Ραντεβού στα Χανιά

Featured

Ο Δήμος Χανίων μετά από πρόταση των βιβλιοπωλών της πόλης μου έκανε την τιμή να με προσκαλέσει ένα διήμερο στην έκθεση βιβλίου που διοργανώνουν στο λιμάνι.

Δεν έχω φύγει ποτέ από το νησί τέτοιες μέρες του Αυγούστου αλλά μια η τιμητική πρόταση, μια τα Χανιά για τα οποία νιώθω έλξη παράξενη και απροσδιόριστη, είπα να ανταποκριθώ.

Θα είμαι λοιπόν εκεί το Σάββατο και την Κυριακή 8 και 9 Αυγούστου.

Καλή αντάμωση με όσους βρεθούμε

Η γενιά που βρίσκει διέξοδο(;)

Γιάννη καλησπέρα,

Διάβασα το άρθρο σου στο TPP και μου άρεσε πολύ. Όπως και άλλα παρόμοια άρθρα που έχεις γράψει στο παρελθόν για τον “σύγχρονο” τρόπο ζωής των ανθρώπων, τον υπερκαταναλωτισμό μας και την απομάκρυνση μας από το φυσικό περιβάλλον. Δεν σου κρύβω πως από αρκετά νεαρή ηλικία με προβλημάτιζε πολύ έντονα η ραγδαία αλλαγή του τρόπου ζωής των ανθρώπων, οι οποίοι κατασκεύασαν και επέλεξαν να ζουν σε “αποστειρωμένες” κοινωνίες με μόνη κινητήρια δύναμη τον καταναλωτισμό. Υπερμεγέθεις κοινωνίες αποκομμένες από την φύση, οι οποίες στερούνται αξίες και ιδανικά, δημιουργούν καταναλωτικά πρότυπα και ανάγκες αντί να χτίζονται αρμονικά μέσα στο φυσικό μας περιβάλλον και να προσαρμόζονται στις πραγματικές σύγχρονες ανάγκες των ανθρώπων.

Προσωπικά, γεννήθηκα στα περίχωρα μιας μεγάλης πόλης όπου ευτυχώς πρόλαβα να μεγαλώσω κάπως “διαφορετικά” συγκριτικά με τα παιδιά των αστικών κέντρων. Είχα την ευκαιρία να μαζέψω τις ελιές με τον παππού το τέλος του φθινοπώρου, να κόψω ξύλα με τον πατέρα μου για να ανάψω το τζάκι τον χειμώνα, να παίξω ανάμεσα στις πορτοκαλιές στο χωράφι με την αδελφή μου την άνοιξη, να ματώσω τα γόνατα μου στις αλάνες παρέα με τους φίλους μου τα καλοκαίρια. Κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω στις εποχές. Εικόνες, ήχοι, μυρωδιές. Αναρωτιέμαι γιατί χαθήκαν όλα αυτά; Είμαι εγώ που μεγαλώνω και δεν είμαι πια παιδί ή έχει αλλάξει ο κόσμος γύρω μου; Μήπως συμβαίνουν και τα δύο; Μήπως προσαρμόστηκα σε έναν κόσμο που μεταλλάσσεται; Τις ελιές “μας τις πήρε ο δρόμος(!)” και η αλάνα χτίστηκε από πολυκατοικίες. Ο μεγάλος περιφερειακός δρόμος χρειάζεται για να μην περνάνε τα όλο και περισσότερα φορτηγά με τα εμπορεύματα από το κέντρο της πόλης μου είπανε. Και πριν δεν είχαμε αρκετά εμπορεύματα αναρωτήθηκα; Και οι πολυκατοικίες; Τόσοι πολλοί γίναμε ξαφνικά; Και πριν που έμεναν αυτοί; Κάποιοι έρχονται εδώ για να σπουδάσουν και άλλοι για να εργαστούν και αφήνουν τις μικρότερες πόλεις ή τα χωριά τους μου εξήγησαν. Κάποιοι επίσης, πρόσθεσαν, επιλέγουν να απομακρυνθούν από το ρυπογόνο και θορυβώδες κέντρο της πόλης μετακομίζοντας στα προάστια και αφήνοντας το στα καταστήματα και στις εταιρείες οι οποίες εδρεύουν εκεί. Χτίστηκε λοιπόν η αλάνα, μας “αποζημίωσαν” για τις ελιές, “χάσαμε” και τον παππού από αναπνευστικό. Εεεε βέβαια, αυτός είχε φυτέψει τις ελιές μόνος του και είχε μάθει να πηγαίνει στο χωράφι να τις ποτίζει μια μια με τον κουβά και ξαφνικά βρέθηκε κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα από αντιπαροχή μιας γκρίζας πολυκατοικίας σαν και αυτές που μας “έφαγαν” την αλάνα.

