Ανοιξιάτικα λογοτεχνικά εργαστήρια στη Βολισσό

Featured

Φέτος θα οργανώσω στη Βολισσό κάποια ολιγοήμερα λογοτεχνικά εργαστήρια ανοιξιάτικα, για συνδυασμό διακοπών και συγγραφικής άσκησης.
Το πρώτο θα γίνει από 6 έως 9 Απριλίου, δηλαδή από Μ. Παρασκευή μέχρι Δευτέρα του Πάσχα, το επόμενο θα γίνει από 28 Απριλίου έως 1η Μαίου και το τελευταίο από 25 έως 28 Μαίου.
Το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει διαμονή σε σπιτάκια στη Βολισσό, ομαδική κουζίνα και τράπεζα, ολοήμερη συνύπαρξη στο κτήμα στον Ροδώνα, όπου θα γίνονται και οι καθημερινές μας λογοτεχνικές συνεδρίες, αλλά και μικρές εκδρομές-ήπιες πεζοπορίες στην τριγύρω περιοχή, καθώς φυσικά και μπάνια στον Μάναγρο για όποιους όποιες επιθυμούν.
Τα εργαστήρια αυτά απευθύνονται μόνο σε ενήλικες.
Ανάλογα με τις δηλώσεις ενδιαφέροντος και την διάθεση ή επιθυμία συγκατοικήσεων στα σπιτάκια, θα διαμορφωθεί και το συνολικό κόστος.
Για δηλώσεις ενδιαφέροντος λοιπόν ώστε να κάνουμε κατόπιν περαιτέρω συνεννοήσεις μεταξύ μας, επικοινωνήστε μαζί μου το συντομότερο στο akridaki@gmail.com

 

Προς το παρόν έχουν δηλώσει ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά εργαστήρια:
5 άτομα για Πάσχα
5 άτομα για Πρωτομαγιά
3 για Αγίου Πνεύματος

Η μέγιστη δυνατότητα φιλοξενίας και λειτουργίας του εργαστηρίου είναι 12 άτομα σε κάθε περίοδο.
Η φιλοξενία θα γίνει σε 6 παραδοσιακές οικίες στη Βολισσό και τα εργαστήρια θα λαμβάνουν χώρα καθημερινά στο κτήμα στον Ροδώνα.
Όποιοι και όποιες ενδιαφέρεστε για περισσότερες πληροφορίες και για κρατήσεις θέσεων, επικοινωνήστε μαζί μου μέχρι τέλος Γενάρη

Κληρώσεις βιβλίων

Όπως κάναμε πέρσι τέτοια εποχή, έτσι και φέτος λέω, για να μετράμε και τις βδομάδες ως το Πάσχα, όπως ο Βικέντιος μετρούσε τις βδομάδες εγκυμοσύνης της σκυλίτσας με φουντούκια μες στην τσέπη του ράσου του, να κληρώσω πάλι δέκα βιβλία για όποιους/ όποιες θέλουν κάποιο για τον εαυτό τους ή για να το κάνουν δώρο σε φίλο ή φίλη τους.
Οι κληρώσεις θα γίνονται με φασόλια κάθε Δευτέρα, από 29 Ιανουαρίου μέχρι και τις 2 Απριλίου, και τα βιβλία θα αποστέλλονται ταχυδρομικά στους/στις τυχερούς/ές.
Αν ενδιαφέρεστε να λάβετε έναν αριθμό πάνω σε φασόλι και να μπείτε στην κλήρωση, δηλώστε συμμετοχή στο akridaki@gmail.com και γράψτε οπωσδήποτε και ποιο βιβλίο (μου) επιθυμείτε να σας στείλω αν κληρωθεί το φασόλι σας.

Πρόσκληση

Έλαβα φωτογραφία μαθητών από το Γενικό Λύκειο Κονταριώτισσας Πιερίας, που κρατάνε τα βιβλία μου όλα στα χέρια τους και με καλούν για συνάντηση την άνοιξη στο σχολείο τους.
Όχι, πείτε μου, μπορείς να πεις όχι;

Φωτογραφία του Γιάννης Μακριδάκης.

