Έκτακτη επίσκεψη

Ο Γιάννης Μακριδάκης στο βιβλιοπωλείο της Εστίας!
Αυτό το ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΜΑΪΟΥ ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης θα βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (ΔΙΔΟΤΟΥ 19 και ΔΕΛΦΩΝ) από τις 11 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα για να μιλήσει με το κοινό και να υπογράψει βιβλία.

Όμορφα ταξίδια.

Γιάννη, καλημέρα από το Όουλου της Φιλανδίας.

Πριν λίγες μέρες έφτασε το βιβλίο σου εδώ και σου στέλνω κάποιες
φωτογραφίες.

Να είσαι καλά,

Γ.

 

 

Επίσης έλαβα ειδήσεις από άλλον αναγνώστη, ναυτικό, ότι το βιβλίο είναι μέσα στο βαπόρι στην Κορέα και περιμένουν σειρά να το διαβάσουν όλο το πλήρωμα!  …

Όμορφα ταξίδια

Προστασία υδροβιότοπου χειμάρρου Μαλαγκιώτη

Στην παραλία Λιγαρωπή (κατά κόσμον Μαγεμένα) της Βολισσού εκβάλει ο μεγαλύτερος σε μήκος χείμαρρος της Χίου, ο γνωστός Μαλαγκιώτης που πηγάζει από το Πελινναίο Όρος και στην διαδρομή του ποτίζει φυτά, ζώα και πετεινά, στην δε έξοδό του προς τη θάλασσα δημιουργεί έναν εξαιρετικής σημασίας και κάλλους υδροβιότοπο με καλαμιές και νεροπούλια.

Αυτό λοιπόν το τοπίο, το οποίο σε άλλα μέρη οι άνθρωποι προστατεύουν, φωτογραφίζουν και διαφημίζουν, όντες περήφανοι για την ομορφιά του τόπου τους, εμείς εδώ στην Βολισσό το θεωρούμε βάσανο και κάθε χρόνο μεταφέρουμε με μπουλντόζες και φορτηγά τόνους μπάζων και βράχων για να το αποξηράνουμε και να το μπαζώσουμε, ώστε να μπορούν να περνούν συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν μάλλον την εντύπωση ότι είναι οι ίδιοι υπεράνω της φύσης και θέλουν να πηγαίνουν στους μπαξέδες τους και στα εξοχικά τους περνώντας από την παραλία και από τον ποταμό, αντί να πάνε από τους υφιστάμενους δρόμους.
Σημειωτέον ότι επί σειρά ετών λειτουργούσε στην περιοχή του υδροβιότοπου και “επιχείρηση” θερινής “διασκέδασης”, την οποίαν σφράγισε ως μη νόμιμη ο Δήμος Χίου μόλις το περασμένο καλοκαίρι, με ό,τι συνεπαγόταν η λειτουργία της για την επιβάρυνση του τοπίου όλα αυτά τα χρόνια. Τα απομεινάρια της εν λόγω “επιχείρησης” είναι ακόμη σκορπισμένα ως σκουπίδια πλέον στην παραλία. Ρόδες, τσιμεντένιες βάσεις ομπρελών, σωλήνες χωμένες στα βότσαλα να εξέχουν επικίνδυνα και διάφορα άλλα απορρίμματα συνθέτουν το σκηνικό της αδιαφορίας μας για την περιοχή.
Στις φωτογραφίες που παραθέτω, επέλεξα να μην δείξω αυτά τα απομεινάρια που κυριαρχούν στο τοπίο, το βρομίζουν και το καθιστούν επικίνδυνο και απωθητικό αλλά μόνον τον υδροβιότοπο στην εκβολή του Μαλαγκιώτη κατά την 18η Μαίου 2016, καθώς και την επί τόπου δράση ενημέρωσης για τον σεβασμό των φυσικών πόρων, που κάναμε με τα παιδιά της Ε΄ και Στ’ τάξης της 3ου Δημοτικού σχολείου Βροντάδου, τα οποία επισκέφθηκαν την περιοχή μαζί με τους δασκάλους τους εκείνη την ημέρα.
Λόγω του ότι πάλι έρχεται καλοκαίρι και πάλι άρχισαν να ακούγονται στην Βολισσό οι γνωστές συγκεκριμένες φωνές που θέλουν τον υδροβιότοπο μπαζωμένο και τον χείμαρρο να μετατρέπεται σε δρόμο αποκλειστικά για την ιδιωτική εξυπηρέτησή τους και μόνον, υπενθυμίζω στην Δημοτική Αρχή με αυτό το μικρό κείμενο την ύπαρξη του εν λόγω μόνιμου κατ’ έτος προβλήματος που υφίσταται στην περιοχή και ζητώ από τον Δήμαρχο Μανώλη Βουρνού να μεριμνήσει επιτέλους προσωπικά και έγκαιρα για την τελική επίλυση της χρονίζουσας αυτής υπόθεσης, με γνώμονα την προστασία του υδροβιότοπου.

