχές.
Με μια γέννηση ξεκινάει ο Μακριδάκης το μυθιστόρημά του, αλλά και με δύο θανάτους, αυτόν του Μιχάλη και τον θάνατο ενός πρόσφυγα, του Μουεζίν, το πτώμα του οποίου βρίσκει στην ακτή ο Δημοσθένης, ζωσμένο με δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Μια χαρά λοιπόν και δυο λύπες αποτελούν τις αφορμές, για να ξεδιπλωθούν ιστορίες που ανατρέχουν μέχρι την εποχή που οι Έλληνες έφευγαν ως πρόσφυγες στη Συρία. Μας το θυμίζει αυτό το τελευταίο με ωραίο τρόπο ο συγγραφέας, για να μην ξεχνιόμαστε (που το έχουμε εύκολο σαν λαός).
Ως φόντο, λοιπόν, της ιστορίας του ο Μακριδάκης χρησιμοποιεί την προσφυγική κρίση και σαν εμπειρότατος συγγραφέας καταφέρνει χωρίς μελοδραματισμούς και ηθικολογίες να μας μιλήσει για τους πρόσφυγες, μέσα από την ιστορία των Κούρδων Καχραμάν και Γιασμίν, που εκείνο το χειμώνα του 2015, μέσα στο παλιό νοσοκομείο που κάποτε στοίβαζε τους λεπρούς του νησιού, η μαμή του χωριού ξεγέννησε την τελευταία. Φυσικά ο τόπος όπου η Γιασμίν γεννάει το μικρό της γιό, η «Σπιναλόγκα» της Χίου, καθόλου τυχαία δεν είναι για την πλοκή, αφού ο φόβος για τη συγκεκριμένη αρρώστια και ο κοινωνικός στιγματισμός ακόμα βασιλεύουν, ενώ στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα «δένουν» με το φόβο για τους πρόσφυγες. Παρ’ όλα αυτά, όπως συνεχώς μας θυμίζει ο συγγραφέας, καλά και κακά γίνονται πάντα μόνο για καλό! Ακόμα και τα μυστικά που αποκαλύφθηκαν και άλλαξαν για πάντα τις ζωές των πρωταγωνιστών.

«Έτσι, δεν έμαθε η Κατρίν εκείνο το πρωί τίποτα για τη θητεία του Μιχάλη. Δεν ήτανε γραφτό της να μάθει εγκαίρως φαίνεται. Έμαθε όμως το βράδυ, μετά το τραπέζι το γιορτερό, μετά και από το κλάμα που έριξε. Τότε έμαθα πολλά και εγώ για λόγου της, πολλά και απίστευτα. Και την άλλη μέρα, πριν απ’ το άλλο τραπέζι, το νεκρικό, έμαθα ακόμα πιο πολλά και ακόμα πιο απίστευτα, και το παράλλο πρωί, μετά από την εκκλησιά, έμαθα το πιο συγκλονιστικό, που αυτό δεν το ήξερε εκείνη. Ούτε της το φανέρωσα όμως ποτέ. Της το κράτησα κρυφό ώσπου έφυγε. Ούτε στον Μιχάλη είπα βέβαια τίποτα παραπάνω για την Κατρίν τις δυο μέρες που έζησε και τον ξαναείδα μετά την επίσκεψή μας. Δεν με ρώτησε βέβαια κιόλας τίποτα γι’ αυτήν. Σαν να μην την είχε γνωρίσει καθόλου ή να την είχε σβήσει απ’ τη μνήμη του. Μα και να με ρωτούσε, δεν ήξερα τίποτα τότε για να του πω. Αφού όλα μετά τον θάνατό του φανερωθήκανε. Σαν να ανοίξαμε το σεντούκι και να πετούσαμε έξω ένα-ένα τα υφάσματα· φτάσαμε μέχρι και τις φασκιές μας. Δεν έμεινε κρυπτόν υπό τον ήλιον ουδέν. Τότε τα μάθαμε όλοι μας όλα.»

Με τρόπο μοναδικό ο Μακριδάκης ενώνει τις προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών με την ιστορία των προγόνων τους, την σύγχρονη ιστορία του νησιού, την προσφυγική κρίση, με την παλαιότερη ιστορία του και το κεφάλαιο της λέπρας και της αντιμετώπισης των χανσενικών από τις κοινωνίες. Όλα αυτά με μια γνώριμη σε εμάς τους νησιώτες λαϊκή γλώσσα μπολιασμένη με τη νησιώτικη ντοπιολαλιά, όπως μας έχει, άλλωστε, συνηθίσει ο συγγραφέας στα βιβλία του. Το δε διακριτικό του χιούμορ είναι παρόν και σε αυτό το βιβλίο.

Ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο από έναν εξαιρετικό συγγραφέα. Συγκλονιστική και απολύτως ταιριαστή με την ιστορία η φωτογραφία του εξωφύλλου. Πάντα προσεγμένες οι εκδόσεις της Εστίας.