Δημοτική επιχείρηση Κοτέτσι

Σήμερα το πρωί εκτός από τις διπλωματικές μου παρεμβάσεις, καθάρισα και το κοτέτσι. Έβγαλα ένα καρότσι κουτσουλιά, τόσον καιρό που έλειπα και το είχα αφήσει έτσι.
Σκέφτηκα πάλι λοιπόν πόσο μεγάλη επένδυση οικονομική αλλά και πολιτισμική για έναν Δήμο είναι να ιδρύσει μια δημοτική επιχείρηση “Κοτέτσι”.
Δεκάδες φορές τα έχω γράψει αυτά στο παρελθόν, στον τοπικό Δήμο Χίου τα έχω πει άλλες τόσες, αλλά προφανώς δεν είναι ακόμη η ώρα μας να δούμε την σπουδαιότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η ιδέα είναι απλή:
Να περιφράξει ο κάθε Δήμος έναν αρκετά μεγάλο δημοτικό αγρό, να φτιάξει μέσα εγκαταστάσεις στέγασης ορνίθων, να βάλει κότες και πάπιες και χήνες και κοκράνια και γαλοπούλες και ό,τι άλλο, να διορίσει ή να μεταφέρει από άλλες υπηρεσίες πέντε ανθρώπους, στην διοίκηση, εργάτες, οδηγούς, μόνιμο προσωπικό για οργάνωση, ταϊσματα, επικοινωνία με τους δημότες,καθαριότητες, και να κάνει έτσι, με όχημα αυτό το πρωτογενές εγχείρημα, σπουδαία κοινωνική και πολιτισμική πολιτική ως εξής:
Σχολεία, γειτονιές, πολυκατοικίες, μεμονωμένοι δημότες θα διαχωρίζουν τα οργανικά απορρίμματά τους κάθε μέρα και θα τα βγάζουν σε ειδικά καλάθια που θα τους παράσχει ο Δήμος. Θα περνάει καθημερινά φορτηγάκι του Δήμου, θα τα μαζεύει, θα ταϊζει τον ορνιθώνα, θα πλένει τα καλάθια και θα τα επιστρέφει στους δημότες που ακολουθούν το πρόγραμμα.
Σχολεία θα επισκέπτονται τον ορνιθώνα και θα μαθαίνουν τα παιδιά για τον κύκλο της ζωής και της τροφής, για τη γη, τα φυτά, τη λίπανση, την τροφική αλυσίδα, την φυσική ανακύκλωση.
Ο Δήμος θα έχει έσοδα από τα αυγά, το κρέας, την κουτσουλιά που θα πουλάει στο κοινωνικό παντοπωλείο και σε ιδιώτες, και οι δημότες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα θα έχουν εκπτώσεις ή δωρεάν πρόσβαση στα προϊόντα του κοτετσιού.
Μόνο με πρωτογενή υλικά και απλές ιδέες μπορούμε νομίζω να αλλάξουμε εποχή

Γυρίσματα και εργαστήρια

Οι παραγωγοί της ταινίας “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, του Γιάννη Λαπατά, μου έστειλαν σειρά φωτογραφιών από τα γυρίσματα. Ευχαριστώ πολύ τον Πάνο Παπαδημητρίου.
Θα τις αναρτήσω εδώ σιγά σιγά να τις δείτε, ξεκινώντας από σήμερα,
Στην 1η είμαι μαζί με τον σκηνοθέτη Γιάννη Λαπατά και τον ηθοποιό που ενσαρκώνει τον ρόλο του μοναχού Βικέντιου Θοδωρή Αντωνιάδη
Στην 2η μαζί με τον σκηνοθέτη και την σεναριογράφο Στέλλα Βασιλαντωνάκη
Στην 3η το συνεργείο σε διάλειμμα για φαγητό παριστάνουν τους μοναχούς στην τράπεζα. Σε πρώτο πλάνο ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος αριστερά και ο μπούμαν Γιώργος Φαρμάκης δεξιά.
Οι εξωτερικές φωτογραφίες είναι στην Μονή Καισαριανής και η εσωτερικού χώρου σε πλατώ που στήθηκε στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού για τις ανάγκες των γυρισμάτων.
Επίσης θα σας πω ότι το ενδιαφέρον για συμμετοχή στα ανοιξιάτικα λογοτεχνικά εργαστήρια στη Βολισσό είναι συγκινητικό, έχουν ήδη δηλώσει 23 άνθρωποι, εκ των οποίων φυσικά οι 21 είναι γυναίκες, όπως γίνεται πάντοτε σε ό,τι αφορά την λογοτεχνία τουλάχιστον.
Για όποιους και όποιες ενδιαφέρονται λοιπόν και θέλουν να βρουν όσο γίνεται φθηνά αεροπορικά εισιτήρια, να ξέρετε ότι
απομένουν 5 θέσεις για το εργαστήρι του Πάσχα (6-9 Απρ), επίσης
απομένουν 3 θέσεις για το εργαστήρι της Πρωτομαγιάς (28Απρ-1Μαη)
και τέλος
απομένουν 6 θέσεις για το εργαστήρι του Αγίου Πνεύματος (25-28 Μάη)
Ευχαριστώ

Γιάννης Μακριδάκης : “Οι πραγματικοί ήρωες ζουν στο περιθώριο”

Συντάκτης:  Μοιραστείτε το:

 Θα πρέπει να ‘χουν περάσει 20 περίπου χρόνια από την τελευταία φορά που είδα τον Γιάννη Μακριδάκη. Αυτό το ψηλόλιγνο παιδί που μιλούσε αργόσυρτα και μας έκανε να σκιρτάμε για το μεγαλείο της φύσης μέσα από τις περιγραφές του. Ακόμη και αν οι δημοσιογραφικές μας συναντήσεις λάμβαναν χώρα μέσα σε ένα «αυτοδιοικητικό» πλαίσιο, κατόρθωνε με ένα μοναδικό ταλέντο να μας μιλάει γι αυτά που του άρεσαν.Τη φύση και την ιστορία.  Τότε μάλιστα, εξέδιδε και ένα περιοδικό το «Πελινναίο» που στα χρόνια εκείνα και με την άπειρη ματιά μας δεν καταλαβαίναμε η σημασία του.