Το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης (ΒΗΜΑ 15/5/16)

Δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή 

Γιάννης Μακριδάκης
Η πρώτη φλέβα.
Νουβέλα
Εκδόσεις Εστία,
σελ. 128, τιμή 12 ευρώ
Ενας άντρας και μια γυναίκα: δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή ο οποίος θα εντάξει εν συνεχεία τις αφηγήσεις τους σ’ ένα ενιαίο κείμενο με εναλλασσόμενη διάταξη. Οι ομιλητές δεν έχουν επιλεγεί τυχαία. Εζησαν, μεγάλωσαν και άσκησαν το επάγγελμά τους την ίδια εποχή, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960 και τερματίζοντας τη δράση τους περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, γνώρισαν έναν άπειρο αριθμό ανθρώπων και ταξίδεψαν σε πλήθος τόπους: ο άντρας βρέθηκε λόγω της ναυτοσύνης του στα πέρατα του κόσμου αλλά λάτρεψε τη Βραζιλία και την Ιαπωνία, η γυναίκα δεν άφησε μέρος στην Ελλάδα που να μην επισκεφθεί (η δόξα της πάντως έφτασε μέχρι το Παρίσι) αλλά ρίζωσε για το μεγαλύτερο διάστημα του επαγγελματικού της βίου στην Κρήτη.
Κανένας από τους δυο δεν πρόλαβε ή δεν επέτρεψε στον εαυτό του να πλήξει με τη δουλειά: ο άντρας δεν βαρέθηκε ποτέ τα καράβια, η γυναίκα δεν βαρέθηκε ποτέ να δέχεται αρσενικούς επί πληρωμή στο σπίτι της, πολλώ δε μάλλον που δεν ανέχθηκε πάτρωνα και υπήρξε πάντοτε αυτεξούσια. Και να αίφνης το σημείο τομής των δύο αφηγήσεων που διαπλέκει ο Γιάννης Μακριδάκης στο καινούργιο βιβλίο του: ο άντρας δεν εννοεί να σταματήσει να δοκιμάζει πόρνες από λιμάνι σε λιμάνι, νιώθοντας την ίδια ένταση σε κάθε νέα συνάντηση, η γυναίκα δεν εννοεί να σταματήσει να αλλάζει αρραβωνιαστικούς όσο πέφτει επαγγελματικά στο κρεβάτι. Αμφότεροι δεν εννοούν ούτε μία στιγμή να αποβάλουν το πνεύμα της διαρκούς περιπλάνησης, και δεν θα στεριώσουν ό,τι κι αν συμβεί πουθενά: ο άντρας θα προχωρήσει σ’ έναν αποτυχημένο γάμο μόνο μετά την επαγγελματική του αποστράτευση, η γυναίκα θα τρέξει μακριά από όλους τους αρραβώνες της για να ζήσει στο τέλος μόνο με την πληρότητα της μοναξιάς της.
Ο Μακριδάκης δεν είναι άσχετος με τη χρήση του ντοκουμέντου (θυμίζω το βιβλίο τουΣυρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι: Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή) και ξέρει τη δύναμη που πηγάζει από τον λόγο της μαρτυρίας - ακόμα περισσότερο που εδώ δεν έχει ιστοριογραφικούς περιορισμούς και διαθέτει κάποια (δεν ξέρω πόση ακριβώς) μυθοπλαστική ευχέρεια μαζί με μια μεγάλη (αυτή είναι ολοφάνερη) σκηνοθετική άνεση.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νουβέλας του, η οποία έχει χρονικό ανάπτυγμα μυθιστορήματος, δεν είναι η ίδια η μαρτυρία (αν πρόκειται εν τέλει περί μαρτυρίας) αλλά οι χαρακτήρες των δύο ομιλητών: αταλάντευτα μοναχικοί, έξω από κάθε σκιά και μιζέρια, έτοιμοι να αντλήσουν και τον παραμικρό ζωικό χυμό, θα ζωγραφίσουν με τα πιο ζωηρά χρώματα την καθημερινότητά τους (μια καθημερινότητα σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης) χωρίς να σπαταλήσουν ούτε μία στάλα από όσα γενναία τους προσφέρθηκαν.
Κι ας σημειωθεί ότι ο Μακριδάκης δουλεύει ωραία και με τη γλώσσα των προσώπων του: με κάποια ίχνη από την επαγγελματική ή την κοινωνική τους αργκό, με την αταξία και το χαλαρό ύφος που επιβάλλει η προφορικότητα, με τις μικρές μεταπτώσεις ή αναστολές που απαιτεί το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης καθώς και με το φίλτρο του λελογισμένου αισθήματος στο οποίο εκ των πραγμάτων καταφεύγει όποιος έχει μετρήσει κατά πώς ήθελε τα χρόνια του.

