Παρουσίαση στην Καθημερινή 5/6/2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ
Αντί Στεφάνου
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Μικρές παραδοσιακές κοινότητες και ήρωες που τις εκπροσωπούν επάξια ή βρίσκονται στις παρυφές τους συνθέτουν τον κόσμο του Γ. Μακριδάκη, σύμπαν που ο συγγραφέας δημιούργησε σταδιακά, δημοσιεύοντας μια νουβέλα ανά έτος. Το «Αντί Στεφάνου» αποτελεί μια παρωδία, καθώς ο Στ. Λαδικός θα απορρίψει την ιατρική, θα αρνηθεί τη συγγενική συνδρομή και θα απαρνηθεί την κοινωνική ανέλιξη για να αφοσιωθεί στα οικολογικά του οράματα ως νεκροθάφτης. Η αξιοθαύμαστη γλωσσική επάρκεια με πολλές οφειλές στην καθαρεύουσα και οι αξίες του κοινοτισμού είναι κύρια συστατικά της ιδιότυπης πεζογραφίας του Μακριδάκη.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

Πηγή

Θεμέλιος Λίθος

Είναι γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος-καταναλωτής, πλήρως εγκλωβισμένος εντός του χρηματοοικονομικού συστήματος, έχει πλέον βαθιά μέσα του αποδεχτεί το δόγμα ΤΙΝΑ, δηλαδή ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Σε αυτή την δεινή θέση η ανθρωπότητα περιήλθε πολύ γρήγορα, με πορεία ραγδαία εκφυλιστική μέσα στον ιστορικό χρόνο, από την βιομηχανική επανάσταση και μετά, δηλαδή κατά την ιστορική εποχή, εντός της οποίας, εξ ανάγκης διαχείρισης και νομής του «πλούτου» γεννήθηκαν όλο το φάσμα των σύγχρονων πολιτικών ρευμάτων.

Ενώ όμως κάποτε ήταν αδιαμφισβήτητο ότι Πλούτος είναι η επάρκεια φυσικών πόρων, ο σύγχρονος άνθρωπος-καταναλωτής πλανεύτηκε και αυτοπαγιδεύτηκε κατά την διάρκεια αυτής της εκφυλιστικής προς τον εγκλωβισμό πορείας του και πείσθηκε εν τέλει ότι πλούτος είναι τα κουπόνια του χρηματοοικονομικού του συστήματος, τα οποία ανταλλάσσει με τους άλλους καταναλωτές, μετέχοντας όλοι μαζί σε ένα καθημερινό σκληρό και απάνθρωπο παίγνιο απόκτησης και κυκλοφορίας τους, και ανατροφοδοτώντας συνεχώς με αυτόν τον τρόπο το χρηματοοικονομικό σύστημα, που ολοένα γιγαντώνεται και έχει πλέον ορατό στόχο να υποκαταστήσει το οικοσύστημα, αλλοιώνοντάς το, μεταλλάσσοντάς το, απομυζώντας το και καταστρέφοντάς το με ρύπους και με μόλυνση, αντικαθιστώντας τα φυσικά πλάσματα με γενετικά τροποποιημένα και τους ανθρώπους με αριθμούς.

Άμεση συνέπεια αυτής της απαξίωσης του Πλούτου ήταν και η παραποίηση των εννοιών του «κέρδους» και της «ανάπτυξης». Το ότι οι έννοιες «κέρδος» και «ανάπτυξη», όπως ορίζονται στο χρηματοοικονομικό σύστημα πολύ απλά δεν υφίστανται, είναι πλέον γνωστό στην ανθρωπότητα μέσα από την μη χειραγωγούμενη, μη συστημική επιστημονική έρευνα και μελέτη του Χάους αλλά και  από την φιλοσοφία. Διότι όχι μόνο πολύ απλά δεν υπάρχει σε κανέναν τομέα της ζωής κέρδος δίχως ζημία ταυτόχρονη, αλλά πλέον δεν υπάρχει ούτε καν βραχυπρόθεσμο κέρδος με έστω μακροπρόθεσμα εμφανισθείσα ζημία, ή κέρδος συμφερότερο από την ζημία που προκαλεί. Όλα είναι «ίσα βάρκα – ίσα νερά» αφού κάθε κίνηση για δημιουργία συνθηκών κερδοφορίας εντός συστήματος, ή κάθε επίδοξη διορθωτική κίνηση ζημίας προξενεί τεράστια καταστροφή στο περιβάλλον την ανθρωπότητα οικοσύστημα, άρα εν τέλει και στο ίδιο το σύστημα, που είναι υποσύνολο του οικοσυστήματος και ενσαρκώνεται από όντα κατά βάσιν φυσικά. Ομοίως δεν υφίσταται καν η έννοια «ανάπτυξη», η ορισθείσα ως μεγέθυνση, διότι αφενός προϋποθέτει την απερίσκεπτη απομύζηση των φυσικών πόρων και άρα ο γίγαντας που «αναπτύσσεται» έχει ολοένα πιο ατροφικά ποδάρια, αφετέρου δε στηρίζεται στην ανόητα αυτοκτονική καθημερινή συμπεριφορά των «αναπτυσσόμενων» μελών της ανθρωπότητας, συμπεριφορά η οποία βέβαια αποβαίνει εδώ και χρόνια δολοφονική για τα άλλα έμβια όντα, με ό,τι σημαίνει αυτό και για την ποιότητα ζωής των ιδίων των ανθρώπων αλλά και για το μέλλον τους επί του πλανήτη.

