Συγκίνηση

Επιστολή στο Γιάννη Μακριδάκη
Αγαπητέ Γιάννη
Από καιρό ήθελα να σου γράψω ή να σου πω (άν και αυτό είναι δύσκολο, αφού εδώ πατείς και εκεί βρίσκεσαι) ένα «Μπράβο Γιάννη».
Αυτό δεν αναφέρεται ούτε στην αμεσότητα του Λαγού μαλλί ούτε στην τρυφερότητα και στην ευαισθησία του Στη δεξιά τσέπη του ράσου. Εξ’άλλου περισσότερο αρμόδιοι εμού είπαν και θα πουν πολλά καλά.
Αναφέρομαι σε ένα βιβλίο σου που κατά περίεργο τρόπο δεν είναι πολύ γνωστό άν και θα έπρεπε να έχει διαβαστεί από όλους εμάς τους Χιώτες κυρίως δασκάλους καθηγητές και μελετητές.
Πρόκειται για το μεγαλειώδες έργο 10,516 ΜΕΡΕΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΙΟΥ 1912-1940, το οποίο παρόλο που είναι ιστορικό, εντούτοις είναι γραμμένο με κέφι και φαντασία, χιούμορ και αγάπη για τη Χίο, ένα ωραίο μυθιστόρημα.
Το βιβλίο που αναφέρεται στα πρώτα εικοσιεννέα χρόνια της Χίου, από την 11η Νοεμβρίου 1912 μέχρι την 28η Οκτωβρίου 1940, είναι γραμμένο μετά από έρευνα σε 11,250 φύλλα εφημερίδων.
Είναι ένα άγνωστο έργο, σταθμός για τη νεώτερη ιστορία της Χίου, που διαβάζεται ευχάριστα δίνοντας πληροφορίες όχι μόνο ιστορικές, μα και κοινωνιολογικές, καλλιτεχνικές εκκλησιαστικές, αλλά πάνω απ’ όλα καθρεφτίζει την εξέλιξη μιας προοδευτικής αλλά παράλληλα συντηρητικής κοινωνίας όπως είναι η κοινωνία της Χίου.
Εκτιμώ βαθύτατα την εργατικότητά σου και την πολυπραγμοσύνη σου (τελευταία επιστρέφεις και στην ευλογημένη καλλιέργεια της γής).
Το έργο σου είναι τεράστιο έργο ενός ολόκληρου πνευματικού κέντρου.
Μπράβο Γιάννη
Μαρία Ξύδα, αρχιτέκτων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκης 1973, Ελλάδα
Ειδικότητα στις Αποκαταστάσεις Μνημείων και Τόπων, Università della Sapienza, Rome 1977
Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2012, Ελλάδα

 

Φωτογραφία της Maria Xyda.

 

 

Ανταπόκριση 2η εξ Εσπερίας.

Φεστιβάλ ευρωπαϊκής νησιωτικής λογοτεχνίας στο Κονιάκ της Γαλλίας.
Η μεταφράστριά μου Μονίκ Λυράνς γράφει:
“Τελευταία συνάντηση, με τον Χριστό Οικονόμου και τον Loïc Marcou για το θέμα τις κρίσης, εξηγώ τις ιδέες σου”
Επισυνάπτει και φωτογραφία.
Είναι σημαντικό ο άνθρωπος που σε μεταφράζει να έχει πλήρη γνώση της φιλοσοφίας και της πολιτικής στάσης σου στη ζωή. Η Μονίκ με έχει μελετήσει πολύ καλά. Γι’ αυτό και δεν παρεξηγείται που παρίσταται μόνη.

Πολιτική και θρησκεία

Στη Γερμανία, που οδηγεί για ακόμη μια φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, με όχημα το ευρώ τώρα, την Ευρώπη στον ναζισμό, η πολιτική κρίση θα φέρει μάλλον πρόωρες εκλογές και ή νέα καταγραφή του ποσοστού της ανοδικής πορείας των ακροδεξιών θα γίνει πιο σύντομα.
Η πολιτική όταν είναι μπολιασμένη με θρησκεία, είτε μουλάδες λέγονται αυτοί, είτε τζιχαντιστές, είτε χριστιανοδημοκράτες ή χριστιανοκοινωνιστές ή αρχιεπίσκοποι και δεσποτάδες με πολιτικές κορώνες και δράσεις, προωθεί τον λαϊκισμό, τη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, το μίσος, και έχει πάντοτε τραγική κατάληξη για την ανθρωπότητα.
Όταν το τρόπαιο της θρησκείας είναι η πολιτική και της πολιτικής η θρησκεία, οι συνέπειες είναι αποτρόπαιες.