Αμφισβητώντας τον μικροαστισμό

 

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων //

 

 

 «Η πρώτη φλέβα», Γιάννης Μακριδάκης, Νουβέλα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Από όσο γνωρίζω το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, είναι ένα έργο που ιδιαίτερα βασίζεται, μα και προβάλει, στοιχεία λαϊκού πολιτισμού και τρόπου ζωής και σκέψεων απλών ανθρώπων.

Άλλωστε σημαντικό τμήμα του συγγραφικού έργου του συγκεκριμένου συγγραφέα έχει να κάνει και με έρευνα λαογραφικού υλικού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και τούτου του βιβλίου. «Πρώτη φλόγα» που θα μπορούσε να σημαίνει πρώτη καταγραφή για να αναπτυχθεί (στο μέλλον;) όλο το υλικό που προσφέρεται μέσα από τις δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις –ενός ηλικιωμένου ναυτικού και μιας επίσης ηλικιωμένης πόρνης.

Και οι δυο ΄έδρασαν’ μέσα στην εικοσαετία 1960 – 1980 και οι αφηγήσεις τους έχουν ως κεντρικό τους άξονα τον πληρωμένο έρωτα.

Ο ναυτικός περιγράφει τις διάφορες εκδιδόμενες γυναίκες που γνώρισε στα λιμάνια του κόσμου –από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία- μα παράλληλα φωτίζει και τη ζωή των ναυτικών (κάποιων έστω) κατά τη διάρκεια υπερπόντιων ταξιδιών.

Η πόρνη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των ‘σπιτιών’ εκείνης της εποχής, στους πελάτες και γενικά στον κοινωνικό της περίγυρο.

Και οι δυο, τώρα που αφηγούνται το παρελθόν τους, ζούνε μόνοι –ή δεν θέλησαν ή απέτυχαν να φτιάξουν σχέσεις ουσίας και να στήσουν οικογένειες.

Και οι δυο δείχνουν πως ότι ζήσανε και ότι κάνανε υπήρξε μια συνειδητή τους επιλογή κι έτσι θα μπορούσε όλη η νουβέλα να αναγνωστεί και ως ένα ντοκουμέντο αμφισβήτησης της κυρίαρχης μικροαστικής άποψης που εδραιωνότανε εκείνη την εικοσαετία.

Η δομή το έργου αφήνει τμήματα της μιας αφήγησης να εισέρχονται σε τμήματα της άλλης, αλλά στην ουσία η καθεμιά τους υπάρχει ανεξάρτητα και αν κάτι της συνδέει είναι αυτό που πιο πάνω παρατήρησα –η αμφισβήτηση του μικροαστισμού.