Και εγώ αφού σπούδασα στην πόλη μου και μπούχτισα από μια καθημερινότητα όμορφη αφενός αλλά μονότονη και ανιαρή αφετέρου, είπα να πάω για λίγο στο εξωτερικό να αποκτήσω άλλες εικόνες και ερεθίσματα, “να ανοίξει λίγο το μυαλό μου” που λέει και ο πατέρας μου. Και όντως πήγα να συνεχίσω τις σπουδές μου στην Ολλανδία (με τα χρήματα από την αποζημιώση για τις ελιές!), και να ζήσω και να εργαστώ ύστερα στο Βέλγιο και μετά πάλι πίσω στην Ολλανδία. Και ταξίδεψα κιόλας αφού βρισκόμουν στο κέντρο της Ευρώπης. Και είδα μέρη όμορφα και διαφορετικά. Και γνώρισα άτομα αξιόλογα και άλλους ανθρώπους “ξένους”, όχι επειδή μιλούσαν άλλη γλώσσα, αλλά γιατί ακολουθούσαν έναν άλλον τρόπο ζωής. Και μου άρεσε και η πιο “ανθρώπινη” καθημερινότητα που υπάρχει εδώ ακόμα και στις πόλεις όπου κυκλοφορείς με το ποδήλατο και περνάς δίπλα από κανάλια και παρτέρια με τουλίπες. Αλλά δεν μου έφταναν αυτά και πάλι, όχι από θέμα πλεονεξίας ή απληστίας άλλα γιατί κατάφερα να βλέπω πίσω από αυτά. Καταλάβαινα πως ένα όμορφο πάρκο ή μια βόλτα στα κανάλια δεν είναι αρκετά για να έχω την επαφή με την φύση που χρειάζομαι και επιθυμώ. Μετατράπηκαν και αυτά με την σειρά τους σε “αγαθά” προς μαζική κατανάλωση. Τα αντιλαμβάνομαι σαν ένα ωραίο περιτύλιγμα που κάνει το πακέτο να μοιάζει πιο όμορφο ενώ το περιεχόμενο είναι το ίδιο. Μια κοινωνία που ζει για να καταναλώνει πίσω από μια πιο προσεγμένη βιτρίνα. Και όμως πολλοί άνθρωποι και εδώ ζουν σε κουτιά από μπετόν λίγο πιο έξω από το κέντρο καταναλώνοντας τυποποιημένα προϊόντα. Όσοι τυχεροί έχουν την οικονομική άνεση επιλέγουν ένα όμορφο διαμέρισμα και εξαντλούν την επαφή τους με την φύση σε μερικά φυτά που αγοράζουν για να διακοσμήσουν το μπαλκόνι ή τον κήπο τους και επιλέγουν να καταναλώνουν τα φρέσκα και βιολογικά προϊόντα των supermarkets ή ψωνίζουν αποκλειστικά από προσεγμένα καταστήματα delicatessen σε αρκετές φορές εξωφρενικές τιμές.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι στον “σύγχρονο” δυτικό κόσμο ο τρόπος ζωής των ανθρώπων έχει προσαρμοστεί στα πλαίσια μιας καταναλωτικής κοινωνίας αποκομμένης από το φυσικό περιβάλλον η οποία είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο “ανθρώπινη” και “φιλόξενη” προς τους πολίτες ανάλογα με τον συνολικό υλικό και οικονομικό πλούτο της εκάστοτε χώρας. Αναρωτιέμαι λοιπόν είναι αυτή η κοινωνία που θέλω να ζήσω ή να φέρω στον κόσμο και να μεγαλώσω ένα παιδί αργότερα; Η απάντηση εύκολη, σίγουρα όχι. Δύσκολο είναι να ακολουθήσεις τις εναλλακτικές επιλογές οι οποίες υπάρχουν. Αναρωτιέμαι αν και με ποιόν τρόπο μεμονωμένες ατομικές επιλογές όπως η δική σου, η οποία προβληματίζει θετικά και εμπνέει και άλλους σαν εμένα, αποτελούν εφικτές εναλλακτικές για όλους μας. Πως γίνεται να ζήσεις διαφορετικά χωρίς να εγκαταλείψεις το επάγγελμα σου ή χωρίς να “απομονωθείς” ουσιαστικά από τον κοινωνικό ιστό; Σίγουρα όταν επιλέγεις μια διαφορετική διαδρομή δεν είναι όλα εύκολα ούτε το μονοπάτι στρωμένο. Μπορεί να είναι δύσβατο και ανηφορικό για να σε βγάλει όμως σε μια κορυφή όπου επιτέλους θα ανασάνεις και θα νιώσεις ελεύθερος. Ελπίζω λοιπόν να καταφέρω σύντομα να βρω και εγώ την δική μου “κορυφή”. Μέχρι τότε να είμαστε καλά.

