Κυκλοφόρησε σήμερα

Featured

Οι αναγνωστικές κρίσεις κ αποκρίσεις που θα μου στείλετε θα δημοσιεύονται εδώ επώνυμα ή με τα αρχικά σας, αναλόγως πώς επιθυμείτε

Αναγνωστικές αποκρίσεις
Απίστευτα καλογραμμένο, αληθινό, ζωντανό, δυνατό, βαθιά ανθρωποκεντρικό και βαθιά συναισθηματικό, σαν να επέστρεψες στην πηγαία ευαισθησία των πρώτων σου βιβλίων. Έσκυψες ξανά πάνω από τους ήρωες σου με τρυφερότητα και τους ψυχογράφησες τόσο βαθιά που πήραν σάρκα και οστά, ανάσα και θέρμη ζωντανού κορμιού και μαζί  τους ζωντάνεψε μια εποχή ολόκληρη και κόσμοι διάφοροι πολύχρωμοι κι εξωτικοί και κοινωνίες αλλιώτικες.
Τους πόνεσες τους ήρωες σου κι έτσι έγραψες ένα βιβλίο ευγενικό γύρω από ένα θέμα ακόλαστο. Ωμά, με πικρία αλλά και με χιούμορ βάζεις το δάχτυλο στην πληγή της ανθρώπινης ψυχής και το πιέζεις, χτυπάς στον προαιώνιο υπαρξιακό φόβο της προδιαγεγραμμένης  μοναχικής μας πορείας, πικραίνεσαι μα και τον ξορκίζεις, και θέτεις το δίλλημα: η μοναξιά ως επιλογή; Η μοναξιά ως τίμημα της ελευθερίας;
Μαρίνα Σ.

Αντώνης Μουντές
Το νέο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη “Η Πρώτη Φλέβα” … Ένας ναυτικός και μια πόρνη αφηγούνται ιστορίες απ’τις ζωές τους.. κι ο Γιάννης… μοναδικός όπως πάντα… αυθεντικός…. μας αφηγείται παράλληλα και την δική του ιστορία.. χαρίζοντας μας απλόχερα κομμάτια της δικής του ζωής… Μια σούμα, ψωμί με λάδι, πιπεριές που καίνε, φρέσκα σπαράγγια και κουκιά… Και λίγα γιαπρακόφυλα από τον άμπελο, για δώρο… Εκεί στο Ροδώνα στο κτήμα, που η απλότητα της φύσης αγγίζει το μεγαλείο της ψυχής….

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (http://dreamersandco.com)

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ, ΤΟΥ ΓΙΆΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΆΚΗ (ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕΣΤΊΑ, 2009) ΉΤΑΝ ΈΝΑ ΑΠΌ ΤΑ ΒΙΒΛΊΑ ΠΟΥ ΕΊΧΑ ΚΑΙΡΌ ΣΤΙΣ ΛΊΣΤΕΣ ΜΟΥ ΑΛΛΆ ΣΥΧΝΆ ΚΆΤΙ ΓΙΝΌΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΆΦΗΝΑ. ΉΡΘΕ ΌΜΩΣ Η ΚΑΤΆΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΉ, ΤΟ ΔΙΆΒΑΣΑ ΚΑΙ ΚΑΤΆΦΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΛΑΎΣΩ. ΈΝΑ ΒΙΒΛΊΟ ΠΟΥ ΕΚΦΡΆΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΤΡΌΠΟ ΤΟΝ ΦΌΒΟ ΤΗΣ ΑΠΏΛΕΙΑΣ, ΤΟ ΦΌΒΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΆ ΑΛΛΆ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΊΣΤΗ ΣΕ ΚΆΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Τον Βάφτισαν Βικέντιο, μα γρήγορα αποδείχθηκε πως η καλογερική ήταν βαριά κι αυτός ανήψητος.

Ο Βικέντιος, ένας άνθρωπος μακριά από τις προκαταλήψεις που μπορεί να έχουμε για τις θρησκείες και τον κόσμο του κλήρου. Ένας άνθρωπος που μου έβγαλε απίστευτη ανθρωπιά και ζεστασιά, ζει σε ένα απομονωμένο μοναστήρι της Χίου παρέα με τη σκυλίτσα του τη Σίσσυ. Η επικείμενη γέννα της θα φέρει όμως μεγάλες αλλαγές και στη ζωή του. Ο απρόσμενος χαμός του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου θα γίνει τη ημέρα που η Σίσσυ θα γεννήσει τρία κουταβάκια μετά από μια πολύ δύσκολη γέννα που μάλιστα θα της στοιχίσει τη ζωή.

Δεν ήτανε γραφτό σου να τη δεις την άνοιξη που έρχεται ολοταχώς, μικρή μου, δεν ήτανε γραφτό μας να πορευτούμε άλλο μαζί σε τούτο τον κόσμο. Πάλι μονάχος μου θα μείνω εδώ, στο βράχο ετούτο, σε ποιόνε να μιλήσω και σε ποιόνε να τα πω τα βάσανα της μοίρας μου;

Και εδώ είναι που ο Γιάννης Μακριδάκης παίρνει αφορμή από τον θάνατο της σκυλίτσας και του Αρχιεπίσκοπου και παραλληλίζει τα δύο γεγονότα με τη ζωή του Βικέντιου. Ο αναγνώστης βιώνει με τον πιο δυνατό τρόπο την προσπάθειά του Βικέντιου να κρατήσει στη ζωή τα μικρά κουταβάκια της Σίσσυ, γιατί ξέρει πως αν δεν κρατήσει έστω και ένα από αυτά στη ζωή, θα οδηγηθεί και ο ίδιος στο θάνατο.