Γύρω από αυτές όμως τις ουσιαστικά ανυπόστατες συστημικές έννοιες, το κέρδος και την ανάπτυξη, περιφέρονται ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, τόσα αδιέξοδα και τόσο άδικο αίμα, όλες οι εφαρμοσμένες σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες, με τις μεν «δεξιές», που πρεσβεύουν την ιδιοτέλεια, την ιδιωτικοποίηση, τον ατομισμό να φαντάζουν πρωτόγονες και να είναι τελείως ανήθικες και ανάξιες σχολιασμού, και τις δε αριστερές, να φαντάζουν πλέον από υποκριτικές μέχρι αδύναμες να κατανοήσουν και να νιώσουν την ουσία του προβλήματος, διότι ως τέκνα του συστήματος δεν μπορούν να διαφύγουν από τα όρια και τους όρους του και να ξανοιχθούν στην απεραντοσύνη του οικοσυστήματος.

Ένα παράδειγμα:

Το νερό. Είναι φυσικός πόρος, για τον οποίον η ανθρωπότητα έχει από καιρό αντιληφθεί ότι ισχύει ο κύκλος: εξάτμηση από τη θάλασσα, σύννεφο στα βουνά και στα δάση, βροχή, ποτάμια, υδροφόρος ορίζοντας, θάλασσα. Η σύγχρονη καταναλωτική ανθρωπότητα έχει μάθει όμως πλέον να λέει ότι το νερό πάει χαμένο όταν βλέπουν ποτάμια να τρέχουν κατά τη θάλασσα. Έχουν πεισθεί δηλαδή ότι όσο νερό δεν φθάνει στα καζανάκια και στους νεροχύτες των ανθρώπων, όσο δεν γίνεται προϊόν εκμετάλλευσης και χρήσης από τον άνθρωπο, δεν έχει κανέναν άλλο ρόλο, πάει χαμένο. Το ότι πρέπει φυσικά να κλείσει ο κύκλος, για να μπορέσει να ξανανοίξει, δεν υφίσταται πλέον στην σκέψη μας ως καταναλωτές. Πόσω μάλλον ότι το νερό ανήκει και σε άλλα πλάσματα που και αυτά πρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ αυτό για να μπορούν να ζήσουν. Αυτά είναι πλέον ψιλά γράμματα για τον σύγχρονο άνθρωπο- καταναλωτή και φυσικά τα ψιλά γράμματα δεν μπορούν να ενταχθούν στο εδραιωμένο πολιτικοιδεολογικό φάσμα, το οποίο φυσικά εκφράζει σε κάθε ιστορική στιγμή την επικρατούσα ποιότητα σκέψης, ήθους και συναισθηματικής νοημοσύνης του γένους των ανθρώπων.

