Πρόσκληση

Featured

Ελάτε να κουβεντιάσουμε στην Περαία Θεσσαλονίκης στο κτήμα φυσικής καλλιέργειας του Χρήστου και της Ναυσικάς τηλ.23920-23124 με θέμᨔη ζωή χωρίς κάγκελα”(αποανάπτυξη, φυσική καλλιέργεια,οικοκοινότητες,αυτοδιαχείριση συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία κ.α.)

Με τη συμμετοχή του Γιάννη Μακριδάκη, φυσικού καλλιεργητή – συγγραφέα.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου από 12 το μεσημέρι με φαγητό, μουσική, τραγούδι και χορό και περιήγηση στο χωράφι.

Το ρεπορτάζ από τη Λέσχη Ανάγνωσης 40 Εκκλησιών

Ευχαριστώ την Αθηνά Παπανικολάου για την εισήγηση, τα μέλη της Λέσχης και την υπάλληλο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης για την φροντίδα της βραδιάς.
Athina Papanikolaou
16 Οκτωβρίου στις 12:12 π.μ. ·
Το πατάρι της μικρής δημοτικής μας βιβλιοθήκης στις 40 Εκκλησιές γέμισε απόψε στην συζήτηση με τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη.Απολαύσαμε τον χειμαρώδη λόγο του ,το πηγαίο.χιούμορ , την απλότητα του, την εμφανή του αγάπη στον άνθρωπο και τα δημιουργήματα του.Ουμανιστική και πολιτική με την πλατύτερη έννοια η γραφή του, έδωσε έναυσμα για μια νέα αρχή στη νεοελληνική ηθογραφία.
.Χωρίς ίχνος έπαρσης ,όπως ταιριάζει στους αληθινούς λογοτέχνες ,εξήγησε τις πηγές του συγγραφικού του έργου και φώτισε πλευρές του.Η Χίος ευτύχησε να έχει έναν σοβαρό ερευνητή της ιστορίας της που μετουσίωσε το υλικό της σε σπουδαίο και ελπιδοφόρο λογοτεχνικό έργο .Εμείς τυχεροί που τον γνωρίσαμε και τον ακούσαμε γιατί καθώς είπε και ο ίδιος οι λογοτέχνες δεν είναι μόνο νεκροί.

Ο ποιητής κι ο ναυαγός εαυτός μας

Στην πλατεία του ποιητή κείται κάθε πρωί το ναυάγιο της απαξιωμένης μας ζωής. Το προσπερνούμε όλοι μας, μελλούμενα ναυάγια κι εμείς το δίχως άλλο, όσο απόφαση δεν κάνουμε ν’ αλλάξουμε ανεπαίσθητα τη ρότα ο καθένας μας. Ούτε την καθημερινή και να τον προσεγγίσουμε ανθρώπινα τον άνθρωπο, ούτε όμως ταυτόχρονα και της ζωής μας όλης, ώστε να αποδομήσουμε σιγά – σιγά και να τον ξαναστήσουμε αλλιώς τον ίδιο μας τον εαυτό.

“Σ’ όλη μας τη ζωή βουλιάξαμε πολλά καράβια μέσα μας, ίσως για να μη ναυαγήσουμε μια ώρα αρχύτερα εμείς οι ίδιοι”

Μανόλης Αναγνωστάκης 

 

Είχαν σφουγγαρισμένα

Σήμερα κατέβηκα νωρίς στην παραλία. Προτού σχολάσουν οι εκκλησιές και η Αγιά Σοφία και βγουν οι Αρχές του τόπου σε παράταξη εμπρός στην προτομή.

Ήτανε η ώρα που στηνόντουσαν οι κάθε λογής πλανόδιοι, και λάμβαναν τη θέση τους οι επαίτες για να υποδεχτούν τους πυκνούς περιπατητές του Κυριακάτικου πρωινού.

Κατέβηκα κι εγώ για να ψαρέψω λίγη από την τέχνη των ανθρώπων, όπως είπαμε χθες στο εργαστήρι της λογοτεχνίας, στο εναρκτήριο μάθημά μας στις Ακυβέρνητες, να στείλω ύστερα ρεπόρτο στους μαθητές και τις μαθήτριές μου, τα μικρά μου θεματάκια, ως προτροπή για πράξη και πειραματισμό.