Ο χαμός της σκυλίτσας όμως θα του στοιχίσει περισσότερο από αυτόν του Αρχιεπισκόπου, καθώς βιώνει την απώλεια αυτή σαν να ήταν ανθρώπινη. Αυτό που αισθάνεται είναι τόσο έντονο που καθυστερεί να κατεβάσει τη σημαία της εκκλησίας μέχρι να τη θάψει στην αυλή:

Δε μου λες, παπά, πότε περιμένεις να κατεβάσεις τη σημαία, ο Αρχιεπίσκοπος πέθανε, δεν το μαθες εσύ ακόμα;

Θα ‘ρθει κανένας χριστιανός, μέρα που είναι, να προσευχηθεί για την ψυχή του Αρχιεπίσκοπου και είναι ντροπή έτσι που την έχεις γιορτερή.

Η προσπάθεια του για να αντέξει στη ζωή έστω και ένα από τα τρία κουταβάκια, θα τον οδηγήσει σε τέτοιο σημείο που το πώς θα κάνει τη λειτουργία είναι δευτερεύουσας σημασίας, αρκεί στη δεξιά τσέπη του ράσου να τα έχει συνέχεια κοντά του, συνέχεια υπό την εποπτεία του, συνέχεια πάνω του.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Πήρε τα κουτάβια από την κουβέρτα και τα ‘χωσε και τα δύο στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Αυτό που με ενθουσίασε στο βιβλίο είναι ταδιαφορετικά επίπεδα πένθους που το χαρακτήριζαν, αλλά και το πως διαφοροποίησε το προσωπικό από το συλλογικό πένθος· υπό μια έννοια ο Βικέντιος είχε αφήσει να εννοείται το προσωπικό του ως συλλογικό πένθος.

Οι χαρές δεν ταιριάζουνε στους καλόγερους.

Η δεξιά τσέπη του ράσου, μάς δίνει μια άλλη προσέγγιση στο θέμα του θανάτου αλλά και στον πόνο που αυτός προκαλεί, παράλληλα όμως μας δείχνει και την άλλη όψη του νομίσματος, που είναι η ζωή και η προσπάθεια για να την διεκδικήσουμε, όπως ακριβώς κάνει και ο Βικέντιος, στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Πηγή

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (anagnostria.blogspot)

Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2010

Διερωτώμαι γιατί άργησα τόσο να ανακαλύψω αυτό το εξαιρετικό, μικρό βιβλίο (νουβέλα κατά τους εκδότες), ούτε θυμάμαι τώρα σε ποιο blog ή άλλη δημοσίευση το εντόπισα, για να ευχαριστήσω αυτόν που με την παρουσίασή του μ’ έκανε να το αναζητήσω.
Το βιβλίο με αιχμαλώτισε από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη αράδα που καρφώνεται στη σκέψη όπως περίφημες, εναρκτήριες φράσεις από γνωστά έργα (“Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς”-Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους”-Άννα Καρένινα κ.λπ.).
Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σαν θρεμμένα ποντικάκια“. Δεν μπορείς να μην συνεχίσεις μετά από μια τέτοια φράση, μετά από μια τέτοια αντίθεση. Μια αντίθεση που θα κρατήσει σ’ όλο το βιβλίο, που χωρίς να περιγράφεται, χωρίς να αναλύεται, απλώς σου υποβάλλεται μέσα από τις εικόνες και την εξέλιξη της ιστορίας.
Βρισκόμαστε σ’ ένα μικρομονάστηρο, στην Παναγιά τ’ Ακρωτηριού, χτισμένο πάνω σ’ ένα απόκρημνο βράχο, πάνω από τη θάλασσα, σ’ ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Όμως τόσο η τοποθεσία όσο και η καταγωγή του συγγραφέα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Χίο. Σ’ αυτό το απομονωμένο και ρημαγμένο απ’ τον χρόνο μοναστήρι ζει ο Βικέντιος, ο μόνος από τους μοναχούς που έχει απομείνει. Εξακολουθεί να τελεί τα μοναστικά του καθήκοντα, τις προσευχές, τις λειτουργίες, τις νηστείες, φροντίζει τα ζωντανά του μοναστηριού (μου άρεσε το “όρνιθες” που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην Κύπρο αντί του “κότες”), δέχεται πότε-πότε κόσμο που έρχεται να επισκεφθεί το μοναστήρι, αλλά η μοναξιά, ακόμα και για έναν καλόγερο, είναι αφόρητη. Αυτή τη μοναξιά έρχεται να συντροφέψει μια σκυλίτσα που του χάρισαν και που την ονόμασε Σίσσυ. Πόση τρυφερότητα και πόση αγνότητα κρύβει ο μοναδικός ερωτικός υπαινιγμός ότι το όνομα αυτό το είχε ένα κορίτσι που του άρεσε στα δεκαπέντε του χρόνια-δεκαεφτά χρονών μπήκε στο μοναστήρι! Η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο Βικέντιος με αγωνία παρακολουθεί τον επώδυνο τοκετό, μετά από τον οποίο η Σίσσυ πεθαίνει, το ίδιο βράδυ που από το ραδιόφωνο ο Βικέντιος ακούει ότι πέθανε και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η σελίδα (σ. 28) στην οποία αφενός ο εκφωνητής αναγγέλλει την άφιξη των επισήμων στο σπίτι του αποβιώσαντος Χριστόδουλου, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος ετοιμάζονται να κάνουν δηλώσεις και από την άλλη τα ειλικρινή δάκρυα και η σπαρακτική κραυγή του Βικέντιου καθώς αντικρίζει νεκρή τη σκυλίτσα, είναι από τις πιο ωραίες σελίδες που έχω διαβάσει εδώ και καιρό. Λίγο αργότερα κι ενώ αρχίζουν οι καυγάδες και οι ίντριγκες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου, ο Βικέντιος βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του και κουβαλάει μαζί του τα κουτάβια, αγωνιζόμενος να τα κρατήσει ζεστά και ζωντανά, ταΐζοντάς τα με σύριγγα. Τελικά θα κατορθώσει να σώσει μόνο το ένα.
Ο χαρακτήρας του μοναχού, απλός, αγαθός, γνήσια πιστός, η γλώσσα του Μακριδάκη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, το  τοπίο του μοναστηριού που θυμίζει τόσα ερημικά, ελληνικά ξωκλήσια, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτέχνημα. Νομίζω δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός γι’ αυτό το ευσύνοπτο βιβλίο από την καταληκτήρια φράση του: “Όμορφα πράγματα”.

