Η κατάρρευση

Φτάσαμε λοιπόν μετά από 3 μνημόνια στο πρωτοφανές: Να παραιτείται η κυβέρνηση, να προκηρύσσει εκλογές αλλά να μην επιχαίρει για την εξέλιξη αυτή ουδείς από την αντιπολίτευση, απεναντίας να την επικρίνουν κιόλας. Αυτό συμβαίνει φυσικά επειδή έχουν καταπέσει πλέον οι μάσκες και έχει φανεί πεντακάθαρα ότι δεν υπάρχει πια καμία διαφορά μεταξύ των παλαιών και των άρτι μεταλλαγμένων της επενδυτικής αριστεράς, αφού όλοι μαζί αντάμα πια, σε μια Βουλή εθνικής συμφιλίωσης για πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, ψήφισαν τη νέα συμφωνία εκπόρνευσης της Ελλάδας και συμπεριφέρονται σαν οι νεοφιλελεύθερες χυδαίες και ανόητες πολιτικές που υπηρετούν, να αποτελούν ακραία φυσικά φαινόμενα, θεομηνίες, όπως αρέσκονται να τα αποκαλούν, οι δε ίδιοι να επιθυμούν μάλλον ρόλο όσο το δυνατόν πιο αφανή και όχι διαχειριστικό στην τελική αυτή ευθεία της πλήρους εξαθλίωσης της πλειονότητας των πολιτών, οπότε οι εκλογές προφανώς διαταράσσουν την προσωπική βολή στην καρέκλα και στον βουλευτικό μισθό του καθενός από δαύτους.

Φτάσαμε επίσης και σε ένα άλλο πρωτοφανές σημείο: Να απαξιώνουν, να προσβάλουν και να περιφρονούν τη Βουλή, τους πολιτειακούς Θεσμούς και το Σύνταγμα κάποιοι πολιτικοί απατεώνες αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί, οι οποίοι βέβαια εξαπάτησαν, προσέβαλαν και περιφρόνησαν χυδαία και ξεδιάντροπα πρώτα απ’ όλα την πλειοψηφία των πολιτών που τους εμπιστεύτηκαν δις σε ένα εξάμηνο με την ψήφο τους.

Η επενδυτική αριστερά έπραξε δηλαδή πολύ σύντομα και απολύτως επιτυχώς αυτό που ήταν εμφανές ότι μεθόδευε ακούσια όσο και ανοήτως επί τρία συναπτά έτη μέσω της απαράδεκτης λαϊκίστικης, ανέμπνευστης και αναξιοπρεπούς πολιτικής που ασκούσε ως αντιπολίτευση: Να απογοητεύσει τους πολίτες, να τους επιβεβαιώσει την διαπίστωσή τους ότι όλοι τελικά είναι ίδιοι απατεώνες, να απαξιώσει τη δημοκρατία, να εκτοξεύσει σε επίπεδα πρωτοφανή, όπως φαίνεται, την αποχή από τις επερχόμενες εκλογές και να μετατραπεί δυστυχώς σε πρόδρομο της επερχόμενης γοργά επίσημης εγκαθίδρυσης του νεοναζισμού στο νεοελληνικό κρατίδιο.

Αυτή την ιστορική στιγμή το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποτελείται από έναν χυλό ίδιων και απαράλλαχτων μεταξύ τους εξουσιομανών αναπτυξιολάγνων, παρόλο που ανήκουν σε καμιά δεκαριά διαφορετικά κόμματα, οι οποίοι προφανώς λόγω κομπλεξισμού και μακροχρόνιας καταναλωτικής εξηληθίωσης θέλουν να μένουν Ευρώπη με κάθε τίμημα, δίχως να βλέπουν ούτε λίγο πιο πέρα από τη μύτη τους, όπου, αν έβλεπαν, θα μπορούσαν να διακρίνουν ότι η Ευρώπη έχει αποφασίσει τα εξής ευδιάκριτα: Η Ελλάδα να αποτελεί έναν χώρο αποθήκευσης μεταναστών και προσφύγων, επίσης έναν βιομηχανικής κλίμακας ηλιακό, αιολικό και υβριδικό φορτιστή, έναν τόπο ταφής πυρηνικών και άλλων αποβλήτων της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, μια ειδική οικονομική ζώνη με κατοίκους εξαθλιωμένους εργάτες και ένα πεδίο άντλησης και εξόρυξης πλούτου φυσικών πόρων, με ό,τι σημαίνουν όλα αυτά για το περιβάλλον, φυσικό, πολιτισμικό και ανθρωπογενές, μια αποικία χρέους εξαρτημένη πλήρως από την Ευρώπη με κατεστραμμένο τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας της αλλά και την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τα δε παράλιά της παραδομένα ολοσχερώς στις πολυεθνικές του τουρισμού και η δημόσια περιουσία της και οι υποδομές της λάφυρα των ευρωπαίων και ντόπιων αρπάγων.