Φιλικά,
Πάνος Χ.

ζόρικη ώρα

Πριν λίγο πέρασα μια πολύ ζόρικη ώρα. Κλεισμένος σε ένα σπίτι φίλων στο χωριό, με έναν υπολογιστή μπροστά μου κ με ένα φορητό τηλέφωνο στο αυτί, προσπάθησα ανεπιτυχώς κ ιδρώνοντας ξιδρώνοντας από τη ζέστη αφού είχα να μπω σε σπίτι από τα μέσα Απρίλη, να αρθρώσω στοιχεία από την κοσμοθεωρία μου μιλώντας μέσω σκαιπ στην εκπομπή Κόκκινη Ζώνη της ΕΡΤ3 που μάλλον θα μεταδοθεί αύριο μεταμεσονυκτίως κ παρακαλειστε πρώτον να μην τη δείτε κ δεύτερον να μου θυμιζετε να μην ξανακάνω τέτοιες εμφανίσεις μέσω ξενέρωτου σκάιπ

“Διαδρομές ρουτίνας”

Κάνοντας σήμερα τη συνηθισμένη πρωινή μου διαδρομή προς το άλλο χωράφι για να ταϊσω τις κότες, λίγο έλειψε να σας αποχαιρετίσω ως φυσική υπόσταση, άρα και ως ψηφιακή.
Σε ένα σημείο του μονοπατιού, όπου περνούν σωληνώσεις ύδρευσης και υπάρχει διαρροή και λιμνάζον ύδωρ, δροσιζόταν ανέμελη και ήρεμη μια σωματώδης όχεντρα μήκους περί του ενός μέτρου και διαμέτρου όσο σχεδόν ο καρπός μου, είχε δε ξαπλωμένο το κορμί της μέσα στο διάβα μου. Το μάτι μου την πήρε τη στιγμή που πάτησα το βήμα μου λίγα εκατοστά δεξιότερα από την ουρά της και με έκοψε κρύος ιδρώτας ακαριαία.
Ο Μάρτης, που συνήθως βαριέται να έρχεται στις κότες το πρωί αλλά σήμερα με ακολούθησε, προπορευόταν σ’ εκείνο το σημείο και μόλις είχε περάσει κι αυτός από δίπλα της αλλά αγρόν ηγόρασε, δεν κατάλαβε τίποτε, είναι και γέρων σκύλος.
Δεν παρέμεινα στο σημείο ούτε ένα δευτερόλεπτο για να την καμαρώσω, όπως θα έκανα υπό άλλες συνθήκες. Απομακρύνθηκα τρέμων από ταχυκαρδία και ανατριχίλα, συναισθήματα τα οποία αφενός υποχωρούσαν όσο περνούσαν οι στιγμές, αφετέρου δε επιδεινώνονταν όσο ο νους μου έβαζε το τι θα είχε συμβεί αν αντί για την ουρά ήταν στο σημείο εκείνο η κεφαλή της ή αν το πόδι μου είχε προσγειωθεί λίγα εκατοστά πιο αριστερά και την πατούσα.