Πέρα από αυτό –με την όποια αξία μπορεί να έχει ως αρχειακό υλικό- η νουβέλα αξίζει να διαβαστεί και ως επίτευγμα γλωσσικής ενσάρκωσης προφορικού λόγου δυο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Δεν μπορώ να γνωρίζω (μήτε και ο συγγραφέας προσφέρει αυτή τη πληροφορία) αν οι δυο μονόλογοι στηρίζονται σε αυθεντικές μαρτυρίες, αλλά ακόμα κι αυτό να έχει συμβεί, σε τίποτε δε μειώνεται η ικανότητα του Μακριδάκη να ‘μιμείται’ τη γλώσσα ανθρώπων που στην ουσία έζησαν στο περιθώριο της κεντρικής αστικής νοοτροπίας.

Πέρα, όμως, από αυτό ας μου επιτραπεί να εκφράσω μια απορία.

Γιατί ένας συγγραφέας που όχι μόνο με τα λογοτεχνικά κείμενά του, αλλά και με πολλαπλές άλλες συγγραφικές προτάσεις του παίρνει θέση σε ζητήματα οικολογίας και μιας πλατιάς αντίληψης πολιτικής συνείδησης, στρέφεται στη συγκεκριμένη εποχή που ζούμε όχι στα άμεσα και καίρια και καυτά ζητήματα που απασχολούν το τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στην αναπαράσταση του τρόπου σκέψης ανθρώπων που ίσως πλέον όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως φορείς ιδεολογίας να μην υπάρχουν;

Να μην υπάρχουν; Μήπως όμως η αντισυμβατικότητά τους να είναι μια πρόταση διεξόδου στο αδιέξοδό μας;

Δεν έχω πειστεί. Παρόλα αυτά … Αναρωτιέμαι.

Απάντηση απορίας

Αγαπητέ Μάνο η απάντηση στο ερώτημά σου δίνεται στις νουβέλες της εποχής της κρίσης (Λαγού μαλλί, Το ζουμί του πετεινού, Του Θεού το μάτι) με αποκορύφωμα στο Αντί Στεφάνου

Με εκτίμηση

ΓΜ

Πηγή

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (http://dreamersandco.com)

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ, ΤΟΥ ΓΙΆΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΆΚΗ (ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕΣΤΊΑ, 2009) ΉΤΑΝ ΈΝΑ ΑΠΌ ΤΑ ΒΙΒΛΊΑ ΠΟΥ ΕΊΧΑ ΚΑΙΡΌ ΣΤΙΣ ΛΊΣΤΕΣ ΜΟΥ ΑΛΛΆ ΣΥΧΝΆ ΚΆΤΙ ΓΙΝΌΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΆΦΗΝΑ. ΉΡΘΕ ΌΜΩΣ Η ΚΑΤΆΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΉ, ΤΟ ΔΙΆΒΑΣΑ ΚΑΙ ΚΑΤΆΦΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΛΑΎΣΩ. ΈΝΑ ΒΙΒΛΊΟ ΠΟΥ ΕΚΦΡΆΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΤΡΌΠΟ ΤΟΝ ΦΌΒΟ ΤΗΣ ΑΠΏΛΕΙΑΣ, ΤΟ ΦΌΒΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΆ ΑΛΛΆ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΊΣΤΗ ΣΕ ΚΆΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Τον Βάφτισαν Βικέντιο, μα γρήγορα αποδείχθηκε πως η καλογερική ήταν βαριά κι αυτός ανήψητος.

Ο Βικέντιος, ένας άνθρωπος μακριά από τις προκαταλήψεις που μπορεί να έχουμε για τις θρησκείες και τον κόσμο του κλήρου. Ένας άνθρωπος που μου έβγαλε απίστευτη ανθρωπιά και ζεστασιά, ζει σε ένα απομονωμένο μοναστήρι της Χίου παρέα με τη σκυλίτσα του τη Σίσσυ. Η επικείμενη γέννα της θα φέρει όμως μεγάλες αλλαγές και στη ζωή του. Ο απρόσμενος χαμός του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου θα γίνει τη ημέρα που η Σίσσυ θα γεννήσει τρία κουταβάκια μετά από μια πολύ δύσκολη γέννα που μάλιστα θα της στοιχίσει τη ζωή.