Ρήγμα σιωπής

Η σιωπή μου όλον αυτό τον καιρό και όσον ακόμη θα ακολουθήσει είναι άκρως πολιτική, όπως ακριβώς και η αρθρογραφία και η λογοτεχνία μου. Διανύουμε εποχή ματαίωσης και απαξίωσης των πάντων, εποχή που όποιος έβλεπε καθαρά μπορούσε να την προβλέψει, όπως και τα όσα τραγικά έρχονται. Δεν έχω να πω τίποτε παραπάνω από όσα έχω πει από αυτό το ταπεινό βήμα και από κάποια άλλα εξίσου ταπεινά βήματα κατά τα τελευταία χρόνια, δεν έχω ούτε καν κουράγιο να αρθρώσω λέξη και να την ξανοίξω στη ματαιότητα, γι’ αυτό σιωπώ και αναμένω στωικά τη συνέχεια της χαώδους αλληλεπίδρασης όλων μας, φυσικών και καταναλωτικών πλασμάτων.

Δημοσιεύω όμως σήμερα, ως ρήγμα σιωπής, (με την άδεια των αποστολέων του) ένα υπέροχο συγκινητικό γράμμα που έλαβα και που με κάνει να νιώθω ότι τουλάχιστον κάτι έμεινε, τουλάχιστον κάτι έγινε. Τουλάχιστον νιώσαμε, ριγήσαμε, πονέσαμε, χαρήκαμε, γελάσαμε, ερωτευτήκαμε, γίναμε άνθρωποι και κάτι αφήσαμε πίσω μας καλό για να το βρουν οι άλλοι, όσοι είναι ανοιχτοί να νιώσουνε κι αυτοί.

Αξιότιμε κύριε Μακριδάκη ,

Είμαστε δυο μαθητές της Α τάξης Γυμνασίου στο Ηράκλειο Κρήτης,
μαθητές του τμήματος ένταξης για τυφλά παιδια .


Στο μάθημα Κινητικότητας η εκπαιδεύτρια μας Χαρά Κλινακη μας διάβαζε το βιβλίο σας ” η δεξιά τσέπη του ράσου ” ένα βιβλίο που αγαπούσε πολύ  και ήθελε να το διαβάσει και για μας. Ετσι κάθε εβδομάδα περιμέναμε να ακούσουμε τη συνέχεια της ιστορίας του Βικεντιου . Θέλουμε να σας πουμε δυό λόγια για τον πρωταγωνιστη του: Ο Βικεντιος είχε ωραίο χαρακτήρα και ηταν καλόψυχος και καλόκαρδος και πολυ μας άρεσε! Αντίθετα ο Μάρκος ηταν σκληρός και απότομος και κόντεψε να πετάξει τη Σισυ στη θάλασσα! Πολυ χαρήκαμε που την πρόλαβε ο Βικεντιος και την έθαψε με αγάπη και την ευλόγησε! Ηταν πολυ ωραία ιστορία και σας ευχαριστούμε που το γράψατε! Μας άρεσε πολυ η φραση ” τρελΑθηκες παπά; Το καγκουρό κανεις;
Με εκτίμηση
Γιώργος Δασκαλακης
Κων/νος Εφραίμ Τσαγγατακης
Μία ( αυτονήτη ίσως) διευκρίνηση¨:
Το mail αυτό ,μου το εκφώνησαν τα παιδια και μου ζητησαν να σας στο στείλω.Hτανε  μια ξεχωριστη εμπειρία  για τα παιδιά ,σιγά ,σιγά να περιμένουν και να αγωνιουν για την εκβαση της ιστορίας  αλλα και για μενα ,να μοιραζομαστε μαζι αυτή την διαδικασία  καθώς και οτι γιατι είναι για μένα  ενα αγαπημένο  βιβλιο που χαρακτηρίζει και  ( με)  φέρνει μέσα  μου (σ)τον τόπο των παιδικών  μου μνημών και σας ευχαριστώ και εγω για αυτή την πολύτιμη μεταφορά και  ”φύλαξη”.
Με εκτίμηση
Χαρά Κ.