Στον αντίποδα αυτού του πολιτικού χυλού απάτριδων μικρόνοων, εκτός από τους νεοναζί που είναι η ιστορική απόδειξη της διαρκούς έλλειψης συνειδητότητας και πολιτισμού της ανθρωπότητας ακόμα και τώρα, που νομίζει ότι είναι εξελιγμένη και ανεπτυγμένη μετά από τόσους αιώνες ζωής επί του πλανήτη, υπάρχουν και κάποιοι αριστεροί παρωχημένοι εντελώς, με αναφορές τελείως συστημικές, εγκλωβισμένοι και αυτοί στο ανόητο, ανήθικο και παρακμιακό αξιακό σύστημα του καταναλωτισμού, και οι οποίοι δεν έχουν ούτε γνώση, ούτε φυσικά πρόταση για τα σύγχρονα προβλήματα και θέματα της ανθρωπότητας και του οικοσυστήματος, αλλά παραμένουν προσκολλημένοι και αναμασούν θεωρίες περασμένων αιώνων, κάποιοι δε από αυτούς ήσαν και στην κυβέρνηση που εποίησε την τελική εκποίηση της χώρας πριν από λίγες μέρες.

Είναι προφανές λοιπόν ότι η απογοήτευση των πολιτών και η ανεπάρκεια των πολιτικών δυνάμεων οδηγούν ολοταχώς προς την τελική φάση της κατάρρευσης ενός πολιτικού συστήματος στηριγμένου στις ευτελείς αξίες τις οποίες υιοθέτησε και υπηρέτησε εντελώς ανόητα και αυτοκτονικά η σάπια από ετών νεοελληνική κοινωνία.

Μια κατάρρευση που θα συμβάλει όμως τα μέγιστα στο να αναδειχθούν και να ξεπεταχθούν κατόπιν τα νέα φυντάνια, που έχουν ήδη γεννηθεί και αναπτύσσονται με φυσικούς ρυθμούς υγιώς στη βάση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι που όλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχουν επαναστήσει το αξιακό τους σύστημα, έχουν συνειδητοποιήσει τη φυσική τους υπόσταση και την κλίμακα της ύπαρξής τους, έχουν αποκτήσει οικουμενική θεώρηση της ζωής τους και του ρόλου τους στο οικοσύστημα, έχουν επαναπροσεγγίσει αρμονικά τη γη, τα άλλα πλάσματα και την παραγωγή, έχουν δημιουργήσει συλλογικότητες υπεράσπισης της ζωής και του διαρκούς πλούτου της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων, έχουν τελικά στρέψει την κοινωνία σε μιαν εποχή μετακαταναλωτική, πολιτισμένη, υγιώς αναπτυσσόμενη και ελεύθερη απορριμμάτων υλικών, πνευματικών και ψυχικών, απεξαρτημένη από τη λογική και την ηθική του χρήματος, μια κοινωνία που θα γεννήσει τελικά και τη νέα πολιτική πραγματικότητα.

Δημοσιεύτηκε στο ΤΡΡ την Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Από τη δυστοπία στη ρήξη . Ο αποκλεισμός και η απομόνωση του ατόμου στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη

Τον κύριο Γ. Κωστακιώτη δεν τον γνωρίζω. Ούτε καν μου γνωστοποίησε την τιμητική για το έργο μου εργασία του, την οποία, προφανώς λόγω του προσωρινού μου αποχαιρετισμού, μού γνωστοποίησε φίλη αναγνώστρια.