Συναπαντήματα

Σήμερα το πρωί ακολούθησα τον περίπατο – ξενάγηση στην πυρίκαυστο ζώνη της Θεσσαλονίκης του 1917, που διοργάνωσε ο Γ. Γκλαρνέτατζης και οι συνεργάτες του. Ακούσαμε και μάθαμε πολλές πληροφορίες για την πόλη. Από την Παναγία Αχειροποιήτου μέχρι την Πλατεία Ελευθερίας, μέσω Αριστοτέλους και Καπανίου. Κάθε τόσο κάναμε στάσεις και μας έδινε πληροφορίες ιστορικές και άλλες για την περιοχή.
Σε μια στιγμή εκεί που σταθήκαμε, γινόταν μετακόμιση από ένα σπίτι και κατέβαιναν άνθρωποι που κουβαλούσαν καναπέδες, τραπεζάκια και λοιπά και τα φόρτωναν σε ένα μικρό φορτηγό. Μας είπαν ευγενικά να μετακινηθούμε λίγο πιο εκεί διότι τους ενοχλούσαμε στο διάβα τους, μια φίλη τούς πρότεινε να βάλουμε όλοι μαζί ένα χεράκι να τελειώνουν, γέλασε ο τύπος, είπε ότι δεν γίνεται αυτό και ότι εντάξει, δεν έχουν τόση ανάγκη από χέρια, κατέβηκε όμως έξαλλη εκείνη την ώρα η κυρία του σπιτιού, μια τύπισσα στα σαράντα και άρχισε να περπατάει εκνευρισμένη ανάμεσά μας και την στιγμή που πέρασε από δίπλα μου, με κοίταξε μες στα μάτια και είπε: δεν είναι δυνατόν αυτό που μου συμβαίνει. Να δούμε τι άλλο θα με βρει σήμερα.
Κατάλαβα ότι εννοούσε όλους εμάς τους περιπατητές φυσικά, ως το ένα από τα δυσάρεστα ή έστω τα εμπόδια που την βρήκανε σήμερα και ποιος ξέρει τι άλλο θα την έβρισκε ακόμα, σαν εμάς ή μπορεί και χειρότερο, και ένιωσα ένα άγχος μέσα μου γι’ αυτήν και τα συναπαντήματα.
Μετά όμως από λίγα λεπτά το ξέχασα εντελώς. Διότι αφού τελείωσε ο οδηγός μας την παράθεση των πληροφοριών που είχε να μας πει και περπατήσαμε να πάμε παρακάτω, είδα μια ζαρτινιέρα και εντός της φυτρωμένο ένα ωραίο θαλερό ραδικάκι. Πλησίασα λοιπόν και του χάιδεψα τα φύλλα του, σκέφτηκα να κόψω και να φάω, αλλά το ξανασκέφτηκα και δεν το επιχείρησα. Τότε με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει, είσαι ο τάδε; Ναι, του λέω. Αχ, μου λέει, το κατάλαβα και πολύ χαίρομαι. Έχω διαβάσει βιβλία σου, σε κοιτάζω εδώ και ώρα και αναρωτιέμαι αν είσαι εσύ, αλλά όταν σε είδα να χαιδεύεις το φυτό, είπα αυτός είναι.
Ένιωσα μια γλύκα εκείνη την ώρα, που συνειδητοποίησα πως με είχε συνδέσει μέσα του με το ραδίκι ο άνθρωπος. Ήτανε ένα τελείως διαφορετικό συναπάντημα αυτό από το προηγούμενο.

Ο φίλος μου ο Κ.