Panama papers!

Κατά φωνή, που λένε και εδώ στο χωριό. Μόλις κυκλοφορεί η Πρώτη Φλέβα, να σου και ο Παναμάς στην καυτή διεθνή επικαιρότητα των οικονομικών σκανδάλων. Αυτό θα πει να είσαι μέσα στα πράγματα!

Πάρτε μια γεύση από έναν άλλον Πάναμα και Παναμά, αυτόν που έζησαν ο Γιώργης και η Λόλα, οι ήρωές μου στην Πρώτη Φλέβα που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις της Εστίας

Ο Γιώργης:

“…Το ’πιασα το βαπόρι στον Πάναμα· ήμαστε τέσσερα άτομα γι’ αυτό το βαπόρι, αλλά φτάσαμε πιο νωρίς και το περιμέναμε εκεί τέσσερις πέντε μέρες. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο για τους ναυτικούς που ήτανε κοντά στη διώρυγα και πηγαίναμε κάθε μέρα και βλέπαμε τα βαπόρια που περνούσανε. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εκεί. Είναι πολύ εντυπωσιακό, έτσι όπως το βλέπεις το βαπόρι και ανεβαίνει την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη λεκάνη, και βλέπεις και τη θάλασσα από κάτω· φαίνεται. Είσαι απάνω στο βουνό ανεβασμένος. Μπαίνει το βαπόρι μέσα στη δεξαμενή, κλείνει η πόρτα από πίσω, γεμίζει νερό από κάτω και ανεβαίνει το βαπόρι. Σε δέκα λεπτά έχει γεμίσει η δεξαμενή· μια στέρνα τεράστια είναι και ανοίγει η μπροστινή πόρτα και μπαίνει στην άλλη δεξαμενή το βαπόρι. Κλείνει η πόρτα η δεύτερη, ανεβαίνει η άλλη δεξαμενή. Και για να μη χτυπιέται το βαπόρι, το βαστάνε από τις δυο πάντες κάτι τρενάκια οδοντωτά και ανεβαίνουνε κι αυτά μαζί του το βουνό. Μετά μπαίνει το βαπόρι στη λίμνη μέσα. Προχωράει στις λίμνες. Τώρα σου λέω από τον Ειρηνικό στον Ατλαντικό όπως πάμε. Άμα φτάσεις στον Ατλαντικό, κατεβαίνεις. Μπαίνει στη δεξαμενή, χαμηλώνει η δεξαμενή, έρχεται στα ίσια με την άλλη, χαμηλώνει η άλλη, χαμηλώνει η άλλη, βγαίνεις όξω, φεύγεις. Το πρώτο μπάρκο μου ήτανε αυτό. Το πιο εντυπωσιακό. Πέρασα τον Πάναμα”.

Η Λόλα:

Και εβδομήντα πελάτες τη μέρα μπορεί να είχα. Δουλειά είναι, μπορείς να πεις όχι; Τι να ’κανα; Να γκρίνιαζα, αντί να ’λεγα κι ευχαριστώ που με προτιμούσανε οι άνθρωποι; Σάμπως έκανα και τίποτα σπουδαίο; Αφού δεν ήμουνα εκεί καν. Εγώ, σου λέω, ταξίδευα. Το σώμα μου ήταν εκεί αλλά το μυαλό και η ψυχή μου ήτανε αλλού. Σε άλλα μέρη ταξίδευα, όχι σε ανθρώπους. Άμα ταξίδευες σε έναν άνθρωπο που σου άρεσε, δεν έκανες τίποτα. Θα παραμυθιαζόσουνα ότι είναι αυτός ο άνθρωπος από πάνω σου. Ξέρεις τι ταξίδια είχα κάνει εγώ; Σε πόσα μέρη πήγα; Μέχρι τον Αμαζόνιο είχα φτάσει. Τι Ιαπωνία, τι Κίνα, τι στο Σινικό Τείχος πατούσα πάνω και ανέβαινα, τι στη διώρυγα του Παναμά έβλεπα τα βαπόρια που περνούσανε. Όποια μέρη έβλεπα σε φωτογραφίες στα περιοδικά, τα ’παιρνα βόλτα ύστερα με το μυαλό μου την ώρα της δουλειάς. Αγκομαχούσανε εκείνοι από πάνω μου, αλλά εγώ έλειπα από κει· μου λέγανε και λόγια διάφορα, αλλά εγώ τι να τους πω. Ναι, ναι, τους έλεγα και μέτραγα από μέσα μου αστέρια και φεγγάρια.