Μου κάνανε λοιπόν εντύπωση τα ταμπελάκια τα στημένα μπροστά στην προτομή και πλησίασα να τα φωτογραφίσω. Λαμβάνοντας όμως τη θέση μου, ως φωτογράφος που ήθελε τον ήλιο πίσω του, πάτησα επί του δια λευκών πλακών στρωμένου πεζοδρόμου που υπάρχει εκεί, εν είδει διαδρόμου που οδηγεί στην προτομή, και άκουσα τότε ασθμένουσα όπισθέν μου φωνή μεγάλη να μου λέει όχι κύριε, όχι εκεί, μην πατάτε εκεί σας παρακαλώ. Γύρισα και είδα τον υπαξιωματικό του ναυτικού, τον επιφορτισμένο με την επίβλεψη στησίματος κάποιας εκδήλωσης εκεί, να τρέχει από πίσω μου με ανοιχτά τα χέρια και να με βγάζει από το πλακόστρωτο, να με οδηγεί προς το τσιμέντο πάλι.

Προτού προλάβω να προβώ σε οποιαδήποτε ερώτηση ή αντίδραση, με δύο του λέξεις με αφόπλισε εντελώς:

- Έχουμε σφουγγαρίσει.

Γουρλώσανε τα μάτια μου και άνοιξα το στόμα μου ορθάνοιχτο, ένα γέλιο πρωινό αλλά γάργαρο βγήκε από τα στήθια μου. Το ανέκδοτο με τον Ψαραντώνη το ξέρεις, τον ρωτώ. Μου λέει όχι. Πήγαινε, του λέω ο Ψαραντώνης με το μηχανάκι σε έναν μονόδρομο ανάποδα και τον σταματάει η τροχαία, του λένε κύριε δεν μπορείτε να πάτε από δω. Τους απαντάει τότε εκείνος, γιατί; σφουγγαρισμένα έχετε;

Χασκογέλασε ο λευκοφορεμένος γαλονάς αλλά δεν ήτανε η ώρα του για γέλια και ανέκδοτα, είχε βούρλο στον κώλο, που λένε στο χωριό μου, βιαζότανε πολύ, σε λίγο θα σχολούσε η Αγιά Σοφιά και θα καταφτάνανε αυτοί που ήταν να στηθούν πάνω απ’ τα ταμπελάκια. Μου λέει στα γρήγορα, σήμερα είναι η μέρα του Ναυάρχου Βότση και έχουμε εκδήλωση, μην πατήσετε σας παρακαλώ στα σφουγγαρισμένα, είναι κρίμα ο κόπος των παιδιών να ξανασφουγγαρίσουνε

Καταλαβαίνω, του είπα, μην αγχώνεστε. Και έκανα πιο πέρα.

Πρωινές ιστορίες και απογευματινές “παραστάσεις”

Πρωί – πρωί που έτρεξα τα 10 χιλιόμετρά μου στην παραλία της Θεσσαλονίκης, Λιμάνι – Μέγαρο Μουσικής και πίσω, έχοντας διανύσει την μισή διαδρομή και φτάνοντας στην αυλή του Μεγάρου, προσπερνώ δύο γέροντες που περπατούσαν, και ήμουν τόσο τυχερός που άκουσα από αυτούς μια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, μικρότερη κι απ’ αυτήν του Χέμινγουεϊ, ήμουν όμως και άτυχος συνάμα διότι θα μπορούσα να ακούσω κι άλλη μία αλλά δεν ειπώθηκε ποτέ.
Λέει λοιπόν ο ένας στον άλλον τη στιγμή που περνούσα από δίπλα τους:
- Σε είπα την ιστορία με τον Άκη;
Και απαντά ο δεύτερος:
- Ναι.
Αυτό ήταν. Δεν ξαναμίλησαν.

 

Κούτα απ’ το χωριό
Καθίσαμε με τον Κώστα σήμερα για τσάι πρωινό στο Εκλεκτίκ. Γράφει διηγήματα ο Κώστας και μου είχε δώσει δείγμα της δουλειάς του να διαβάσω προ ημερών, κι εγώ ενθουσιάστηκα.
Του είπα να βρεθούμε σήμερα το πρωί λοιπόν να κουβεντιάσουμε περί αυτών που γράφει, κι εκεί που τα λέγαμε, βγάζει από την κωλότσεπη ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι, ασπροκόκκινο.
Δες τι μου έστειλε, μου λέει, ο πατέρας μου απ’ το χωριό μες στην κούτα με τα τρόφιμα.
Ο πατέρας του σ’ ένα χωριό στο Αγρίνιο, απόφοιτος δευτέρας δημοτικού, τα γράμματά του ανάλογα, μα ορθογραφία ολόσωστη. Έγραφε στο χαρτάκι:
Οι πεθαμένοι είναι αναστημένοι. Δεν ξέρω αν ζούνε μαζί μας, εμείς πάντως ζούμε μαζί τους.