Ο Κ. είναι ένας άνθρωπος ιδιαίτερος. Διαβάζει λογοτεχνία, είναι κοινωνικά πολύ ενεργός και μιλάει πολύ ελκυστικά, με όλο του το κορμί, αφού ο τρόπος που εκφέρει τον λόγο είναι βαθύς και συνοδεύεται πάντα με κινήσεις επεξηγηματικές και περιγραφικές των χεριών του.
Χθες βράδυ γυρνούσαμε μαζί προς τα σπίτια μας και είδαμε ένα παιδί να κοιμάται τυλιγμένο σε δυο κουβέρτες μπροστά στον μασούτη στην αγίας σοφίας. Όσην ώρα ανηφορίζαμε, ο Κ. σκεφτόταν το παιδί αυτό κι ένιωθε ενοχές. Αναρωτιόταν τι θα μπορούσαμε να κάναμε, τι δομές θα μπορούσε να φτιάξει ο δήμος, αν θα μπορούσαμε να ειδοποιήσουμε κάποια μκο και να τον φροντίσει σε περίπτωση που ήταν ασυνόδευτο προσφυγόπουλο, αν πήγαινε πίσω να τον ξυπνήσει και να τον πάρει στο σπίτι του, αλλά τι, για μια νύχτα μόνο, τι νόημα έχει για μια νύχτα, μονολογούσε δίπλα μου και έθετε τέτοιες σκέψεις και προβληματισμούς ώσπου αποχωριστήκαμε.
Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο Κ. Με κλέψανε, μου λέει. Γύρισα σπίτι και είχαν μπει μέσα, μου πήραν κάποια λίγα χρήματα. Τους είχε δει τους κλέφτες. Την ώρα που γύρισε, αυτοί έφευγαν. Τους κατάλαβε κατόπιν. Ήτανε κάτι παιδιά, το πολύ είκοσι χρονών.
Σήμερα το πρωί του τηλεφώνησα να δω πώς πέρασε τη νύχτα του μετά από τον ψυχολογικό αυτόν βιασμό που είχε δεχτεί. Τον άκουσα ευδιάθετο. Δεν σου κρύβω, μου λέει, ότι τους καταράστηκα σε μια στιγμή τους κλέφτες. Αλλά κατόπιν το ξανασκέφτηκα και είπα ποιος ξέρει τι βία θα έχουν δεχτεί κι αυτά τα παιδιά, για να βγουν να κλέβουν. Σκέφτηκα και ότι δεν μου είχαν πειράξει τίποτε άλλο μες στο σπίτι, μόνο τα λεφτά πήρανε, δεν μου είχαν αναστατώσει τα βιβλία, έλεγε ο Κ. και ήταν πολύ ήρεμος, σαν ευχαριστημένος. Μπορεί, είπε σε λίγο, να είδαν τα βιβλία και να τα σεβάστηκαν, παιδιά ήταν. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του κι εμένα ότι μπορεί κι έτσι να ‘γινε, προσπάθησε να βάλει μία ακόμη πινελιά συμπάθειας στους κλέφτες του σπιτιού του. Έτσι δε είναι, με ρώτησε στο τέλος. Αφού μπορούσαν να το κάνουν άνω κάτω το σπίτι, να σκίσουν βιβλία, να τα πετάξουν κάτω, δεν μπορούσαν; Αλλά δεν κάνανε τίποτα, μόνο τα λεφτά πήρανε, που είχα πάνω στο τραπέζι, μετακίνησαν έτσι λίγο, ίσα-ίσα και κάτι βιβλία που είχα εκεί και φύγανε.
Απέμεινε λίγο σκεπτικός.
Άλλη φορά τα λεφτά θα τα κρύβω μες στα βιβλία άμα φεύγω από το σπίτι, απεφάνθη. Μέσα στον Παλαμά θα τα βάζω. Όπως έκανε ο Καρούζος. Για να τα αυγατίσει ο Παλαμάς, έτσι έλεγε ο Καρούζος, που δεν ήταν πλούσιος κι αυτός, όπως κι εγώ, έτσι μου είπε ο Κ. κι έφυγε να πάει Κυριακή στο χωριό του χωρίς ίχνος αγανάκτησης για τους κλέφτες μέσα του.