 

Εκεί, στην τελευταία συνάντηση μέσα σε ένα πλοίο της γραμμής που δεν θυμάμαι  ούτε που πηγαίναμε  ούτε από που γυρίζαμε- σε αυτό το σημείο του χρόνου πάγωσε και η μνήμη μου για το Γιάννη. Άλλωστε σχεδόν πάντα πιστεύω ότι σε κάθε ταξίδι μας με οποιοδήποτε  μεταφορικό μέσο είτε από θάλασσα είτε ξηρά ή αέρα, την ώρα που βρισκόμαστε μέσα σε αυτό διανύουμε ένα κενό μέσα στο χρόνο. Χρόνια πολλά αργότερα έπεσε στα χέρια  μου  το βιβλίο του «Η δεξιά τσέπη του ράσου»  αλλά μέσα στη δίνη της καθημερινότητας δεν συνδύασα τον Γιάννη με το όνομα του συγγραφέα που ήταν τελικά το ίδιο πρόσωπο.

Το βιβλίο με συνάρπασε  από την πρώτη στιγμή, η γραφή, η ευκολία στο πλάσιμο των λέξεων,οι περιγραφές, σε ένα απέραντα φιλοζωικό θέμα που μου ταίριαζε, εξαιτίας της δικής μου φιλοζωίας και των συναισθημάτων που εισέπραττα με την ανάγνωσή του, τα οποία μου φαίνονταν γνώριμα. Ύστερα από αρκετό διάστημα, η κουμπάρα μου στην Αθήνα, γνωστή σκηνογράφος και ενδυματολόγος  άρχισε να μου διηγείται για αυτό το ίδιο το  βιβλίο  το οποίο επρόκειτο να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη.

Κάπου εκεί άρχισα να συνδυάζω το παζλ ότι ο ίδιος ο Χιώτης συγγραφέας ήταν εκείνο το ψιλόλιγνο αγόρι που είχαμε συναναστραφεί κάμποσες φορές σε δημοσιογραφικές αποστολές.

Ο Γιάννης Μακριδάκης

Εκτοτε κίνησα διάφορες διαδικασίες για να προτρέψω την παραγωγή να γυρίσει την ταινία εδώ, αλλά όλα φαινόταν να είναι εναντίον μας. Κάπως έτσι άφησα το πείσμα μου για την προώθηση του κινηματογραφικού τουρισμού στη Λέσβο  και άρχισα να παρακολουθώ μέσα από τη Μάχη Αρβανίτη, όλη αυτήν την ιστορία της διαδικασίας της παραγωγής που έχει ένα ανεπανάληπτο ενδιαφέρον.

Σε ένα από τα γυρίσματα στη Μονή Καισαριανής ζήτησα να μου βρουν το κινητό του συγγραφέα- ο οποίος θα βρισκόταν εκεί- για να δώσω τέλος και σ’αυτό το 20ετες διάλειμμα, αλλά και να επανέλθω μιλώντας πλέον  με τον ίδιο άνθρωπο που γνώρισα παλιά και με έναν αναγνωρισμένο και σύγχρονο πλέον Έλληνα συγγραφέα.

Κάπως έτσι και αφού είχα δει τις ατμοσφαιρικές φωτογραφίες των σκηνών αποφάσισα ένα απόγευμα να τον «ενοχλήσω». Το ραντεβού μας κλείστηκε για την επομένη το πρωί όπου αρχίσαμε μετά από λίγα λεπτά τυπικών εκφράσεων να βρίσκουμε τη γλώσσα του παρελθόντος. Με το ίδιο αργόσυρτο ύφος και στο τηλέφωνο, ο Γιάννης, άρχισε να μου μιλάει για το πως μπήκε στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Μιλήσαμε για τη Ράκα, τη σκυλίτσα του, κι εγώ για τα δικά μου σκυλιά -που είναι όπως του είπα η  πρωινή μου ψυχοθεραπεία- και εκείνος μου αντέτεινε τη συναισθηματική του φόρτιση για το σκυλί του που είναι στη Χίο και την επιθυμία του να πάει και να το αγκαλιάσει. Ανάμεσα στους φιλόζωους αυτές οι κουβέντες λειτουργούν ως κώδικας και κάθε κύτταρο του εγκέφαλου παίρνει μέρος σε αυτό τον χορό των αισθήσεων και των παραισθήσεων των εγκεφαλικών λειτουργιών .

 

Η κοινωνική Ανθρωπολογία και η λογοτεχνική ενασχόληση

Ο Γιάννης δεν ήταν η κλασική περίπτωση ανθρώπου που διάβαζε από μικρός βιβλία. Είναι  όμως η περίπτωση του ανθρώπου που τον συνάρπαζε ανέκαθεν η προφορική ιστορία όπως την αντιλαμβανόταν μέσα από τους απλοϊκούς ανθρώπους που συναναστρεφόταν κάθε μέρα στη Χίο. Τους ψαράδες, τους κτηνοτρόφους, τους ανθρώπους του μόχθου και κυρίως όλους εκείνους τους ήρωες  της τρίτης ηλικίας που είχαν άμεση επαφή με την ιστορία του τόπου και ήξεραν πτυχές της Χίου όσο κανένας άλλος.

Έτσι  από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου  και επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο” έως το 2011.

Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στην Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς την φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς την μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις.  Με τις σπουδές του στην Κοινωνική Ανθρωπολογία ανακάλυψε και το μονοπάτι της συγγραφής και αυτή ήταν η αρχή για τη λογοτεχνική ενασχόληση.

Οι επιτυχίες ήρθαν από την αρχή με απίστευτη ταχύτητα

Τα πρώτα του βιβλία έγιναν θεατρικά από γνωστές  ομάδες και ηθοποιούς της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας και μετά την «δεξιά τσέπη του ράσου» και το τηλεφώνημα που έλαβε από τον σκηνοθέτη Γ.Λαπατά  μπήκε και στον χώρο του κινηματογράφου .Όπως μας λέει και ο ίδιος «εκτιμώ πολύ τον σκηνοθέτη. Είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος και προσπαθούσε εδώ και 8 χρόνια περίπου να βρει χρήματα για να γυρίσει την ταινία. Πιστεύω ότι θα κάνει εξαιρετική δουλειά. Κάτι επίσης σπουδαίο, που έχει να κάνει με την ταινία, είναι ότι αποτελεί την πρώτη παραγωγή στην ιστορία του συνεταιριστικού κινήματος στον χώρο του κινηματογράφου, αφού η εταιρία παραγωγής ARTemis Productions είναι ο πρώτος και μοναδικός μέχρι στιγμής Συνεταιρισμός Τεχνικών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, που ιδρύθηκε στην Ελλάδα την εποχή της λεγόμενης «οικονομικής κρίσης».”

Όταν τον ρώτησα για το αν είναι ευχαριστημένος από  τη μεταφορά του βιβλίου του από τα γυρίσματα που παρακολούθησε, μου είπε με ειλικρίνεια ότι «η έμπνευση του σκηνοθέτη είναι δική του δουλειά. Δεν ασχολούμαι ποτέ με τη δουλειά των άλλων πάνω στην δική μου δουλειά. Το βιβλίο μου είναι η πηγή έμπνευσης και πρέπει να νιώσει ελεύθερος για να φέρει το δικό του αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά έχω μια ωραία αίσθηση και πιστεύω ότι θα είναι μια ατμοσφαιρική ταινία. Σκέφτηκα κι εγώ πολλές φορές ότι θα μπορούσε να γυριστεί στη Χίο αλλά δυστυχώς το κόστος ήταν πολύ μεγάλο και έτσι εγκαταλείψαμε την ιδέα»

Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «σκληροπυρηνικό» ενώ όπως φαίνεται και από τα λεγόμενά του δεν επιδιώκει την προβολή, ασχέτως αν αυτή έρχεται από μόνη της εξαιτίας της επιτυχίας του.Είναι σημαντικό για τον ίδιο ότι καταφέρνει να «ζει» γράφοντας βιβλία ,ανακαλύπτοντας χαρακτήρες μέσα στην καθημερινότητά του.

«Η λοξή πορεία ενός ανθρώπου με συναρπάζει. Αυτοί που βγήκαν στο περιθώριο ,εκείνους που η ζωή για τους λόγου της τους έκανε παραβατικούς και δεν είναι τύποι που έχουν ακολουθήσει την περπατημένη.Αυτοί είναι οι ήρωες μου. Κάποιοι από αυτούς είναι κατασκευασμένοι».

Η επιτυχία του νεαρού συγγραφέα είναι πλέον δεδομένη.

Και δεν θα μπορούσε να γινόταν αλλιώς αφού ο ίδιος ήταν πάντα ένας άνθρωπος συνεπής απέναντι σε αυτά που πίστευε, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να σκέφτεται τις συνέπειες που είχαν αντίκτυπο στην προσωπική του ζωή.

Αυτό που θα κρατήσω για το κλείσιμο, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε είναι η το πιστεύω του για την καλλιτεχνική δημιουργία: «Οι καλλιτέχνες προσλαμβάνουν την τέχνη από οτιδήποτε γύρω τους, μετά βάζουν την προσωπική  τους ιδιαιτερότητα και  ύστερα τη δίνουν πίσω …».Ίσως αυτό να εξηγεί πολλά για την επιτυχία του που ήρθε και συνεχίζεται αβίαστα.

 

Έχει γράψει τα βιβλία:

“Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006 και Εστία 2010)

“10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007)

“Aνάμισης ντενεκές”, μυθιστόρημα (Eστία 2008), το οποίο κυκλοφόρησε και στα τουρκικά με τίτλο Bir bucuk teneke (εκδόσεις Senocak 2009). Το 2015 ανέβηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου.

“Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), Ταινία από τον Γιάννη Λαπατά (2018), Μετάφραση στα γαλλικά Cambourakis editions (2018)

“Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη

“Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010),

“Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη. Κυκλοφόρησε στα Γαλλικά με τίτλο La chute de Constantia (εκδόσεις S. Wespieser 2015)

“Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012).