Στην εργασία αυτή ο κ. Κωστακιώτης μελετά τους ήρωές μου μέχρι το προτελευταίο βιβλίο (τον Γιώργη Πέτικα στο “Ανάμισης ντενεκές”, τον μοναχό Βικέντιο στο ” Η δεξιά τσέπη του ράσου”, τον Κωσταντή στο “Ήλιος με δόντια”, τον καπτά Σίμο στο “Λαγού μαλλί”, την Κωσταντία στο “Η άλωση της Κωσταντίας”, τον Παναγή στο “Το ζουμί του πετεινου” και τον Θόδωρο τον Πεπόνα στο “Του Θεού το μάτι”), μελετά την γλώσσα και τους χώρους εντός και επί των οποίων εκτυλίσσονται οι ιστορίες και παραθέτει ενδιαφέρουσες απόψεις και συμπεράσματα για την σχέση των ηρώων, προφανώς και τη δική μου, με την κοινωνία αλλά και με το οικονομικό και πολιτικό σύστημα.

 

Προσωρινός αποχαιρετισμός

Το 1988 σε ηλικία 17 ετών έφυγα για πρώτη φορά από το νησί. Παρόλο που η κοινωνία του ήταν αστική με μεγάλη παράδοση αστισμού, στη μεγάλη πόλη κατάλαβα πολλά που δεν είχα αντιληφθεί ως τότε, που δεν είχε πάει καθόλου ο νους μου. Για παράδειγμα κατάλαβα ότι υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν τα λεμόνια, ότι στα μεζεδοπωλεία οι γαρίδες έχουν νούμερο, ότι το καλαμάρι δεν είναι νόστιμο ροζ μακρουλό με πλοκάμια αλλά κάτι χλωμές ροδέλες άνοστες, ότι τα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία δεν κυκλοφορούν μόνο στη μικρή κλίμακα του νησιού αλλά έχουν δυνατότητα να φτάσουν ακόμα και ως την Πάτρα, και διάφορα άλλα τέτοια που δεν τα γνώριζα. Μικρά και ανάξια λόγου πράγματα θα πείτε, αλλά όχι. Μάλλον σημάδια καθημερινά της αλλαγής που συντελούνταν στην κοινωνία και από παραγωγική μετατρεπόταν με ρυθμούς ραγδαίους σε καταναλωτική.
Μέχρι να ξαναγυρίσω στο νησί, μέσα σε μια εφταετία περίπου, ο καταναλωτισμός το είχε κατακυριεύσει και επιστρέφοντας το βρήκα παραδομένο στη λογική της “ανάπτυξης”, του βραχυπρόθεσμου οικονομικού κέρδους με ταυτόχρονη εκποίηση και καταστροφή του διαρκούς και πραγματικού πλούτου του αλλά και με λίγους, πολύ λίγους ανθρώπους να αντιστέκονται σε όλη αυτή τη λαίλαπα και κάποιους, λίγο περισσότερους, να τους συμπαραστέκονται δείχνοντας κατανόηση ή συνδράμοντας κατά καιρούς, έστω και αφανώς λόγω κυρίως φόβου κοινωνικού στιγματισμού και αντιποίνων.
Συντάχθηκα δίχως δεύτερη σκέψη μαζί με τους ανθρώπους που έβγαιναν εμπρός, τότε οι αναπτυξιολάγνοι πολιτικοί λαϊκιστές και οι αναξιοπρεπείς χυδαίοι παπαγάλοι τους, καθώς και οι “επενδυτές” και λοιποί διαπλεκόμενοι της πελατειακής διαφθοράς που κυβερνούσε το νεοελληνικό κρατίδιο, μας ονόμαζαν οικολόγους και έσταζε το στόμα τους πράσινη γλίτσα σαν αυτή που ξεπετιέται άμα ζουλήξεις την κάμπια