Συνυπάρξεις

Όσο κι αν φούντωσε η αγκιναριά, η σπαραγγιά βρήκε τον τρόπο να ξεπεταχτεί από μέσα της

Ο γατούλης αποζητεί το χάδι του Ερμή

και ο Ερμής δεν τον απογυρίζει ποτέ

Πού να ξέρουν όλα αυτά τα αθώα της ανθρώπινης ασυνειδητότητας πλάσματα ότι υπάρχει κίνδυνος πυρηνικού πολέμου και αφανισμού όλων μας, λόγω ανοησίας του “ανώτερου”  πλάσματος

Έλληνες πρόσφυγες 1941-46

Και φτάνομε στο Πορτ Σάιτ και μας βάζουνε μες σε τσαντίρια. Στους τρεις μήνες απάνω έρχουνται δυο καράβια, γιατί ήμαστε πολλοί, μας βάζουνε μέσα και τραβήξαμε για το Κονγκό. Στο Κονγκό ήτανε πάλι καταυλισμός αλλά ήτανε σπιτάκια μεμονωμένα και μια φαμέλια είχε δυο κάμερες. Ήμαστε μια χαρά εκεί. Κάτσαμε κοντά τρία χρόνια. Κάθε πρωί μας φέρνανε τρόφιμα, μας στέλνανε και οι ντόπιοι πολλά πράγματα γιατί ήμαστε κοντά στην πόλη. Κάμανε ένα κτήριο σχολείο και είχαμε έναν Σαμιώτη δάσκαλο, είχε πολλούς μαθητές αλλά μας είχανε μόνο και χορεύαμε εκεί, πηγαίναμε στην πόλη ντυμένοι τσολιάδες. Από δω έφυγα τρίτη τάξη και πήγα εκεί μέχρι την πέμπτη, αλλά διψήφια διαίρεση δεν ήξερα να κάμω. Πηγαίναμε κάθε μέρα στο σχολείο αλλά τις πιο πολλές φορές χορεύαμε. Η μάνα μου έραβε κουστούμια, όλα τα τσολιαδίστικα των παιδιών που βάζανε στους ρόλους η μάνα μου τα ραβε και κονομούσε, καλά ήτανε. Εμένα πότε Βέλγο με ντύνανε και βαστούσα τη βέλγικια σημαία, πότε τσολιά ήμουνα και βαστούσα την ελληνική σημαία, πότε χόρευα τα κορίτσια όλα.. Άμα ήτανε καμιά γιορτή μάς πηγαίνανε στην πόλη μέσα και παρελάζαμε. Οι ντόπιοι μας αγαπούσαν όλοι. Είχε Έλληνες, Βέλγους και μαύρους που ήτανε δούλοι..

Γιάννης Ξυντάρης

 

Στο Σουέζ σταμάτησε το τρενο, λίγο πιο κάτω από το κανάλι κι από κει με φορτηγά περάσαμε το κανάλι, ένα ένα αυτοκίνητο στην απέναντι όχθη. Ονομαζοτανε η περιοχή Σινά. Όταν φθάσαμε εκεί, πάρα πολύς κόσμος, υπήρχε ένας καταυλισμός από αντίσκηνα πολύ μεγάλα, δυο δυο μαζί ενωμένα μόνο με κουβέρτες και κρεβάτια μέσα. Πρέπει να ήμαστε δυο τρεις χιλιάδες πρόσφυγες εκεί αλλά ο καταυλισμός ήταν πάρα πολύ ωραίος. Εκεί ονομαζότανε Πηγές του Μωυσέως. με αυτή τη διεύθυνση αλληλογραοφύσαμε…

Ιουλία Ευαγγελινού

 

Εφτάσαμε στο Χαλέπι. Εκεί μας περιμένανε φορτηγά, μας βάλανε απάνω και μας μεταφέρανε σε ένα στρατόπεδο που είχε μια πελώρια πύλη σιδερένια που το βράδυ έκλεινε. Ένας μεγάλος αυλόγυρος και απάνω, γύρω γύρω ήτανε μεγάλες αίθουσες με κρεβατάκια, διάδρομος μεγάλος και κάτω μαγειρεία. Στρατώνας ήταν αλλά δεν υπήρχαν στρατιώτες, μόνο φρουροί μαύροι. Εκεί μείναμε πάρα πολύ καιρό…

Εύχαρις Κοκκάλη

 

Ύστερι μας λένε θα φύγετε, θα σας ρίξουνε σε χωριά. Έρχεται ένα φορτηγό μπαίνομε μέσα, μας πήγε σε ένα χωριό, λεγότανε Άχνα. Πάμε στο χωριό, κατεβαίνομε από το αυτοκίνητο, χτυπά η καμπάνα, ήβγαν οι χωριατίνες.”Τι είναι, τι είναι; Προσφυγοπούλες ήρκανε”. Τότε, όση ώρα στο λέγω, ήρτε όλο το χωριό. Και τι δεν μας εφέρανε. Κρεβάτια, καρέκλες. Εγέμισα το σπίτι καρέκλες, επέφταν τα παιδιά μου. Εκεί είχανε από αυτό το μαμούνι που κάμνει το κουκούλι, πολύ μαμούνι και φαίνανε το μετάξυ, μου δώκανε και εμένα να κάμω των παιδιών πουκαμισάκια, μας περιποιηθήκανε ο κόσμος”

Σταματία Βαλιδάκη

Αποσπάσματα μαρτυριών που μάζεψα την περίοδο 2000-2004 και δημοσιεύονται στο βιβλίο Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, 1941-46, εκδόσεις Πελινναίο 2006 και Εστία 2010.