Δεν ήτανε γραφτό σου να τη δεις την άνοιξη που έρχεται ολοταχώς, μικρή μου, δεν ήτανε γραφτό μας να πορευτούμε άλλο μαζί σε τούτο τον κόσμο. Πάλι μονάχος μου θα μείνω εδώ, στο βράχο ετούτο, σε ποιόνε να μιλήσω και σε ποιόνε να τα πω τα βάσανα της μοίρας μου;

Και εδώ είναι που ο Γιάννης Μακριδάκης παίρνει αφορμή από τον θάνατο της σκυλίτσας και του Αρχιεπίσκοπου και παραλληλίζει τα δύο γεγονότα με τη ζωή του Βικέντιου. Ο αναγνώστης βιώνει με τον πιο δυνατό τρόπο την προσπάθειά του Βικέντιου να κρατήσει στη ζωή τα μικρά κουταβάκια της Σίσσυ, γιατί ξέρει πως αν δεν κρατήσει έστω και ένα από αυτά στη ζωή, θα οδηγηθεί και ο ίδιος στο θάνατο.

Ο χαμός της σκυλίτσας όμως θα του στοιχίσει περισσότερο από αυτόν του Αρχιεπισκόπου, καθώς βιώνει την απώλεια αυτή σαν να ήταν ανθρώπινη. Αυτό που αισθάνεται είναι τόσο έντονο που καθυστερεί να κατεβάσει τη σημαία της εκκλησίας μέχρι να τη θάψει στην αυλή:

Δε μου λες, παπά, πότε περιμένεις να κατεβάσεις τη σημαία, ο Αρχιεπίσκοπος πέθανε, δεν το μαθες εσύ ακόμα;

Θα ‘ρθει κανένας χριστιανός, μέρα που είναι, να προσευχηθεί για την ψυχή του Αρχιεπίσκοπου και είναι ντροπή έτσι που την έχεις γιορτερή.

Η προσπάθεια του για να αντέξει στη ζωή έστω και ένα από τα τρία κουταβάκια, θα τον οδηγήσει σε τέτοιο σημείο που το πώς θα κάνει τη λειτουργία είναι δευτερεύουσας σημασίας, αρκεί στη δεξιά τσέπη του ράσου να τα έχει συνέχεια κοντά του, συνέχεια υπό την εποπτεία του, συνέχεια πάνω του.

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Πήρε τα κουτάβια από την κουβέρτα και τα ‘χωσε και τα δύο στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Αυτό που με ενθουσίασε στο βιβλίο είναι ταδιαφορετικά επίπεδα πένθους που το χαρακτήριζαν, αλλά και το πως διαφοροποίησε το προσωπικό από το συλλογικό πένθος· υπό μια έννοια ο Βικέντιος είχε αφήσει να εννοείται το προσωπικό του ως συλλογικό πένθος.

Οι χαρές δεν ταιριάζουνε στους καλόγερους.

Η δεξιά τσέπη του ράσου, μάς δίνει μια άλλη προσέγγιση στο θέμα του θανάτου αλλά και στον πόνο που αυτός προκαλεί, παράλληλα όμως μας δείχνει και την άλλη όψη του νομίσματος, που είναι η ζωή και η προσπάθεια για να την διεκδικήσουμε, όπως ακριβώς κάνει και ο Βικέντιος, στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Πηγή

Η ΔΕΞΙΆ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΡΆΣΟΥ (anagnostria.blogspot)

Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2010

Διερωτώμαι γιατί άργησα τόσο να ανακαλύψω αυτό το εξαιρετικό, μικρό βιβλίο (νουβέλα κατά τους εκδότες), ούτε θυμάμαι τώρα σε ποιο blog ή άλλη δημοσίευση το εντόπισα, για να ευχαριστήσω αυτόν που με την παρουσίασή του μ’ έκανε να το αναζητήσω.
Το βιβλίο με αιχμαλώτισε από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη αράδα που καρφώνεται στη σκέψη όπως περίφημες, εναρκτήριες φράσεις από γνωστά έργα (“Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς”-Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους”-Άννα Καρένινα κ.λπ.).
Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σαν θρεμμένα ποντικάκια“. Δεν μπορείς να μην συνεχίσεις μετά από μια τέτοια φράση, μετά από μια τέτοια αντίθεση. Μια αντίθεση που θα κρατήσει σ’ όλο το βιβλίο, που χωρίς να περιγράφεται, χωρίς να αναλύεται, απλώς σου υποβάλλεται μέσα από τις εικόνες και την εξέλιξη της ιστορίας.
Βρισκόμαστε σ’ ένα μικρομονάστηρο, στην Παναγιά τ’ Ακρωτηριού, χτισμένο πάνω σ’ ένα απόκρημνο βράχο, πάνω από τη θάλασσα, σ’ ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Όμως τόσο η τοποθεσία όσο και η καταγωγή του συγγραφέα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Χίο. Σ’ αυτό το απομονωμένο και ρημαγμένο απ’ τον χρόνο μοναστήρι ζει ο Βικέντιος, ο μόνος από τους μοναχούς που έχει απομείνει. Εξακολουθεί να τελεί τα μοναστικά του καθήκοντα, τις προσευχές, τις λειτουργίες, τις νηστείες, φροντίζει τα ζωντανά του μοναστηριού (μου άρεσε το “όρνιθες” που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην Κύπρο αντί του “κότες”), δέχεται πότε-πότε κόσμο που έρχεται να επισκεφθεί το μοναστήρι, αλλά η μοναξιά, ακόμα και για έναν καλόγερο, είναι αφόρητη. Αυτή τη μοναξιά έρχεται να συντροφέψει μια σκυλίτσα που του χάρισαν και που την ονόμασε Σίσσυ. Πόση τρυφερότητα και πόση αγνότητα κρύβει ο μοναδικός ερωτικός υπαινιγμός ότι το όνομα αυτό το είχε ένα κορίτσι που του άρεσε στα δεκαπέντε του χρόνια-δεκαεφτά χρονών μπήκε στο μοναστήρι! Η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο Βικέντιος με αγωνία παρακολουθεί τον επώδυνο τοκετό, μετά από τον οποίο η Σίσσυ πεθαίνει, το ίδιο βράδυ που από το ραδιόφωνο ο Βικέντιος ακούει ότι πέθανε και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η σελίδα (σ. 28) στην οποία αφενός ο εκφωνητής αναγγέλλει την άφιξη των επισήμων στο σπίτι του αποβιώσαντος Χριστόδουλου, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος ετοιμάζονται να κάνουν δηλώσεις και από την άλλη τα ειλικρινή δάκρυα και η σπαρακτική κραυγή του Βικέντιου καθώς αντικρίζει νεκρή τη σκυλίτσα, είναι από τις πιο ωραίες σελίδες που έχω διαβάσει εδώ και καιρό. Λίγο αργότερα κι ενώ αρχίζουν οι καυγάδες και οι ίντριγκες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου, ο Βικέντιος βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του και κουβαλάει μαζί του τα κουτάβια, αγωνιζόμενος να τα κρατήσει ζεστά και ζωντανά, ταΐζοντάς τα με σύριγγα. Τελικά θα κατορθώσει να σώσει μόνο το ένα.
Ο χαρακτήρας του μοναχού, απλός, αγαθός, γνήσια πιστός, η γλώσσα του Μακριδάκη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, το  τοπίο του μοναστηριού που θυμίζει τόσα ερημικά, ελληνικά ξωκλήσια, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτέχνημα. Νομίζω δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός γι’ αυτό το ευσύνοπτο βιβλίο από την καταληκτήρια φράση του: “Όμορφα πράγματα”.