Θα ήμουν τώρα σε προθανάτια κατάσταση, πιθανότατα επί καρότσας αγροτικού, που θα έτρεχε προς την πόλη διότι ελλείψει ιατρού στο χωριό μας, ίσως θα αποτελούσα το τρίτωμα του κακού, που λέει ο λαός αφού ήδη έχουν πεθάνει αβοήθητοι δύο συγχωριανοί εντός του τρέχοντος έτους.
Ακόμη ανατριχιάζω τώρα που σας γράφω, δεν έχει περάσει και πολύ ώρα άλλωστε από τον παρ’ ολίγον μοιραίο βηματισμό μου.
Συμπέρασμα 1: Ποτέ δεν περπατάμε στη φύση, ιδίως καλοκαίρια, έχοντας το μυαλό μας αλλού ή παίζοντας με τα κινητά, όπως κάνουμε όταν να περπατάμε στην Ασκληπιού. Προσωπικά και στην Ασκληπιού όταν περπατάω, το μάτι μου προτρέχει και έχω συλλάβει τον εαυτό μου ασυναίσθητα να κοιτάζει στις κόγχες των πεζοδρομίων για φίδια, ξεχνώντας ότι τα φίδια στις πόλεις είναι δίποδα, ανθρωπόμορφα και περπατούν ανάμεσά μας. Τέλος πάντων, όταν περπατάτε στη φύση, τα μάτια σας 14, ποτέ δεν είστε μόνοι ούτε κυρίαρχοι του χώρου, αλλά βρίσκεστε ως αδαείς επισκέπτες στον τόπο άλλων πλασμάτων, πολλές φορές και αγριμιών.
Συμπέρασμα 2: Το μεγαλύτερο κακό είναι κρυμμένο σε μια “διαδρομή ρουτίνας”

Ένα σχόλιο φίλου, ο οποίος με επιβράβευσε επειδή δεν σκότωσα την οχιά, με έκανε να σκεφτώ κάτι που δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου, το ότι θα μπορούσα να σκοτώσω δηλαδή μια οχιά, ένα τόσο υπέροχο πλάσμα που υπάρχει επί της γης πολύ περισσότερα χρόνια απ’ ότι ο άνθρωπος.
Έχω γράψει πολλές φορές για την Ύβρη που διαπράττει ο σύγχρονος άνθρωπος καταναλωτής και για την ασυνειδητότητα που είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό του βίου του.
Ήρθε η στιγμή να σας πω το εξής
Αν ήμουν ασυνείδητος καταναλωτής, αν είχα σκοτώσει οχιές ή άλλα πλάσματα στο παρελθόν μου, αν δεν προσπαθούσα καθημερινά να συνυπάρχω αρμονικά ανάμεσα στα άλλα πλάσματα χρησιμοποιώντας με φειδώ τους φυσικούς πόρους και σεβόμενος ότι ανήκουν και σε αυτά, πιθανότατα θα την είχα πατήσει σήμερα την οχιά. Ο καθένας φτιάχνει το μέλλον του σύμφωνα με το πόσο φορτώνει το παρόν του. άλλοι το λένε κάρμα, άλλοι θεία προστασία, άλλοι απλά αρμονία