Ζωή της πλάκας

Φυσικά η βάση όλων αυτών που συμβαίνουν είναι η μαζική συσσώρευση των σύγχρονων ανθρώπων σε μεγαλουπόλεις και μητροπόλεις, με ταυτόχρονη μετάλλαξή τους σε καταναλωτές. Δηλαδή σε αριθμημένα γρανάζια που περνούν τη ζωή τους με μοναδικό ιδανικό να κυκλοφορούν το χρήμα, να τρέχουν καθημερινά και ολημερίς γύρω από τον εαυτό τους με στόχο να βρουν τον καλύτερο τρόπο για να πάρουν ο ένας χρήμα από τον άλλον.

Ζωή της πλάκας. Ζωή δίχως καμιά αξία. Απαξιωμένοι άνθρωποι, καταναλωτές χυδαίοι και ανυποψίαστοι δολοφόνοι και αυτόχειρες με την κάθε μικρή τους καθημερινή κίνηση, ακόμη και με κινήσεις που κάποτε όριζαν την αυτοσυντήρηση, σήμερα οι καταναλωτές αυτοκτονούν, όπως πχ τρώγοντας και πίνοντας, δηλαδή καταναλώνοντας, όπως οι ίδιοι λένε πια τις φυσικές αυτές λειτουργίες τους.

Απαξιωμένες ζωές, αριθμημένα χειραγωγημένα γρανάζια, απαξιωμένα σκοτώνονται, απαξιωμένα εκφυλλίζονται καθημερινά και ζουν σαν νεκροί, σε μια παράλληλη πραγματικότητα ενός συστήματος χυδαίου, απάνθρωπου, δολοφονικού των πλασμάτων, απομυζητικού των φυσικών πόρων και εντελώς ανόητου, με αξίες ευτελείς, μακριά από τον μοναδικό Λόγο ερχομού στη Ζωή του κάθε πλάσματος

Όποιος σέβεται τη Ζωή του βάζει τέλος στην Ύβρη της σπατάλης της που διαπράττει, έστω και τώρα, έστω και την ύστατη ώρα. Απεγκλωβίζεται με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος, αλλάζει πορεία και αξιακό σύστημα, γίνεται ένα με το Οικοσύστημα και αλλάζει μαζί του κι ο κόσμος

 

ΥΓ

Οι Βέλγοι τιμούν τα θύματα με εκδηλώσεις επί της Πλατείας Χρηματιστηρίου. Κανονική Μονόπολη η ζωή των καταναλωτών της πολιτισμένης ουμανιστικής Δύσης.

Ντροπή

Αυτές τις μέρες γνώρισα από κοντά ένα ζευγάρι Γάλλων αναγνωστών μου, οι οποίοι διάβασαν την Άλωση της Κωσταντίας και θέλησαν να έρθουν με τα τρία τους παιδιά για διακοπές του Πάσχα στη Βολισσό.

Άνθρωποι θαυμαστοί, αφού με τα παιδιά τους στα σπάργανα ακόμη και μέχρι που έφθασαν σε ηλικία σχολική, τριγυρνούσαν τον κόσμο με ένα βαν, παραιτημένοι από τις εργασίες τους. Έφτασαν από τη Γαλλία μέχρι την Κίνα διαμένοντας για αρκετό χρόνο σε όλες σχεδόν τις χώρες της διαδρομής. Πήγαν επίσης στην Λατινική Αμερικήκαι και σε διάφορα άλλα μέρη του πλανήτη.

Η Ελλάδα όμως, στην οποίαν πρώτη φορά ήρθαν τώρα, τους έχει μείνει ήδη αξέχαστη. Διότι πουθενά, σε καμιά χώρα του κόσμου δεν τους συνέβη ό,τι έπαθαν εδώ. Αρχικά το βαπόρι που τους έφερνε από τον Πειραιά στη Χίο, έπαθε βλάβη μόλις έφτασε στη Σάμο και μετά από 12ωρο ταξίδι, λίγο πριν φθάσουν στον προορισμό τους, τους ξαναγύρισαν πίσω στον Πειραιά για να επισκευαστεί η βλάβη και να τους επιβιβάσουν σε άλλο πλοίο το επόμενο απόγευμα. Κάνοντας λοιπόν οι άνθρωποι κατάκοποι από το μάταιο ταξίδι Πειραιά-Σάμο-Πειραιά ενώ πήγαιναν Χίο, μια βόλτα στην Αθήνα περιμένοντας να έρθει η ώρα του νέου τους απόπλου, έπεσαν θύματα κλοπής πορτοφολιού μέσα στο μετρό και έχασαν όλα τα μετρητά και τις τραπεζικές κάρτες και τις ταυτότητες, διαβατήρια και ό,τι άλλο είχαν μέσα.