Ρήγμα σιωπής

Η σιωπή μου όλον αυτό τον καιρό και όσον ακόμη θα ακολουθήσει είναι άκρως πολιτική, όπως ακριβώς και η αρθρογραφία και η λογοτεχνία μου. Διανύουμε εποχή ματαίωσης και απαξίωσης των πάντων, εποχή που όποιος έβλεπε καθαρά μπορούσε να την προβλέψει, όπως και τα όσα τραγικά έρχονται. Δεν έχω να πω τίποτε παραπάνω από όσα έχω πει από αυτό το ταπεινό βήμα και από κάποια άλλα εξίσου ταπεινά βήματα κατά τα τελευταία χρόνια, δεν έχω ούτε καν κουράγιο να αρθρώσω λέξη και να την ξανοίξω στη ματαιότητα, γι’ αυτό σιωπώ και αναμένω στωικά τη συνέχεια της χαώδους αλληλεπίδρασης όλων μας, φυσικών και καταναλωτικών πλασμάτων.

Δημοσιεύω όμως σήμερα, ως ρήγμα σιωπής, (με την άδεια των αποστολέων του) ένα υπέροχο συγκινητικό γράμμα που έλαβα και που με κάνει να νιώθω ότι τουλάχιστον κάτι έμεινε, τουλάχιστον κάτι έγινε. Τουλάχιστον νιώσαμε, ριγήσαμε, πονέσαμε, χαρήκαμε, γελάσαμε, ερωτευτήκαμε, γίναμε άνθρωποι και κάτι αφήσαμε πίσω μας καλό για να το βρουν οι άλλοι, όσοι είναι ανοιχτοί να νιώσουνε κι αυτοί.

Αξιότιμε κύριε Μακριδάκη ,

Είμαστε δυο μαθητές της Α τάξης Γυμνασίου στο Ηράκλειο Κρήτης,
μαθητές του τμήματος ένταξης για τυφλά παιδια .


Στο μάθημα Κινητικότητας η εκπαιδεύτρια μας Χαρά Κλινακη μας διάβαζε το βιβλίο σας ” η δεξιά τσέπη του ράσου ” ένα βιβλίο που αγαπούσε πολύ  και ήθελε να το διαβάσει και για μας. Ετσι κάθε εβδομάδα περιμέναμε να ακούσουμε τη συνέχεια της ιστορίας του Βικεντιου . Θέλουμε να σας πουμε δυό λόγια για τον πρωταγωνιστη του: Ο Βικεντιος είχε ωραίο χαρακτήρα και ηταν καλόψυχος και καλόκαρδος και πολυ μας άρεσε! Αντίθετα ο Μάρκος ηταν σκληρός και απότομος και κόντεψε να πετάξει τη Σισυ στη θάλασσα! Πολυ χαρήκαμε που την πρόλαβε ο Βικεντιος και την έθαψε με αγάπη και την ευλόγησε! Ηταν πολυ ωραία ιστορία και σας ευχαριστούμε που το γράψατε! Μας άρεσε πολυ η φραση ” τρελΑθηκες παπά; Το καγκουρό κανεις;
Με εκτίμηση
Γιώργος Δασκαλακης
Κων/νος Εφραίμ Τσαγγατακης
Μία ( αυτονήτη ίσως) διευκρίνηση¨:
Το mail αυτό ,μου το εκφώνησαν τα παιδια και μου ζητησαν να σας στο στείλω.Hτανε  μια ξεχωριστη εμπειρία  για τα παιδιά ,σιγά ,σιγά να περιμένουν και να αγωνιουν για την εκβαση της ιστορίας  αλλα και για μενα ,να μοιραζομαστε μαζι αυτή την διαδικασία  καθώς και οτι γιατι είναι για μένα  ενα αγαπημένο  βιβλιο που χαρακτηρίζει και  ( με)  φέρνει μέσα  μου (σ)τον τόπο των παιδικών  μου μνημών και σας ευχαριστώ και εγω για αυτή την πολύτιμη μεταφορά και  ”φύλαξη”.
Με εκτίμηση
Χαρά Κ.

Panama papers!

Κατά φωνή, που λένε και εδώ στο χωριό. Μόλις κυκλοφορεί η Πρώτη Φλέβα, να σου και ο Παναμάς στην καυτή διεθνή επικαιρότητα των οικονομικών σκανδάλων. Αυτό θα πει να είσαι μέσα στα πράγματα!