Η γενιά που βρίσκει διέξοδο

Είχα να τον δω πολύν καιρό τον κύριο Χ. Δεν ήρθε φέτος εξ Αθηνών από την αρχή της άνοιξης όπως συνήθιζε κάθε χρόνο, για να βάλει πατάτες και να μείνει σερί μετά, μέχρι το μάζεμα της ελιάς. Έπαθε έμφραγμα ο γιος του, έτσι μου είπε, 40 χρονών παλικάρι αλλά ευτυχώς τη γλύτωσε και δίχως κουσούρι.
Δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές και έσκασε το παιδί, έτσι μου είπε. Τώρα τον έφερε εδώ, στο χωριό, να κάνει κάνα μπάνιο, να αποξεχαστεί και να ηρεμήσει.
στο κτήμα τον παίρνεις μαζί σου, τον ρώτησα. η γη είναι μεγάλος γιατρός
Τον πήρα προχτές, μου είπε, και έκανε λίγο χορτοκοπτικό αλλά δεν ξέρει τίποτα από αυτά, δεν είναι για τέτοια αυτός, παιδί της πόλης
Μ’ αποχαιρέτισε ο κύριος Χ. και έφυγε για το κτήμα του.
Καθόμουν μετά και σκεφτόμουν
Συμπτωματικά (;) το άρθρο που έγραψα προχθές και μπήκε σήμερα στο ΤΡΡ, αυτήν ακριβώς την παράμετρο της ζωής μας πραγματεύεται. Πόσο αντιστρέψαμε τα δεδομένα και πόσο πλανεμένοι είμαστε. τόσο που ακόμη και τη γη που γιατρεύει τα πάντα, την προσεγγίζουμε εντελώς λανθασμένα, με τρόπο βίαιο, επιθετικό, σαν κουρσάροι, με μηχανήματα που ρυπαίνουν, που χαλούν την ηρεμία της και τη δική μας, που κάνουν τη ζωή μας στη φύση να μοιάζει ίδια με τον αστικό βίο μας. Δεν πρόλαβα να του πω του ανθρώπου ότι το χορτοκοπτικό δεν είναι τρόπος προσέγγισης της γης και ότι η γη και τα φυτά μάς διδάσκουν την ηρεμία, τη συνύπαρξη και την φυσική ανάπτυξη, τη μόνη ανάπτυξη που υφίσταται πραγματικά, ούτε ότι η γιατρειά είναι η φυσική καλλιέργεια, η παρατήρηση, η συμβίωση με τα πλάσματα της γης και με τους φυσικούς πόρους, δεν πρόλαβα να του πω να το πάρει αλλιώς με τον γιο του που αναρρώνει. Θα του το πω όμως όταν τον ξαναδώ και θα τους προσκαλέσω για μια βόλτα στο μικρό μου χωράφι, που εντός του έχει τρία χρόνια να ακουστεί και να δουλέψει οποιοδήποτε μηχανικό εργαλείο, μήπως νιώσουν τις φυτοκοινωνίες ολοζώντανες και πάρουν ενέργεια διαφορετική

Ο γλάρος κι εγώ

σήμερα το πρωί η θάλασσα ήταν σαν λίμνη. Εκεί που κολυμπούσα σήκωσα το κεφάλι μου και είδα έναν γλάρο να κάθεται στο νερό καμιά δεκαριά μέτρα μακριά. ήταν γνωστός μου. ένας ωραίος τύπος, κάπως ατρόμητος, που τον βλέπω εδώ και μέρες κάθε πρωί να φτερουγίζει ξυστά στον αφρό και να κάθεται στην άκρη της παραλίας.
άρχισα να τον πλησιάζω κολυμπώντας ήσυχα, σαν σκυλάκι, δίχως παφλασμούς και έχοντας μόνο το κεφάλι μου έξω από το νερό. Μόλις έφτασα στα πέντε περίπου μέτρα κοντά του άρχισε να κολυμπά κι αυτός κάπως πιο γρήγορα κουνώντας τα πόδια του μες στο νερό και να απομακρύνεται στρίβοντας ταυτόχρονα μια από δω και μια από κει αλλά δεν απώλεσε σε καμιά στιγμή την ηρεμία του.
ώσπου τον πλησίασα περίπου στο ένα μέτρο έχοντας αρχίσει προ πολλού να αναρωτιέμαι εάν είναι τραυματισμένος και δε μπορεί να πετάξει. τότε, έκανε μια κίνηση μαγική, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου, πήγε και κάθισε λίγο πιο κάτω επί της παραλίας.
σήμερα ένιωσα πόσο μικρός είμαι μπροστά στο μεγαλείο ενός γλάρου