“Πήγε να δει τον Καρλ Μαρξ” (ή αλλιώς κινεζικές μεταφορές θανάτου στη Θεσσαλονίκη)

Χθες γνώρισα την Σελήνη ή Τσουράν, όπως είναι το κανονικό της όνομα, που σημαίνει στα κινεζικά Πονεμένη Όμορφη. Ένα καταπληκτικό κορίτσι από μια επαρχιακή πόλη της Κίνας, την Χε Φέι, κοντά στην Σαγκάι, με πληθυσμό 4 εκ. κατοίκους. Η Σελήνη μιλάει πολύ καλά τα ελληνικά, έχει σπουδάσει στη χώρα της Συγκριτική Γλωσσολογία, μελετά την ελληνική λογοτεχνία, και εδώ, στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει τον τελευταίο καιρό, κάνει το διδακτορικό της πάνω σε ένα καταπληκτικό κατά την άποψή μου θέμα: Τις μεταφορές του θανάτου στην ελληνική και στην κινεζική λογοτεχνία.

Μας έφερε σε επαφή ο Έλληνας συνεργάτης της Κυριάκος Ρ. λόγω που γνώριζε ότι τα έργα μου βρίθουν θανατικών, κηδειών, εξοδίων ακολουθιών και λοιπών παρόμοιων ζητημάτων ενδιαφέροντός της. Καθίσαμε μαζί για αρκετές ώρες και συζητήσαμε για τι άλλο, για τον θάνατο και την απόδοσή του στην λογοτεχνία και στην λαϊκή αφήγηση. Της είπα ότι εμείς στο νησί αλλά και γενικότερα στην ναυτική Ελλάδα χρησιμοποιούμε το ρήμα “μπαρκάρω”, -αυτός μπαρκάρησε=πέθανε=έφυγε ταξίδι- για να μεταφέρουμε στις αφηγήσεις μας τον θάνατο, και της ζήτησα να μου πει μία συνηθισμένη δική τους μεταφορά θανάτου στη λαϊκή αφήγηση. Χαμογέλασε η Σελήνη. Πήγε να δει τον Καρλ Μαρξ, μου είπε, αυτή είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση για κάποιον που πεθαίνει. Στην ναυτική Ελλάδα λοιπόν μπαρκάρουμε, στην “κομουνιστική” Κίνα πάνε να συναντήσουν και να ιδούν τον Κάρολο! Ακόμη και σήμερα, που τους έχει αλώσει ο δυτικός καταναλωτισμός, στον Κάρολο πηγαίνουν.

Είπαμε κι άλλα πολλά με την Σελήνη, την έβαλα και μου τα έγραφε κιόλας στο τετράδιό μου με λατινικά γράμματα, με ιδεογράμματα, τα έγραφα κι εγώ από κάτω στα ελληνικά για να τα θυμάμαι. Μια άλλη λαϊκή ρήση που έχουν εκεί στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είναι η εξής: Πάω στον δρόμο της Κίτρινης Πηγής

Η Κίτρινη Πηγή είναι κάτω από τη γη. Σε πηγαίνουν εκεί οι υπηρέτες του Άδη, ο λευκός και ο μαύρος, που και οι δυο μαζί ονομάζονται Χέι Μπάι Γου Τσανγκ και η δουλειά τους είναι να κοιτάζουν κάθε μέρα το κιτάπι που βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο και έχει αναγραμμένα όλα τα ονόματα των θνητών καθώς και τις ημερομηνίες του θανάτου τους, το τι τους γράφει η Μοίρα δηλαδή, και να ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια της γης, να παίρνουν κάτω όσους είναι το γραφτό τους να φύγουνε εκείνη την ημέρα. Τους πηγαίνουν στην Κίτρινη Πηγή και πίνουνε της Λήθης το νερό για να ξεχάσουν τη ζωή, και μετά τους οδηγούν σε έναν από τους 18 ορόφους του Κάτω Κόσμου. Οι καλοί άνθρωποι μένουν πάνω-πάνω, σε όροφο ψηλό, κοντά στην επιφάνεια της γης, ενώ οι κακοί βαθιά κάτω απ’ το χώμα.