Εξ ου λοιπόν και οι μεν φιλελεύθεροι μιλούν ανόητα και ανήθικα, μετονομάζοντας κυνικά και βλακωδώς το νερό ως εμπόρευμα, στο οποίο πρέπει να έχουν πρόσβαση μόνον όσοι μπορούν να το πληρώνουν με χρήμα, οι δε της συστημικής αριστεράς μιλούν για το νερό ως «κοινωνικό αγαθό», και νοιάζονται, όπως ακριβώς λένε, να έχουν όλοι οι άνθρωποι πρόσβαση σε φθηνό και άφθονο νερό. Λογική που μπορεί επιεικώς να χαρακτηριστεί ως αφελής και ελλειπής, προσαρμοσμένη στον ουμανισμό (που εκφυλλίστηκε, παραποιήθηκε και μετατράπηκε μετά την βιομηχανική επανάσταση σε ατομισμό), αφού το νερό δεν είναι φυσικά ούτε άφθονο, ούτε «κοινωνικό αγαθό», αλλά όπως όλοι οι φυσικοί πόροι είναι κι αυτό ένα πεπερασμένο αρχέγονο αγαθό κοινοκτημοσύνης όλων των φυσικών πλασμάτων και κανένα δικαίωμα απόλυτης διαχείρισης δεν έχει επ’ αυτού ο άνθρωπος, πόσω μάλλον ο απερίσκεπτος ελαφράς συνείδησης και νοητικής δυνατότητας σύγχρονος συστημικός καταναλωτής.

Είναι λοιπόν οι φυσικοί πόροι ο Πλούτος και αποτελούν αρχέγονα αγαθά κοινοκτημοσύνης όλων των έμβιων όντων που συναποτελούν αδιάρρηκτα με τον άνθρωπο το οικοσύστημα, και αυτή ακριβώς η θεώρηση πρέπει να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της νέας πολιτικής κινηματικής ιδεολογίας, η οποία φυσικά θα είναι οικουμενική και όχι πια στενά ανθρωπιστική, και με την οποία οφείλουμε, ως μη ανήθικοι εγκλωβισμένοι του καπιταλιστικού συστήματος που καταρρέει, να εισέλθουμε στην μετακαταναλωτική, μετακαπιταλιστική εποχή της ανθρωπότητας και να προσεγγίσουμε επιτέλους ευφυώς διανοητικά και συναισθηματικά την καθημερινή προσωπική μας ζωή αλλά και την προοπτική της ύπαρξή μας ως ανθρωπότητα επί του πλανήτη.

Δημοσιεύτηκε στο ΤΡΡ στις 4 Ιουνίου 2016

Αναγνωστική απόκριση

Αγαπητέ Γιάννη, καλημέρα!
Πρόσφατα επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο ‘Επί Λέξει’ και είδα τα βιβλία σου.  Μετά από τη γλυκιά γεύση του Ήλιου με Δόντια που ήταν και η πρώτη μου επαφή με τα γραπτά σου, προμηθεύτηκα και τρία ακόμη βιβλία σου – με τη βεβαιότητα πως δεν θα απογοητευτώ.  Και όντως έτσι.  Ο Βικέντιος με άγγιξε ως άνθρωπος, έχω κι εγώ λατρεία με τα ζώα – κατά τη γνώμη μου ένα έργο (κινηματογραφικό/θεατρικό/λογοτεχνικό) που εγκύπτει με ευαισθησία στο θέμα των ζώων συντροφιάς έχει δεδομένη μια επιτυχία στους ζωόφιλους αναγνώστες/θεατές, αλλά εσύ πας παραπέρα.  Ο ίδιος ο Βικέντιος είναι ένα πρόσωπο ζωντανό, οικείο και τόσο μοναχικό κι ευάλωτο, σαν παιδί.  Ήθελα το καλύτερο τέλος γι’αυτόν και το έδωσες.  Αξέχαστος! Τον Στέφανο τον παρακολούθησα σαν μια ιστορία για τον “τρελό” του χωριού, με πίκρανε λίγο, δεν τον κατάλαβα ολωσδιόλου αλλά και οι ακραίες συμπεριφορές του μου ήταν παραδόξως οικείες και μ’έκαναν να ταυτιστώ ως ένα βαθμό μαζί του.  Για την αφηγηματική σου δεινότητα σου βγάζω το καπέλο.  Τέλος η Κωσταντία μου κράτησε την καλύτερη συντροφιά από την αρχή εως το αναπάντεχο τέλος.  Ένα ΄Τρίτο στεφάνι’ σε γλαφυρότητα.  Συγχαρητήρια για όλα και κυρίως για τα θέματα για τα οποία επιλέγεις να μιλήσεις…
Αυτά ήθελα να σου πω.  Να είσαι καλά.
Με εκτίμηση,
Λ. Δ.