Γράμμα

Το πρόσφατο άρθρο μου στο ΤΡΡ έφερε ένα εκτενές γράμμα αναγνώστριας:

Συγχωρέστε μου τον τρόπο σχολιασμού όμως δεν είμαι κοινωνικά δικτυωμένη. Αν είχα εγγραφή σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης θα δημοσίευα στα σχόλια το παρακάτω quote

QUOTE
Μου θυμίσατε προχθεσινή κουβέντα με το άρθρο σας. Μία συνάδελφος ήθελε να τονίσει ιδιαίτερα πως το Σαββατοκύριακο θα πάει θάλασσα. Υπάρχουν δύο επιλογές στην περιοχή, μια ανώτερη και μια μέτρια, από την άποψη της ποιότητας νερών και ακτών για λουόμενους. Ήθελε να πει επί της ουσίας ότι ενώ τις καθημερινές πάει στη μέτρια που είναι κοντά στο σπίτι της (μετά τη δουλειά), το Σαββατοκύριακο θα πάει στην ανώτερη.
Ε, να σας πω ότι η ανώτερη ακτή λέγεται Μονολίθι ή Κανάλι στις ακτές του Ιονίου, ωστόσο επέλεξε να πει με νόημα “το Σαββατοκύριακο θα έχει barracuda!”.
Η επιλογή του beach-ο-μπαρου δε με αφορά πολύ, είναι θέμα αισθητικής, που υποβάλλεται στο καταναλωτικό κοινό από μαρκετίστες. Ωστόσο θα ήθελα πολύ να σχολιάσω ότι με τον τρόπο αυτό τα παιδιά μας δε θα μαθουν ποτε ότι θα πάμε θάλασσα, θα πάμε πλατεία, θα πάμε βόλτα, θα πάμε (τολμώ να πω ακόμα και) για ψώνια. Όλες αυτές οι εκφράσεις αντικαθίστανται με πολυεθνικές και γαλουχούν τις μικρότερες γενιές, που ξεχνάν να μιλούν την ελληνική, ξεχνάν να ακούσουν ελληνική μουσική, ξεχνάν να διαβάσουν ποίηση, ξεχνάν να παν θέατρο, ξεχνάν να παν για κρασί ή τσίπουρο, ξεχνάν την έννοια του καφενείου της κουβέντας. Αυτές οι φουρνιές παν καφετέρια, παν μπαρ, παν fb!
Η έννοια που πρέπει να καλλιεργηθεί ως alternative (εναλλακτική), είναι για μένα η έννοια της αποανάπτυξης (decroissance-degrowth-downscaling). Να αποποιηθούμε την ένταση που υπάρχει στις ζωές των πόλεων, στις εργασίες μας, στις οικογένειές μας. Για μένα είναι ένα άψογο ιδεολογικό υπόβαθρο, για όλες τις κινήσεις μας στο νοικοκυριό μας, στο χωράφι μας, στη διατροφή μας, στον εργασιακό μας χώρο, στο γειτονιό μας και τελικά στην τσέπη όλων μας. Χωρίς εμμονές στα χρήματα και τα συστήματα που υποστηρίζουν την ανάπτυξη με βάση τα οικονομικά μεγέθη. Αυτά τα συστήματα έρχονται μετά για να μετρήσουν αν βαδίζουμε σωστά, όχι πριν από τη ζωή για να επιβάλλουν τακτικές …πλουτισμού.
“Κανένα σύστημα δε θα σας υποσχεθεί την ελευθερία σας”…
Για την αρχή ενός διαλόγου που εύχομαι να φτουρίσει στην κοινωνία και όχι σε μερικούς Η/Υ,
Μαρία Κ.
QUOTE

Ταξιδέψτε επί τη ευκαιρία στο Μονολίθι Πρέβεζας, είναι καταπληκτικό.
Από τις μεγαλύτερες συνεχόμενες ακτές με χώρο για λουόμενους… μια ανοιχτή όμορφη θάλασσα…