“Του Θεού το μάτι”, νουβέλα (Εστία 2013)

“Αντί Στεφάνου”, νουβέλα (Εστία 2015)

“Η πρώτη φλέβα”, νουβέλα (Εστία 2016)

“Όλα για καλό”, μυθιστόρημα (Εστία 2017)

Η ΤΑΙΝΙΑ 

Είναι η ιστορία ενός μοναχικού καλόγερου που όταν αναπάντεχα χάνει την παρέα του, την σκυλίτσα του τη Σίσσυ πάνω στη γέννα, όλα αλλάζουν. Ο καλόγερος προσπαθεί να σώσει τα τρία κουταβάκια που του άφησε η Σίσσυ και παράλληλα να διαχειριστεί την αβάσταχτη λύπη και την μοναξιά που φαίνεται να επέστρεψε ξαφνικά. Εντονότατα συναισθήματα θα τον ταράξουν, θα τον κάνουν να «συνομιλήσει» με το παρελθόν του και με αυτή την «ταπεινή» για πολλούς, αφορμή, θα επανατοποθετήσει την πορεία και την ζωή του.

Ηθοποιοί

Στους βασικούς ρόλους: Θοδωρής ΑντωνιάδηςΓεράσιμος ΣκιαδαρέσηςΜάνος ΒακούσηςΚώστας ΛάσκοςΛάμπρος ΣταυρινόπουλοςΠέτρος ΞεκούκηςΕρρίκος ΜηλιάρηςΑναστάσης Λαουλάκος.

Εμφανίζονται ως GUEST: Ηρώ ΜουκίουΜαρία ΣκουλάΝτίνα ΜιχαηλίδουΓιάννα Κανελοπούλου.

Βασικοί συντελεστές

Παραγωγή: ARTemis ProductionsΕΚΚ.

Σενάριο: Στέλλα Βασιλαντωνάκη.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Β. Λαπατάς.

Φωτογραφία: Γιάννης Δρακουλαράκος.

Ήχος: Πάνος Παπαδημητρίου.

Σκηνικά: Ανδρομάχη Αρβανίτη.

Κοστούμια: Μαρία Μαγγίρα.

Μοντάζ: Στέλλα Φιλιπποπούλου.

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός.

Το 1918 για τη Χίο σε τίτλους:

Ισχυρές και πολλές σεισμικές δονήσεις
Πολυάριθμες πυρκαγιές δασών το καλοκαίρι
Μεγάλοι καύσωνες τον Ιούλιο, κατά τους οποίους η θερμοκρασία έφθασε, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα τους 34 (!) βαθμούς Κελσίου
Καταιγίδες και πλημμύρες τον Αύγουστο στο βόρειο τμήμα του νησιού
Δυνατές βροχές επί 12ήμερο τον Νοέμβριο
Τρομακτική επιδημία γρίπης με πολλές εκατοντάδες νεκρούς. Τα μαθήματα στα σχολεία διακόπηκαν από τα μέσα Νοεμβρίου για δύο περίπου μήνες και στο χωριό Κουρούνια, όπου κατοικούσαν 50 οικογένειες καταγράφηκαν σε ένα μήνα 20 θάνατοι από γρίπη.
Απέλαση οικογενειών λιποτακτών από το νησί.
Συνεχείς κλοπές, αισχροκέρδεια, φόνοι, αυτοκτονίες.
Μεγάλες καταστροφές στα εσπεριδοειδή από τις καιρικές συνθήκες
Επιβολή φόρου δεκάτης στον καπνό ξεσήκωσε πλήθος διαμαρτυριών των παραγωγών
Ιδρύθηκε ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Χίου και η Νυκτερινή Σχολή Αγραμμάτων από τον Γενικό Διοικητή του νησιού Γεώργιο Παπανδρέου
Κατερρίφθη τουρκικό αεροπλάνο από το πολυβολείο Αγίας Ελένης
Λειτούργησε θεραπευτήριο μεταδοτικών νοσημάτων
Εγκαινιάστηκε η αεροπορική ταχυδρομική σύνδεση Χίου- Αθήνας
Ιδρύθηκε Φιλολογική Λέσχη στην Βολισσό και χρηματοδοτήθηκε με 800 στερλίνες από την Λονδίνειο Χιακή Επιτροπή η ανέγεραση του Σχολείου της Βολισσού
Ξεκίνησαν εργασίες αντιγραφής και διάσωσης χειρογράφων του Κοραή στην ομώνυμη Βιβλιοθήκη
Δημιουργήθηκε ο Δήμος Βροντάδου με την Ένωση Βορείου και Νοτίου Βροντάδου.
Από το βιβλίο 10.516 μέρες, Ιστορία της νεοελληνικής Χίου

Το μικρό θαύμα μιας αφήγησης

 

 

Με έναν βαθύ εσωτερικό ρυθμό, σαν το βουβό κύμα που δονεί τα καράβια μεσοπέλαγα, ο Γιώργης Πέτικας αφηγήθηκε τη μυθική ιστορία της ζωής του. Μέσα από το στόμα και το σώμα του Χάρη Χαραλάμπους. Που μοιάζει να συνάντησε τους αρχαίους αοιδούς και τους παλιούς παραμυθάδες αντλώντας από την τέχνη τους, τα μυστικά και την γοητεία της αφήγησης και της απαγγελίας τους.