Η Αρμονία των Θαλασσών

Το κρουαζιερόπλοιο “Harmony of the Seas”, το μεγαλύτερο στον κόσμο, το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται σε γαλλικά ναυπηγεία τον Σεπτέμβριο του 2013 και παραδόθηκε πριν λίγες μέρες στην εταιρία που το παρήγγειλε, ξεκίνησε το πρώτο ταξίδι του από το Σαουθάμπτον στην Βαρκελώνη.

Η είδηση όμως δεν είναι εδώ. Η είδηση είναι στο γεγονός ότι για πρώτη φορά μέρος των διεθνών αλλά και των ελληνικών μμε, τα οποία φυσικά εκφράζουν και στηρίζουν εδώ και χρόνια το καθεστώς της άκρατης ανάπτυξης και του γιγαντισμού, υποδέχτηκαν την ύπαρξη του γιγάντιου αυτού πλοίου, όχι απλά με σκεπτικισμό αλλά αφοριστικά και με τρόμο.

Το γιγάντιο κρουαζιερόπλοιο με μήκος 362μ, πλάτος 66μ. και ύψος 70μ, η κατασκευή το οποίου απαίτησε μεταξύ άλλων και την τοποθέτηση 3.600 χιλιομέτρων καλωδίων, τη χρήση 500.000 λίτρων μπογιάς, 90.000 τετραγωνικών μέτρων μοκέτας και 8.000 τετραγωνικών μέτρων τζαμαριών, έχει περί τα 2.000 άτομα πλήρωμα και μπορεί να φιλοξενήσει περίπου 6.000 επιβάτες, καταναλώνει δε για να κινηθεί τόσα καύσιμα, όσα θα χρειαζόταν 5.000.000 αυτοκίνητα για να διανύσουν την ίδια απόσταση.

Το κόστος της κατασκευής του αποτιμήθηκε στο χρηματοοικονομικό σύστημα με το ποσό του 1 δις ευρώ, αλλά φυσικά στο οικοσύστημα είναι πολύ μεγαλύτερο αφού οι φυσικοί πόροι και η ενέργεια που καταναλώθηκαν, πόσω μάλλον αυτοί που θα καταναλωθούν από δω και μπρος με την λειτουργία του, είναι αδύνατο να μετρηθούν με την χρηματοοικονομική μονάδα.

Το γιγάντιο κρουαζιερόπλοιο λοιπόν που φέρει σημειολογικά το όνομα “Αρμονία των Θαλασσών” αποτελεί ίσως το μέγιστο ακρότατο της σύγχρονης καταναλωτικής ιστορικής περιόδου της ανθρωπότητας και το πρώτο ταξίδι του είναι πιθανόν το σημείο καμπής (για να μιλήσω με μαθηματικούς όρους) της αναπτυξιακής της συνάρτησης, σηματοδοτεί δηλαδή την έναρξη της μετακαταναλωτικής περιόδου της, αφού και οι ίδιοι οι άνθρωποι, όπως δείχνουν πλέον για πρώτη φορά και τα δημοσιεύματα, φαίνεται να έχουν τρομάξει από τον γιγαντισμό των επιτευγμάτων τους, κυρίως όμως να έχουν αγανακτήσει από τις καταστροφικές συνέπειες αυτών των επιτευγμάτων στην ποιότητα της ζωής τους και από τις ανυπέρβλητες δυσκολίες διαχείρισης τέτοιων μεγεθών, που καθιστούν τα γιγάντια αυτά επιτεύγματα κατ’ ουσίαν άχρηστα για την λεγόμενη “ανάπτυξη”.

Αλλιώς δεν μπορούν να εκληφθούν τα δημοσιεύματα που περιγράφουν π.χ. την ανακούφιση των κατοίκων του Σαουθάμπτον όταν το ρυπογόνο και ψυχοπλακωτικό “τέρας” αναχώρησε από το λιμάνι τους και την με κάθε τρόπο έκφραση της επιθυμίας τους να μην ξαναγυρίσει ή τα δημοσιεύματα περί κάποιας μη ευκταίας υποτιθέμενης μελλοντικής επίσκεψης αυτού στα νερά και στα νησιά του Αιγαίου (πως θα μπορέσουν να εξυπηρετηθούν και να ευχαριστηθούν τόσοι πολλοί επισκέπτες ταυτόχρονα και πώς θα μπορέσουν οι υποδομές των νησιών να αντέξουν τέτοια μαζική επέλαση καταναλωτών εικόνων, ήχων, τροφίμων, νερού, θάλασσας και γενικά ατμόσφαιρας των νησιών μας;)