πάνω στο λάχανο. Πίσω από όλους αυτούς τους χυδαίους και μουλωχτούς απάτριδες που έβλεπαν το νησί σαν οικόπεδο προς εκπόρνευση στεκόταν ολόκληρη σχεδόν η σιωπηρή, αδιάφορη, αμέτοχη, αξιοθρήνητη και θλιβερή κοινωνία των φιλοτομαριστών νεοελλήνων, αποτελώντας τη σιωπηρή πλειοψηφία, την οποία επικαλέστηκαν ως υποστηρικτική τους, ουκ ολίγες φορές οι πολιτικοί καταστροφείς της σύγχρονης Ελλάδας, και η οποία βεβαίως τους ψήφιζε ανελλιπώς, έχοντας μόνη έγνοια την ατομική και οικογενειακή τους με κάθε τρόπο επιβίωση, ανέλιξη και αναρρίχηση, ακόμη και επί πτωμάτων, αρκεί να είναι Άλλων, ανθρώπων ή πλασμάτων διαφορετικών.
Μέσα σε αυτό το παρακμιακό περιβάλλον, μέσα στη σήψη των νεοελλήνων, νεόπλουτων συντηρητικών αλλά και δήθεν προοδευτικών που απεδείχθησαν πάντοτε τρισχειρότεροι, ως νέος άνθρωπος που δεν άντεξα να γίνω υποχείριο ενός γελοίου και μάταιου χρηματοοικονομικού συστήματος και επέλεξα να αποτραβηχτώ από αυτό και να ζήσω στο περιθώριό του κάνοντας ό,τι ποθούσε η ψυχή μου, δηλαδή έρευνες στο νησί, ανθρωπολογικές μελέτες, εκδόσεις που όμως δεν ασχολούνταν με τους εφήμερους θλιβερούς πολιτικάντηδες ούτε απευθύνονταν στην υποστάθμη τους αλλά αποτελούσαν παρακαταθήκη για το νησί, σαν νέος που εξοργιζόμουν με την καταστροφή που άφηνε πίσω της στον τόπο μου η αναπτυξιακή λαίλαπα, η αναλγησία και η ανοησία των αιρετών αλλά και η αποικιοκρατική συμπεριφορά των απλών καθημερινών νεοελλήνων στην πατρίδα τους, σαν νέος που κατανόησε απολύτως και νωρίς ότι αυτή η κοινωνία είναι τελείως σάπια, εξ ου και κάθε αμόρφωτο ρετάλι της ασχολείται με την πολιτική και έχει έμμισθη αιρετή θέση, σαν νέος που είχα μέσα μου κουράγια ακατανίκητα και έτρεχα από πέτρα σε πέτρα στο νησί καταγγέλλοντας και προσπαθώντας να γνωστοποιήσω και να αποτρέψω κάθε περιβαλλοντική καταστροφή, βίωσα στο πετσί μου όλη τη χυδαιότητα του κράτους και των ανθρωποειδών της διαφθοράς και της διαπλοκής που έβλεπαν εμπόδια στα αχρεία σχέδια τους αλλά και της κοινωνίας των νεοελλήνων που συνέχιζε στην συντριπτική της πλειονότητα να σιωπά και να σέρνεται αδιάφορη, ατάραχη, να ψηφίζει δε ανελλιπώς τα βγαλμένα εκ των σπλάχνων της κατακάθια.