Ήλιος με δόντια στην Ικαρία

undefined

ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ‘ΙΚΑΡΟΣ’- ICARUS FESTIVAL 2015
ΤΡΙΤΗ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟ ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΑΦΙΑΝΕ, ΠΡ. ΗΛΙΑΣ ΡΑΧΩΝ
ΠΕΜΠΤΗ 30 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΗΓΗΣ (ΧΑΡΟΥΛΑΣ & ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ ΚΟΤΣΑΝΗ)

Ένας σπαραχτικός μονόλογος, μία χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής, που ακροβατεί ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, στο τώρα και στο χθες, με πικρές αναφορές στα ”χρηστά ήθη” της ελληνικής επαρχίας, την υποκρισία, τον μιζερο καθωσπρεπισμο. Ο Κωνσταντής. Ένα θύμα κοινωνικού ρατσισμού στις αρχές του αιώνα στη Χώρα της Χίου. Ένας άνθρωπος, παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ…

Σκηνοθεσία – Ερμηνεία – Θεατρική μεταφορά: Βασίλης Βασιλάκης

Επιμέλεια σκηνικού χώρου: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Γιούλα Ζωιοπούλου
Video art – Μουσικές επιλογές: Ανέστης Κορνέζος
Φωτογραφία back-stage: Κορίνα Χαριτοπούλου, Πέννυ Κτενά, Χριστίνα Σαρλάμη

Ώρα Έναρξης: 21:30
Είσοδος: 7€

Διοργάνωση:  Massive Productions

Λαγού μαλλί

Έχω ξαναγράψει ότι το Λαγού μαλλί είναι το βιβλίο μου που σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Διότι παρ’ όλο που γράφτηκε κατά την πρώτη μόλις στιγμή της ιστορικής πορείας μας στην μετά μνημονίων εποχή, αφού είχε ως αφορμή και έμπνευση τη σκηνή κατά την οποίαν ο ΓΑΠ στέκει στον μώλο του λιμανιού στο Καστελόριζο και μας ανακοινώνει το μαντάτο, παρ’ όλο που δεν είχαμε ιδέα τότε για τα όσα θα ακολουθούσαν, το βιβλίο πραγματεύεται το ζήτημα της αξιοπρέπειας, ό,τι ακριβώς δηλαδή απωλέσαμε ως κράτος και ως πολίτες, ό,τι αφήσαμε πίσω μας σε μια προηγούμενη εποχή που την ενσάρκωνε ο καπτα Σίμος το Σφαντό, ένας σπάνιος αναμικιώρης καϊκτσής του Αιγαίου.
Αυτές τις μέρες έλαβα δυο γράμματα από ανθρώπους που διάβασαν ξανά το Λαγού μαλλί και ένιωσα χαρά μεγάλη και συγκίνηση:

Εν όψει του 3ου μνημονίου διάβασα ξανά το “Λαγού μαλλί”…. Οι σκέψεις πολλές και το απόσταγμα ένα: όσοι θέλουν να τιμούν το θαύμα της ζωής ας το τιμούν με πάθος και καθαρή καρδιά και μυαλό… “Ο καθείς και τα όπλα του” όπως λέει κι ο Ελύτης…
Ε.Κ.

Μόλις ξαναδιάβασα το Λαγού Μαλλί! Δεν θα σου πω πολλά γιατί ξέρεις την αδυναμία που έχω γενικά στα βιβλία σου απλά θα σου πω πως όταν ένα βιβλίο καταφέρνει – παρότι το θυμάσαι – να σε συγκινήσει και να σε εντυπωσιάσει στη δεύτερη ανάγνωση το ίδιο όσο την πρώτη φορά που βυθίστηκες στις σελίδες του· όταν εγείρει μέσα σου το ίδιο ακριβώς αίσθημα ψυχικής πληρότητας· όταν η τεχνική και λεκτική του αρτιότητα σου προκαλεί δέος και απέραντο θαυμασμό για τον δημιουργό· όταν η πολιτική του διάσταση παραμένει επίκαιρη χρόνια μετά το πέρας των γεγονότων, τότε μιλάμε για διαχρονικότητα, τότε μιλάμε για στιβαρή λογοτεχνία από το είδος που σπανίζει.
Μ.Σ.