Το ότι η ανθρωπότητα έχει προ πολλού ξεπεράσει την κλίμακά της και έχει φτάσει στην ύβρη, έχοντας ορίσει λάθος την ανάπτυξη ως μεγέθυνση, με αποτέλεσμα να απομυζεί και να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους, να ρυπαίνει και να μολύνει το οικοσύστημα, να αφανίζει δια παντός έμβια είδη και να αυτοκτονεί ασθενώντας αλλά βαυκαλιζόμενη την ανεπτυγμένη και πολιτισμένη είναι ήδη γνωστό, αλλά όσοι κατά καιρούς τολμούσαν να εκφράσουν αυτό το αδιέξοδο ως πρόβλημα, αντιμετωπίζονταν από το μέγα πλήθος των αδαών πειναλέων πολιτικών, πελατών και επιστημόνων της “ανάπτυξης” αφοριστικά.

Τώρα φαίνεται ότι ήρθε μάλλον η στιγμή να κατανοήσουν ολοένα και περισσότεροι, τουλάχιστον στην “ανεπτυγμένη και πολιτισμένη” δύση, ότι ο γιγαντισμός και η ανεξέλεγκτη κατανάλωση δεν φέρνουν κέρδος αλλά ζημία όχι μόνον πια μακροπρόθεσμη αλλά και πολύ άμεση.

Η αλλαγή αξιακού συστήματος, η στροφή δηλαδή στις αξίες που προσδιορίζουν και αποτελούν τον μόνον αληθινό πλούτο των φυσικών πόρων, η ορθή επαναδιατύπωση και υιοθέτηση του ορισμού της ανάπτυξης ως φυσική διαδικασία εξέλιξης και παραγωγής πλούτου, η μη εκβίαση των φυσικών ρυθμών, μέτρων και νόμων, η συνειδητοποίηση και η προστασία της φυσικής υπόστασης των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων που συναποτελούν αδιάρρηκτα το οικοσύστημα, η μη παραγωγή απορριμμάτων και ρύπων αλλά και η συνεχής μέριμνα για εξοικονόμηση και αναπλήρωση των φυσικών πόρων που “καταναλώνουμε” καθημερινά ως φυσικά όντα για να ζήσουμε, είναι οι βασικές παράμετροι της μετακαταναλωτικής εποχής που έχει ήδη ανατείλει στην ανθρωπότητα και που καθημερινά την συνειδητοποιούν και την αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερα μέλη της.

Δημοσιεύτηκε στο TPP στις 2 ιουνίου 2016

Έκτακτη επίσκεψη

Ο Γιάννης Μακριδάκης στο βιβλιοπωλείο της Εστίας!
Αυτό το ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΜΑΪΟΥ ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης θα βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (ΔΙΔΟΤΟΥ 19 και ΔΕΛΦΩΝ) από τις 11 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα για να μιλήσει με το κοινό και να υπογράψει βιβλία.

Όμορφα ταξίδια.

Γιάννη, καλημέρα από το Όουλου της Φιλανδίας.

Πριν λίγες μέρες έφτασε το βιβλίο σου εδώ και σου στέλνω κάποιες
φωτογραφίες.

Να είσαι καλά,

Γ.

 

 

Επίσης έλαβα ειδήσεις από άλλον αναγνώστη, ναυτικό, ότι το βιβλίο είναι μέσα στο βαπόρι στην Κορέα και περιμένουν σειρά να το διαβάσουν όλο το πλήρωμα!  …

Όμορφα ταξίδια

Προστασία υδροβιότοπου χειμάρρου Μαλαγκιώτη

Στην παραλία Λιγαρωπή (κατά κόσμον Μαγεμένα) της Βολισσού εκβάλει ο μεγαλύτερος σε μήκος χείμαρρος της Χίου, ο γνωστός Μαλαγκιώτης που πηγάζει από το Πελινναίο Όρος και στην διαδρομή του ποτίζει φυτά, ζώα και πετεινά, στην δε έξοδό του προς τη θάλασσα δημιουργεί έναν εξαιρετικής σημασίας και κάλλους υδροβιότοπο με καλαμιές και νεροπούλια.