Τώρα βρίσκονται στη Βολισσό και είναι γελαστοί και χαρούμενοι από την ομορφιά του τόπου. Τους κερνάμε πορτοκάλια, αυγά, πρασινικά, ό,τι μπορούμε κάθε μέρα για να ξεπλύνουμε την ντροπή και να ισοφαρίσουμε την ασυνειδητότητα των θλιβερών του άστεος.

Δυστυχώς αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και έρχονται και χειρότερα, το είπε και ο υπουργός που τα κομίζει. Από το 2010 το γράφω ότι θα καταλήξουμε μια χώρα όπως αυτές που λέμε τριτοκοσμικές, με τις κλοπές να αναγράφονται στους παγκόσμιας κυκλοφορίας τουριστικούς οδηγούς, με τους ιθαγενείς να προσφέρουν διάφορα προϊόντα τους στους περαστικούς τουρίστες ζητώντας από αυτούς σαπούνι και τσιγάρα (όπως έκαναν οι ιθαγενείς της Αφρικής στα ελληνικά βαπόρια) ή λίγα ευρώ όσο κυκλοφορεί “φυσικό” χρήμα, και με τα παιδιά των νεοελλήνων και των προσφύγων και μεταναστών που θα ζουν εγκλωβισμένοι εδώ να προσφέρουν υπηρεσίες σεξοτουρισμού τριγύρω από την Ακρόπολη και άλλες καλές πιάτσες. Όλα αυτά φυσικά αν δεν μας προλάβει η γενίκευση του τρίτου παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει.

Νεουρόζ σήμερα

Νέα μέρα στην κουρδική γλώσσα και παράδοση. Εαρινή ισημερία, ερχομός της άνοιξης.

Πριν χρόνια βρέθηκα στη μεγαλύτερη γιορτή του Νεουρόζ, στο Ντιάρμπακιρ της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Στην Ούρφα και στο Μάρντιν, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Συρία, όπου τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη ο πόλεμος και όλα δούλευαν ρολόι καπιταλιστικό και το κινητό μου έπιανε σήμα συριακών εταιριών τηλεφωνίας.

Σκηνικό σαν 15.000 Ειδομένες δίχως αντίσκηνα στην ολοήμερη γιορτή του Ντιάρμπακιρ. Περί τα 2.000.000 άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε έναν αχανή κάμπο, όπου έφτανε η ματιά έβλεπε ανθρώπους. Λιγοστές χημικές τουαλέτες για όλους. Βρώμα, βούρκος, λασπουριά, δυσωδία απέξω.

Μια στημένη με ξύλα και σίδερα σκηνή εκδηλώσεων σε ένα σημείο του πάρκου-κάμπου, επί της οποίας έβγαζαν φλογερούς επαναστατικούς λόγους διάφοροι και μετά τραγουδούσαν και χόρευαν όλοι μαζί.

Οι Κούρδοι τρώνε και χορεύουν σαν Κρητικοί, αυτό κατάλαβα τότε. Και ότι πολύ σύντομα, μετά από τον εορτασμό κάποιου Νεουρόζ θα αρχίσει η επανάσταση για ανεξαρτητοποίηση του Κουρδιστάν, παρ’ όλο που οι πλέον εκπαιδευμένοι Κούρδοι δεν την επιθυμούν, τόσο ήταν όμως το πάθος των ανθρώπων εκεί. Το ίδιο το Νεουρόζ είναι γιορτή επαναστατική άλλωστε, είναι η εξολόθρευση ενός μυθικού τυράννου και η απελευθέρωση του λαού από την καταπιεστική εξουσία του. Το ίδιο το Ντιάρμπακιρ ήταν πόλη αμιγώς κουρδική άλλωστε, οι μόνοι Τούρκοι που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν τη γλώσσα τους ήταν οι στραιωτικοί και οι αστυνομικοί. Όλοι οι άλλοι μιλούσαν κουρδικά, έβλεπαν κουρδικό κανάλι στην τηλεόραση το σήμα του οποίου λάμβαναν από την Δανία μέσω δορυφόρου, είχες γενικά την αίσθηση ότι δεν βρίσκεσαι στην Τουρκία. Η ατμόσφαιρα της καθημερινότητας ήταν πολεμική άλλωστε, τα μαχητικά αεροπλάνα από τη βάση του Ντιάρμπακιρ δεν σταματούσαν λεπτό να πετούν πάνω από την πόλη, ιδίως τα απογεύματα.