Πέρασα πολλά αλλά ούτε με σκότωσαν οι μπάτσοι τους, αν και με σημάδεψαν κάποιες φορές δίχως λόγο και αιτία με τα όπλα στο κεφάλι, ούτε κατάφεραν να ανακόψουν τη δημιουργική μου διάθεση και πορεία, ούτε βεβαίως με έκαναν να λυγίσω, να κάνω πίσω, να μην ασχολούμαι, να σαπίσω κι εγώ, να τελειώσω όπως αυτοί και να γίνω ένα με τον χυλό τους. Απεναντίας κράτησα 14 χρόνια και κατάφερα να επικοινωνήσω το έργο και τη φιλοσοφία μου με όσους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας μπορούσαν να το νιώσουν και να το κατανοήσουν, γράφτηκαν καμιά εφτακοσαριά συνδρομητές στο περιοδικό και απόκτησε έναν πυρήνα ανθρώπων που μπορούσε να έχει πολιτική παρέμβαση προς την επιθυμητή πορεία των πραγμάτων. Όταν δε άρχισε η δουλειά να φαίνεται, όταν άρχισαν να έρχονται κοντά της κάποιοι χιώτες του εξωτερικού και να επιχορηγούν τις εκδόσεις, κυρίως όμως όταν στράφηκα στη λογοτεχνία και άρχισαν να διαβάζονται τα βιβλία μου και να γίνονται γνωστά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, το πράγμα μπέρδεψε διότι οι χυδαίοι διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, παπαγάλοι και κομματοπαράγοντες, δεξιοί και αριστεροί, αφενός άρχισαν να αισθάνονται ότι τους ξέφυγα και δε μπορούν άλλο να με διαβάλουν σε πιο ευρεία κλίμακα αλλά και ότι μάλλον φέρνω και φράγκα στον τόπο, που είναι αυτό το μόνο ιδανικό τους και το μόνο τους κριτήριο, αφετέρου δε άρχισε και ο φθόνος να κατατρώει το κουφάρι τους, να τους εκθέτει συνεχώς με κάθε τους κίνηση και να τους παραδίδει στη χλεύη όσων έχουν μάτια και βλέπουν αλλά κυρίως της Ιστορίας.
Η κοινωνία των νεοελλήνων καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια της προσωπικής μου διαδρομής είναι ακόμη σχεδόν η ίδια, δεν έχει υποστεί μεγάλης κλίμακας ζυμώσεις και αλλαγές, πλην των τελευταίων 5 ετών της λεγόμενης οικονομικής κρίσης, η οποία, όπως κάθε περίοδος που φέρει τους ανθρώπους σε ανάγκη αναθεώρησης του βίου και της ζωής τους, αποτελεί καταλύτη για ολοένα και πιο ευρείες αλλαγές.
Η κοινωνία λοιπόν των νεοελλήνων που γνώρισα ερχόμενος σε αυτή τη ζωή, και που εντός της προσπάθησα να δημιουργήσω τέχνη, να προστατεύσω τον τόπο μου, να εφαρμόσω και να προτείνω την φιλοσοφία μου περί ολιστικής στροφής στο Οικοσύστημα, στη φυσική μας υπόσταση, στους φυσικούς πόρους και στα άλλα φυσικά πλάσματα, τη φιλοσοφία της μόνης υπαρκτής, της φυσικής ανάπτυξης και της εναρμόνισής μας με το Χάος το δημιουργικό και εξισορροπητικό της Φύσης, αυτή η σάπια κοινωνία με τα λιγοστά υγιή ανθρώπινα αντισώματα και την πλατιά μάζα των παραπλανημένων σιωπηρών απομυζητών της γης, που αποτελούν ο καθένας τους στην καλύτερη περίπτωση έναν ανυποψίαστο δολοφόνο, ένα γρανάζι της αναπτυξιακής ερπύστριας που ισοπεδώνει τα πάντα στην πορεία της προς την Ύβρη, βρίσκεται αυτή την ιστορική στιγμή στο ύψιστο σημείο της παρακμής της, τα σκουλήκια που η ίδια γέννησε κατατρώγουν το είναι της και η πτώση συμβαίνει ήδη, είναι παταγώδης σε σχέση με την κλίμακα του ιστορικού χρόνου αλλά στα μάτια των εφήμερων καταναλωτών που τη βιώνουν φαντάζει αργή και βασανιστική.