Δελτίο τύπου

Ελήφθη εκ της παραγωγής:

Δελτίο Τύπου.
«Η Δεξιά τσέπη του ράσου»

Η ταινία «Η Δεξιά τσέπη του ράσου» βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη. Eίναι η ιστορία ενός μοναχικού καλόγερου που όταν αναπάντεχα χάνει την παρέα του, την σκυλίτσα του τη Σίσσυ πάνω στη γέννα, όλα αλλάζουν.
Ο καλόγερος προσπαθεί να σώσει τα τρία κουταβάκια που του άφησε η Σίσσυ και παράλληλα να διαχειριστεί την αβάσταχτη λύπη και την μοναξιά που φαίνεται να επέστρεψε ξαφνικά.
Εντονότατα συναισθήματα θα τον ταράξουν, θα τον κάνουν να «συνομιλήσει» με το παρελθόν του και με αυτή την «ταπεινή» για πολλούς, αφορμή, θα επανατοποθετήσει την πορεία και την ζωή του.

Ηθοποιοί :
Στους βασικούς ρόλους : Θοδωρής Αντωνιάδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μάνος Βακούσης, Κώστας Λάσκος, Λάμπρος Σταυρινόπουλος, Πέτρος Ξεκούκης, Ερρίκος Μηλιάρης, Αναστάσης Λαουλάκος,
Εμφανίζονται ως GEST : Ηρώ Μουκίου, Μαρία Σκουλά, Ντίνα Μιχαηλίδου, Γιάννα Κανελοπούλου.

Βασικοί Συντελεστές :
Παραγωγή : ARTemis Productions, ΕΚΚ.
Σενάριο : Στέλλα Βασιλαντωνάκη.
Σκηνοθεσία : Γιάννης Β. Λαπατάς
Φωτογραφία : Γιάννης Δρακουλαράκος
Ήχος : Πάνος Παπαδημητρίου
Σκηνικά : Ανδρομάχη Αρβανίτη
Κοστούμια : Μαρία Μαγγίρα
Μοντάζ : Στέλλα Φιλιπποπούλου
Μουσική : Δημήτρης Καμαρωτός

Ανάπτυξη

Αυτοί οι νεκροί προσμετρώνται στα θύματα της προηγούμενης ανάπτυξης, της προ ΔΝΤ, ΕΕ και Μνημονίων εποχής, εκείνης που δεν απεδείχθη αρκετή, και οδήγησε σε φούντο.
Τούτης της ανάπτυξης, της μετά ΔΝΤ, ΕΕ και Μνημονίων εποχής, της ακόμη πιο επιθετικής απέναντι στη φύση και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, την οποίαν επιζητούμε διακαώς, πολιτικώς καθυστερημένοι όντες, δήθεν για να σωθούμε από το φούντο της προηγούμενης, οι νεκροί της θα είμαστε σύντομα όλοι, μαζί με τα παιδιά μας φυσικά.

Ανέπαφες συναλλαγές

Προχθές που μπήκα σε ένα κατάστημα και είδα ένα μηχάνημα, “πώς” το λένε, που βάζεις την κάρτα σου μέσα και πατάς κουμπιά και πληρώνεις, έγραφε πάνω του: “Ανέπαφες Συναλλαγές”
Θυμήθηκα λοιπόν αυτά που έμαθα από την έρευνά μου για το “όλα για καλό”, ότι κατά την εποχή των λεπρών, τότε που βγαίνανε από το Λωβοκομείο της Χίου οι ασθενείς και πηγαίνανε στην πόλη να πουλήσουνε φυντάνια χιώτικου γιασεμιού, αφήνανε το γλαστράκι σε ένα πεζούλι, το έπαιρνε η νοικοκυρά, άφηνε αυτή με τη σειρά της το κέρμα στο πεζούλι, το έπαιρνε ο λεπρός. Ανέπαφες συναλλαγές τις λέγανε τότε κι αυτές. Προοδεύουμε.
Καλημέρα σας