Μια άλλη λαϊκή μεταφορά θανάτου που έχουν οι Κινέζοι στις καθημερινές τους αφηγήσεις είναι: Αυτός είναι ο μισός κάτω απ’ τη γη. Σε ελεύθερη μετάφραση είναι κοινή με τη δική μας: Αυτός είναι με το ένα πόδι στον τάφο

Ενώ άλλη μία μεταφορά των Κινέζων είναι ο Μακρύς Ύπνος και η ευχή Μακριά Κοιμάμαι Εδώ, δηλαδή θα ήθελα να πεθάνω και να μείνω εδώ, που τη λένε όταν βρίσκονται σε κάποιους τόπους τους αγαπητούς ή τόπους που τους αρέσουν ή εκφράζουν την επιθυμία να ταφούν σε συγκεκριμένο τόπο.

Είπαμε πάρα πολλά με την Σελήνη χθες βράδυ, την θαύμασα που είναι ένα τόσο νέο κορίτσι και ασχολείται με τον θάνατο και με ένα τόσο ενδιαφέρον και γοητευτικό θέμα της λογοτεχνίας δύο αρχαίων γλωσσών και πολιτισμών, του κινεζικού και του ελληνικού. Όταν δε τη ρώτησα πού ζει εδώ στη Θεσσαλονίκη και μου είπε με μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά ότι πρέπει να περνάει από τα μνήματα της Ευαγγελίστριας για να πάει στο σπίτι της, ένιωσα ότι ναι, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να περιμένω να μου πει. Όμως η Σελήνη, όπως κάθε άνθρωπος που μεγαλώνει με την κινεζική φιλοσοφία και παράδοση, φοβάται πολύ τα νεκροταφεία, τα οποία στην πατρίδα τους τα έχουν μακριά από τις κατοικημένες περιοχές. Όσο πιο μακριά, τόσο καλύτερα, έτσι μου είπε. Διότι, όπως μου εξήγησε, είναι ζήτημα ενέργειας, ζήτημα Γιν και Γιαν, Κρύου και Ζεστού, και για να υπάρχει ισορροπία ανταλλάσσονται μεταξύ τους οι ενέργειες. Εκεί λοιπόν που βρίσκονται οι νεκροί είναι περιοχή με Κρύο, η οποία πάντοτε τραβάει Ζέστη από τους Ζωντανούς για να ισορροπήσει, γι’ αυτό πρέπει να βρίσκονται πολύ μακριά οι τάφοι από τις πόλεις και τα χωριά, όποιοι πηγαίνουν δε στα νεκροταφεία για επίσκεψη σε δικούς τους νεκρούς, φεύγοντας δεν πρέπει ποτέ τους να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Συμβουλές κινεζικής παράδοσης για όσους περνάτε καθημερινά ή περιοδικά από την Ευαγγελίστρια κι από νεκροταφεία. 

 

Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ [Γιάννης Μακριδάκης, «Όλα για καλό». Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Εστίας]

Ένα κείμενο του Χρίστου Παπαγεωργίου για το βιβλίο “Όλα για καλό” στο περιοδικό «Το Κοράλλι» (τ. 12- 13) που μόλις κυκλοφόρησε.

Ο «αυτοεξόριστος» σε κάποιο χωριό της γενέθλιας νήσου, της Χίου, καλός συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης, για μια ακόμη φορά φέρνει τα πάνω κάτω, καταθέτοντας ένα μυθιστόρημα ευθύβολων και ισοπεδωτικών ανατροπών. Πράγματι, το καινούργιο που συμβαίνει στο παρόν έργο έχει να κάνει με το γεγονός, ότι ενώ στα παλαιότερα πονήματα το δεύτερο μέρος κυριολεκτικώς απέρριπτε κάθε αληθοφανή συνισταμένη που προσδοκούσε ρεαλιστική βάση, εδώ, στο «Όλα για καλό», έχουμε πάμπολλες ανατροπές, οι οποίες συμβαίνουν με τρόπο ακαριαίο, κάτω βέβαια από το άγρυπνο βλέμμα του δημιουργού, ο οποίος κινεί τα νήματα, έτσι ώστε το ενδιαφέρον του βιβλίου, ωμό αλλά και χυμώδες, βίαιο αλλά και ευαίσθητο, σκληρό αλλά και συναισθηματικό, να δραστηριοποιείται σε υψηλά στάνταρντς και σε απρόσμενες αναμετρήσεις γραφής και αποτελέσματος.