Λόγω λοιπόν της απογοήτευσης αλλά και της βαθιάς σιχαμάρας που έχω νιώσει τόσα χρόνια για τον πηχτό χυλό της νεοελληνικής κοινωνίας, έχω πάρει τις αποφάσεις και έχω κάνει πράξη εδώ και μερικά χρόνια τον τρόπο που θέλω να ζω μακριά από αυτόν και κοντά στα άλλα πλάσματα, κοντά στη γη και στον πραγματικό πλούτο των φυσικών πόρων και των καρπών των πλασμάτων, κοντά στα δέντρα, τα πιο σοφά όντα αλλά κυρίως κοντά σε όσους ανθρώπους αισθάνονται και είναι διαφορετικοί από αυτό το γλοιώδες μολυσμένο ζελέ των αρρώστων καταναλωτών που εξαπλώνεται ταχύτατα, απειλεί αλλά και αφανίζει κάθε άλλο πλάσμα. Επέλεξα να επικοινωνώ με ανθρώπους που δεν σιωπούν μπρος στην αδικία, που δεν αδρανούν μπρος στην καταστροφή, με ανθρώπους που συναισθάνονται την ανθρώπινή τους υπόσταση και την προσωπική τους Ευθύνη για την πορεία της Ανθρωπότητας, με ανθρώπους που συνειδητά ζουν την κάθε τους στιγμή και γνωρίζουν τις συνέπειες της κάθε τους κίνησης και πράξης στο κοινό μας με τα άλλα πλάσματα περιβάλλον, με ανθρώπους που νιώθουν και όχι μόνο σκέφτονται και υπολογίζουν, με ανθρώπους που έχουν επαναστήσει το αξιακό τους σύστημα, με όσους νιώθουν την πλάνη τους και την ύβρη που διαπράττουν σπαταλώντας τη ζωή τους στην λογική και την ηθική του τεχνητού τους, ατελούς, ανόητου και πλάνου συστήματος.
Επέλεξα και κάτι άλλο. Να απευθύνομαι στους ανθρώπους αυτούς και σε όσους καταφέρνουν διαχρονικά να νιώσουν και να κατανοήσουν όλα τα παραπάνω, με τη λογοτεχνία και είδα ότι είναι αυτή η οδός της τέχνης θεραπευτική πρωτίστως για μένα αλλά και η μόνη δια μέσου της οποίας η ανθρωπότητα μπορεί να προσεγγίσει τη συνειδητότητα. Διότι καθένας από τον πηχτό χυλό της κοινωνίας των νεοελλήνων και όλων του παγκόσμιου χωριού των καταναλωτών, ακόμη και καθένας από τους αισχρούς παραγοντίσκους των αγορών και της πολιτικής υποτέλειας στο βάθος βάθος είναι άνθρωπος και μόνο με την τέχνη έχει ελπίδα να σωθεί.
Όλα αυτά τα γράφω σήμερα, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Ίσως επειδή μάλλον νιώθω την ανάγκη πάλι να αποσυρθώ από εδώ, να φτιάξω έναν κόσμο άλλον, λογοτεχνικό, μιας και αυτός που υπάρχει γύρω μου πάλι δεν μου αρκεί, δεν με καλύπτει, με χαλάει και με αρρωσταίνει, μου φαίνεται και ανιαρός εκτός από άθλιος.
Σας χαιρετώ λοιπόν προς το παρόν και θα τα ξαναπούμε όταν υπάρξει Λόγος.