Αδερφοφάδες Κυριακές

Παρόλο που περάσαμε όλη την ημέρα μας στο κτήμα στην Περαία, συζητώντας για εξοικονόμηση φυσικών πόρων, για συνεργατικά εγχειρήματα, για κινήματα αντίστασης στην ανάπτυξη της καταστροφής, για τέχνη και άλλα τέτοια στοιχεία μετακαταναλωτικής εποχής, επιστρέφοντας το βραδάκι ζήσαμε στο πετσί μας όλο το ντελίριο της καταναλωτικής Κυριακής χθες στη Θεσσαλονίκη. Η κίνηση περιπατητών και οχημάτων τρομακτική στο κέντρο. Ψώνια, φεστιβάλ, καφέ, ποτό, μποτιλιάρισμα, βόλτες. Έτσι, για να κυκλοφορούν τα κουπόνια του χρήματος μέσω μετρητών και καρτών, ζωντανή η πόλη, ωραία η ατμόσφαιρα, δεν λέω, αν δεν ήσουν κολλημένος σε κάποια ουρά.
Η μεγάλη δικαίωση του δντ και της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας πραγματικότητας. Η κατανάλωση βοηθά την οικονομία. Το απόλυτο δόγμα της αυτοχειρίας της ανθρωπότητας, που κατάφερε να πείσει τον εαυτό της ότι το να καταναλώνει τη σάρκα της, είναι πρόοδος, ανάπτυξη, πολιτισμός και ελπίδα. Μέσα σε λίγα χρόνια γίνανε όλα αυτά. Κάποτε, όχι πολύ παλιά, μιλούσαμε ακόμη για αποταμίευση και άλλα τέτοια ιδανικά του χρηματοοικονομικού συστήματος της εποχής εκείνης του ρομαντικού διπολισμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, εποχή που πάλι την κυβερνούσε όμως η απρονοησία για το οικοσύστημα, αφού ο ένας προσδοκούσε την καταστροφική ανάπτυξη στο όνομα των αγορών και ο άλλος δήθεν στο όνομα των λαών. Απεδείχθη ότι όλα τελικά ήταν ο ίδιος δρόμος. Έτσι έμεινε μόνος του ο ένας αδερφός, ο καπιταλισμός. Τον έφαγε τον άλλον, τον κατάπιε τον δίδυμό του και γίνανε μαζί το τέρας που λέγεται νεοφιλελευθερισμός. Ένα τέρας που καλπάζει τώρα ανεξέλεγκτο, ακόμη και τις Κυριακές, προς το τέλος του κι αυτό. Διότι θα μετεξελιχθεί σίγουρα σε κάτι άλλο προτού απομυζήσει τον πλανήτη εντελώς. Επειδή έχει προέλθει από αδελφοφάδες θα βγάλει οπωσδήποτε την τελική μορφή του τέρατος από μέσα του.
Είναι άλλωστε ολοφάνερο ότι ο νεοφιλελευθερισμός, που αποτελεί συνώνυμο της απρονοησίας, οδηγεί ολοταχώς και απολύτως στοχευμένα σε έναν υπαρκτό καπιταλιστικό νεοσοσιαλισμό, όπου τον ρόλο του κράτους-πατερούλη (θα) έχουν αναλάβει οι Αγορές, δηλαδή οι κάποιες λίγες πολυεθνικές που ροκανίζουν με την λεγόμενη ανάπτυξη και τον γιγαντισμό όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη, παρέχοντας κουπόνια ηλεκτρονικού χρήματος στους ομογενοποιημένους κατ’ εμφάνιση και συνείδηση καταναλωτές – εργάτες τους, ώστε αυτοί να τα ανταλλάσσουν μεταξύ τους μέσω των τραπεζών και να διαβιούν όλοι πανομοιότυπα και ήσυχα, φυλασσόμενοι, τον βίο τους σαν σε καθεστώς μιας νέας – παλαιάς κοπής.
Το παιχνίδι αυτής της μετάλλαξης των πολιτικών και των καθεστώτων, που είχαν και έχουν κοινό παρονομαστή την απομύζηση και μόλυνση του οικοσυστήματος με ολοένα και μεγαλύτερους ρυθμούς, θα λήξει ίσως με εξόντωση από κάποια απλή γρίπη των καταναλωτών ή με κανιβαλισμό μεταξύ τους όταν θα έχουν μείνει μόνοι τους ως είδος έμβιο επί της γης.
Λίγο πριν το τέλος μπορεί να προσπαθήσει να επανεκκινηθεί το σύστημα με πόλεμο, είναι όμως αδιέξοδος κι ο πόλεμος ως “λύση”, αφού έχει γίνει πλέον ορατό το τρομακτικό ενδεχόμενο της ολικής καταστροφής με τόσα υπερόπλα, και έτσι αντί επανεκκίνησης ο πόλεμος ίσως σημάνει λήξη. Γι’ αυτό τον αποφεύγουν ακόμη όλοι οι συστημικοί κυβερνήτες, όχι επειδή είναι εκ της φύσης τους πασιφιστές.