Από την παρουσίαση του βιβλίου «ΟΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟ» του Γιάννη Μακριδάκη στον Βόλο

 Γράφει η Λουΐζα Σολομών

Η άφιξη ενός συγγραφέα που διαβάζεις, που σου αρέσει, που είναι αναγνωρίσιμος δημιουργεί πάντα μια προσμονή και μια ανησυχία… Τον περιμέναμε το Γιάννη στο Βόλο. Είναι που μας αρέσουν τα βιβλία του, είναι που η γραφή του συνάδει με τη στάση ζωής του. Και ήρθε ζεστός, φιλικός, κάπως αμήχανος. Και όταν ενώνεται η αμηχανία αναγνώστη – δημιουργού, αρχίζει να υφαίνεται οικειότητα και ταύτιση. Και ό,τι προέκυψε ήταν μια μαγικά φιλική και ενδιαφέρουσα βραδιά.

Ήταν μια από τις καλύτερες παρουσιάσεις που έχω δει. Ένας από τους λόγους ήταν αυτή ακριβώς η οικειότητα, η αμεσότητα και το ζεστό κλίμα που δημιούργησε η συνομιλία μεταξύ αναγνωστών και συγγραφέα. Ουσιαστικές, μεστές οι παρατηρήσεις, ανθρώπινη επικοινωνιακή η ατμόσφαιρα.

Ο  Αποστόλης Μωραϊτόπουλος* πόσο αυθόρμητα συγκινητικά απάντησε “ναι” στην πρόσκληση-πρόκληση του Γιάννη Μακριδάκη να μη μιλάει από κάτω, αλλά να του κάνει παρέα δίπλα του! Ανέβηκε με συστολή και όμως ήταν βαθύς γνώστης του έργου και θα τον ζήλευαν προετοιμασμένοι για την περίσταση ομιλητές. Με συγκίνησε αυτή η συνομιλία , αυθόρμητη , ανθρώπινα αμήχανη, ισότιμη. Με την ίδια απροετοίμαστη οικειότητα ανέβηκε στο βήμα με τις διστακτικές και καίριες παρατηρήσεις της η δασκάλα μου στο Γαλλικό Ινστιτούτο (που φοβάμαι μη μεταφέρω λάθος το όνομά της μετά από τόσα χρόνια), και ο πάντα εύστοχος και απολαυστικός Θωμάς Κοροβίνης. Ένιωθα δίπλα μου τον  ετοιμόλογο ομιλητή Κώστα Καλημέρη να θέλει να πάρει μέρος στην κουβέντα και να μην τον αφήνει η αφωνία, που τον ταλαιπωρούσε εκείνη την ημέρα. Ήταν η παρέα που τον ακολούθησε από την έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης και που αποδεικνύει ότι τους  ανθρώπους τους δένει η εκτίμηση, η αγάπη και η ανταλλαγή, απόψεων και συναισθημάτων. Να είστε καλά, ήταν πολύ όμορφη βραδιά.

Δε θέλω να μιλήσω για το ίδιο το βιβλίο και τη συγγραφική ικανότητα του Γιάννη , το έκαναν πολύ καλύτερα άλλοι. Θέλω , όμως, να επισημάνω ότι τα θέματα που αγγίζει είναι αυτά που τον καίνε , που μας καίνε, που ανάμεσα στα άλλα εμπεριέχουν λυτρωτική για τον αναγνώστη κοινωνική ευαισθησία . Ένας άξονας του τελευταίου του βιβλίου είναι οι πρόσφυγες της σύγχρονης Χίου, στη φιλοξενία των οποίων συνέβαλε  ενεργά ο Γιάννης Μακριδάκης. Και αυτό το βιβλίο , λοιπόν , πέρα από τις λογοτεχνικές αρετές , μας θυμίζει  ακόμη ότι οι όμορφες ρηξικέλευθες ή παραδοσιακές θεωρίες μπορούν ήσυχα κι απλά να γίνονται πράξη.

*Αποστόλης Μωραϊτόπουλος:

«Χθες ήταν ο Μακριδάκης στον Βόλο για το καινούργιο του βιβλίο.
Τον βρήκα έξω, τον θερμοχαιρέτησα και του είπα ότι το διάβασα και μ’ άρεσε πολύ.
Με πρότεινε αμέσως να το προλογίσω! Αυθόρμητα το δέχθηκα. Οποία τιμή… Μετά κρύος ιδρώτας. Έτρεμα. Η Αριστέα μου αναστατωμένη κι αυτή μου υπαγόρευε …σκονάκια από την πίσω σελίδα. Τελικά όλα πήγαν καλά, ΟΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΌ! Σ’ ευχαριστώ Γιάννη.»
(από ανάρτηση στο Facebook)

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Margaret (goodreads.com)

Βαθμολογία: ★★★★

Οι ιστορίες του Μακριδακη είναι καλές. Αλλά ο τρόπος που τις διηγείται είναι αριστουργηματικός. Τα γλωσσικά ιδιώματα,οι λέξεις που ανασύρει ,ο τρόπος που τις συνταιριάζει,είναι ο λόγος για τον οποίο ότι γράφει είναι αξιόλογο. Η συγκεκριμένη ,μου φάνηκε αδύναμη σε σχέση με άλλες νουβέλες ,με λιγότερο πικρό κρυμμένο χιούμορ και ίσως λίγο τραβηγμένη. Αλλά η ρέουσα αφήγηση και η δομή της ιστορίας,είναι εξαιρετικές.

Πηγή