Αυτό λοιπόν το τοπίο, το οποίο σε άλλα μέρη οι άνθρωποι προστατεύουν, φωτογραφίζουν και διαφημίζουν, όντες περήφανοι για την ομορφιά του τόπου τους, εμείς εδώ στην Βολισσό το θεωρούμε βάσανο και κάθε χρόνο μεταφέρουμε με μπουλντόζες και φορτηγά τόνους μπάζων και βράχων για να το αποξηράνουμε και να το μπαζώσουμε, ώστε να μπορούν να περνούν συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν μάλλον την εντύπωση ότι είναι οι ίδιοι υπεράνω της φύσης και θέλουν να πηγαίνουν στους μπαξέδες τους και στα εξοχικά τους περνώντας από την παραλία και από τον ποταμό, αντί να πάνε από τους υφιστάμενους δρόμους.
Σημειωτέον ότι επί σειρά ετών λειτουργούσε στην περιοχή του υδροβιότοπου και “επιχείρηση” θερινής “διασκέδασης”, την οποίαν σφράγισε ως μη νόμιμη ο Δήμος Χίου μόλις το περασμένο καλοκαίρι, με ό,τι συνεπαγόταν η λειτουργία της για την επιβάρυνση του τοπίου όλα αυτά τα χρόνια. Τα απομεινάρια της εν λόγω “επιχείρησης” είναι ακόμη σκορπισμένα ως σκουπίδια πλέον στην παραλία. Ρόδες, τσιμεντένιες βάσεις ομπρελών, σωλήνες χωμένες στα βότσαλα να εξέχουν επικίνδυνα και διάφορα άλλα απορρίμματα συνθέτουν το σκηνικό της αδιαφορίας μας για την περιοχή.
Στις φωτογραφίες που παραθέτω, επέλεξα να μην δείξω αυτά τα απομεινάρια που κυριαρχούν στο τοπίο, το βρομίζουν και το καθιστούν επικίνδυνο και απωθητικό αλλά μόνον τον υδροβιότοπο στην εκβολή του Μαλαγκιώτη κατά την 18η Μαίου 2016, καθώς και την επί τόπου δράση ενημέρωσης για τον σεβασμό των φυσικών πόρων, που κάναμε με τα παιδιά της Ε΄ και Στ’ τάξης της 3ου Δημοτικού σχολείου Βροντάδου, τα οποία επισκέφθηκαν την περιοχή μαζί με τους δασκάλους τους εκείνη την ημέρα.
Λόγω του ότι πάλι έρχεται καλοκαίρι και πάλι άρχισαν να ακούγονται στην Βολισσό οι γνωστές συγκεκριμένες φωνές που θέλουν τον υδροβιότοπο μπαζωμένο και τον χείμαρρο να μετατρέπεται σε δρόμο αποκλειστικά για την ιδιωτική εξυπηρέτησή τους και μόνον, υπενθυμίζω στην Δημοτική Αρχή με αυτό το μικρό κείμενο την ύπαρξη του εν λόγω μόνιμου κατ’ έτος προβλήματος που υφίσταται στην περιοχή και ζητώ από τον Δήμαρχο Μανώλη Βουρνού να μεριμνήσει επιτέλους προσωπικά και έγκαιρα για την τελική επίλυση της χρονίζουσας αυτής υπόθεσης, με γνώμονα την προστασία του υδροβιότοπου.

Το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης (ΒΗΜΑ 15/5/16)

Δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή 

Γιάννης Μακριδάκης
Η πρώτη φλέβα.
Νουβέλα
Εκδόσεις Εστία,
σελ. 128, τιμή 12 ευρώ
Ενας άντρας και μια γυναίκα: δύο πρόσωπα που εμπιστεύονται κομμάτι-κομμάτι την περιπετειώδη ζωή τους σ’ έναν αφανή ακροατή ο οποίος θα εντάξει εν συνεχεία τις αφηγήσεις τους σ’ ένα ενιαίο κείμενο με εναλλασσόμενη διάταξη. Οι ομιλητές δεν έχουν επιλεγεί τυχαία. Εζησαν, μεγάλωσαν και άσκησαν το επάγγελμά τους την ίδια εποχή, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960 και τερματίζοντας τη δράση τους περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, γνώρισαν έναν άπειρο αριθμό ανθρώπων και ταξίδεψαν σε πλήθος τόπους: ο άντρας βρέθηκε λόγω της ναυτοσύνης του στα πέρατα του κόσμου αλλά λάτρεψε τη Βραζιλία και την Ιαπωνία, η γυναίκα δεν άφησε μέρος στην Ελλάδα που να μην επισκεφθεί (η δόξα της πάντως έφτασε μέχρι το Παρίσι) αλλά ρίζωσε για το μεγαλύτερο διάστημα του επαγγελματικού της βίου στην Κρήτη.
Κανένας από τους δυο δεν πρόλαβε ή δεν επέτρεψε στον εαυτό του να πλήξει με τη δουλειά: ο άντρας δεν βαρέθηκε ποτέ τα καράβια, η γυναίκα δεν βαρέθηκε ποτέ να δέχεται αρσενικούς επί πληρωμή στο σπίτι της, πολλώ δε μάλλον που δεν ανέχθηκε πάτρωνα και υπήρξε πάντοτε αυτεξούσια. Και να αίφνης το σημείο τομής των δύο αφηγήσεων που διαπλέκει ο Γιάννης Μακριδάκης στο καινούργιο βιβλίο του: ο άντρας δεν εννοεί να σταματήσει να δοκιμάζει πόρνες από λιμάνι σε λιμάνι, νιώθοντας την ίδια ένταση σε κάθε νέα συνάντηση, η γυναίκα δεν εννοεί να σταματήσει να αλλάζει αρραβωνιαστικούς όσο πέφτει επαγγελματικά στο κρεβάτι. Αμφότεροι δεν εννοούν ούτε μία στιγμή να αποβάλουν το πνεύμα της διαρκούς περιπλάνησης, και δεν θα στεριώσουν ό,τι κι αν συμβεί πουθενά: ο άντρας θα προχωρήσει σ’ έναν αποτυχημένο γάμο μόνο μετά την επαγγελματική του αποστράτευση, η γυναίκα θα τρέξει μακριά από όλους τους αρραβώνες της για να ζήσει στο τέλος μόνο με την πληρότητα της μοναξιάς της.
Ο Μακριδάκης δεν είναι άσχετος με τη χρήση του ντοκουμέντου (θυμίζω το βιβλίο τουΣυρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι: Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή) και ξέρει τη δύναμη που πηγάζει από τον λόγο της μαρτυρίας - ακόμα περισσότερο που εδώ δεν έχει ιστοριογραφικούς περιορισμούς και διαθέτει κάποια (δεν ξέρω πόση ακριβώς) μυθοπλαστική ευχέρεια μαζί με μια μεγάλη (αυτή είναι ολοφάνερη) σκηνοθετική άνεση.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νουβέλας του, η οποία έχει χρονικό ανάπτυγμα μυθιστορήματος, δεν είναι η ίδια η μαρτυρία (αν πρόκειται εν τέλει περί μαρτυρίας) αλλά οι χαρακτήρες των δύο ομιλητών: αταλάντευτα μοναχικοί, έξω από κάθε σκιά και μιζέρια, έτοιμοι να αντλήσουν και τον παραμικρό ζωικό χυμό, θα ζωγραφίσουν με τα πιο ζωηρά χρώματα την καθημερινότητά τους (μια καθημερινότητα σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης) χωρίς να σπαταλήσουν ούτε μία στάλα από όσα γενναία τους προσφέρθηκαν.
Κι ας σημειωθεί ότι ο Μακριδάκης δουλεύει ωραία και με τη γλώσσα των προσώπων του: με κάποια ίχνη από την επαγγελματική ή την κοινωνική τους αργκό, με την αταξία και το χαλαρό ύφος που επιβάλλει η προφορικότητα, με τις μικρές μεταπτώσεις ή αναστολές που απαιτεί το εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης καθώς και με το φίλτρο του λελογισμένου αισθήματος στο οποίο εκ των πραγμάτων καταφεύγει όποιος έχει μετρήσει κατά πώς ήθελε τα χρόνια του.

Αμφισβητώντας τον μικροαστισμό

 

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων //

 

 

 «Η πρώτη φλέβα», Γιάννης Μακριδάκης, Νουβέλα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Από όσο γνωρίζω το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, είναι ένα έργο που ιδιαίτερα βασίζεται, μα και προβάλει, στοιχεία λαϊκού πολιτισμού και τρόπου ζωής και σκέψεων απλών ανθρώπων.