Ο Ανάμισης Ντενεκές παρέμεινε ένα μικρό θαύμα γραφής, αφήγησης αλλά και αξιοζήλευτης θεατρικότητας στην παράσταση που σκηνοθέτησε με την πίστη στα λιγοστά και ταπεινά, μερικούς ντενεκέδες, μία σκάλα και μια πατατούκα, τη δύναμη ενός φτωχού θεάτρου δηλαδή, η Μαρία Αιγινίτου. Που χωρίς να σπάσει το κουκούτσι στο μύλο του λιοτριβιού, κατάφερε να απελευθερώσει τους πολύτιμους χυμούς του. Κρατώντας την βαθιά ουσία από μια τρικυμιώδη αφήγηση. Όπως η ζωή του ίδιου του ήρωα. Ενός ανθρώπου που έζησε σαν μοναχικός λύκος και σαν σκιά, που έγινε θρύλος, φόβος και τρόμος των χωροφυλάκων και ο φυγόδικος που διέφευγε για χρόνια χωμένος στην τραγιάσκα του.
Η παράσταση, που θα παίζεται εκ νέου φέτος κάθε Πέμπτη στο Θέατρο Φούρνος της οδού Μαυρομιχάλη, μέσα από τον αφηγηματικό στεναγμό του Χάρη Χαραλάμπους ζωντανεύει με γοητευτικό τρόπο την ιστορία, τις εικόνες, τα πρόσωπα. Αφήνει να διαπεράσει την ατμόσφαιρα ακόμη και η υγρασία από τα βουνά, τους λόγγους και τις σπηλιές που κατέφυγε ο ήρωας. Κρατώντας τα ουσιώδη. Χωρίς να ξεφεύγει από το πλαίσιο μιας πετυχημένης και αυστηρής επιλογής υλικού, βασισμένης σε αρχές και έναν προσωπικό κώδικα αδιαπραγμάτευτο. Όπως η γραφή του Μακριδάκη και όπως η ζωή του Πέτικα.

Μάνια Ζούση

Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Μουσική: Σωτήρης Καστάνης
Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος
Ερμηνεία: Χάρης Χαραλάμπους

Παραστάσεις κάθε Πέμπτη στις 21:00, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.
Διάρκεια παράστασης : 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα.

Πηγή

Μια κριτική για το αγαπημένο μου (της β’ συγγραφικής περιόδου) Αντί Στεφάνου

 

Αντί Στεφάνου, Γιάννης Μακριδάκης, Εστία 2015

 

indexΤο πιο ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο είναι μάλλον οι απόψεις που κυκλοφορούν για αυτό παρά το ίδιο αυτό καθ’ εαυτό. Δεν θέλω να πω πως δεν αξίζει. Ίσα-ίσα, πρόκειται για μια σπαρταριστή αφήγηση που καταφέρνει εκτός από το να κάνει τον αναγνώστη να γελάσει μέχρι δακρύων, να του περιγράψει διεσταλμένα και στο έπακρο κουσούρια της επαρχίας: το κουτσομπολιό ως πηγή ζωής και βασική ασχολία των κατοίκων, τα συνήθη στεγανά στην ιεραρχία του χωριού με τον παπά βασικό ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής ή τον νεοπλουτισμό του μετανάστη που επιστρέφει στο χωριό του και όχι μόνον απαιτεί, αλλά και κερδίζει εξαιτίας των χρημάτων του κύρος μεταξύ των συντοπιτών του.

Φυσικά δεν μπορούσε να λείπει ο τρελός του χωριού, μονάχα που εδώ είναι αρκετά παραλλαγμένος. Ένας εμμονικός φυσιολάτρης με ακραία οικολογική συνείδηση, διαποτισμένος από παραδόσεις ανατολικών λαών -θρησκευτικές όσον αφορά στη στάση ζωής, αλλά και στην στάση του απέναντι στη φύση-, που φτάνει να θεωρεί απολύτως φυσικό να αφοδεύει στον τάφο της μάνας του για να λιπάνει το χώμα προκειμένου να φυτέψει πάνω του, μιας και εκείνη δεν έχει ακόμα λυώσει. Οι δε νεκροί κατ’ αυτόν, αν ήταν χορτοφάγοι όσο ζούσαν, χρησιμεύουν ως πρώτης τάξεως λίπασμα ακριβώς όπως και τα κόπρανά του. Ο δε «τρελός» του χωριού, χαιρετά σαν να μη συμβαίνει τίποτα, κάποια γυναίκα που τον συλλαμβάνει επ’ αυτοφόρω κατά την πράξη της αφόδευσης στον τάφο της μάνας του, που μόλις έχει θάψει ο ίδιος ως νεκροθάφτης! Ο Ντάγκλας Άνταμς του «Γυρίστε το γαλαξία με ώτο-στοπ» θα θαύμαζε τα κωμικά ευρήματα του Μακριδάκη, για να θέσει επί τάπητος θέματα οικολογικής συνείδησης παράλληλα με τη στενομυαλιά και τα στερεότυπα της τυπικής ελληνικής επαρχίας, της μπολιασμένης με τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα.

Αφηγητής, όπως αποκαλύπτεται προς το τέλος, ο θεολόγος καθηγητής του γυμνασίου, που προσπαθεί να είναι αντικειμενικός και ήπιος στην καταγραφή των συμβάντων, όπως ταιριάζει σε έναν άνθρωπο διχασμένο ανάμεσα στη λογική της επιστήμης και την πίστη. Βεβαίως δεν τολμά να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στον παπά του χωριού, ούτε να έρθει σε σύγκρουση με τους τοπικούς παράγοντες της κοινωνίας. Εν ολίγοις ναι μεν συμπαθεί το Στέφανο, όπως είναι το όνομα του πρωταγωνιστή, αλλά δεν τολμά να πάρει ανοιχτά το μέρος του. Και ούτε θα ήθελε, αφού ο οικολόγος ζει σε έναν τελείως μονόπλευρο κόσμο που δεν υπολογίζει παρά μόνο τις επιταγές της φύσης.