Κοινωνία και Τέχνη

Προχθές που ήμουν στην Αθήνα για λίγες ώρες, μπήκα σε μερικά βιβλιοπωλεία στο κέντρο. άνοιξα πολλά βιβλία της ελληνικής παραγωγής στον τομέα της λεγόμενης λογοτεχνίας, διάβασα την πρώτη φράση (που μαρτυρά πάντοτε πολλά), διάβασα μετά τις πρώτες αράδες, διάβασα τα οπισθόφυλλα, φυλλομέτρησα γενικώς τα βιβλία που είχα ήδη ακουστά από το διαδίκτυο και από γνώμες κάποιων λίγων αναγνωστών τους, και απογοητεύτηκα για άλλη μια φορά από την κατάντια αυτής της κοινωνίας.
Γεννήτορες της γενικότερης κατάστασης οι περισσότεροι των λεγόμενων συγγραφέων εκθέτουν την ολοένα πιο δύσκολα χαλιναγωγούμενη φλυαρία τους και τον τραγικά ρηχό τους λόγο.
Ανιαροί, αδιάφοροι και αδαείς από ζωή, γόνοι της ίδιας κοινωνικής παρακμής όλοι σχεδόν οι νεώτεροι, δεν έχουν να πουν τίποτε ενδιαφέρον στους αναγνώστες, ούτε είναι ικανοί να πάνε την Τέχνη πιο πέρα.
Πάντα έτσι ήταν η κατάσταση, τουλάχιστον εδώ και 30 χρόνια που την ζω αδιαμεσολάβητα. Πάντα η πεζογραφία ακολουθούσε την εκφυλιστική πορεία της κοινωνίας ως προς την ισοπέδωση των αξιών, αλλά και πήγαζε από αυτήν, με τελικό αποτέλεσμα την απόλυτη παρακμή της Τέχνης και τη στροφή του μεγαλύτερου μέρους από το μικρό ποσοστό των αναγνωστών στη μεταφρασμένη πεζογραφία, τη δυσπιστία τους για κάθε νεοεμφανιζόμενο συγγραφέα και την περιφρόνηση της ελληνικής λογοτεχνίας.
Σ’ αυτή τη νεώτερη γενιά, όπως σε κάθε γενιά που έρχεται και παρέρχεται σε τούτο εδώ το αενάως υπόδουλο κρατίδιο με τη θλιβερή κοινωνία και τους ακόμη πιο θλιβερούς γραφιάδες που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς αλλά δεν είναι τίποτε παραπάνω από παράγοντες ενός συστήματος που ελέγχει, προωθεί, προβάλλει και βραβεύει(!) τον εαυτό του, ίσως να περιέχεται ένας ή δύο το πολύ συγγραφείς, που θα αναδειχθούν ιστορικά μέσα από τη σαβούρα. Αυτό όμως απαιτεί αφενός οι ίδιοι να συνεχίσουν να πειραματίζονται με τη γραφή, αφετέρου δε να μείνουν αξιοπρεπείς, μακριά από τις σειρήνες του συστήματος των μετρίων, που θέλουν να βαστούν την κοινωνία και την τέχνη στο επίπεδό τους για να έχουν ρόλο, και που προσπαθούν να αναγνωρίζονται ως παράγοντες μέσα από κάθε νέο συγγραφέα που διαβλέπουν ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά, τον οποίον όμως κατόπιν, πιεζόμενοι και με υποκρισία περίσσια κάνουν ότι αγνοούν, αν δουν ότι τους έχει φτυσμένους όπως ακριβώς τους αξίζει.
Για να προλάβω τους κακεντρεχείς που με παρακολουθούν ανελλιπώς πιθανότατα από προσωπικό βίτσιο, θα ξαναπώ ότι προσωπικά, όπως έχω γράψει και ξαναγράψει στο παρελθόν αλλά και όπως έχω αποδείξει με τη στάση μου απέναντι στο σύστημα, στη ζωή, στην κοινωνία και στην Τέχνη δεν με ενδιαφέρει καθόλου το να αναγνωρίζομαι σήμερα ή το να αναγνωριστώ στο μέλλον ως συγγραφέας. Εξάλλου κάθε πραγματικός καλλιτέχνης, λόγω του ότι είναι πάντοτε πολύ πιο μπροστά από την κοινωνία στην οποία ζει, αναγνωρίζεται μετά θάνατον, όχι τον δικό του απαραιτήτως, αλλά σίγουρα των συγχρόνων του

Ιστορία

Η τελευταία παράγραφος της Ιστορίας στο κεφάλαιο ” ο Σύριζα στην περίοδο της κρίσης” θα είναι μάλλον αυτή:
Ο Σύριζα κάλυψε την πολιτική ΟΠΗ που προκλήθηκε από την καταβαράθρωση του Πασόκ, έτσι απέκτησε μια δεξιά ΡΟΠΗ, οπότε μοιραία πήρε συντηρητική ΤΡΟΠΉ και κατέληξε αγάλι αγάλι σε τούτη τη ΝΤΡΟΠΉ.

Το πρώτο σημαντικό βήμα

Σε αυτές τις 4 μέρες που έζησα εντός του καταναλωτικού πολιτισμού δεν “παρήγαγα” ούτε ένα απόρριμμα αφού δεν αγόρασα κανενός είδους συσκευασία για να τραφώ, να πιω ή να χρησιμοποιήσω.
Αυτή είναι η πρώτη κ πιο σημαντική κίνηση που έχουμε να κάνουμε για να επαναστήσουμε το τοπίο και τη ζωή μας.
Δεν αγοράζουμε συσκευσμένα τρόφιμα που μετατρέπουν κι εμάς σε απορρίμματα. Δεν αγοράζουμε βιομηχανικά κ χημικά καθαριστικά σώματος, απορυπαντικά κλπ. Δεν αγοράζουμε μπουκάλια νερό στο δρόμο ούτε καφέδες σε πλαστικά ποτήρια.
Αυτή είναι η αρχή των πάντων κ η προσωπική μας συμμετοχή στην αλλαγή πορείας της ανθρωπότητας προς ένα μη κυνικό, πιο ανθρώπινο κ σαφώς οικουμενικό μέλλον