Άλλωστε σημαντικό τμήμα του συγγραφικού έργου του συγκεκριμένου συγγραφέα έχει να κάνει και με έρευνα λαογραφικού υλικού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και τούτου του βιβλίου. «Πρώτη φλόγα» που θα μπορούσε να σημαίνει πρώτη καταγραφή για να αναπτυχθεί (στο μέλλον;) όλο το υλικό που προσφέρεται μέσα από τις δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις –ενός ηλικιωμένου ναυτικού και μιας επίσης ηλικιωμένης πόρνης.

Και οι δυο ΄έδρασαν’ μέσα στην εικοσαετία 1960 – 1980 και οι αφηγήσεις τους έχουν ως κεντρικό τους άξονα τον πληρωμένο έρωτα.

Ο ναυτικός περιγράφει τις διάφορες εκδιδόμενες γυναίκες που γνώρισε στα λιμάνια του κόσμου –από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία- μα παράλληλα φωτίζει και τη ζωή των ναυτικών (κάποιων έστω) κατά τη διάρκεια υπερπόντιων ταξιδιών.

Η πόρνη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των ‘σπιτιών’ εκείνης της εποχής, στους πελάτες και γενικά στον κοινωνικό της περίγυρο.

Και οι δυο, τώρα που αφηγούνται το παρελθόν τους, ζούνε μόνοι –ή δεν θέλησαν ή απέτυχαν να φτιάξουν σχέσεις ουσίας και να στήσουν οικογένειες.

Και οι δυο δείχνουν πως ότι ζήσανε και ότι κάνανε υπήρξε μια συνειδητή τους επιλογή κι έτσι θα μπορούσε όλη η νουβέλα να αναγνωστεί και ως ένα ντοκουμέντο αμφισβήτησης της κυρίαρχης μικροαστικής άποψης που εδραιωνότανε εκείνη την εικοσαετία.

Η δομή το έργου αφήνει τμήματα της μιας αφήγησης να εισέρχονται σε τμήματα της άλλης, αλλά στην ουσία η καθεμιά τους υπάρχει ανεξάρτητα και αν κάτι της συνδέει είναι αυτό που πιο πάνω παρατήρησα –η αμφισβήτηση του μικροαστισμού.

Πέρα από αυτό –με την όποια αξία μπορεί να έχει ως αρχειακό υλικό- η νουβέλα αξίζει να διαβαστεί και ως επίτευγμα γλωσσικής ενσάρκωσης προφορικού λόγου δυο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Δεν μπορώ να γνωρίζω (μήτε και ο συγγραφέας προσφέρει αυτή τη πληροφορία) αν οι δυο μονόλογοι στηρίζονται σε αυθεντικές μαρτυρίες, αλλά ακόμα κι αυτό να έχει συμβεί, σε τίποτε δε μειώνεται η ικανότητα του Μακριδάκη να ‘μιμείται’ τη γλώσσα ανθρώπων που στην ουσία έζησαν στο περιθώριο της κεντρικής αστικής νοοτροπίας.

Πέρα, όμως, από αυτό ας μου επιτραπεί να εκφράσω μια απορία.

Γιατί ένας συγγραφέας που όχι μόνο με τα λογοτεχνικά κείμενά του, αλλά και με πολλαπλές άλλες συγγραφικές προτάσεις του παίρνει θέση σε ζητήματα οικολογίας και μιας πλατιάς αντίληψης πολιτικής συνείδησης, στρέφεται στη συγκεκριμένη εποχή που ζούμε όχι στα άμεσα και καίρια και καυτά ζητήματα που απασχολούν το τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στην αναπαράσταση του τρόπου σκέψης ανθρώπων που ίσως πλέον όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως φορείς ιδεολογίας να μην υπάρχουν;

Να μην υπάρχουν; Μήπως όμως η αντισυμβατικότητά τους να είναι μια πρόταση διεξόδου στο αδιέξοδό μας;

Δεν έχω πειστεί. Παρόλα αυτά … Αναρωτιέμαι.

Απάντηση απορίας

Αγαπητέ Μάνο η απάντηση στο ερώτημά σου δίνεται στις νουβέλες της εποχής της κρίσης (Λαγού μαλλί, Το ζουμί του πετεινού, Του Θεού το μάτι) με αποκορύφωμα στο Αντί Στεφάνου

Με εκτίμηση

ΓΜ

Πηγή