Η Βολισσός

Μια μέρα ο γέρων θείος Μιχάλης που μένει στην Αθήνα αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό ορεινό χωριό πέριξ της Βολισσού, το οποίο είναι εγκαταλελειμμένο πλέον των 40 ετών, με άκουσε που έλεγα ότι μένω πια στο χωριό και με ρώτησε με ένα βλέμμα όλο απορία: Τη Βολισσό τη λέτε χωριό;
Ναι ρε θείε, τι να την πούμε, του απάντησε ο αδαής ανιψιός, εσείς τι τη λέγατε δηλαδή.
Μα η Βολισσός είναι… κόμπιασε λίγο ο θείος για να σκεφτεί τι ακριβώς είναι η Βολισσός. Σε λίγο, κάπως απογοητευμένος που προφανώς δεν είχε κατορθώσει να βρει κάποιον χαρακτηρισμό που να της αξίζει, μου είπε ξανά, κοφτά όμως αυτή τη φορά και με σιγουριά στη φωνή: Η Βολισσός είναι η Βολισσός.
Αυτές τις μέρες καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοούσε ο θείος αν και δεν είναι πια η Βολισσός το εμπορικό κέντρο της ΒΔ Χίου, με τα μαγαζιά της, με τους μεταπράτες της, με τα όλα της γενικώς. Είναι όμως ένα χωριό πανέμορφο, το οποίο σφύζει από ζωή. Όλα τα σπίτια ανοιχτά, κατοικημένα, άνθρωποι βεγγερίζουν κάθε απόβραδο στα κατώφλια, οι γειτονιές ζωντάνεψαν, τα έρημα σοκάκια του χειμώνα γέμισαν παιδικές φωνές και παιχνίδια, ίσαμε 2.000 ψυχές κοιμούνται κάθε βράδυ στο χωριό, χώρια αυτές που αναπαύονται στον άγιον αθανάση.
Το μόνο κτίσμα του χωριού που μένει κενό και δίχως χρήση είναι ένα που γράφει η ταμπέλα του απ’ έξω “Πολυδύναμο Ιατρείο Βολισσού”
Δίχως γιατρό κανέναν τόσοι άνθρωποι εδώ, ένα κράτος χρεοκοπημένο έχει προφανώς άλλες προτεραιότητες, δεκάρα δεν υπάρχει για να σωθούν κάποιες ζωές που ίσως θα μπορούσαν αν ο γιατρός ήταν εδώ.
Όλα τα γράφεις, μου είπε απόψε ο μαστρο Νίκος, γράψε και για τον γιατρό που δεν έχουμε, πέθανε χτες ο Χρ., μπαμ και κάτω, 60 χρονών άνθρωπος και όλοι θορυβήθηκαν ξανά. Ξανά μανά τώρα οι υποσχέσεις των βουλευτάδων και των πολιτευτών, ξανά μανά της μητρόπολης οι αγαθές προθέσεις, η κατάσταση όμως δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν αλλάξει των ανθρώπων η ζωή και θα ρθει πάλι το φθινόπωρο και ο χειμώνας, θα φύγουν όλοι για τις πόλεις και θα ξεχαστεί κι η Βολισσός που είναι η Βολισσός, θα ξεχαστεί κι ο φρέσκος πεθαμένος, θα ξεχαστούμε και οι ζωντανοί μέχρι τον άλλον Αύγουστο.

Ζορμπάς και Κωσταντία στο γαλλικό ELLE

Φωτογραφία εκ Παρισίων απεικονίζει σελίδα του τρέχοντος τεύχους του γαλλικού περιοδικού ELLE, στην οποία προτείνεται ταξίδι στα ελληνικά νησιά και γνωριμία με την κλασική και τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία!

Η Κωσταντία μου δίπλα στον Ζορμπά του Καζαντζάκη ως πρόταση για τους Γάλλους αναγνώστες και ταξιδιώτες των νησιών μας