Πρωινό Κυριακής

Κάθε φορά που τελειώνουμε τις συναντήσεις μας στα λογοτεχνικά εργαστήρια εδώ στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι υπέροχα. Αυτό συνέβαινε και πέρσι στη Χίο, όπου συμβαίνει ακόμη, έστω και από μακριά. Η ειλικρινής διάθεση και η από καρδιάς συμμετοχή και επικοινωνία των μελών των ομάδων είναι για μένα τιμή και χαρά μεγάλη. Καθώς και το ότι όλη την εβδομάδα ζω μέσω της γραφής τους, ανάμεσα στα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.
Από το 1997, που ασχολούμαι αποκλειστικά με το γράψιμο, έρευνα, μελέτη, έκδοση περιοδικού στην αρχή και κατόπιν με τη λογοτεχνία, έχουν περάσει ακριβώς 20 χρόνια. Από αυτά, τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής μου τα πέρασα απομονωμένος σχεδόν μέσα σε μια βιβλιοθήκη και σε ένα κτήμα, αφοσιωμένος σε ιδέες και ιδεολογήματα, σε αλήθειες κάθε φορά καινούριες, που πάντα πίστευα μοναδικές, στον εαυτό μου και στον δικό μου τον θεό που έψαχνα για να τον βρω μέσα μου αλλά και γύρω. Έγραφα όμως λογοτεχνία μπας και θεραπευτώ, και αγαπήσω τους ανθρώπους και εμένα τον ίδιο στο τέλος.
Από πέρσι λοιπόν, με αφορμή έναν κύκλο προσωπικό που έκλεισε, αλλά και μια φευγαλέα όμορφη ψυχή που ήρθε κοντά μου και μου έδειξε με τον τρόπο της απ’ την αρχή τον κόσμο των ανθρώπων και το μέσα μου, βγήκα πάλι δειλά – δειλά αλλά αποφασιστικά στην κοινωνία, σαν τον Κωσταντή στο Ήλιος με δόντια που βγήκε από το Φρούριο, και άρχισα να νιώθω την ευτυχία που περικλείει το γενναιόδωρο δόσιμο, η ειλικρινής ανθρώπινη επαφή και το περίσσευμα ψυχής, θυμήθηκα δε ξανά και τα λόγια ενός παλαιού φίλου μου, πρώην μοναχού και ασκητή, ο οποίος είχε κάνει και αυτός 15 χρόνια απομόνωση στο μοναστήρι και στο βουνό, αλλά επανήλθε στα εγκόσμια λίγο προτού αναχωρήσω τότε εγώ, τον είχα δει σε ένα μπαρ μια νύχτα και κλάψαμε μαζί αγκαλιά, αυτός για τη χαμένη του ζωή ως την επάνοδό του κι εγώ για την αναχώρησή μου που ήταν πια αναπόφευκτη και είχε αρχίσει ήδη, παρόλο που τον άκουσα, δεν μπόρεσα να κάνω πίσω πια και έγινα ουσιαστικά καλόγερος κι εγώ στης κοινωνίας την άκρη.
Θυμήθηκα λοιπόν τώρα ξανά τα λόγια του, τα οποία έβαλα φυσικά και στο στόμα του ήρωά μου, του Μιχάλη, στο πιο θεραπευτικό για μένα βιβλίο μου, το Όλα για καλό, αυτό που νομίζω ότι με έγειανε πραγματικά, μαζί με την ψυχή που πέρασε από δίπλα μου και μου το ενέπνευσε και της το έχω αφιερωμένο στα κρυφά.
Τα είδα σήμερα πάλι τα λόγια αυτά, να τα αναπαράγει μια αναγνώστρια στην απόκρισή της για το βιβλίο αυτό. Έγραψε λοιπόν ανάμεσα στα άλλα:
“Το γνωστό αγαπημένο στυλ του Μακριδάκη…. Ξεχωρίζει η φράση: Δεκαπέντε χρόνια έψαχνα τον τρόπο να επικοινωνήσω με τον Θεό, αλλά τελικα κατάλαβα ότι το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός.”