Το ότι ο Μακριδάκης αυτή την φορά δεν περικλείει τις ανατροπές του μόνο στην έξοδο αλλά σε ολόκληρο το σώμα του λογοτεχνήματος, αφενός προσδιορίζει μια καινούργια αφετηρία στην προσωπική του συγγραφική διαδρομή, αφετέρου, ως γνήσιος παραμυθάς που είναι, με παπαδιαμάντεια λογική, οφείλει να δημιουργεί επεισόδια και καταστάσεις, όντας σε οίστρο ευρισκόμενος, όντας έχοντας στο μυαλό του το θεματικό ιστό, ο οποίος και ξεκινά απ’ την απλή αναφορά, που επικρατούσε στην νήσο Ικαρία, όπου όταν ένα ζευγάρι έμενε άτεκνο, υπεύθυνος θεωρείτο ο άνδρας, ο οποίος και έφευγε για ένα διάστημα από το σπίτι όπου μπαινόβγαινε άλλος άντρας, άφηνε έγκυο την γυναίκα και στην συνέχεια εκείνος επέστρεφε αγκαλιάζοντας το παιδί σαν δικό του. Αυτή η συλλογιστική διακρίνει ολόκληρο το μυθιστόρημα, από εκεί ξεκινάει και εκεί καταλήγει.

Άρα, για να φθάσουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα, οι ήρωες του Μακριδάκη, που μπαίνουν στην εξίσωση, είναι απόλυτα προδιαγεγραμμένοι, είναι απόλυτα επαρκείς, δεν αφήνουν περιθώρια απλοϊκής παράθεσης, καθώς κάποιοι απ’ αυτούς στην ροή, θα γίνουν το υποκείμενο κάποιας ανατροπής, θα υπάρξει η περσόνα, στην βάση της οποίας ο συγγραφέας, θα ολοκληρώσει την απελπισμένη αρχαιοελληνική θεατρική υπερβολή. Έχουμε δηλαδή, τον πνιγμένο πρόσφυγα με τα πολλά χρήματα στην τσέπη του, την ταφή του, το κρύψιμο των χρημάτων, την συνάντηση του Μιχάλη με την Κατρίν, την γέννα της προσφυγοπούλας και ό,τι επακολούθησε, τα αποκαλυπτήρια της Κατρίν, τον ναυτικό, την κυρά Στάσα, την κυρά Καλή, τον Δημητρό, τον παπά, τον λεπροκομείο Χίου και τον έρωτα που αναπτύχθηκε και τέλος τον Δημάκι και το κλασικό πια για ελληνικό έργο, απογύμνωμα του κρυμμένου μυστικού. Επαναλαμβάνω πως ακόμη και δευτερεύοντες πρωταγωνιστές του έργου είναι άκρως ενδεδυμένοι της πιστότητας, είναι αμείλικτα προσηλωμένοι στο έργο τους, παίζουν με σαφήνεια τον ρόλο τους. Άρα –κι εδώ εξάγεται το δεύτερο συμπέρασμα– ο Μακριδάκης ως ένας άλλος λαϊκός καραγκιοζοπαίχτης, κινεί πίσω από το πανί φιγούρες τραγικές, που βιώνουν δραματικές –φυσικές ή υπερφυσικές– συνθήκες ζωής και τελικά χωρίς ίχνος αμφισβήτησης, αφού καταφέρνουν να μη συμβεί το ανεπανόρθωτο, γίνονται αντικείμενα αυτοκαταστροφικά, αυτοδιαλυόμενα, σκορπώντας σαν σκόνη πάνω από την λογοτεχνική υπερβολή, πάνω από την μυθοπλαστική παράμετρο.

Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Μακριδάκης κάνει και κάτι άλλο αρκετά σημαντικό κατά την γνώμη μου: σταματά την χρήση της ντοπιολαλιάς, τις άγνωστες για τους περισσότερους λέξεις, κρατάει μόνο τις δοξασίες, την παράδοση, αλλά και ό,τι άφησε στους νεώτερους ο πολιτισμός της Χίου και των άλλων νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Κατά αυτόν τον τρόπο και βάζοντας υπερβολικό συναίσθημα σε μια γλώσσα άκρως προσβάσιμη, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα συγκινησιακή. Πως να ξεχάσουμε τις σκηνές στην εκκλησία με τον νεκρό μετανάστη, το τραπέζι της κυρά Καλής όπου γίνονται τα πρώτα αποκαλυπτήρια, τις πράξεις του Μιχάλη όσο υπήρξε καλόγερος, την γέννα του Σάββα, τα συσσίτια σε όλους αυτούς τους δυστυχισμένους που φτάνουν από τα ανατολικά στην χώρα μας, τον θείο, τον φίλο, τους συντρόφους και τον πατέρα του Δημάκι και τέλος το απρόβλεπτο φινάλε, που τον στέλνει στην σπηλιά, εκεί δηλαδή που κατοικούσε ο Μιχάλης αυτά τα χρόνια, μακριά από ανθρώπους και ζώα. Σκηνές που όχι μόνο δεν θα ξεχαστούν αλλά αντίθετα, ως μόνιμες σταθερές, θα εξακολουθούν να μας ακολουθούν όσα χρόνια και αν περάσουν, ως αντιστάθμισμα στην πεζότητα των υπάρξεών μας, των αξιών μας, της ηθικής μας, σε καιρούς αληθινής μιζέριας πραγματικής και συμβολικής αλλά και ρητορικής.

Η ιστορία δύο αδελφών που έρχονται τόσο κοντά χωρίς να το ξέρουν, χωρίς να γνωρίζουν ή έστω εν μέρει τον πραγματικό τους πατέρα, ασφαλώς και δεν είναι τόσο συνηθισμένη, δεν είναι απ’ αυτές που μπορούμε να την διαβάσουμε στην εφημερίδα. Θα μου πείτε πως η λογοτεχνία υπερβάλει, πως αυτός είναι ο ρόλος της, να δείχνει μύθους που στην πραγματικότητα είναι ψεύτικοι και κατασκευασμένοι. Θα απαντήσω με το τετριμμένο πως η ζωή, η αληθινή, απλώς αντιγράφει την τέχνη. Όπως και να ’χει, ένας απών στο μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου Μιχάλης, ένας αναχωρητής, ένας άνθρωπος που αποποιήθηκε τα εγκόσμια για να ζήσει ως ναυαγός της ζωής, με όλη του την σοφία, είναι ο πανταχού παρόν στον μυθιστορηματικό ιστό, είναι το άτομο που βρίσκεται στα χείλη όλων των συγχωριανών του, σε κάθε περίπτωση είναι ουσιαστικά ο πατριάρχης, μιας όχι και τόσο καθημερινής αλλά πολύ περισσότερο τραγικής και χτυπημένης από την μοίρα ιδιαίτερης μυθιστορηματικής ιστορίας.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ

 

ΚΥ15  ΟΚΤ   8:00 μμ – 10:00 μμ Περιφερειακή Βιβλιοθήκη 40 Εκκλησιών

Φορέας:Δ/νση Βιβλιοθηκών και Μουσείων – Τμήμα Περιφερειακών Βιβλιοθηκών

Λογοτεχνική βραδιά θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017, ώρα 20:00, στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη 40 Εκκλησιών στο πλαίσιο της Λέσχης Ανάγνωσης της βιβλιοθήκης.
Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί παρουσία του συγγραφέα, Γιάννη Μακριδάκη.
Συντονίζει η φιλόλογος Αθηνά Παπανικολάου.

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946” (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940”, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012), “Του Θεού το μάτι”, νουβέλα (Εστία 2013), “Αντί Στεφάννου”, (Εστία 2015), “Η πρώτη φλέβα”, νουβέλα (Εστία 2016), “Όλα για καλό”, μυθιστόρημα (Εστία 2017).

Είσοδος ελεύθερη

ΩΡΑ

(Κυριακή) 8:00 μμ – 10:00 μμ

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Περιφερειακή Βιβλιοθήκη 40 Εκκλησιών

Γεωργίου Βιζυηνού 57 – Τηλ: 2310 203443

ΦΟΡΕΑΣ

Δ/νση Βιβλιοθηκών και Μουσείων – Τμήμα Περιφερειακών Βιβλιοθηκών

library@thessaloniki.gr