Από το αεροδρόμιο Μεντερές της Σμύρνης άρχισαν οι διπλοί και τρίδιπλοι έλεγχοι σε όσους επιβιβαζόμασταν για Ντιάρμπακιρ. Εκατομμύρια Κούρδοι από όλα τα μήκη και πλάτη της αχανούς όμορφης χώρας έσπευδαν για εκεί, να γιορτάσουν τη Νέα Μέρα μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους τους. Το Ντιάρμπακιρ ζούσε στον ρυθμό του Νεουρόζ. Όλα τα αυτοκίνητα, φορτηγά, λεωφορεία, κάθε λογής όχημα αλλά και μυριάδες άνθρωποι παζή κατευθύνονταν κορνάροντας και κραυγάζοντας προς τον κάμπο λίγο έξω από την πόλη όπου ήταν στημένο το πανηγύρι. Ξημέρωνε από τις 4 εκεί, λόγω που είναι πολύ ανατολικά αλλά έχει την ίδια ώρα με μας για λόγους προφανώς πολιτικούς και νύχτωνε νωρίς. Έμενα με μια οικογένεια Κούρδων σε ένα διαμέρισμα κάποιου από τα ομοιόμορφα μπλοκ πολυκατοικιών που χτίστηκαν στο κέντρο της πόλης για να στεγάσουν όσους “έφυγαν” από τα χωριά οικειοθελώς αλλά και μη. Στρωματσάδα κοιμόμασταν 14 άνθρωποι σε ένα τριάρι και τρώγαμε στο πάτωμα σταυροπόδι τις πίτες και τα λαχματζούν, τις ομελέτες και τα κοκκινιστά καυτερά αρνιά που ετοίμαζε κάθε πρωί η μάνα που ήτανε χαρούμενη από την οικογενειακή αυτή σύναξη. Ο Μαχμούτ, ο γιος της, μόλις είχε λάβει άδεια ορκωμοσίας από τον τουρκικό στρατό και είχαν διπλή γιορτή στο σπίτι τους με την έλευσή του. Είχαν να τον δουν πολύν καιρό διότι έκανε φυλακή στην Άγκυρα επειδή υπήρξε λιποτάκτης, λόγω που δεν ήθελε να καταταγεί στον τουρκικό στρατό. Τον είχαν συλλάβει κάποτε όμως, τον δίκασαν, τον φυλάκισαν και κατόπιν τον έστειλαν να υπηρετήσει. Πήρε λοιπόν την άδειά του ταυτόχρονα με το Νεουρόζ και ήρθε στο σπίτι. Είχα στην τσέπη του και ένα φύλλο πορείας δυσμενούς μετάθεσης για Κύπρο, όπου έπρεπε να παρουσιαστεί την μεθεπομένη της γιορτής. Κοιμόμασταν εγώ και αυτός, ως τιμώμενα πρόσωπα, ο φιλοξενούμενος και ο στρατιώτης, σε μια κουκέτα, πάνω ο Μαχμούτ και από κάτω εγώ. Σκεφτόμουν όλη νύχτα προτού με πάρει ο ύπνος ότι κοιμάμαι παρέα με έναν Τούρκο στρατιώτη της Κύπρου και κατεδαφίζονταν μέσα μου όλα τα στερεότυπα που είχε ως τότε προσπαθήσει να μου οικοδομήσει το κοινονικοπολιτικό κατεστημένο στο οποίο μεγάλωσα και ζούσα.

Να μην τα πολυλογώ. Μπαίνει και η άνοιξη και δεν χρειάζεται να την χάνουμε με γραψίματα εγώ και με διαβάσματα εσείς. Η φύση έξω μάς καλεί πιο δυναμικά από κάθε άλλη εποχή, να γίνουμε ένα μαζί της. Περάσαμε πολύ ωραία στο Ντιάρμπακιρ εκείνες τις μέρες όλοι, φάγαμε, ήπιαμε, πήγαμε βόλτα στον καημένο τον Τίγρη ποταμό που τον κατάντησαν ρύακα από τα φράγματα, δεθήκαμε μεταξύ μας, συγκινηθήκαμε, γιορτάσαμε, χορέψαμε, βγάλαμε οικογενειακές φωτογραφίες χαμογελαστοί αλλά μόλις το αεροπλάνο μου προσγειώθηκε στην Σμύρνη και λίγο πριν το αεροπλάνο του Μαχμούτ απογειωθεί από τα Άδανα για Κύπρο, ο ίδιος, κατευθυνόμενος προς το αεροδρόμιο και λόγω προφανώς που η ψυχή του δεν ήθελε ακόμη με κανέναν τρόπο να υπηρετήσει τη θητεια του στον τουρκικό στρατό, τράκαρε με το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε ακαριαία.

Το μαντάτο του με βρήκε μόλις έφτασα πίσω στο νησί και με συγκλόνισε. Την τελευταία πλήρη μελών οικογενειακή φωτογραφία των ανθρώπων που με φιλοξένησαν στο Ντιάρμπακιρ την είχα ακόμη μέσα στη μνήμη της μηχανής μου, δεν είχα προλάβει να την ξεφορτώσω στον υπολογιστή. Νομίζω ότι από τότε, πάνε οχτώ χρόνια, δεν την ξανάπιασα τη φωτογραφική μηχανή, ίσως να είναι ακόμη μέσα στην κάρτα της ο Μαχμούτ και το Νεουρόζ στο Ντιάρμπακιρ.

Καλή μας άνοιξη λοιπόν και να χαιρόμαστε κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία. Μόνον έτσι ζούμε ρουφώντας τις στιγμές και γινόμαστε ένα με το Θαύμα, μόνον έτσι εκτιμούμε την ύπαρξη τη δική μας και των άλλων πλασμάτων, μόνον έτσι νιώθουμε σε όλο του το μεγαλείο τον μοναδικό λόγο για τον οποίον ήρθαμε σε αυτή τη ζωή και δεν είναι άλλος κανένας από το να μετέχουμε και να συμμετέχουμε του Θαύματος που λαμβάνει χώρα κάθε στιγμή γύρω μας και μέσα μας και λέγεται Οικοσύστημα.