Αυτός λοιπόν, ο θεολόγος, αναλαμβάνει να διηγηθεί τα καθέκαστα σε μια γλώσσα αγκυλωμένη που παραπέμπει σε γραφειοκρατική σοβαροφάνεια άλλων εποχών, ακόμα και στη γλώσσα των σημερινών ιεραρχών της ορθοδοξίας, που οπωσδήποτε περιέχει στοιχεία καθαρεύουσας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το πρόσχημα του θεολόγου για να δικαιολογήσει την ιδιότυπη για τα σημερινά δεδομένα γλώσσα του έργου του. Γιατί όμως αυτή να είναι τέτοια; Προσωπικά ως αναγνώστρια θεώρησα ότι έτσι επιτείνεται η κωμικότητα. Μια βαριά και δύσκαμπτη γλώσσα που ταίριαζε σε δημόσιες υπηρεσίες ή ταιριάζει μέχρι σήμερα στους επισκόπους της εκκλησίας, να χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει κουτσομπολιά ή αφοδεύσεις! Η αντίθεση γλώσσας και περιεχομένου είναι τόσο εμφανής που μόνον εξ αυτού το γέλιο ρέει αυθόρμητα. Όσο για τις λαϊκές λέξεις που παρεισφρέουν, αυτές μας θυμίζουν το άτοπο της τρόπον τινά καθαρεύουσας για τις συγκεκριμένες περιγραφές και κάνουν τον αναγνώστη να ξεσπά σε ακόμα πιο τρανταχτά γέλια.

Έξοχος ο κυνισμός του χιούμορ στο Αντί Στεφάνου, βρίσκει απευθείας το στόχο του παρουσιάζοντάς μας με εξαιρετική ευστροφία και σαφήνεια τα θέματά του. Επιπλέον, εκτός από το ότι το κωμικό είναι ένα θαυμάσιο όχημα για να πει ο συγγραφέας αυτό που θέλει, είναι εύπεπτο, ευρέως αποδεκτό, γι’ αυτό και φαντάζομαι το βιβλίο πουλάει. Αν ήταν γραμμένο δίχως το τραβηγμένο και κυνικό χιούμορ, ίσως να μην είχε τόσο ευρεία απήχηση. Επανέρχομαι όμως σε ένα από τα ζητούμενα. Τι ακριβώς θέλει να μας πει ο συγγραφέας; Αρχικά υπέθεσα ότι σκοπός του ήταν μια τραβηγμένη και γι΄αυτό αστεία παρουσίαση των δυνάμεων που καθορίζουν την επαρχία. Από τη μια ο παπάς και οι συμπαραταγμένοι κοινωνικοί σχολιαστές, περιπτεράδες, κρεοπώλες και μπακάλισσες, μαζί βεβαίως με τον πλούσιο επαναπατρισμένο θείο εξ Αμερικής που διεκδικεί πλέον λόγω χρήματος γενναίο μερίδιο στο στίγμα του τόπου, από την άλλη ο εξίσου ακραίος οικολόγος που γεννήθηκε και κατοικεί στον τόπο του, αλλά προσπαθεί να ανατρέψει τα οικολογικά κυρίως δεδομένα δρώντας εσκεμμένα προκλητικά, ακόμα κι αν παρουσιάζεται ήρεμος και προσηνής. Στη μέση ο ουδέτερος ξένος, ο δάσκαλος που είναι περαστικός από τον τόπο, ήρθε για να φύγει και για αυτό λειτουργεί κυρίως ως καταγραφέας-πάντως δεν συμπαρατάσσεται με καμία πλευρά.

Είναι σίγουρο ότι ο ντόπιος οικολόγος δεν θα καταφέρει να πείσει κανέναν να τον ακολουθήσει στη στάση του απέναντι στη φύση, επειδή αδιαφορεί παντελώς για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Μοναδικό του ενδιαφέρον η φυσική ζωή αυτή καθ’ εαυτή, ένα πολιτισμένο αγρίμι είναι λοιπόν, γι’αυτό και ζει απομονωμένος, γι’ αυτό και του φαίνεται φυσικό να χαιρετά καλόκαρδα τη γειτόνισσα που τον βλέπει να αφοδεύει. Η φύση πάνω απ’ όλα λοιπόν. Ένας καλόκαρδος αφελής ρομαντικός που έχει χάσει το παιχνίδι εξ αρχής, όσο σωστή και αν είναι η γενική του στάση στα της οικολογίας. Το όχημα του κωμικού που διάλεξε ο συγγραφέας δικαιολογεί απόλυτα τις τραβηγμένες καταστάσεις. Ακόμα κι αν είναι οπαδός της όποιας απομάκρυνσης και πλήρους αποστασιοποίησης από τα καταναλωτικά πρότυπα και επιστροφής στη φυσική ζωή, δικαιούται να κάνει χιούμορ με τη γραφικότητά του, όσο και με τη γραφικότητα των συντοπιτών του. Δεν φαντάζομαι βεβαίως ότι ο Μακριδάκης θα αφόδευε στην πραγματικότητα σαν να μην τρέχει τίποτα πάνω σε στον τάφο της μάνας του καλημερίζοντας τη γειτόνισσα, (αν και μάλλον μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τους κατοίκους να χωριού να δρουν όπως ακριβώς παρουσιάζονται στο βιβλίο…). Ο γραφικός που το γνωρίζει ότι είναι τέτοιος στα μάτια των άλλων, σίγουρα μπορεί να διακωμωδήσει τον εαυτό του. Είναι άλλο πράγμα να ξέρεις ότι οι ιδέες σου φαντάζουν γραφικές για την κοινωνία-οπότε αποδέχεσαι το χαρακτηρισμό αποδυναμώνοντάς τον δια του χιούμορ-, κι άλλο πράγμα να το αγνοείς και να το εννοείς ότι υπερασπίζεσαι την περίφημη αφόδευση επί του τάφου. Το δεύτερο μου φαντάζει εντελώς αδύνατο.