Πάρτε μια γεύση από έναν άλλον Πάναμα και Παναμά, αυτόν που έζησαν ο Γιώργης και η Λόλα, οι ήρωές μου στην Πρώτη Φλέβα που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις της Εστίας

Ο Γιώργης:

“…Το ’πιασα το βαπόρι στον Πάναμα· ήμαστε τέσσερα άτομα γι’ αυτό το βαπόρι, αλλά φτάσαμε πιο νωρίς και το περιμέναμε εκεί τέσσερις πέντε μέρες. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο για τους ναυτικούς που ήτανε κοντά στη διώρυγα και πηγαίναμε κάθε μέρα και βλέπαμε τα βαπόρια που περνούσανε. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εκεί. Είναι πολύ εντυπωσιακό, έτσι όπως το βλέπεις το βαπόρι και ανεβαίνει την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη λεκάνη, και βλέπεις και τη θάλασσα από κάτω· φαίνεται. Είσαι απάνω στο βουνό ανεβασμένος. Μπαίνει το βαπόρι μέσα στη δεξαμενή, κλείνει η πόρτα από πίσω, γεμίζει νερό από κάτω και ανεβαίνει το βαπόρι. Σε δέκα λεπτά έχει γεμίσει η δεξαμενή· μια στέρνα τεράστια είναι και ανοίγει η μπροστινή πόρτα και μπαίνει στην άλλη δεξαμενή το βαπόρι. Κλείνει η πόρτα η δεύτερη, ανεβαίνει η άλλη δεξαμενή. Και για να μη χτυπιέται το βαπόρι, το βαστάνε από τις δυο πάντες κάτι τρενάκια οδοντωτά και ανεβαίνουνε κι αυτά μαζί του το βουνό. Μετά μπαίνει το βαπόρι στη λίμνη μέσα. Προχωράει στις λίμνες. Τώρα σου λέω από τον Ειρηνικό στον Ατλαντικό όπως πάμε. Άμα φτάσεις στον Ατλαντικό, κατεβαίνεις. Μπαίνει στη δεξαμενή, χαμηλώνει η δεξαμενή, έρχεται στα ίσια με την άλλη, χαμηλώνει η άλλη, χαμηλώνει η άλλη, βγαίνεις όξω, φεύγεις. Το πρώτο μπάρκο μου ήτανε αυτό. Το πιο εντυπωσιακό. Πέρασα τον Πάναμα”.

Η Λόλα:

Και εβδομήντα πελάτες τη μέρα μπορεί να είχα. Δουλειά είναι, μπορείς να πεις όχι; Τι να ’κανα; Να γκρίνιαζα, αντί να ’λεγα κι ευχαριστώ που με προτιμούσανε οι άνθρωποι; Σάμπως έκανα και τίποτα σπουδαίο; Αφού δεν ήμουνα εκεί καν. Εγώ, σου λέω, ταξίδευα. Το σώμα μου ήταν εκεί αλλά το μυαλό και η ψυχή μου ήτανε αλλού. Σε άλλα μέρη ταξίδευα, όχι σε ανθρώπους. Άμα ταξίδευες σε έναν άνθρωπο που σου άρεσε, δεν έκανες τίποτα. Θα παραμυθιαζόσουνα ότι είναι αυτός ο άνθρωπος από πάνω σου. Ξέρεις τι ταξίδια είχα κάνει εγώ; Σε πόσα μέρη πήγα; Μέχρι τον Αμαζόνιο είχα φτάσει. Τι Ιαπωνία, τι Κίνα, τι στο Σινικό Τείχος πατούσα πάνω και ανέβαινα, τι στη διώρυγα του Παναμά έβλεπα τα βαπόρια που περνούσανε. Όποια μέρη έβλεπα σε φωτογραφίες στα περιοδικά, τα ’παιρνα βόλτα ύστερα με το μυαλό μου την ώρα της δουλειάς. Αγκομαχούσανε εκείνοι από πάνω μου, αλλά εγώ έλειπα από κει· μου λέγανε και λόγια διάφορα, αλλά εγώ τι να τους πω. Ναι, ναι, τους έλεγα και μέτραγα από μέσα μου αστέρια και φεγγάρια.