Αντί Στεφάνου. Απόσπασμα αναγνωστικής απόκρισης

Καλημέρα Γιάννη! Σου γραφω γιατι μολις τελειωσα το τελευταιο σου βιβλιο μεσα σε μια μερα και δεν φανταζόμουν ποτε οτι θα μπορουσα να διαβασω ενα βιβλιο με τετοια γλώσσα και να το ρουφήξω τοσο ανάλαφρα! Γέλασα οταν το ξεκίνησα με τους χαρακτηρισμούς της κοινωνίας για τον Στέφανο γιατι πρόσφατα ρωτησα μια γνωστή μου απο Χιο : “Ξερεις τον Μακριδακη;” Και η απαντηση της ηταν : “Ναι… Ειναι λιγο περίεργος. ” φυσικα γέλασα με την απαντηση της γιατι αντιλαμβάνομαι απο ποια θεση το λεει. Ισως ενός χαρακτήρα απο το βιβλιο σου.

Δώρο αναγνώστριας

“Καλημέρα, θεωρώ το βιβλίο “Δεξιά τσέπη του ρασου”, ένα από τα ωραιότερα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια και μεγάλο δώρο. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ για να πω ευχαριστώ, ήταν να φτιάξω ένα σκίτσο σου. Ελπίζω να σου αρέσει…”
Α.Β.

Αυτό το γλυκό δώρο μού έστειλε αναγνώστρια και e-φίλη. Ελπίζω να σας αρέσει!

Νοέμβρης με απ’ όλα

Νοέμβρης σήμερα στα μερομήνια με το νέο ημερολόγιο.
Ξεκίνησε η μέρα με αίθριο ουρανό, καθαρό το βουνό και άπνοια. Κατά τις 10 το πρωί άρχισε να γεμίζει ο ουράνιος θόλος με λευκά ξέφτια που ερχόντουσαν από τη Δύση, το μεσημέρι για ένα δύωρο σχημάτισαν αυτά ένα λευκό φουλάρι στη βουνοκορφή και το απόγευμα διαλύθηκαν, ανέβηκε η νοτιά αλλά κατά το σούρουπο γέμισε από πάνω μας ο θόλος με άσπρες πιτσιλιές, ίδιες χιονιού νιφάδες, που άλλοτε ενώνονταν μεταξύ τους και άλλοτε σκορπούσαν, διαλύθηκαν δε τελικά κι αυτές μόλις πήρε να νυχτώνει.

Όλη αυτή η σημερινή παρατήρηση, προσωπικά με κάνει να νιώθω ότι ο Νοέμβρης θα ξεκινήσει γλυκά αλλά μέσα στο δεύτερο δεκαήμερο θα έρθουν κάποιες περαστικές βροχές και λίγες ψύχρες, στο τρίτο δε δεκαήμερο, κοντά στα τελειώματά του πιθανότατα θα δούμε χιόνια στο βουνό.

Ξαναλέω, ότι διασθητικά τα ερμηνεύω όλα και μην τα παίρνετε τοις μετρητοίς, πιο πολύ πειραματικά ασχολούμαι και χάριν της τέχνης του λόγου παρά της μετεωρολογίας …

Aρχίστε απ’ το καρπούζι

Μη φτύνετε του καρπουζιού τα σπόρια, να τα σπάτε με τα δόντια σας και να τα καταπίνετε. είναι μια σούπερ τροφή που περιέχει πολλά από όσα πουλάνε οι εταιρίες ως διατροφικά συμπληρώματα.
Το σύστημα αλλάζει μόνο με αλλαγή θεώρησης του κόσμου μας και επανάστηση των προσωπικών μας αξιών. Aρχίστε απ’ το καρπούζι