Οι δε απόψεις περί ουμανισμού ή αναίρεσης του ουμανιστικού πνεύματος στο Αντί Στεφάνου, όπως διατυπώθηκαν στο φίλιο Βιβλιοκαφέ, μου φάνηκαν κάπως τραβηγμένες, αν και οπωσδήποτε σοβαρές και τροφή για περαιτέρω σκέψη. Στη συνέχεια μαθαίνοντας για την ακτιβιστική δράση του Μακριδάκη και το ιστολόγιό του, προβληματίστηκα: μήπως ο συγγραφέας εννοεί κάποια πράγματα; Όπως και να έχει, ένα βιβλίο, όταν εκδίδεται, φεύγει από τα χέρια του συγγραφέα και ακολουθεί τη δική του διαδραστική πορεία με τον αναγνώστη. Ο τελευταίος ίσως θα έπρεπε να το κρίνει αυτόνομα, δίχως πληροφορίες για το δημιουργό, εκτός αν έχει γραφεί σε κάποια άλλη εποχή, οπότε για να το κατανοήσει κανείς διαβάζοντάς το, μάλλον πρέπει να ανατρέξει και στην εποχή που το γέννησε και στα στοιχεία του ζωής του συγγραφέα. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει με το Αντί Στεφάνου, που είναι τοποθετημένο στη σύγχρονη εποχή. Γι’ αυτό και προτίμησα να το δω αυτόνομα, επιλέγοντας να αγνοήσω τα περί δράσης και ζωής του Μακριδάκη. Από αυτήν την άποψη, αν τυχόν ο συγγραφέας είχε κάποια πρόθεση να διακινήσει τις ιδέες του, ίσως είναι ευκαιρία για αυτόν να δει πόσο το πέτυχε και τι κατάφερε τελικά να περάσει στον ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο αναγνώστη που επιμένει να αντιμετωπίζει το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, ως κάτι που έφυγε δια παντός από τα χέρια του δημιουργού του και ακολουθεί το δικό του ανεξάρτητο δρόμο.

Εντύπωση μου έκαναν και οι απόψεις περί μιμήσεως του παπαδιαμαντικού ύφους, ή πιο εύστοχα του Ροΐδη όπως αυτές διατυπώθηκαν στην κριτική της Έλενας Μαρούτσου στο bookpress. Η γλώσσα σε συνδυασμό με το σκωπτικό αποτέλεσμα, οπωσδήποτε παραπέμπουν στο Ροΐδη και την Πάπισσα Ιωάννα, ή ακόμα και στο Βιζυηνό που διαθέτει περισσότερο από τον Παπαδιαμάντη στοιχεία κωμικότητας. Αλλά πέρα από ένα εύρημα που εξυπηρετεί τους σκοπούς του συγγραφέα με επιτυχία, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να επιμείνει σε αυτό κανείς περισσότερο. Εξάλλου ο Ροΐδης, ο Βιζυηνός ή ο Παπαδιαμάντης, όταν γράφανε δεν είχαν κατά νου να χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα άσχετη με την εποχή τους προκειμένου να επιτύχουν την αντίθεση με τα…πεζά και καθημερινά που περιγράφουν και να παράγουν εξ αυτού πρόσθετο γέλιο, όπως φρονώ ότι άκρως πετυχημένα κάνει ο Μακριδάκης.

Αν θα ξαναδιάβαζα Μακριδάκη; Ασφαλώς. Τόσο ευφυές και αυθεντικό χιούμορ δεν είναι εύκολο να βρεθεί. Και μάλιστα χιούμορ που πήγε τουλάχιστον αρκετά παραπέρα από την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, όπως έκανε ο Μάκης Τσίτας με το «Μάρτυς μου ο θεός». Ο Μακριδάκης, ευτυχώς, δεν κάνει καμία στροφή σε τραγικότητες που καπελώνουν και παγιδεύουν τον αναγνώστη, και γι΄αυτό όσο κι αν η δημοσιοποίηση της ιδεολογικής του δράσης προσπαθεί να καπελώσει το έργο του, αυτό παραμένει ανεξάρτητο.

Πηγή